490/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated490/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2006 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της, την παραδοχή της ανωτέρω αίτησης επαναφοράς, στη συνέχεια την παραδοχή της ανακοπής και του πρόσθετου λόγου της και την ακύρωση του πλειστηριασμού του ακινήτου της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 490 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 490/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και 2. ...., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 26-7-2004 ανακοπή, β) τον από 21-4-2005 πρόσθετο λόγο ανακοπής και γ) την από 12-5-2005 αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6838/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος ατομικά την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την έκθεση επίδοσης .... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 4-3-2008 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν. Όμως η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Τούτο υπό την έννοια προσδόσεως, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη (Ολ.
ΑΠ 29/1992). 'Ετσι, αίτημα επαναφοράς δεν είναι η χορήγηση νέας προθεσμίας, αλλά η θεώρηση ως εμπρόθεσμης και παραδεκτής της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1266/2001). Πρόκειται, επομένως, υπό την έννοια αυτή, για διάταξη δικονομικού δικαίου, η παραβίαση της οποίας κατ' αρχήν δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο λόγος αυτός ιδρύεται για παραβίαση εκ πλαγίου, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μόνο κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αλλ' όχι και κανόνων του δικονομικού δικαίου, ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν η παραβίαση εκ πλαγίου αναφέρεται στην από το ουσιαστικό δίκαιο περιεχόμενη στην πιο πάνω διάταξη νομική έννοια της ανώτερης βίας ή του δόλου του αντιδίκου του διαδίκου που δεν τήρησε κάποια προθεσμία (Ολ ΑΠ 29/1992, ΑΠ 302/2007, Απ 141/2005).
Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26-7-2004 ανακοπή και τον από 22-4-2005 πρόσθετο λόγο, με την οποία ζητούσε, για τους αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση πλειστηριασμού του ακινήτου της, καθώς και την από 12-5-2005 αίτησή της, στην οποία ιστορούσε ότι από λόγους ανώτερης βίας (βλάβη της ψυχοσωματικής της υγείας) δεν μερίμνησε, ώστε η παραπάνω ανακοπή της να εγγραφεί εμπρόθεσμα (σύμφωνα με το άρθρο 1010 ΚΠολΔ) στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου ....και ότι αμέσως μετά την άρση του παραπάνω εμποδίου προέβη στη σχετική εγγραφή.
Ενόψει αυτών ζητούσε, με βάση το άρθρο 152 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της ανώτερης βίας κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί ότι εμπρόθεσμα έγινε η εγγραφή της ανακοπής στα βιβλία διεκδικήσεων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε την ανακοπή, το δικόγραφο του πρόσθετου λόγου και την παραπάνω αίτηση, με την 192/2006 απόφασή του απέρριψε τη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και την ανακοπή (και τον πρόσθετο λόγο της) ως απαράδεκτη, κατ' άρθρου 1010 ΚΠολΔ, λόγω μη εμπρόθεσμης εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2006 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της, την παραδοχή της ανωτέρω αίτησης επαναφοράς, στη συνέχεια την παραδοχή της ανακοπής και του πρόσθετου λόγου της και την ακύρωση του πλειστηριασμού του ακινήτου της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της παραπάνω αίτησης, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής : "Δεν αποδεικνύεται ότι η μη εγγραφή της από 26.7.2004 ανακοπής στα βιβλία διεκδικήσεων του υποθηκοφυλακείου... εντός της προθεσμίας του άρθρου 1010 ΚΠολΔ, οφείλεται στους λόγους ανωτέρας βίας που συνέτρεχαν κατά το χρονικό διάστημα από τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου 2004 μέχρι τα μέσα Απριλίου 2005 στο πρόσωπο της εκκαλούσας, τους οποίους επικαλείται προς θεμελίωση της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα ανέλαβε, ήδη από 28.7.2004 ημεροχρονολογία καταθέσεως της ανακοπής από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Νικολόπουλο, ο οποίος τη συνέταξε και την κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής), το σχετικό φάκελλο.
Το γεγονός αυτό, της ανακλήσεως της εντολής, για το οποίο άλλωστε καμμία εξήγηση δεν παρατίθεται στην αίτηση και είναι προφανές ότι αναφέρεται σ' αυτή για να συνδεθεί η μη τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 1010 ΚΠολΔ με τους επικαλούμενους λόγους ανωτέρας βίας στο πρόσωπο της αιτούσας, δεν αποδεικνύεται από κανένα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Σημειωτέον ότι όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως της ανακοπής τις οποίες προσκομίζει η εκκαλούσα, οι επιδόσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν στις 29.7.2004 μετά από παραγγελία του ως άνω πληρεξουσίου, γεγονός που σαφώς υποδηλώνει τη μη ανάκληση της εντολής, για την οποία άλλωστε, θα αναμενόταν, η σύνταξη σχετικού εγγράφου παραδόσεως και παραλαβής του φακέλλου, από πλευράς του πληρεξουσίου, προς αποφυγή ευθυνών του από τους περαιτέρω χειρισμούς της υπόθεσης.
Ανεξαρτήτως όμως αυτού και του ότι, όπως ανταποδεικτικώς αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τον εφεσίβλητο δικόγραφα, η εκκαλούσα, μη δικηγόρος, για το χειρισμό των υποθέσεων της, για τις οποίες δεν είχε ούτε τυπικές δυνατότητες ούτε τις γνώσεις για να επιμεληθεί αυτοπροσώπως, εκτός του προαναφερόμενου δικηγόρου, είχε και άλλο νομικό παραστάτη, δεν αποδεικνύεται ότι αδυνατούσε να επιμεληθεί των υποθέσεων της καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα λόγω εγκεφαλικών εκφυλιστικών φαινομένων επί εδάφους ψυχικής προϊούσας και κλιμακούμενης κατάπτωσης και βαρείας κατάθλιψης, όπως υποστηρίζεται στην αίτηση.
Επ' αυτού η εκκαλούσα περιορίζεται στην προσκομιδή του από ... πιστοποιητικού του Αναπληρωτή καθηγητή ψυχιατρικής της ψυχιατρικής κλινικής της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ...., ο οποίος βεβαίωσε ότι την εξέτασε στις 4.5.05 και ότι από το ιστορικό της προκύπτει ότι μετά από έντονο ψυχοτραυματικό γεγονός (πυρκαγιά του σπιτιού της στις 5.01.04 και θάνατος της μητέρας της λόγω εγκαυμάτων στις 7.01.04) παρουσίασε έντονη ψυχική αντίδραση με στοιχεία κατάθλιψης και έκτοτε παρουσιάζει αγχώδεις μετατραυματικές διαταραχές για την οποία όπως φαίνεται από το βιβλίο νοσηλείας της λαμβάνει αγχολυτική αγωγή.
Τέλος ο ως άνω ψυχίατρος βεβαιώνει ότι προοδευτικά η κατάσταση της υγείας της έχει βελτιωθεί αν και παραμένουν ακόμη στοιχεία άγχους και κατάθλιψης. Ιατρικές γνωματεύσεις που να πιστοποιούν ότι η εκκαλούσα εξετάστηκε σε προγενέστερους χρόνους και ότι η ως άνω βάσει όμως ιστορικού πιστοποιουμένη, κατάσταση, που δεν ταυτίζεται μ' αυτή πού περιγράφεται στην αίτηση, επιδεινώθηκε κατά το κρίσιμο, μετά την άσκηση της ανακοπής διάστημα, δεν προσκομίζει η εκκαλούσα.
Πεποίθηση άλλωστε περί τέτοιας κατάστασης, που να την περιήγαγε σε αδυναμία να επιμεληθεί των υποθέσεών της, δε μπορεί να συναχθεί ούτε από το γεγονός ότι λάμβανε αγωγή με απλά και συνήθη αγχολυτικά ούτε από όσα αναφέρονται στις μαρτυρικές καταθέσεις των μη ειδικών μαρτύρων της. Σημειωτέον εξάλλου ότι η εκκαλούσα ούτε με την έφεση ούτε με τις προτάσεις της αντικρούει το υποστηριχθέν πρωτοδίκως από τον εφεσίβλητο γεγονός ότι κατά τον Οκτώβριο 2004, δηλαδή σε χρόνο που κατά την αίτηση, λόγω των προβλημάτων ψυχικής και σωματικής υγείας της αδυνατούσε να επιμεληθεί των υποθέσεών της άσκησε ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως δανειστών που συντάχθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Για το γεγονός αυτό κατέθεσε και ο εξετασθείς πρωτοδίκως με επιμέλεια των καθ' ών μάρτυρας ...". Και κατέληξε το Εφετείο: "Επομένως και εφόσον δεν αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αίτησης επαναφοράς, η αίτηση αυτή είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα". Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, παραβιάζονται έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 152 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, διότι ενώ αρχικώς δέχτηκε ότι "....δεν αποδεικνύεται ότι η μη εγγραφή της από 26-7-2004 ανακοπής στα βιβλία διεκδικήσεων του υποθηκοφυλακείου...
εντός της προθεσμίας του άρθρου 1010 ΚΠολΔ οφείλεται στους λόγους ανωτέρας βίας που συνέτρεχαν κατά το χρονικό διάστημα από τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου 2004 μέχρι τα μέσα Απριλίου 2005 στο πρόσωπο της εκκαλούσας, τους οποίους επικαλείται προς θεμελίωση της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση....", δεχθέν έτσι, κατά τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, ότι δεν υπάρχει αιτιώδη συνάφεια "μεταξύ της πράγματι συντρεξάσης ανωτέρας βίας" και της μη εμπρόθεσμης εγγραφής της ανακοπής, στη συνέχεια αντιφατικώς δέχτηκε ότι "....εφόσον δεν αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αίτησης επαναφοράς η αίτηση αυτή είναι αβάσιμη...", ότι δηλαδή δεν αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωση της ανώτερης βίας. 'Ετσι όμως, και ανεξάρτητα από το ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχτηκε και την ύπαρξη ανώτερης βίας, πάντως, εφόσον η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε εκ πλαγίου παραβίαση της περιεχόμενης στη διάταξη του άρθρου 152 ΚΠολΔ από το ουσιαστικό δίκαιο νομικής έννοιας της ανώτερης βίας, στο αν δηλαδή συνιστούν ή όχι την έννοια αυτήν τα περιστατικά που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή της, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, πλήττονται την κρίση για το παραδεκτό της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, όπως ο λόγος αυτός εκτιμάται, για εκ πλαγίου παραβίαση της νομικής έννοιας της ανώτερης βίας, διότι "η προσβαλλομένη ουδαμού του κειμένου της αναφέρει πώς αντιλαμβάνεται την έννοια της ανωτέρας βίας και ποίο είναι -κατ' αυτήν- το εννοιολογικό της περιεχόμενο (βάθος και πλάτος)".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα εκτιθέμενα και στην αίτηση αναίρεσης, όχι ότι δεν συνιστούν την έννοια της ανώτερης βίας τα περιστατικά που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή της, αλλ' ότι δεν αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά και ειδικότερα ότι αυτή ήδη από τις 28-7-2004 είχε αναλάβει από το δικηγόρο της Μιλ.
Νικολόπουλο το σχετικό φάκελλο της υπόθεσής της και ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο έπρεπε να εγγράψει την ανακοπή της στα βιβλία διεκδικήσεων έπασχε από ψυχική νόσο, συνεπεία της οποίας αδυνατούσε να επιμεληθεί των υποθέσεών της, ενόψει και του ότι, πέραν των άλλων, δέχτηκε το Εφετείο, ενώ την ανακοπή της κατά του πλειστηριασμού κατέθεσε στις 28-7-2004, από την επομένη της οποίας άρχισε να τρέχει η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, για την εγγραφή της ανακοπής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, τον Οκτώβριο του 2004 άσκησε και ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης που είχε συντάξει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2008 αίτηση της ....για αναίρεση της 6838/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ