Legislator Case Law & Legislation
490/2016 AI generated

490/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 490/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 490 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 490/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αλτάνα Κ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 490 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 490/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- καθών η κλήση: 1) Κ. Θ. του Γ., κατοίκου ...ς, 2) Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Χ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 4) Θ. - Λ. Λ. του Ε., 5) Α. συζύγου Θ. Λ., το γένος Ε. Θ., κατοίκων ..., 6) Μ. χήρας Ν. Α., το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., 7) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και …, 8) Β. συζύγου Π. Δ. το γένος Ζ., κατοίκου ..., 9) Κ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., 10) Θ. συζύγου Κ. Γ., κατοίκου ομοίως, 11) Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 12) Ρ. Ά. (R. A.) του Ρ., κατοίκου ...ς και .... Οι υπό στοιχεία 1, 6, 7 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντζιά και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 2, 4, 5, 8, 10, 11 αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Πεντζιά και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 3, 9 και 12 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/4/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 599/2007 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12/10/2007 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 199/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.

Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 15/7/2013 κλήση της.

Εκδόθηκε η 2000/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε εκ νέου την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 29/1/2015 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 4/5/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (απολειπόμενο διάδικο) σε περίπτωση απλής ομοδικίας, ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 599/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών επισπεύσθηκε, όπως προκύπτει από την από 29-1-2015 κλήση της αναιρεσείουσας, με φροντίδα αυτής, μετά την έκδοση των υπ’ αριθ. 199/2010 και 2000/2014 αποφάσεων του Αρείου Πάγου με τις οποίες είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της και προσδιορίστηκε χρόνος συζήτησής της στο ΑΙ Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 18 η δικάσιμος της 5-10-2015. Κατά τη δικάσιμο αυτή όμως, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, οι τρίτος, ένατος και δωδέκατος από τους αναιρεσίβλητους. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτών, για την άνω δικάσιμο, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετικές εκθέσεις επίδοσης της άνω κλήσης προς αυτούς. Μετά από αυτά και δεδομένου, ότι με τη δίκη που δημιουργήθηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής και αφορά σε διένεξη μεταξύ συνιδιοκτητών πολυόροφης οικοδομής, υφίσταται, μεταξύ των απολειπομένων και των λοιπών παρισταμένων αναιρεσίβλητων, συνιδιοκτητών οροφοκτησίας, δεσμός απλής ομοδικίας (ΑΠ 1540/2003), πρέπει να κυρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης για τους απολειπομένους αναιρεσίβλητους, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να προχωρήσει η συζήτηση αυτής για τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσίβλητους ως προς τους οποίους η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 56 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που στρέφεται κατά των παρισταμένων αναιρεσίβλητων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί; ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/20Θ6, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (αρθρ. 336 του ΚΠολΔ) είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητας τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης, μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αιτιολογιών και ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ’ εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση όντως ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Εξάλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη. Ειδικότερα, η γένεση, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, υποχρέωσης για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια της πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στη νομική έννοια του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ, ενώ, αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη αναιρετικώς (ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 137/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το .../1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ακράτας Κων/νου Παλαιολογόπουλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, περιήλθαν στην ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ως εργολαβικό αντάλλαγμα τα υπό στοιχεία ... καταστήματα επιφάνειας 40,61 - 40,49 - 40,49 και 40,27 τ.μ., αντίστοιχα το καθένα, που βρίσκονται στο ισόγειο της πολυκατοικίας επί της οδού ... ..., ενώ οι εναγόμενοι (και ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι όλοι ιδιοκτήτες συγκεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, η οποία διέπεται από το σύστημα της διηρημένης κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1987 συμβολαίου του παραπάνω Συμ/φου. Στο άρθρο 2 του κανονισμού, μετά από τροποποίηση, προβλεπόταν ότι "τα καταστήματα του ισογείου της πολυκατοικίας απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν ως ιατρεία δερματικών ή μολυσματικών νοσημάτων, γραφείο εκκενώσεως βόθρων, οικοτροφείο, οίκος ανοχής, αποθήκη εύφλεκτων ή δύσοσμων υλών, σφαιριστήριο, ντίσκο, κέντρο διασκεδάσεως, νάϊτ κλαμπ, παμπ και γενικά ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που χρησιμοποιεί μουσική εκπεμπόμενη από ηλεκτρονικά μηχανήματα με ενισχυτή και ηχεία, τζουκ-μποξ κ.λ.π. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της παραπάνω απαρίθμησης, η οποία είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική για την έκδοση είτε άδειας λειτουργίας καταστήματος είτε άδειας χρήσεως μουσικών οργάνων, είναι υποχρεωτική η χορήγηση στον ενδιαφερόμενο εκ μέρους του διαχειριστού υπεύθυνης δήλωσης, από την οποία θα προκύπτει ότι η απόλυτη πλειοψηφία των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας συναινεί στη λειτουργία του υπό ίδρυση καταστήματος ή στη χρήση μουσικής". Ενόψει των παραπάνω περιορισμών, η ενάγουσα εταιρεία, προτιθέμενη να εκμεταλλευθεί με ιδιόχρηση ή εκμίσθωση τα πιο πάνω καταστήματα με την από 26/2/2000 αίτησή της προς τον δεύτερο εναγόμενο, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, ζήτησε να της χορηγήσει υπεύθυνη δήλωση, από την οποία να προκύπτει ότι οι εναγόμενοι συναινούν στη χρήση αυτών ως σούπερ -μάρκετ, πιτσαρίας, καφετέριας, ζαχαροπλαστείου και παραδοσιακού καφενείου, χωρίς τη χρήση μουσικών οργάνων, προς αποφυγή τυχόν παρενόχλησης των ενοίκων της πολυκατοικίας, συναίνεση η οποία ήταν αναγκαία σύμφωνα με τις διατάξεις της Αι β/8 577/1983 υγειονομικής διάταξης για τη χορήγηση, από την αρμόδια υπηρεσία, άδειας λειτουργίας καταστήματος. Ο εναγόμενος συγκάλεσε προς το σκοπό αυτό τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, η οποία με την 22/23.4.2000 απόφασή της που λήφθηκε κατ’ απόλυτη πλειοψηφία, συναίνεσε μόνο ως προς τη χρήση τους ως σούπερ - μάρκετ, ενώ αρνήθηκε να συναινέσει για τις λοιπές χρήσεις τους. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα άσκησε εναντίον του διαχειριστή της πολυκατοικίας, δευτέρου εναγομένου, την από 17/7/2000 αγωγή της, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της παραπάνω απόφασης της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, ήδη εναγομένων, ως αντίθετης με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 83/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την έκδοση και της 683/2003 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που την επικύρωσε, η οποία και έκρινε ότι η προδιαληφθείσα άρνηση των συνιδιοκτητών εναγομένων στη χρήση των επιδίκων καταστημάτων ως εστιατορίου, πιτσαρίας κ.λ.π. είναι καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη η περί αυτής πιο πάνω απόφασή τους. Το δεδικασμένο που απορρέει από την παραπάνω απόφαση, στην οποία ο εναγόμενος διαχειριστής δεν ενήχθη ατομικά, αλλά ως εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών, δεσμεύει και τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας ήδη εναγομένους.

Συνεπώς, η παραπάνω τελεσίδικη κρίση ως προς την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς των εναγομένων δεσμεύει την κρίση και του παρόντος δικαστηρίου ως προς το θέμα αυτό... Η δε συμπεριφορά των εναγομένων ως καταχρηστική είναι ταυτόχρονα και παράνομη. Σχετικώς, όμως, με τη ζημία, την οποία ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι υπέστη συνεπεία του ότι από την παραπάνω συμπεριφορά των εναγομένων εμποδίστηκε στη μίσθωση των επίδικων καταστημάτων και απώλεσε διαφυγόντα κέρδη - μισθώματα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, με το .../6.2.1998 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ελεωνόρας Κρεμαλή - Μουλοπούλου, που μεταγράφηκε στις 6.8.98 στο τόμο … και αριθμ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς, πώλησε τα υπό στοιχεία ... καταστήματα του ισογείου της εν λόγω πολυκατοικίας στην Ε. Π. και συνεπώς καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1.5.2000 μέχρι 30.4.2004) δεν ήταν κυρία αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της...

Συνεπώς η αγωγή πρέπει κατά το μέρος αυτό ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν, αφού η ενάγουσα δεν αποδείχτηκε ότι είναι κυρία και εκμεταλλεύτρια των επιδίκων ... καταστημάτων και συνεπώς ζημιωθείσα η ιδία... Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι υπήρχε μισθωτικό ενδιαφέρον για την μίσθωση των λοιπών επίδικων καταστημάτων τον κρίσιμο χρόνο για τις ανωτέρω χρήσεις, για τις οποίες και αρνήθηκαν να συναινέσουν οι εναγόμενοι. Τα ως άνω ισόγεια καταστήματα της ενάγουσας εταιρείας, βρίσκονται στην επί της οδού ... κάθετης προς την θάλασσα, παραλίας ... ..., σε απόσταση 80 μ. περίπου από την θάλασσα, χωρίς θέα προς τη θάλασσα, χωρίς να επιτρέπεται η τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων στο έμπροσθεν αυτών πεζοδρόμιο, είναι μικρού εμβαδού, περίπου 40 τ. μ. το καθένα, με φυσικά μικρότερο ωφέλιμο εκμεταλλεύσιμο χώρο, περιστατικά που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ενδείκνυτο η κοινή εκμίσθωση και των τεσσάρων, ως ενιαίου χώρου και προφανώς ήταν δύσκολη η ανεύρεση ενδιαφερόμενου μισθωτή. Ο μάρτυς των εναγομένων, Π. Δ., κατέθεσε, χαρακτηριστικά ότι "ποτέ δεν έχει έρθει κανείς να ενδιαφερθεί για τα μαγαζιά, τελευταία". Η μάρτυς απόδειξης Μ. Ο. δεν κατέθεσε τίποτα συγκεκριμένο περί αυτού, ότι δηλαδή υπήρξεν συγκεκριμένος ενδιαφερόμενος μισθωτής αυτών για κάποια χρήση ή ότι ανετράπη κάποια μισθωτική συμφωνία για τις ανωτέρω χρήσεις με συγκεκριμένο πρόσωπο, που υπαναχώρησε όταν διεπίστωσε ότι δεν μπορεί να πάρει άδεια λειτουργίας. Σημειώνεται ότι τέτοια περιστατικά δεν επικαλείται ούτε η ενάγουσα στην αγωγή της. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ενόρκως βεβαιούντες τρεις μάρτυρες της ενάγουσας δεν κρίνονται πειστικά και ανταποκρινόμενα στην αλήθεια, αφού δεν προέκυψε ότι οι μάρτυρες αυτοί προέβησαν μετά την άρνηση της ενάγουσας για την εκμίσθωση σ’ αυτούς των καταστημάτων, συνεπεία της δημιουργηθείσας καταστάσεως, στη μίσθωση άλλου καταστήματος στην ίδια περιοχή για την επιδιωκόμενη απ’ αυτούς χρήση (εστιατόριο - ψησταριά), με συνέπεια να συνάγεται εξ αυτού ότι δεν υπήρχε ούτε απ’ αυτούς αληθές μισθωτικό ενδιαφέρον. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι η ενάγουσα και μετά την 30/3/2004 και ενώ διέθετε πλέον την απαιτούμενη υπεύθυνη δήλωση του διαχειριστή περί της συναίνεσης των εναγομένων για τις ανωτέρω χρήσεις δεν μπόρεσε να εκμισθώσει αυτά παρά το ότι ερχόταν η καλοκαιρινή περίοδος και κατά τους ισχυρισμούς της αυξάνεται η μισθωτική ζήτηση και τα καταστήματα παρέμεναν κλειστά μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή για ενάμισυ και πλέον έτος, όπως περί αυτού βεβαίωσε και η ως άνω μάρτυς απόδειξης. Εξάλλου ούτε και μέχρι σήμερα επικαλείται η ενάγουσα ότι προέβη στην εκμίσθωση κάποιου από τα καταστήματα.

Συνεπώς, η μη εκμίσθωση των καταστημάτων της ενάγουσας δεν οφείλεται στην άρνηση των εναγομένων, ως πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας, να παράσχουν σχετική συναίνεση δια του διαχειριστή, προς εκμίσθωση, άρνηση που κρίθηκε από τα δικαστήρια ως καταχρηστική συμπεριφορά, αλλά στην έλλειψη μισθωτικού ενδιαφέροντος στην αγορά της περιοχής, που προσφέρεται μόνο για τουριστικές εκμεταλλεύσεις τους θερινούς μήνες, και στη θέση, έκταση και εν γένει κατάσταση και τα προσόντα των μισθίων, λόγοι για τους οποίους δεν επιδείχτηκε μισθωτικό ενδιαφέρον για τη μίσθωση των άνω καταστημάτων και η ζημία της ενάγουσας από τη μη εκμίσθωση και την απώλεια μισθωμάτων, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω καταχρηστική συμπεριφορά των εναγομένων συνιδιοκτητών ...Συνακόλουθα, αφού δεν αποδείχτηκε ότι η αδυναμία εκμισθώσεως των καταστημάτων οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων, αλλά στους προεκτεθέντες αντικειμενικούς λόγους, όπως ήδη παραπάνω εκτέθηκε, πρέπει και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, ν’ απορριφθεί...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, επικαλούμενη την άνω παράνομη και υπαίτια (καταχρηστική) συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, ζήτησε την αποκατάσταση της ζημίας της και ειδικότερα την καταβολή διαφυγόντων κερδών από τη μη εκμίσθωση των καταστημάτων της και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 (και όχι αυτές των άρθρων 197 και 299, που από παραδρομή αναφέρονται στο αναιρετήριο), 330, 914 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δέχτηκε, ότι μεταξύ της άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων και της ζημίας από τη μη εκμίσθωση των καταστημάτων της αναιρεσείουσας δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, υπό την έννοια, ότι η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά δεν ήταν καθεαυτή ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα αυτής, ενόψει του ότι, κατά τις ίδιες παραδοχές της, η μη εκμίσθωση των καταστημάτων οφείλεται σε άλλους αντικειμενικούς λόγους και ειδικότερα στη μη εκδήλωση στην αγορά της περιοχής μισθωτικού ενδιαφέροντος από τρίτους για τις συγκεκριμένες χρήσεις κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-5-2000 μέχρι 30-4-2004) και στη θέση, έκταση και εν γένει κατάσταση των καταστημάτων. Εξάλλου το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι " η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι η ενάγουσα και μετά την 30-4-2004 και ενώ διέθετε την απαιτούμενη υπεύθυνη δήλωση του διαχειριστή περί της συναίνεσης των εναγομένων για τις ανωτέρω χρήσεις, δεν μπόρεσε να εκμισθώσει αυτά...και...παρέμειναν κλειστά μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο...και...ούτε μέχρι σήμερα επικαλείται...ότι προέβη στην εκμίσθωση κάποιου από τα καταστήματα" συνιστούν επιχειρήματα, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" αυτής, ώστε να ελέγχεται στο πλαίσιο του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι κατά τις παραδοχές αυτές η μη εκμίσθωση ανάγεται σε μεταγενέστερο του κρισίμου χρόνου και ελλείπει έτσι η αιτιολογία για τον επίδικο χρόνο, σε κάθε δε περίπτωση σαφώς αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η έλλειψη μισθωτικού ενδιαφέροντος ανάγεται στον κρίσιμο χρόνο (1-5-2000 έως 30-4-2004). Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 561 παρ. 2 και 568 παρ.1 ΚΠολΔ για τον προσδιορισμό δικασίμου της αίτησης αναίρεσης και πάντως κατά τη συζήτησή της πρέπει να προσκομίζονται και όσα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ’ ουσίαν βασίμου των λόγων αναίρεσης, τα οποία για το σκοπό αυτό ο Άρειος Πάγος επισκοπεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ’ αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφασή του όσο και η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, όπως είναι και η απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι προκύπτει ή δεν προκύπτει δεδικασμένο. Με βάση την απόφαση αυτή ο ‘ Αρειος Πάγος ελέγχει τη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττεται με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης και γι’ αυτό η απόφαση στην οποία στηρίζεται η κρίση περί δεδικασμένου πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 152/2007). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι αναφορικά με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας περί αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη από την καταχρηστική και άκυρη απόφαση της γενικής συνέλευσης των αναιρεσίβλητων, συνιδιοκτητών μετ’ αυτής αυτοτελών ιδιοκτησιών επί της αυτής πολυκατοικίας, περί μη χρησιμοποίησης των κειμένων σ’ αυτή καταστημάτων της ως εστιατορίου, καφετέριας κλπ, δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθ. 83/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ’ αυτής έφεσης με την υπ’ αριθ. 683/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έχοντας κρίνει ότι η άνω απόφαση της γενικής συνέλευσης ήταν άκυρη, ως καταχρηστική και ότι αυτή υπέστη ζημία από τη μη λειτουργία των καταστημάτων της. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, προεχόντως, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, με βάση την οποία το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για την επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή της ζημία της από την άκυρη, λόγω καταχρηστικότητας, απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών αναιρεσίβλητων. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτών, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει τη συζήτηση της από 12-10-2007 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ.599/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τους τρίτο, ένατο και δωδέκατο από τους αναιρεσίβλήτους απαράδεκτη. Διατάσσει το χωρισμό ως προς αυτούς της υπόθεσης

Απορρίπτει την αίτηση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Αυγούστου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ