490/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated490/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, πρέπει δε να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§4 ΚΠολΔ0, συμφώνως προς το διατακτικό.
Full text
Απόφαση 490 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 490/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Λ. του Δ., 2)Κ. Λ. του Δ., 3)Π. χας Δ. Λ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Κιαούλια.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Λ. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2) Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Στέλλας Μπιρμπάκου. Η πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 12-5-2016 όπως προκύπτει από την υπ αριθμ ...2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος του Ι. Λ. του Δ., εγγονός του , κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπείται από την ίδια .
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος αφού έλαβε το λόγο, υπέβαλε αίτημα αναβολής, διότι δεν κοινοποιήθηκε η αίτηση αναίρεσης στον κληρονόμο του αποβιώσαντος, επειδή δεν τον γνώριζε.
Η πληρεξουσία του αντίδικων δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γυθείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 41/2014 του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελές Πρωτοδικείου Γυθείου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 28-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
ΙΙ. Με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στο (ως Εφετείο δικάσαν) Μονομελές Πρωτοδικείου Γυθείου, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια της παραβιάσεως (κατά την ερμηνεία και από πλευράς εφαρμογής) της διατάξεως 1033 ΑΚ, (στην οποία προβλέπεται, ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμφωνία των ενδιαφερομένων, νόμιμη αιτία μεταθέσεως της κυριότητος και μεταγραφή αυτής), καθώς και των διατάξεων του ιδίου κώδικος 158, (τήρηση του δικαιοπρακτικού τύπου στις προβλεπόμενες περιπτώσεις), 159§1 (ότι επισύρεται ακυρότης, όπου δεν τηρηθεί ο απαιτούμενος τύπος της δικαιοπραξίας), …(της λογιζομένης ως μη γενομένης άκυρης δικαιοπραξίας), 369 (ότι συμβάσεις που αφορούν σε δικαιώματα επί ακινήτων πραγμάτων πρέπει να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου) και ... (που αναφέρονται στην μεταγραφή).
Οι αναιρεσείοντες διαλαμβάνουν την ειδικότερη επίκληση, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έλαβε χώραν η μεταβίβαση των επιδίκων αγροτεμαχίων δυνάμει του από 16.1.1981 ιδιωτικού συμφωνητικού (ατύπως) εκ μέρους των Κ. Σ. και Σ. Θ., νομίμων κυριών αυτών, προς τους Ι. Λ. (πρώτον αναιρεσίβλητον, στην θέση του οποίου, αποβιώσαντος, έχει ήδη υπεισέλθει και συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη ο εγγονός του, Ι.
Λ., ως εκ διαθήκης κληρονόμος) και τον (μη διάδικο) αδελφό του Π. Λ., αντί να δεχθεί το άκυρον και ανυπόστατον των μεταβιβάσεων, δεδομένου ότι τα ακίνητα δεν "εξέφυγαν" της κυριότητος των προμνησθεισών εις το ιδιωτικό συμφωνητικό πωλητριών, οι οποίες με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του 1986 προς τον Χ. Θ. μεταβίβασαν τα αγροτεμάχιά τους δυνάμει μεταγεγραμμένου συμβολαίου προς τον Δ.
Λ. του Ν., σύζυγο της τρίτης και πατέρα των λοιπών αναιρεσειόντων. Ακόμη, οι εν λόγω αναιρεσείοντες προβάλλουν, περαιτέρω διανθίζοντες το περιεχόμενο του λόγου αναιρέσεως και δη υπό την υπ’ αρ. 3 νοηματική ενότητα του αναιρετηρίου, ότι "οι αναιρεσίβλητοι ουδέν δικαίωμα απέκτησαν επί των επιδίκων, μήτε πράξεις νομής ήσκησαν (η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι δεν καλλιεργούνται τα επίδικα, ως εκ της αιχμηρότητος του εδάφους)".
Προσέτι, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ότι το δικαστήριο της ουσίας ήχθησε κατάφαση της αγωγής και εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και έτσι, με τις παραδοχές του, παραβιασθεισών των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, οδηγήθηκε σε βλάβη αυτών (αναιρεσειόντων), με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, επειδή απ’ το 1981 έως το 2010 διέρρευσεν ο χρόνος της κτητικής παραγραφής, ενώ ελλείπει εις αυτούς νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Αναλυτικότερα: Καθόσον αφορά στην μομφή εν σχέσει προς το ιδιωτικό συμφωνητικό, (ως και στα περί ελλείψεως νομίμου ή νομιζομένου τίτλου, προεκτεθέντα), ερείδεται επί λανθασμένης προϋποθέσεως, αφού στο πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις παραδοχές της, εμπεριέχεται ότι ο (αρχικώς, κατά τα ως άνω) αναιρεσίβλητος κατοχύρωσε την κυριότητά του με την έκτακτη χρησικτησία και εν συνεχεία μεταβίβασε με μεταγραφέν συμβόλαιο γονικής παροχής στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος έγινε κύριος παραγώγως.
Η δε επί του θέματος επιτρεπτή επισκόπηση των παραδοχών έχει ως ακολούθως: "Οι Δ. και Δ. Λ. είχαν στην κυριότητά τους, κατά ποσοστό 50% έκαστος, μεταξύ άλλων και δύο συνεχόμενα ασκεπή αγροτεμάχια ευρισκόμενα εντός των ορίων του οικισμού "..." του τέως .... Το πρώτο αυτών ευρίσκεται στην θέση "...", είναι εκτάσεως 2.471,70 τ.μ.
και συνορεύει γύρωθεν βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Λ., ανατολικά με το συνεχόμενο αγροτεμάχιο στην θέση "...", νότια με ιδιοκτησία Δ. Κ. και δυτικά δημοτική οδό προς .... Το δεύτερο ευρίσκεται ανατολικά του πρώτου, στην προαναφερθείσα θέση "...", είναι εκτάσεως 6.606,70 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Δ.
Λ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Λ., ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Λ., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Κ. και δυτικά με το πρώτο αγροτεμάχιο στην θέση "...". Ο εκ των ανωτέρω Δ. Λ. μετά τον θάνατό του κληρονομήθηκε από τις εγγονές του Κ. Σ. και Σ. Θ., ενώ ο δεύτερος, ο οποίος απεβίωσε το 1961 κληρονομήθηκε από τα ανίψια του, ήτοι τις προαναφερθείσες Κ.
Σ. και Σ. Θ. και από τους Ι. και Π. Λ., καταστάντων των ανωτέρω συγκυρίων των προπεριγραφέντων ακινήτων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου οι Ι. και Π. Λ. (1/6 έκαστος), 1/3 εξ αδιαιρέτου η Κ. Σ. και 1/3 εξ αδιαιρέτου η Σ. Θ. Από την περιέλευση σε αυτούς του ως άνω κληρονομικού μεριδίου οι Ι. και Π. Λ. παρέλαβαν στην κατοχή τους τα ως άνω ακίνητα και ασκούσαν επί αυτών πράξεις νομής, ενώ αντίθετα οι προαναφερθείσες Κ.
Σ. και Σ. Θ. ήταν αποξενωμένες από την περιουσία τους και για τον λόγο αυτόν είχαν αναθέσει την διαχείρισή της (περιουσίας) στον Δ. Λ. του Ν., δικαιοπάροχο των τριών πρώτων εναγομένων, ο οποίος προέβαινε σε διενέργεια πράξεων νομής για λογαριασμό τους, μία εκ των οποίων (πράξεων νομής) ήταν και οι διαπραγματεύσεις με τρίτους προκειμένου να πωληθούν ολόκληρα τα επίδικα ακίνητα και για την οποία διαμαρτυρήθηκαν σε αυτόν εξωδίκως (βλ.
την από 20-6-1980 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και πρόσκληση) οι ως άνω Ι. και Π. Λ., δεδομένου ότι και οι ίδιοι, κατά τα προαναφερθέντα ήσαν συγκύριοι των ακινήτων αυτών. Παράλληλα, με το από 20-6-1980 εξώδικο κάλεσαν τις προαναφερθείσες συγκυρίες του ακινήτου να διευθετήσουν τις περιουσιακές τους υποθέσεις και στα πλαίσια των διευθετήσεων αυτών οι Κ.
Σ. και Σ. Θ. μεταβίβασαν δυνάμει του από 16-1-1981 ιδιωτικού συμφωνητικού ατύπως το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της εκάστη (1/3) επί των ανωτέρω ακινήτων στους Ι. και Π. Λ. παραδίδοντάς τους και την νομή αυτών, έναντι τιμήματος 400.000 δρχ. ενώ την 12-7-1981 οι τελευταίοι προέβησαν σε άτυπη διανομή της κοινής τους περιουσίας, δυνάμει της οποίας τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν αποκλειστικά στον Ι.
Λ., πρώτο ενάγοντα. Από την ως άνω ημερομηνία και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ο πρώτος ενάγων είχε στην κατοχή του διανοία κυρίου τα ακίνητα αυτά και ασκούσε καλόπιστα, αδιαλείπτως και αδιατάρακτα πράξεις νομής επί αυτών, ήτοι επέβλεπε αυτά, τα καθάριζε, προέβαινε σε συντήρηση των ορίων τους, χρησιμοποιούσε αυτά για την απόθεση οικοδομικών υλικών (μπάζων) και προστάτευε αυτά από καταπατήσεις τρίτων, εμποδίζοντάς τους να εισέρχονται σε αυτά, καταφεύγοντας και σε προστασία των αστυνομικών αρχών (βλ.
την υπ’ αριθμόν .../10-10-2013 ένορκη βεβαίωση), συμπληρώνοντας ήδη από το έτος 2001 είκοσι έτη στην καλόπιστη νομή του ακινήτου και καταστάς, κατά τον τρόπο αυτόν, κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Κατόπιν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων δυνάμει του υπ’ αριθμόν ...-10-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Κ.
Λ., νομίμως τούτου μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αρεόπολης στον τόμο … με αριθμό …, μεταβίβασε το βόρειο διαιρετό τμήμα αμφοτέρων των ακινήτων στον υιό του Δ., δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος από τότε, αποκτών κατά τα αμέσως προαναφερθέντα, από κύριο, ασκούσε και ο ίδιος όλες τις αρμόζουσες στην φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής, συνεχίζοντας την ασκούμενη υπό του πατρός του νομή.
Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες προέβαιναν στις πράξεις νομής επί των επιδίκων υπό τα όμματα των εναγομένων, οι οποίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, ούτε τους όχλησαν, ούτε αποπειράθηκαν να αναλάβουν τη νομή των ακινήτων, ούτε και μετά την σύνταξη του υπ’ αριθμόν .../1987 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α.
Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … με αριθμό … και δυνάμει του οποίου οι ως άνω πωλήτριες, Κ. Σ. και Σ. Θ., μεταβίβασαν ολόκληρο το ακίνητο στην θέση "..." στον Δ. Λ. του Ν., δικαιοπάροχο των τριών πρώτων εναγομένων, παρά το γεγονός ότι άπαντες οι συμβαλλόμενοι στο ως άνω συμβόλαιο γνώριζαν ότι αυτό ανήκε στις πωλήτριες μόνο κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου (βλ.
τα προαναφερθέντα εξώδικα του έτους 1980) και η μεταβίβαση αυτή ποτέ δεν γνωστοποιήθηκε στους ενάγοντες, ενώ επιπλέον οι τελευταίοι (ενάγοντες) δεν θα μπορούσαν να έχουν υποπτευθεί ότι είχε λάβει χώρα η προρρηθείσα μεταβίβαση, ώστε να αμυνθούν, δεδομένου ότι αποδείχθηκε πώς ούτε ο δικαιοπάροχος των τριών πρώτων εναγομένων, ούτε, μετά τον θάνατο του, οι τελευταίοι προέβησαν σε κάποια εμφανή πράξη νομής επί του ακινήτου στην θέση "...", αλλά και ούτε εναντιώθηκαν στις πράξεις νομής που ασκούσαν οι ενάγοντες υπό τα όμματά τους, ως προανεφέρθη, παρ’ ότι είχαν νόμιμο τίτλο κυριότητος.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε καμία εμφανή πράξη νομής επί του επιδίκου ακινήτου ερείδεται και στις σταθμιζόμενες αναλόγως καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίοι δεν ανέφεραν καμία συγκεκριμένη πράξη νομής των τριών πρώτων εναγομένων παρά μόνο, στην πλειοψηφία τους, την καλλιέργεια του μοναδικού ελαιοδένδρου που ευρίσκετο εντός του ακινήτου αυτού, το οποίο όλοι κατέθεταν ότι ήταν καμένο, και την στάθμευση ενός αυτοκινήτου εντός του ακινήτου αυτού.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2009, ήτοι μετά πάροδο 28 ετών από την κατά το έτος 1981 άτυπη μεταβίβαση των ακινήτων στους Ι. και Π. Λ. και 22 ετών από την σύνταξη του υπ’ αριθμόν .../1987 πωλητηρίου συμβολαίου, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι προέβαλαν το πρώτον ίδιο δικαίωμα κυριότητος επί του ακινήτου στην θέση "..." εκριζώνοντας τις πικροδάφνες που είχε φυτεύσει σε αυτό ο δεύτερος ενάγων και δηλώνοντας ότι το ακίνητο αυτό τους ανήκει κατά κυριότητα, καθώς και (αποδείχθηκε) ότι τότε (Νοέμβριο του 2009) οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν το πρώτον την ύπαρξη του προαναφερθέντος υπ’ αριθμόν .../1987 πωλητηρίου συμβολαίου και προέβησαν άμεσα στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Επομένως, εξ όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο πρώτος ενάγων ουδέποτε έπαυσε να έχει την φυσική εξουσίαση του ακινήτου στην θέση "...", ούτε εξεδήλωσε ποτέ αντίθετη διάνοια, συνάγεται ότι αυτός (πρώτος ενάγων) ουδέποτε από το έτος 1981 και ως την έγερση της κρινόμενης αγωγής το έτος 2010, απώλεσε την νομή του ακινήτου αυτού, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 981 Α.Κ. και επομένως, αφού ασκούσε την νομή του αδιαλείπτως, καλόπιστα και αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, συμπληρωθείσας αυτής κατά το έτος 2001, κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος απέκτησε το έτος 2002 λόγω γονικής παροχής από κύριο, κατέστη κύριος κατά παράγωγο τρόπο. Εξάλλου, ως προς το ακίνητο στην θέση "...", οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ουδέν δικαίωμα προέβαλαν επί του ακινήτου αυτού, ούτε αποδείχθηκε ότι αμφισβήτησαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την κυριότητα των εναγόντων επί αυτού, απορριπτομένης κατά το αντίστοιχο μέρος της υπό κρίση αγωγής.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση στην εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς θα πρέπει αφού η κρινόμενη έφεση γίνει δεκτή τύποις και ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη 18/2011 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γυθείου και αφού κρατήσει το παρόν Δικαστήριο την υπόθεση αυτήν και την δικάσει κατ’ ουσίαν, να γίνει εν μέρει δεκτή η από 20-3-2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 60/26-3- 2010 αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες είναι αποκλειστικοί κύριοι του κειμένου εντός των ορίων του οικισμού "..." του τέως ... ακινήτου, που ευρίσκεται στην θέση "...", είναι εκτάσεως 2.471,70 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Λ., ανατολικά με το συνεχόμενο αγροτεμάχιο στην θέση "...", νότια με ιδιοκτησία Δ. Κ. και δυτικά με δημοτική οδό προς ...".
ΙΙΙ. Η προρρηθείσα επισκόπηση καταδεικνύει το επί τούτου απαράδεκτο λόγω της λανθασμένης προϋποθέσεως, παρά τα αντιστοίχως αντίθετα, τα οποία υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αδοκίμως, όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Ωσαύτως, και τα λοιπά προαναφερόμενα άγουν σε απαράδεκτο του λόγου αναιρέσεως διά των (αντιστοίχως) επικαλουμένων, τούτου δοθέντος, εφόσον υπό την επίφασιν της παραβιάσεως των προμνησθεισών ουσιαστικών διατάξεων (του ΑΚ) πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίως δικάσαντος Πρωτοδικείου.
IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, πρέπει δε να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§4 ΚΠολΔ0, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.11.2014 αίτηση των: 1) Ν. Λ., 2) Κ. Λ. και 3) Π. χας Δ. Λ., περί αναιρέσεως της 41/2014 αποφάσεως του (ως εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ