Supreme Court dismisses appeal against Credicom Bank but allows others, remanding case for further hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against Credicom Bank as inadmissible due to procedural defects but allowed appeals against other defendants. The appellant argued for debt restructuring and housing preservation, while banks contested liability. The court accepted specific arguments regarding debt terms and remanded the case for a new hearing with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal as inadmissible for specific parties while allowing it against others, remanding the case for further hearing upon acceptance of substantive grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 490 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 490/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Κατσάρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CREDICOM", ήδη μετονομασθείσα σε "PRAXIA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας", εκ των οποίων το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Πολυκρέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-08-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 15-03-2019 (αρ.κατ. 1/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αρ. 1/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας) προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου 14, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ.2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.
Εξάλλου, από τις υπ'αρ. .../27-7-2020 και .../ 28-7-2020 εκθέσεις επίδοσης των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Εύβοιας και Πειραιά, αντίστοιχα, Σωτηρίου Μαλλιάκου και Γεωργίου Νουάρου, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι , μετά από έγγραφη παραγγελία του Γεωργίου Κατσάρα ,πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 129 παρ.1 ΚΠολΔ, στην 1η και στη 2η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών.
Ωστόσο , όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα, - αιτούσα την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 και το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ.
Επομένως, αφού οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα ,πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους ,που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών, με την επισήμανση ότι η εσφαλμένη αναγραφή της ημερομηνίας της αίτησης αναίρεσης 15-03-2020, αντί της ορθής ημερομηνίας 15-03-2019, στην υπ' αρ. .../27-7-2020 έκθεση επίδοσης, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, η οποία δεν επισύρει την ακυρότητα της επίδοσης, όπως τούτο ειδικότερα, προκύπτει από τις μεταγενέστερες ημερομηνίες, τόσο της Πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου με αριθμό κατάθεσης 1085/1-10-2019, όσο και από την από 01-10-2019 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, που έχουν καταχωρηθεί στη τελευταία σελίδα της αίτησης αναίρεσης και αναφέρονται στην έκθεση επίδοσης και συνεπώς είναι εύλογο, ότι δεν θα μπορούσε η αίτηση αναίρεσης να έχει ημερομηνία μεταγενέστερη των πράξεων τούτων.
Εξάλλου, η κρινόμενη από 15-03-2019 (αρ.κατ.1/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλει την υπ' αρ. 1/2018 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 Ν.3869/2020 σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), η οποία εκδόθηκε με την δικονομική απουσία της τότε 2ης εφεσίβλητης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία CREDICOM, η οποία όμως, ενόψει και του ότι είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, θεωρήθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ ως αντιπροσωπευόμενη από τους αναγκαίους ομοδίκους αυτής (βλ. για το ζήτημα τούτο σελ. 2 της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής για την κατ' αντιμωλία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου). Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απολειπομένη τότε (αλλά και σήμερα) ως άνω τραπεζική εταιρεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 Ν.3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, διότι απευθύνεται κατά τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ σε συνδ.577 παρ.1 ιδίου Κώδικα).
Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ «δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.
Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 401/2017, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014). Επομένως, η αναίρεση δεν πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντα, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους συνεπώς ,δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος της αναίρεσης και ως προς τους οποίους ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 1416/2018, ΑΠ 1521/2007, ΑΠ 731/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα άσκησε την από 14-08-2012 (αρ. κατ. 138/2012) αίτηση, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τους καθών η αίτηση πιστωτές της ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης και, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση , με σκοπό να απαλλαγεί από αυτά, άλλως να διαταχθεί η δικαστική ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 και 2 του Ν.3869/2010.
Επίσης, ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση η περιγραφόμενη στην αίτηση κύρια κατοικία της ,δηλαδή ένα διαμέρισμα επιφάνειας 103,15 μ² με βοηθητικούς χώρους 14,40 μ², που βρίσκεται στη … . Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 6/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θηβών, η οποία δέχτηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και ρύθμισε δικαστικά τα χρέη της αιτούσας υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλλει επί τρία έτη μηνιαίως το ποσό των 25 ευρώ, επιμεριζόμενο συμμέτρως στην 1η αναιρεσίβλητη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κατά 17,76 ευρώ και στο 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ -ΟΑΕΔ κατά 7,24 ευρώ.
Επίσης, διέταξε να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, υποχρεώνοντας αυτήν για τη διάσωσή της να καταβάλλει επί 15 έτη μηνιαίως το ποσό των 55,59 ευρώ, αρχής γενομένης μετά την περίοδο χάριτος των τριών ετών. Επίσης, η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι η αιτούσα - αναιρεσείουσα είχε εξοφλήσει το χρέος της, που προερχόταν από δανειακή σύμβαση, που είχε καταρτιστεί με την τότε 2η καθής η αίτηση και ήδη 2ης αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία CREDICOM, για την αγορά του με αρ.κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου (βλ.σελ.14 της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Κατά της απόφασης αυτής η ήδη 1η αναιρεσίβλητη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ άσκησε την από 03-05-2017 (αρ. κατ. 11/2017) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, αλλά και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη η προσβαλλόμενη απόφαση ,σύμφωνα με συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, δέχθηκε, ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη της αναιρεσείουσας - οφειλέτριας ανέρχονται από μια δανειακή σύμβαση, ποσού 17.757,40 ευρώ, που είχε καταρτίσει ο σύζυγος αυτής με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, την οποία εγγυήθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, ποσό το οποίο αυτή οφείλει ατομικά ως εγγυήτρια, αλλά και ως κληρονόμος του συζύγου της, που αποβίωσε το έτος 2011 και από ένα επισκευαστικό δάνειο, που η αναιρεσείουσα είχε λάβει από το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΑΕΔ ,ποσού 7.245,09 ευρώ και ότι συνολικά τα ανωτέρω ληξιπρόθεσμα χρέη της ανέρχονται σε 25.002,49 ευρώ.
Επίσης, η προσβαλλόμενη δέχθηκε, ότι η αιτούσα -αναιρεσείουσα έχει εξοφλήσει το προαναφερόμενο χρέος της προς την CREDICOM, ότι το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημά της προέρχεται από τη σύνταξη χηρείας, που εισπράττει μετά το θάνατο του συζύγου της, ποσού 1.025 ευρώ και ότι έχει δυνατότητα να καταβάλλει για την ικανοποίηση των πιστωτών της το συνολικό ποσό των 300 ευρώ μηνιαία, αντί του ποσού των 25 ευρώ, που επιδίκασε το Ειρηνοδικείο Θηβών.
Εκτός τούτων η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η αιτούσα- αναιρεσείουσα περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της και κατόπιν τούτου δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, ρύθμισε δικαστικά τα χρέη της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας υποχρεώνοντας αυτήν να πληρώνει επί τριετία το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως ,συμμέτρως προς τους ανωτέρω δύο πιστωτές της και ήδη 1η και 3ο των αναιρεσιβλήτων, ενώ επίσης εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση την κύρια κατοικία της αναιρεσείουσας υποχρεώνοντας αυτήν για την διάσωσή της να καταβάλλει μετά την περίοδο χάριτος των τριών ετών, επί 15 έτη το ποσό των 167 ευρώ μηνιαία, ώστε να εξοφληθεί ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος πιστωτής της - ΟΑΕΔ και ακολούθως η ανέγγυα ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.
Ήδη η αναιρεσείουσα με τους προτεινόμενους από αυτήν λόγους αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής ρύθμισης του χρέους της και της διάσωσης της κύριας κατοικίας της, αναφορικά με τους ανωτέρω πιστωτές της ,δηλαδή την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και τον ΟΑΕΔ, ενώ κανένας λόγος αναίρεσης δεν αφορά την 2η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία CREDICOM, η οποία μετονομάστηκε σε PRAXIA BANK, έναντι της οποίας η αναιρεσείουσα δεν οφείλει κανένα ποσό, ούτε προβάλει λόγο αναίρεσης.
Δεδομένου ότι, και εάν ακόμη ευδοκιμήσει κάποιος λόγος αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θα ανατραπεί ως προς την τελευταία αυτή αναιρεσίβλητη CREDICOM (μετονομασθείσα σε PRAXIA BANK), παρά μόνον κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, που θα αφορά τα ληξιπρόθεσμα χρέη της αναιρεσείουσας προς την 1η και το 3ο των αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να απευθύνει την αίτηση αναίρεσης κατά της 2ης αναιρεσίβλητης, το οποίο ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 σε συνδ. 68 ΚΠολΔ) και συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1429/2018).
Κατόπιν τούτου η αίτηση αναίρεσης ως δικόγραφο πρέπει να απορριφθεί ως προς την 2η αναιρεσίβλητη, η οποία σήμερα ερημοδικεί, όπως προεκτέθηκε. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στην παρούσα ειδική διαδικασία κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 Ν.3869/2010, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν παρακάτω.
Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν.4161/2013 (ΦΕΚ Α 143/14-6-2013) και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (11-11-2016) για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της αναιρεσείουσας οφειλέτριας, ορίζεται ότι «αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές [...] το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη».
Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού «αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο».
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου 8 Ν.3869/2010 ορίζεται ότι «5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών».
Εξάλλου το άρθρο 2 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/ 2015, ΑΠ 1226/2014).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος ,δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη.
Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή, που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015).
Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ.1 του Ν.3869/2010 ορίζει ότι «εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών [...] ορίζεται εκκαθαριστής». Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.1 Ν.4161/2013 και ισχύει από 14-06-2013, δηλαδή κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (11-11-2016) και συνεπώς εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι «ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι έτη».
Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.
Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού , συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης . Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.
Με την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010.
Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ.2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ.2 προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών.
Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ.2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών.
Η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και «περίοδο χάριτος», δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη.
Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ.2 του νόμου ,όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ.2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές.
Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 120/2020, ΑΠ 781/2020,ΑΠ 632/2019).
Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες . Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή, αναλόγως ,του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ ,ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 636/2017).
Επιπλέον, τούτων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρο 744, 745, 751 ΚΠoλΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης και επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (αρθρ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/1987). Διότι, στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου.
Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (ΑΠ 640/2003). Επίσης, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ` έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα, αλλά και από τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ, στο μέτρο που επιτρέπουν τη συμπλήρωση, αλλά και τη μεταβολή της αίτησης, με νέα στοιχεία και μετά την (πρώτη) συζήτηση (ΑΠ 2270/2014).
Συνεπώς, η μεταβολή ή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αιτήσεως είναι δυνατή και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 765 του ΚΠολΔ, κατ` εξαίρεση εκείνης του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 528/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι για την δικαστική ρύθμιση των χρεών της κατά το άρθρο 8 παρ.2 Ν.3869/2010 και την ικανοποίηση των δύο πιστωτών της αναιρεσείουσας (ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ και ΟΑΕΔ) πρέπει να καταβάλει σ' αυτούς συμμέτρως 300 ευρώ μηνιαίως επί τριετία και συνολικά 10.800 ευρώ και ότι για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, αντικειμενικής αξίας 50.034,38 ευρώ, πρέπει να καταβάλλει επί 15 έτη ποσοστό 80% αυτής ,ύψους 40028 ευρώ, με μηνιαία δόση ποσού 167 ευρώ και συνολικά το ποσό των 30.060 ευρώ, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου, η οποία, κατά τις παραδοχές, θα συνδυαστεί με τις καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 μετά τη λήξη της τριετίας και την εξόφληση του ποσού των 10.800 ευρώ, χωρίς όμως να συνυπολογίσει το ποσό τούτο, όπως απαιτεί ο νόμος, κατά το συνδυασμό των ανωτέρω δύο καταβολών, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ.2 Ν.3869/2010 αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον έναντι συνολικού ποσού ληξιπροθέσμων χρεών της αναιρεσείουσας προς τους πιστωτές της, ύψους 25.002,49 ευρώ, η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει συνολικά 40.860 ευρώ (δηλαδή 10.800 ευρώ + 30.060 ευρώ).
Με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα ,αν και δέχθηκε ότι η δικαστική ρύθμιση των χρεών της αναιρεσείουσας με τις καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010 πρέπει να συνδυαστεί με τις καταβολές για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της, διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, που προκαλεί σύγχυση ως προς τον καθορισμό του ποσού και τη διάρκεια των μηνιαίων δόσεων του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 για την προστασία της κύριας κατοικίας της, σε συνδυασμό με το συνολικό ποσό που η προσβαλλόμενη ορίζει, ότι πρέπει να καταβληθεί επί τριετία για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους της αναιρεσείουσας, καθόσον με τις ανωτέρω δύο ρυθμίσεις η αναιρεσείουσα υποχρεώνεται να καταβάλει συνολικά 40.860 ευρώ, έναντι συνολικής οφειλής 25.002,49 ευρώ ,δηλαδή επί πλέον 15.857,51 ευρώ και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση παραβιάζοντας και εκ πλαγίου τις ανωτέρω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, διότι δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθή υπαγωγή σ' αυτές των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.
Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το μηνιαίο εισόδημα της αναιρεσείουσας προέρχεται από τη σύνταξη χηρείας ,που εισπράττει μετά το θάνατο του συζύγου της , ποσού 1025 ευρώ και να καθορίσει το κόστος διαβίωσης αυτής στο ποσό των 700 ευρώ, με βάση το ανωτέρω εισόδημα, σύμφωνα με όσα κατ' αρχήν είχε εκθέσει η αναιρεσείουσα στην αίτησή της για να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου, χωρίς όμως το Εφετείο να λάβει υπόψη του την μεταγενέστερη δήλωση της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή συμπλήρωσε την ιστορική βάση της αίτησής της με την από 09-02-2016 επικαιροποίηση των οικονομικών της στοιχείων, διορθώνοντας το μηνιαίο εισόδημά της στο ποσό των 715 ευρώ, την οποία δήλωση διόρθωσης είχε προτείνει παραδεκτά κατά τη συζήτηση της αίτησής της, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 Ν. 3869/2010, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε κατά τον καθορισμό της μηνιαίας καταβολής για τη σύμμετρη δικαστική ρύθμιση του χρέους της προς τους δύο πιστωτές της, καθώς επίσης την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ.5 του ίδιου νόμου, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος καθορίζοντας τη μηνιαία καταβολή της παρ.2 του άρθρου 8 του Ν.3869/2010 στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαία (213 ευρώ προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και 87 ευρώ προς τον ΟΑΕΔ), λαμβάνοντας εσφαλμένα υπόψη το Εφετείο, ότι το κόστος διαβίωσής της ανέρχεται σε 700 ευρώ και έτσι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις , διότι ο καθορισμός μεγαλύτερης δόσης έθετε σε κίνδυνο την αξιοπρεπή της διαβίωση, που προστατεύεται συνταγματικά και αποτελούσε ζήτημα, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, αν και τα περιστατικά με τα οποία παραδεκτά συμπληρώθηκε η ιστορική βάση της αίτησής της αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Επίσης, με τον συναφή προς τον 2ο λόγο αναίρεσης, 4ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του την ανωτέρω μεταγενέστερη δήλωση διόρθωσης της αναιρεσείουσας περί μείωσης της οικονομικής της κατάστασης στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση διαλαμβάνοντας ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις βιοτικές της ανάγκες και την ικανότητα ρευστότητας αυτής, που ήταν ουσιώδες ζήτημα για τον καθορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε και του άρθρου 8 παρ.5 του ίδιου νόμου ,που εσφαλμένα δεν εφάρμοσε και τις οποίες παραβίασε και εκ πλαγίου, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Με τον επίσης συναφή προς τους ανωτέρω 2ο και 4ο αναιρετικούς λόγους ,3ο λόγο αναίρεσης , η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.5 περ.β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μείωσης της σύνταξης χηρείας σε 715 ευρώ μηνιαίως, τον οποίο είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αίτησής της ,στις 11-11-2016 για την υπαγωγή της στο Ν.3869/2010 ,αλλά και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τις κατ'έφεση από 15-11-2017 προτάσεις της, με τον οποίο συμπλήρωνε την ιστορική βάση της από 14-8-2012 αίτησής της και ο οποίος ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και τον καθορισμό του κόστους διαβίωσης αυτής, με βάση το οποίο η προσβαλλόμενη καθόρισε τη μηνιαία δόση για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους της στο ποσό των 300 ευρώ.
Τέλος, με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που είναι συναφής προς τον 1ο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.5 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα, ότι αν και η εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία και ήδη 1η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της ισχυρίστηκε ότι ο καθορισμός της μηνιαίας δόσης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αναιρεσείουσας θα έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το 50% της αντικειμενικής της αξίας και όχι με 20% όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εντούτοις το Εφετείο καθόρισε τη μηνιαία δόση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας με βάση ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής επιδικάζοντας πλέον του αιτούμενου από την εκκαλούσα ποσού κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε ,κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, τα ακόλουθα:
«| Η αιτούσα-εφεσίβλιτη ηλικίας σήμερα 52 ετών, ήταν έγγαμη με τον Π. Δ. από το έτος 1992; ο οποίος απεβίωσε το έτος 2011. Από το γάμο της απέκτησε δύο τέκνα τη Β. και την Α. ηλικίας σήμερα 26 και 22 ετών αντίστοιχα. Το έτος 2015 η αιτούσα εργάστηκε σε ανθοπωλείο στη … αντί μισθού 400 ευρώ και πλέον είναι άνεργη (βλ. την υπ' αριθμ πρωτ....
βεβαίωση του ΟΑΕΔ). Οι θυγατέρες της σπουδάζουν και διαμένουν σε μισθωμένη οικία στου ... αντί μηνιαίου μισθώματος 220 ευρώ το οποίο κατέβαλε στην αρχή η αιτούσα και πλέον οι θυγατέρες της και η Β. λαμβάνει ως σύνταξη του πατέρα της το ποσό των 253 ευρώ, την οποία σύνταξη θα δικαιούται ως την ηλικία των 24 ετών.
Η εφεσίβλητη - αιτούσα λαμβάνει σύνταξη χηρείας ύφους 1.025, 00 ευρώ. Άλλη πηγή εισοδήματος δεν προκύπτει ότι διαθέτει. "Έχει στην πλήρη κυριότητα της ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου επιφανείας 103,15 τμ με βοηθητικούς χώρους 14,40 τ.μ που βρίσκεται στην …, επί της οδού ... αρ. … έτους κατασκευής το 1979. Η αντικειμενική του αξία υπολογίζεται στο ποσό των 50.034,38 ευρώ (βλ.
τη δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2016). Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση Α κατοικίας για έγγαμη με δύο τέκνα προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για τη εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση. Αλλη ακίνητη περιουσία δεν διαθέτει, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα.
Επίσης, είναι ιδιοκτήτρια ενός αυτοκινήτου ΚΙΑ PICCANTO 1.100 CC, μοντέλο του 2010 για την αγορά του οποίου έλαβε δάνειο καταναλωτικό από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία CREDΙCOM ο αποβιώσας σύζυγος της Π. Δ., στην έννομη σχέση του οποίου αυτή περιήλθε ως κληρονόμος του ,το οποίο εξόφλησε και ενόψει της μικρής εμπορικής του αξίας που εκτιμάται στις 4.000 ευρώ, πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση καθόσον δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση (άρθρο 9 παρ 1 χου Ν 3869/2010), διότι δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον αλλά και ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη τα οποία κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης οριστικής απόφασης (αρθρ.6 Ν 3869/2010).
Ειδικότερα α) Δυνάμει της υπ'αριθμ. ... σύμβασης οφείλει, αρχικά συμβληθείσα ως εγγυήτρια και νυν ως κληρονόμος του θανόντος συζύγου της το ποσό των 17.757,4 ευρώ που ο τελευταίος έλαβε ως καταναλωτικό δάνειο και 2) έλαβε επισκευαστικό δάνειο από τον Ο.Ε.Κ ύφους 7.245,09 ευρώ που είναι ασφαλισμένο υπέρ του τρίτου των καθών-εφεσιβλήτων με προσημείωση υποθήκης και το οποίο δεν εξαιρείται από την υπαγωγή του στην ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 .Στην αντίθετη περίπτωση θα προσέκρουε τούτο στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, καθότι οι δανειολήπτες του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων θα στερούνταν αναιτιολόγητα των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010.
Ακόμα αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής και εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων - οφειλών της, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, η οποία συνεκτιμώντας το κόστος διαβίωσής της, τον ξαφνικό θάνατο του συζύγου της στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής κρίσης, δεν οφείλεται σε δόλο αυτής.
Τούτο διότι το γεγονός ότι προέβη σε μίσθωση οικίας προκειμένου να στεγάζονται οι θυγατέρες της προκειμένου να μπορούν να διαθέτουν χώρο για μελέτη εφόσον οι φοιτητικές εστίες δεν πληρούν τις συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε δόλο αυτής στην αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Εξάλλου, εξόφλησε την οφειλή της προς την δεύτερη εφεσίβλητη όπως η ίδια συνομολογεί.
Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός - ένσταση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η αιτούσα το έτος 1993 πήρε το δάνειο οπό τον ΟΕΚ, ενώ μέχρι το θάνατο του συζύγου της το έτος 2011, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού και το εισόδημα του από την εργασία του ήταν αρκετό, ήτοι 2.000 ευρώ μηνιαίως, μπορούσαν να καλύψουν τόσο τις βιοτικές χους ανάγκες ως οικογένεια όσο και τις δόσεις στα πιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον, από το 1999 μέχρι το 2003 είχε ανοίξει ένα εστιατόριο το οποίο συμπλήρωνε τα εισόδημα τους αλλά διέκοψε αυτή τη δραστηριότητα της την 31-07-2003. Μέχρι το θάνατο του συζύγου της ήταν συνεπής στις δανειακές της υποχρεώσεις. Από το θάνατο του και μετά το εισόδημά τους εκμηδενίστηκε και δεν μπορούσε να καλύψει τις βασικές Βιοτικές ανάγκες τις δικές της και των παιδιών της. Οι προσπάθειες της για εύρεση εργασίας απέβησαν άκαρπες μέχρι σήμερα. Το μόνο εισόδημα της είναι το ποσό των 1.025,00 € από τη σύνταξη του συζύγου της και τα έξοδα διαβίωσης της ανέρχονται στο ποσό των 700 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των εξόδων διατροφής, λογαριασμών ΔΕΚΟ και των δαπανών διατροφής για τις σπουδές των τέκνων της Ως εκ τούτου, το καθαρό εναπομείναν ποσό που πρέπει να διατεθεί, νια την ικανοποίηση των πιστωτών είναι 300 ευρώ.
Συγκεκριμένα, για τις καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 το εν λόγω ποσό θα κατανεμηθεί συμμέτρως ως ακολούθως:
α) Προς την Τράπεζα Πειραιώς, (ως ειδικής διαδόχου της Τράπεζας Κύπρου) 300 X (17.754,4/25,011,4) =213 ευρώ.
β) Προς τον ΟΑΕΔ, 300 Χ (7.254/25.011,4)=87 ευρώ. Με την ως άνω ρύθμιση η απαίτηση της πρώτης πιστώτριας ικανοποιείται κατά το ποσό των 7.668 ευρώ και της δεύτερης κατά το ποσό των 3.132 ευρώ.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι αφενός μεν το χρονικό διάστημα των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν 3869/2010, ήτοι n τριετία ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης της αίτησης υπό την αίρεση ευδοκίμησής της πράγμα που σημαίνει ότι η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 έχει αναδρομική ισχύ αφετέρου δε ότι τα ποσά που ορίζονται με την παρούσα απόφαση διαφοροποιούνται ουσιωδώς (αύξηση) σε σχέση με αυτά που όρισε η εκκαλουμένη και άρα η αιτούσα διατρέχει τον κίνδυνο λόγω συσσώρευσης καθυστερούμενων δόσεων να υποστεί έκπτωση από τη ρύθμιση, θα πρέπει, όπως γίνεται δεκτό, να αρχίσει νέο χρονικό διάστημα, ήτοι να τεθεί σε κίνηση νέα τριετία, αρχόμενης από την 1η ημέρα του πρώτου μήνα μετά την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης. Εφόσον η αιτούσα εκπληρώσει τις εκ του άρθρου 8 παρ. 2 μηνιαίες καταβολές της θα μπορέσει να πιστοποιηθεί με νεότερη δικαστική απόφαση απαλλαγή από τα χρέη. Η ανωτέρω ρύθμιση θα συνδυαστεί με τις καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 για την διάσωση της πρώτης κατοικίας, η οποία θα εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση της. Ειδικότερα, πρέπει να διαταχθεί η αποπληρωμή δόσεων που αντιστοιχούν στο 80% της αντικειμενικής αξίας του εξαιρούμενου ακινήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό 40.028 ευρώ (50.034,38 Χ 80%), λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας της εφεσίβλητης -αιτούσας.
Συνεπώς, πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές μέχρι το ποσό των 40.028 ευρώ για χρονικό διάστημα 15 ετών, αρχής γενομένης των καταβολών του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 μετά τη λήξη της ως άνω 3ετούς περιόδου χάριτος. Σαφέστατα στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 εντάσσονται όλοι οι πιστωτές (ενέγγυοι και ανέγγυοι) αφού από τη διανομή χρημάτων ικανοποιούνται και οι δύο κατηγορίες πιστωτών.
Ικανοποιούνται δηλαδή όλοι οι πιστωτές της διαδικασίας. Διαφόρου του ζητήματος ότι δεν ικανοποιούνται συμμέτρως όπως στις καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2. Προνομιακά λαμβάνουν χρήματα οι πιστωτές με εμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησης τους, είτε η εμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησής τους αφορά στο εξαιρούμενο ακίνητο ή σε κάποιο άλλο.
Η διάθεση των κεφαλαίων στους εμπραγμάτως ασφαλισμένους πιστωτές γίνεται σύμφωνα με την αρχή της χρονικής προτεραιότητας (1250, 1272, 1300 ΑΚ). Μετά την ικανοποίηση των προσώπων αυτών ικανοποιούνται σύμμετρα οι πιστωτές χωρίς εμπράγματη εξασφάλιση. Δηλαδή αφού ικανοποιηθούν πλήρως οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών και σε όποιο χρονικό διάστημα αυτό συμβεί μέχρι την πάροδο του χρόνου που έταξε το δικαστήριο, μετά αρχίζει η σύμμετρη διάθεση του ποσού στους μη εμπραγμάτως ασφαλισμένους πιστωτές.
Ως εκ τούτου, η αιτούσα υποχρεούται να καταβάλει για την διάσωση της οικίας της το ποσό των 167 ευρώ μηνιαίως για 15 έτη. Από τις καταβολές αυτές θα ικανοποιηθεί πρώτα ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος πιστωτής ΟΑΕΔ μέχρι την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησής του, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τις καταβολές του άρθρου 8 παρ.2, ήτοι [7.254-(87 χ 36) 3.132 ευρώ]=4.122 ευρώ.
Μετά δε την ολοσχερή ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης του ΟΑΕΔ, θα ικανοποιηθεί μέχρι την λήξη της δεκαπενταετίας και η απαίτηση της ανέγγυας Τράπεζας Πειραιώς. Η καταβολή των ανωτέρω μηνιαίων δόσεων θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται ,μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύρια αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία όρισε ελάχιστες μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.5 στα ποσά των 17,76 ευρώ και 7, 24 ευρώ αντίστοιχα και δεν συμπεριέλαβε την πιστώτρια Τράπεζα Πειραιώς στην ρύθμιση του άρθρου 9 παρ.2, ορίζοντας καταβολές ύφους 55,59 ευρώ για 15 έτη, εσφαλμένα το νόμο και τις αποδείξεις εξετίμησε. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη (535 παρ. ΙΚΠολΔ) και αφού κρατηθεί και δικαστεί η αίτηση κατ' ουσίαν, να γίνει εν μέρει δεκτή και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες σε αυτήν οφειλές της αιτούσας, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης […]|»
Με τις ανωτέρω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ότι:
1) η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει επί τριετία για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010, όπως είχε τροποποιηθεί με το Ν.4161/2013 (ΦΕΚ Α 143/14-6-2013) και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών (11-11-2016), το συνολικό ποσό των 300 ευρώ μηνιαία, που κατένειμε συμμέτρως προς τους δύο πιστωτές και ειδικότερα, 213 ευρώ προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ και 87 ευρώ προς τον ΟΑΕΔ (αντί συνολικού ποσού μηνιαίας δόσης 25 ευρώ και προς τους δύο πιστωτές, που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο).
2) ότι μετά τη λήξη της τριετίας ,προκειμένου να διασωθεί η κύρια κατοικίας της οφείλει να καταβάλλει (άρθρο 9 παρ.2 Ν.3869/2010) επί 15 έτη το ποσό των 167 ευρώ μηνιαία και προς τους δύο πιστωτές, δηλαδή συνολικά 30.060 ευρώ, (αντί του ποσού των 55,59 ευρώ που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μηνιαία δόση μόνον προς το ΟΑΕΔ.
3) ότι το συνολικό ποσό των ληξιπροθέσμων χρεών της αναιρεσείουσας προς τους δύο πιστωτές της ανέρχεται σε 25.002,49 ευρώ.
4) ότι το μηνιαίο εισόδημα της αναιρεσείουσας προέρχεται από τη σύνταξη χηρείας, ποσού 1025 ευρώ και ότι το κόστος διαβίωσης αυτής, με βάση το εισόδημά της, ανέρχεται σε 700 ευρώ μηνιαία και ότι συνεπώς, μπορεί να πληρώνει ως μηνιαία δόση του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010 για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους της το ποσό των 300 ευρώ.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ.2 Ν.3869/2010, σύμφωνα με τις οποίες προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010 για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ.2 του ίδιου νόμου, τις οποίες σε συνδυασμό είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το Δικαστήριο,με παράλληλη εφαρμογή, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη το συνολικό ύψος της οφειλής και την οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη, εφόσον η εξόφληση των χρεών αυτού πρέπει να γίνει μέσω των καταβολών του άρθρου 8 παρ.2 και μέσω των καταβολών του άρθρου 9 παρ.2 του ως άνω νόμου.
Εκτός τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφή αιτιολογία, που προκαλεί σύγχυση ως προς το ύψος του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους της αναιρεσείουσας και του ποσού και της διάρκειας των μηνιαίων δόσεων, που αυτή πρέπει να καταβάλει συνολικά για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους της, κατ'αρ.8 παρ.2 Ν.3869/2010 και για τη διάσωση της κατοικίας της, κατ'αρ. 9 παρ.2 Ν.3869/2010, τις οποίες ουσιαστικές διατάξεις το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα, για τα ανωτέρω ζητήματα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα ατομικά ως εγγυήτρια και ως κληρονόμος του πρωτοφειλέτη συζύγου της, που αποβίωσε το έτος 2011, όφειλε στην 1η αναιρεσίβλητη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΡΑΙΩΣ ΑΕ, με βάση την υπ'αρ. ... δανειακή σύμβαση ,το ποσό των 17757,40 ευρώ και στο 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΑΕΔ, με βάση επισκευαστικό δάνειο ,το ποσό των 7245,09 ευρώ και ότι το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος της προς τους δύο ως άνω πιστωτές ανέρχεται σε 25.002,49 ευρώ ( 17.757,40 + 7.245,09), ότι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της (διαμέρισμα επιφάνειας 103,15 μ² με βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 14,40μ²), που βρίσκεται στη …, ανέρχεται σε 50.034,38 ευρώ και ότι το 80% της ανωτέρω αντικειμενικής αξίας ανέρχεται σε 40.028 ευρώ, ότι το μηνιαίο εισόδημα της αναιρεσείουσας από τη σύνταξη χηρείας ανέρχεται σε 1025 ευρώ, ότι το οικογενειακό κόστος διαβίωσης της αναιρεσείουσας και των δύο θυγατέρων της ,που εξακολουθούν να σπουδάζουν και συνεπώς αποτελούν προστατευόμενα μέλη της οικογένειας , ανέρχεται σε 700 ευρώ και ότι με βάση τα ανωτέρω κριτήρια η αναιρεσείουσα έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει μηνιαία για την ικανοποίηση των δύο πιστωτών της 300 ευρώ συμμέτρως, δηλαδή 213 ευρώ στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ και 87 ευρώ στον ΟΑΕΔ (213+ 87=300), επί τριετία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010 για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους της.
Επομένως, με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσείουσα θα πληρώσει επί τριετία το ποσό των 10800 ευρώ (300Χ12 μήνες Χ3 έτη). Επίσης, η προσβαλλόμενη δέχτηκε, ότι οι καταβολές αυτές πρέπει να συνδυαστούν με τις καταβολές του άρθρου 9 παρ.2 του ως άνω νόμου για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της μέχρι το ποσό 80% της αντικειμενικής της αξίας ,δηλαδή 40028 ευρώ και προς τούτο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος των τριών ετών, δηλαδή μετά την εξόφληση του ποσού των 10800 ευρώ, προς τους δύο πιστωτές της, το ποσό των 167 ευρώ μηνιαία επί 15 έτη και συνολικά, 30.060 ευρώ (167Χ12 μήνες Χ15 έτη) και ειδικότερα, το ποσό των 4.122 ευρώ στον ΟΑΕΔ και το υπόλοιπο στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ.
Δηλαδή, η προσβαλλόμενη υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει έναντι συνολικού χρέους 25002,49 ευρώ (κατά τις παραδοχές της) το συνολικό ποσό των 40.860 ευρώ (10.800+30.060) δηλαδή 15857,51 ευρώ επί πλέον των όσων οφείλει (40.860- 25.002,49 ευρώ). Το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης έγκειται στο ότι, αν και ορθά δέχθηκε ότι πρέπει να συνδυαστούν οι δύο καταβολές των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 και μάλιστα η καταβολή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας μέχρι το 80% της αντικειμενικής της αξίας, κατ' ανώτατο όριο, εντούτοις, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν έλαβε υπόψη της, ότι το συνολικό χρέος της αναιρεσείουσας ανερχόταν σε 25.002,49 ευρώ, ώστε να καθορίσει, σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος, συνδυαστικά τη μηνιαία δόση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας και για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους μέχρι το ποσό της συνολικής οφειλής (25.002 ευρώ).
Εκτός τούτου ,αν και η αναιρεσείουσα, ως αιτούσα την υπαγωγή της στο Ν.3869/2010, με τις από 16-11-2016 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ.σελ.5 αυτών) διόρθωσε την ιστορική βάση της αίτησής της ως προς το ύψος της σύνταξης χηρείας περιορίζοντας τούτο από 1.025 ευρώ σε 715 ευρώ, (ποσό που αποτελούσε το μοναδικό οικογενειακό εισόδημά της, κατά τις παραδοχές) και καταχώρησε την ανωτέρω δήλωση μεταβολής στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπούνται επιτρεπτά (άρ.561 αρ.2 ΚΠολΔ), την οποία δήλωση επίσης η αναιρεσείουσα επανέφερε παραδεκτά, κατ'αρ.240 ΚΠολΔ και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τις από 15-11-2017 έγγραφες προτάσεις της (βλ.σελ. 11 αυτών), η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως έλαβε υπόψη της την ανωτέρω δήλωση μεταβολής του οικογενειακού εισοδήματος, αν και η μεταβολή της ιστορικής βάσης της βασικής αίτησης της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στο Ν.3869/2010 επιτρέπεται σε κάθε στάση της δίκης ,ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Η παράλειψη αυτή του ως Εφετείο δικάσαντος Δικαστηρίου ήταν ουσιώδες ζήτημα για το αποτέλεσμα της δίκης για τον καθορισμό του ύψους και τη διάρκεια των συνδυασμένων κατά τα ανωτέρω καταβολών, εφόσον η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει μηνιαία 300 ευρώ με βάση τη σύνταξη χηρείας ύψους 1.025 ευρώ και αφαιρουμένου του κόστους διαβίωσης αυτής ποσού 700 ευρώ.
Συμπερασματικά, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 8 παρ.2 και παρ.5 και του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010, σε συνδ. με το άρθρο 2 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος και κατά τούτο πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι και ειδικότερα ο 1ος , κατά το Α και Β'σκέλος αυτού, ο 2ος και ο 4ος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτής, που αφορούν τις συνδυασμένες καταβολές των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών αυτών για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους της αναιρεσείουσας και τη διάσωση της κύριας κατοικίας αυτής .
Περαιτέρω με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γενόμενων δεκτών αναιρετικών λόγων οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης παρέλκει η εξέταση του συναφούς 3ου και 5ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 560 αρ.5 περ.β και περ. α', αντίστοιχα, που επίσης αποβλέπουν στην παραδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο ,ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο λόγος εκ του άρθρου 560 αρ.5 δεν ιδρύεται στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας ,στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων (ΑΠ 550/2019, ΑΠ1384/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 769/2015).
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της υπόθεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ), για να κριθεί περαιτέρω κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, που περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Βδ ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται ,έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.β Ν.3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση ,που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 εδ.β του Ν.3869/2010, κατά την οποία «δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται» και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017,ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 15-03-2019 (αρ.κατ.1/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία CREDICOM, ήδη μετονομασθείσα σε PRAXIA BANK.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), κατά το μέρος της υπόθεσης, που αναφέρεται στο σκεπτικό .
Παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί περαιτέρω, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Και
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει αυτή καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ