Legislator Case Law & Legislation
490/2011 AI generated

490/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 490/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 490 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

490/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 490 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 490 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της διακιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του, εισάγεται δε εξαίρεση γι΄ αυτόν, μη δικαιούμενου καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ως προς την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως είναι απαράδεκτος, αφού μ΄ αυτόν πλήττεται η μείζων πρόταση, επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Δεκτός λόγος αναιρέσεως για επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος.

Αριθμός 490/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ξ. - ΧΡ. Ξ. ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου ...και 3) Χ. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., και 8) ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1524/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7148/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποίαν οι Έλληνες είναι ίσοι ενωπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 § 1 εδ. β' του αυτού Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής, για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι και η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού, αποτελούσα εν ευρεία εννοία αντάλλαγμα παρασχεθείσας εργασίας, πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της δικαιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, τους οποίους ελέγχουν τα δικαστήρια. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 11 § 1 περ. Γ' και Δ' του ν. 1351/83, όπως τούτο αντικατεστάθη με το ν. 1566/85, ορίσθηκε ότι μέχρι να ρυθμισθούν με νόμο τα θέματα της γενικής ιδιωτικής εκπαιδεύσεως, κανείς ιδιωτικός εκπαιδευτικός με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δεν απολύεται παρά μόνο με απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και ότι κατ' εξαίρεση των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου είναι επιτρεπτή και έγκυρη η απόλυση ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τους ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων: 1) για κατάργηση σχολείων, 2) για κατάργηση τάξεων, οπότε είναι επιτρεπτή η απόλυση των εχόντων τη μικρότερη υπηρεσία στην εκπαίδευση, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταργηθεί σ αυτούς η προβλεπόμενη από το άρθρο 30 του ν.682/1977 αποζημίωση και 3) για συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του τελευταίου τούτου νόμου ορίζεται ότι "η σχέσις εργασίας μεταξύ του ιδιοκτήτου ιδιωτικού σχολείου και του ιδιωτικού εκπαιδευτικού λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως μετά πράξιν του οικείου επιθεωρητού (ήδη Προϊσταμένου Διευθύνσεως Πρωτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νομού). Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 30 §§ 1, 5, 6 και 8 του ιδίου ν. 682/1977 ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί τελούν επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα"(§ 1), "Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθεί υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως ενός μηνός δι' έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζόμενης και της υπηρεσίας του επί συμβάσει ορισμένου χρόνου" (§ 5), "Οι αποχωρούντες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λόγω συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του 70ου έτους της ηλικίας των, δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς το ήμισυ της προβλεπομένης υπό της προηγουμένης παραγράφου διά την περίπτωσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας" (§ 6) και "Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και απολυόμενοι ένεκα καταργήσεως του σχολείου εις το όποιον υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως" (§ 8). Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι, ενώ θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του (κατά τη βούληση του εργοδότη ή λόγω καταργήσεως τάξεων του σχολείου ή ένεκα συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του ορίου ηλικίας), εισάγεται εξαίρεση γι αυτόν, μη δικαιούμενο καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της ισότητας, διότι εισάγει για την κατηγορία των απολυομένων λόγω καταργήσεως του σχολείου ιδιωτικών εκπαιδευτικών δυσμενή διάκριση επί καταστάσεως ουσιωδώς όμοιας προς τις ανωτέρω, καταλαμβανόμενες από τον κανόνα, περιπτώσεις όχι εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Επoμένως, οι εν λόγω ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί δικαιούνται, όταν απολύονται λόγω καταργήσεως του σχολείου, την αποζημίωση του άρθρου 30 § 5 του v. 682/77 (Ολ. Α.Π 30/2005).Η ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, εξακολουθεί να αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας και μετά την ισχύ του άρθρου 13 παρ. 4 εδ 2 του ν. 2986/2002 και του άρθρου 5 του ν. του ν. 3194/2003 κατά την οποία, "οι απολυόμενοι εκπαιδευτικοί όλων των κλάδων και ειδικοτήτων των ιδιωτικών σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων και των ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων, που απολύονται αποκλειστικά και μόνο για κατάργηση των ιδιωτικών σχολικών μονάδων, τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας προσλαμβάνονται στη δημόσια εκπαίδευση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις, που συνιστώνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εφόσον έχουν υπηρετήσει μέχρι την απόλυσή τους επί έξι σχολικά έτη με δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για κάθε σχολικό έτος ή σε περίπτωση μειωμένου ωραρίου διδασκαλίας συμπληρώνουν, με αναγωγή αυτού, δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για τέσσερα τουλάχιστον σχολικά έτη, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Ν. 1566/1985".Kαι τούτο διότι η ως άνω ρύθμιση δεν αφορά μόνο τους απολυόμενους για κατάργηση σχολείων, αλλά περιλαμβάνει και τους απολυόμενους για κατάργηση τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή αποζημιώσεως του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/197. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 13-10-2005 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν µε αυτήν, ότι προσλήφθηκαν από τον Μ. Ξ., ο οποίος διατηρούσε ατοµική επιχείρηση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, µε συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο πρώτος κατά το έτος 1983, η δεύτερη κατά το έτος 1993, η τρίτη κατά το έτος 1998, η τέταρτη κατά το έτος 1993, η έκτη κατά το έτος 1991, ο έβδοµος κατά το έτος 2000, η όγδοη κατά το έτος 1997 και η πέµπτη µε σύµβαση ορισμένου χρόνου κατά το έτος 1991 αρχικά µε σύµβαση ορισμένου χρόνου δύο ετών και στη συνέχεια µε σύµβαση ορισμένου χρόνου τεσσάρων ετών, µε τη λήξη της οποίας μετατράπηκε σε σύµβαση αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως εκπαιδευτικοί στην ως άνω ατοµική επιχείρηση αυτού µέχρι το έτος 2001, οπότε συστήθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα η οποία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη και της οποίας ομόρρυθμα µέλη είναι οι δεύτερος και τρίτος εκ των αναιρεσειόντων. Ότι στις 13-7-2005 η πρώτη αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις συµβάσεις εργασίας τους χωρίς να τους καταβάλει αποζημίωση βάσει του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977. Ζήτησαν δε µε την αγωγή να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση απολύσεως επικαλούμενοι ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977 αντίκειται στο Σύνταγµα. Το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 αντίκειται στην καθιερωμένη από το Σύνταγµα αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου οι αναιρεσίβλητοι οι οποίοι απολύθηκαν λόγω καταργήσεως του σχολείου δικαιούνται την αποζημίωση του άρθρου 30 παρ. 5 του ίδιου νόµου (682/1977). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερµήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ. είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος από τον αριθµό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόµιµης βάσης, γιατί περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αντισυνταγματικότητα της ως άνω διατάξεως, είναι απαράδεκτος, αφού µ' αυτόν δεν πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά η μείζων πρόταση του επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ. 8 KΠολΔ. µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα µε τον πρώτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων ισχυρισµό, ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 682/1977 έπαυσε να αντίκειται στο Σύνταγµα µετά την ισχύ του ν. 2986/2002 µε την οποία καθιερώθηκε ο διορισµός όσων απολύονται από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στο Δηµόσιο, καθώς και τον δεύτερο λόγο εφέσεως µε τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977 που αφορά τον υπολογισµό της απολύσεως των ιδιωτικών εκπαιδευτικών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού οι ισχυρισµοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγµατα" δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και θεμελιώνουν το αίτηµα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, αλλά νομικούς ισχυρισµούς και νοµική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωµα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστηµα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ασκούν την αγωγή κατά κατάχρηση δικαιώµατος καθόσον γνώριζαν τη δεινή οικονοµική τους κατάσταση, εξαιτίας της οποίας έπαυσε η λειτουργία του ιδιωτικού τους εκπαιδευτηρίου, διορίστηκαν πλην του εβδόμου σε δημόσια σχολεία πλησίον της οικίας των, λόγος για τον οποίο δεν ζημιώθηκαν από η λύση της συμβάσεως τους. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο εν λόγω ισχυρισµός είναι µη νόµιµος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώµατος των αναιρεσιβλήτων αδικαιολόγητη κατά την έννοια της ΑΚ 281. Με βάση τα παραπάνω απέρριψε τον σχετικό λόγος εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει οµοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ είναι αβάσιµος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως µη νόµιµη. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του KΠολΔ., επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη του πράγµατα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγµατα" υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισµοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόµιµης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτηµα της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως. Αντίθετα δεν είναι "πράγµατα" ισχυρισµοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόµο ή την εκτίµηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση µε τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά το μέρος που επιδίκασε στην όγδοη αναιρεσίβλητη το ποσό των 19.040,98 ευρώ µετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης µε την οποία είχε επιδικαστεί σ' αυτήν το ποσό των 5.440,32 ευρώ, προέβη σε εσφαλμένο υπολογισµό αυτού, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισµό των αναιρεσειόντων ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν δικαιούνταν κανένα ποσό, γιατί εργαζόταν µε μειωμένο ωράριο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού ο εν λόγω αρνητικός της αγωγής ισχυρισµός δεν αποτελεί "πράγµα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως. Με το δεύτερο µέρος του ίδιου λόγου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε στην όγδοη αναιρεσίβλητη ποσό μεγαλύτερο του αιτηθέντος και δη αν και η εν λόγω αναιρεσίβλητη ζητούσε µε την αγωγή να της επιδικαστεί το ποσό των 13.605,76 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως το Εφετείο επιδίκασε σ' αυτήν ποσό μείζων του αιτηθέντος και δη το ποσό των 19.040,98 ευρώ. Ο λόγος αυτός, όπως εκτιμήθηκε και από την εισηγήτρια, αληθώς από τον αριθµό 9 του άρθρου 559 του KΠολΔ. και όχι από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι βάσιµος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού, όπως προκύπτει τόσο από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και από την προσβαλλόμενη απόφαση, αν και η όγδοη αναιρεσίβλητη ζήτησε να της επιδικαστεί ως αποζημίωση το ποσό των 13.605,76 ευρώ,. το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση µε την οποία είχε επιδικαστεί σ' αυτήν το ποσό των 5.440,32 ευρώ, της επιδίκασε το ποσό των 19.040,98 ευρώ, δηλαδή επιδίκασε σ' αυτήν πλέον του αιτηθέντος ποσό 5435,22 ευρώ. Μετά από αυτά και δοθέντος ότι 1)η Εισηγήτρια ορθώς εκτίμησε τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως και 2) οι αναιρεσείοντες έχουν έννομο συμφέρον για την αναίρεση της απόφασης ως προς αυτή την αναιρεσίβλητη, μη αναιρούμενο (όπως αβάσιμα προβάλλει η ίδια αναιρεσίβλητη), εκ του ότι αυτή εισέπραξε μόνο το δικαιούμενο ποσό των 13.605,76 ευρώ και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της δήλωσε ότι παραιτείται του επιπλέον, εκ παραδρομής, επιδικασθέντος, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως 1) να γίνει δεκτή ως προς την όγδοη αναιρεσίβλητη, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς αυτήν, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση,στα δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν, ως ηττώμενοι, (άρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ), α) η όγδοη αναιρεσίβλητη, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και β) οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 7148/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την όγδοη αναιρεσίβλητη Ε. Θ. Ξ.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την παραπάνω αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 10-2-2009 αίτηση αναιρέσεως της ίδιας αποφάσεως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα αυτών των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ