Legislator Case Law & Legislation
48/2026 AI generated

48/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 48/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

48/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες).

Keywords

AI generated
contract for medical treatment medical necessity hospital billing hospital stay co-payment mandatory health insurance compulsory medical treatment
AI generated
2099/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2072/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1616/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
615/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1491/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 48 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 48/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "KLIS INSTRUMENTS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "KLIS INSTRUMENTS Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φυλακτόγλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέργιο Σπυρόπουλο και Ευαγγελία Καστρινάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1133/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1454/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1454/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 1133/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της σε βάρος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί αφενός ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή της προς την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη Τράπεζα από την μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας εκχώρησε στην τελευταία, με δικαίωμα αναγωγής, απαιτήσεις της έναντι των πελατών της (δημοσίων νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών) και αφετέρου ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το πιστωτικό υπόλοιπο του τηρηθέντος για την εξυπηρέτηση της άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, ύψους 55...78,71 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 του ν. 1905/1990, ως ισχύουν, προκύπτει ότι η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες).

Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό, με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης.

Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία ελεύθερα, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων.

Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του factoring που έχει συμφωνηθεί.

Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχώρησης απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring, γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή.

Στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών, το factoring, διαμορφούμενο από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.

Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring. Κατά κανόνα συμφωνείται όπως ο factor τηρεί ένα λογαριασμό, στον οποίο πιστώνει τα ποσά των εισπραττομένων ή εισπραχθησομένων απαιτήσεων του προμηθευτή και αντίστοιχα χρεώνει τις αναλήψεις, στις οποίες προβαίνει ο τελευταίος, την προμήθειά του, τους τόκους, τα έξοδά του κ.λπ.

Η συμφωνία αυτή, η οποία συνήθως είναι ρητή, χωρίς να αποκλείεται και η σιωπηρή κατάρτισή της, περιέχει τα στοιχεία σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές και για το λόγο αυτό συνήθως συμφωνείται ότι τα υπέρ του προμηθευτή πιστούμενα ποσά θα είναι τοκοφόρα, με επιτόκιο όμως χαμηλότερο από αυτό που χρεώνει ο factor για τις εκ μέρους του πελάτη προκαταβολικές αναλήψεις.

Επίσης οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται να μην επιδιώκουν την ικανοποίηση κάθε μιας απαίτησης ξεχωριστά, αλλά να αναμένουν την περιοδική εκκαθάριση κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Η σύμβαση factoring, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:

α) γνήσιο και μη γνήσιο factoring, β) εμφανές και αφανές, γ) factoring με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές factoring. Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το factoring, όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο factoring γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής.

Εξάλλου, η διάκριση του factoring με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση. Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση (ΑΠ 1465/2024, ΑΠ 121/2023, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 1235/2012, ΑΠ 1234/2012, ΑΠ 667/ 2010). H σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη, κατά τα εκτιθέμενα στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου, οπότε, μετά την αναγγελία, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον πράκτορα-εκδοχέα, που δικαιούται, έκτοτε μόνος αυτός να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξή της. Επίσης, μετά την αναγγελία, το δικαίωμα του εκδοχέα προς είσπραξη της απαίτησης δεν επηρεάζεται καθόλου από την τυχόν καταβολή της εκχωρηθείσας απαίτησης από τον οφειλέτη στον εκχωρητή ή τρίτον δανειστή αυτού, διότι, δεν υφίσταται πλέον απαίτηση του εκχωρητή κατά του εκχωρηθέντος οφειλέτη.

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 1905/ 1990 προβλέπεται, ρητώς ότι, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι δυνατό να αφορά και σε απαιτήσεις, οι οποίες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Η ως άνω πρόβλεψη εφαρμόζεται τόσο στις λεγόμενες μελλοντικές απαιτήσεις, υπό ευρεία έννοια ή περιορισμένα, των οποίων η νομική βάση υπάρχει, κατά το χρόνο εκχώρησης, αλλά, τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη γέννησή τους επέρχονται μεταγενεστέρως, όσο και στις μελλοντικές απαιτήσεις υπό στενή έννοια ή πλήρως μελλοντικές, των οποίων, ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την εκχώρηση, όπως τούτο συμβαίνει επί σύμβασης πρακτορείας επιχειρήσεων μελλοντικών ανταπαιτήσεων. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων δύναται να περιέχει νόμιμο και δεσμευτικό όρο εκχώρησης μελλοντικών απαιτήσεων μη γεγενημένων, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, 1725/2014). Το ίδιο ισχύει και επί της εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχώρησης αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτό. Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, ο εκχωρητής απαραδέκτως ασκεί κατά του οφειλέτη αγωγή με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον εκδοχέα την απαίτηση (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 114/ 2008).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ., 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρισή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή να διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων.

Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπίστωσης (ΟλΑΠ 31/1997). Κλείνει δε ο λογαριασμός αυτός περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ). Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου. Από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, προκύπτει επίσης ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, της οποίας χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοιχτός λογαριασμός, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς, βέβαια, να τίθεται, κατ` αρχήν, θέμα κατά πόσο εκείνη πρέπει, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου, να καταγγείλει τη σύμβαση (ΑΠ 1465/2024, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/ 2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 232/2024, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 381/ 2021, ΑΠ 1763/2011, ΑΠ 715/2010, AΠ 5/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 19 του 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο α) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455, 456, 460, 461, 467 468 του Α.Κ., δεχόμενο εσφαλμένα ότι υπήρχε ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προμηθεύτριας για την ύπαρξη και το ύψος της επίδικης απαίτησης από την πώληση εμπορευμάτων προς τους οφειλέτες πελάτες της και ότι η αναιρεσίβλητη πράκτορας δεν έφερε τον κίνδυνο αφερεγγυότητας των οφειλετών, τον οποίο είχε αναλάβει η προμηθεύτρια αναιρεσείουσα από την επίδικη σύμβαση μη γνήσιου factoring με προεξόφληση και β) παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σ' αυτούς, παρά την μη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων μερών στην επίδικη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων σχετικά με το είδος της πρακτορείας που είχε συμφωνηθεί και κατέληξε στο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα ότι επρόκειτο για μη γνήσιο factoring με προεξόφληση με συνέπεια η αναιρεσίβλητη, ως πράκτορας, να μην έχει αναλάβει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας των οφειλετών, αλλά να τον διατηρεί η αναιρεσείουσα προμηθεύτρια.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα-ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε το έτος 2007 (ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 62/3.1.2007), έχοντας, ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εισαγωγή, εξαγωγή, αντιπροσώπευση και, εν γένει, προμήθεια και εμπορία χειρουργικού και εν γένει ιατρικού εργαλείου κάθε είδους, ως και κάθε συναφούς ή συγγενούς υλικού, προϊόντος και εμπορεύματος για την περαιτέρω διάθεσή των, τόσο, στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, σε νοσοκομεία, κλινικές, ιατρικά και διαγνωστικά κέντρα κ.λ.π.

είτε αναλώσιμου είτε διαρκούς πάγιου εξοπλισμού, τελεί, δε, σε εκκαθάριση από τα μέσα του έτους 2010 (ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ ....2010). Δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2007 συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, μετά των υπ' αριθμ. ....2008, ....2009, ....2009, ....2009, ....2009, ....2011 και ....2011 προσθέτων πράξεων τροποποιήσεώς της, που καταρτίσθηκαν, μεταξύ, αφενός, μεν, της εκκαλούσας-ενάγουσας (προμηθεύτριας), αφ' ετέρου, δε, της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (δικαιοπαρόχου της, ήδη, εφεσίβλητης-εναγομένης), (πράκτορας), η τελευταία ανέλαβε την είσπραξη, παρακολούθηση και προεξόφληση των επιχειρηματικών απαιτήσεων της εκκαλούσας-ενάγουσας, κυρίως, έναντι δημόσιων νοσοκομείων και κλινικών, με συμφωνηθέν ανώτατο όριο χρηματοδοτήσεως, το ποσό των 3.000.000 ευρώ.

Ειδικότερα, με την ως άνω σύμβαση, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν, μεταξύ άλλων: "2.01. Οι εκχωρούμενες απαιτήσεις οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας σύμβασης, είναι οι μη ληξιπρόθεσμες επιχειρηματικές απαιτήσεις του Προμηθευτή έναντι των οφειλετών του κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1905/1990, όπως ισχύει, τις οποίες ο προμηθευτής θα εισφέρει για εκχώρηση στην Τράπεζα σε όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσας Σύμβασης και οι οποίες προέρχονται από την επιχειρηματική δραστηριότητα του προμηθευτή, όπως ενδεικτικώς, από πώληση προϊόντων, παροχή υπηρεσιών, εκτέλεση έργου.

Οι κατά τα ανωτέρω εκχωρούμενες απαιτήσεις είναι γεννημένες κατά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης ή πρόκειται να γεννηθούν κατά τη διάρκεια ισχύος της, το ύψος, δε, αυτών είναι ακριβώς αυτό, που αναγράφεται στα αντίστοιχα πινάκια. Εκχωρούμενες απαιτήσεις είναι αυτές, οι οποίες γίνονται αποδεκτές από την Τράπεζα.

Οι προαναφερόμενες προς εκχώρηση απαιτήσεις, που δεν εγκρίνονται και δεν γίνονται δεκτές από την Τράπεζα, κατά την εύλογη κρίση της, δεν περιλαμβάνονται στις εκχωρούμενες απαιτήσεις και δεν αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης"...3.04. Με την εκχώρηση, κατά τα ανωτέρω, κάθε εκχωρούμενης απαίτησης, ο Προμηθευτής μεταβιβάζει ταυτόχρονα στην Τράπεζα όλες τις παρεπόμενες αυτής απαιτήσεις του κατά του οφειλέτη, καθώς και όλα τα δικαιώματά του, τα οποία διασφαλίζουν την εκχωρούμενη απαίτηση ή συναρτώνται με οποιονδήποτε τρόπο προς αυτή. 3.05.

Χωρίς να περιορίζεται η γενικότητα του αμέσως προηγουμένου όρου, εάν, για τις Εκχωρούμενες Απαιτήσεις έχουν εκδοθεί αξιόγραφα, όπως ενδεικτικά, συναλλαγματικές ή γραμμάτια εις διαταγή ή μεταχρονολογημένες επιταγές, τότε, μαζί με τα ανωτέρω Παραστατικά, ο Προμηθευτής παραδίδει στην Τράπεζα και τα αξιόγραφα αυτά, νομίμως οπισθογραφημένα εις διαταγή της Τράπεζας, γίνεται δε χωριστή αναφορά των αξιογράφων αυτών στο Πινάκιο.

Τα αξιόγραφα αυτά πρέπει να έχουν εκδοθεί χάριν εξόφλησης και όχι εις εξόφληση των απαιτήσεων...5.02. Η Τράπεζα αποδίδει στον Προμηθευτή την επομένη της εξόφλησης εργάσιμη ημέρα, το υπόλοιπο της ονομαστικής αξίας των Εκχωρουμένων Απαιτήσεων, εφόσον οι Εκχωρούμενες Απαιτήσεις εξοφληθούν από τον Οφειλέτη αμέσως μετά τη λήξη τους, μετά την αφαίρεση όμως του Ποσού Προεξοφλήσεως και των οφειλόμενων αμοιβών της Τράπεζας κατά το άρθρο 6, πλέον του αναλογούντος επ' αυτών ΦΠΑ και εφόσον κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν υπάρχει οποιοδήποτε ληξιπρόθεσμο Χρέος του προμηθευτή...7.01.

Ο Προμηθευτής, πέρα από την ευθύνη του, για τη νόμιμη ύπαρξη και ακρίβεια των Εκχωρουμένων Απαιτήσεων, παρέχει στην Τράπεζα την ανεπιφύλακτη εγγύησή του για την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική αποπληρωμή των Εκχωρουμένων Απαιτήσεων από τους Οφειλέτες προς την Τράπεζα. Σε περίπτωση μη εξόφλησης των Εκχωρουμένων Απαιτήσεων από τους Οφειλέτες κατά τη λήξη τους, ο Προμηθευτής ευθύνεται έναντι της Τράπεζας, ως αυτοφειλέτης, τόσο, για τη νόμιμη ύπαρξη και τον αγώγιμο χαρακτήρα κάθε Εκχωρούμενης Απαίτησης, όσο και για την πληρωμή της.

Ο προμηθευτής απαλλάσσεται της ευθύνης της εμπρόθεσμης αποπληρωμής των Εκχωρουμένων Απαιτήσεων το παρόντος άρθρου μόνο με έγγραφη συναίνεση της Τράπεζας που θα αναφέρεται στο Τμήμα Ι-Ειδικό Μέρος της Παρούσας. Σε καμμία περίπτωση η απαλλαγή δεν θα εκτείνεται στην ευθύνη του Προμηθευτή για την ύπαρξη και ακρίβεια των Εκχωρουμένων Απαιτήσεων".

Προς εξυπηρέτηση της ένδικης συμβάσεως τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνταν οι εκχωρηθείσες ως άνω απαιτήσεις της εκκαλούσας-ενάγουσας έναντι των πελατών της, αποδεχόμενα τα διάδικα μέρη, κατ' αυτόν τον τρόπο, την επέλευση των αποτελεσμάτων της πρακτορεύσεως, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας, ήταν μη γνήσιο factoring με προεξόφληση.

Στις 28.9.2012, η κυπριακή Τράπεζα με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", που διαδέχθηκε την ως άνω Πράκτορα-Τράπεζα "MARFIN", λόγω υπερημερίας της εκκαλούσας-ενάγουσας, ως προς την καταβολή των οφειλομένων ποσών της ένδικης συμβάσεως, κατήγγειλε αυτήν, με την από 28.9.2012 εξώδικη όχληση-καταγγελία, επιδοθείσα στην εκκαλούσα-ενάγουσα, στις 13.12.2012, έκλεισε οριστικά το τηρούμενο προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως λογαριασμό και μετέφερε το υπόλοιπό του ποσού 3.627.349,66 ευρώ, στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστερήσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, οι απαιτήσεις της εκκαλούσας-ενάγουσας έναντι δημοσίων νοσοκομείων, που εκχωρήθηκαν στη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης Τράπεζα με την επωνυμία "MARFIN", με βάση την παραπάνω σύμβαση πρακτορεύσεως, αφορούσαν, μεταξύ άλλων, πωλήσεις (τιμολόγια) των ετών 2007, 2008 και 2009.

Μετά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως και, συγκεκριμένα, το έτος 2010, λόγω της κακής οικονομικής καταστάσεως, στην οποία βρίσκονταν τα νοσοκομεία της χώρας και της αδυναμίας πληρωμής των οφειλών τους προς τους προμηθευτές, εξαιτίας της οποίας, υπήρχε κίνδυνος διακοπής της τροφοδοσίας τους, το Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την εξόφληση των οφειλών των Νοσοκομείων, με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα προβλεπόμενα από το εκτιθέμενο στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας άρθρο 27 του ν. 3867/2010 διαδικασία.

Αναλυτικότερα, με το άρθρο 27 παρ. 2 N. 3867/2010 ορίσθηκε ότι, οι οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, που είχαν προκύψει από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού και, για τις οποίες, είχαν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, τιμολόγια και δελτία αποστολής, από την 1.1.2007 έως και 31.12.2009, ήταν δυνατό να εξοφληθούν άμεσα, με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθαρίσεως, εκδόσεως και θεωρήσεως των σχετικών τίτλων πληρωμής.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β', γ' και δ' του άρθρου 27 παρ. 1 του ως άνω νόμου: "27.1...β) λοιπές οφειλές του έτους 2007 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 1.100.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους.

γ) Λοιπές οφειλές του έτους 2008 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.200.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους. δ) Λοιπές οφειλές του έτους 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.040.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τριετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους".

Σύμφωνα, δε, με τις παραγράφους 2 και 4 του ίδιου άρθρου: "Ο τρόπος εξόφλησης των ανωτέρω οφειλών εφαρμόζεται εφόσον οι προμηθευτές υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος α) αίτηση προς την αρμόδια Οικ. Υπηρεσία των φορέων της προηγούμενης παραγράφου για την εξόφληση των απαιτήσεών τους, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της με τον τρόπο που ορίζεται ανωτέρω.

Η αίτηση περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου της, όλες τις απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι του φορέα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση για καθένα από τα έτη που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου, β) υπεύθυνη δήλωση με την οποία ο αιτών-προμηθευτής παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση η οποία πηγάζει από την ίδια αιτία, γ) το ακριβές ύφος των οφειλών προς κάθε προμηθευτή..4.

Η εξόφληση των οφειλών προς τους προμηθευτές πραγματοποιείται με τη σύνταξη από τους φορείς της παραγράφου 1, καταστάσεων ανά δικαιούχο και έτος έκδοσης των τιμολογίων και δελτίων αποστολής, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με βάση τις οποίες διενεργείται και η παράδοση των ομολόγων.

Οι καταστάσεις υπογράφονται από τους δικαιούχους κατά την παραλαβή των ομολόγων και επέχουν θέση εξοφλητικής απόδειξης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων ή άλλων τίτλων πληρωμής". Με βάση την ανωτέρω διαδικασία και, βάσει των ρυθμίσεων του παραπάνω νόμου (3867/2010), η εκκαλούσα-ενάγουσα, ως προμηθεύτρια νοσηλευτικών ιδρυμάτων, υπέβαλε σχετική αίτηση και προέβη στις απαιτούμενες διαδικασίες, προκειμένου να εκδοθούν ομόλογα σε εξόφληση των απαιτήσεών της, σε βάρος νοσηλευτικών ιδρυμάτων, τις οποίες είχε, ήδη, εκχωρήσει στην πράκτορα (δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης- εναγομένης).

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο, μόνον, η εκκαλούσα-ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να επιλέξει, εάν επιθυμούσε, οι αντίστοιχες απαιτήσεις της να εξοφληθούν με τον προεκτιθέμενο τρόπο, ακόμη και εάν οι σχετικές απαιτήσεις είχαν εκχωρηθεί σε τρίτον, όπως, εν προκειμένω, στη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, για την υπαγωγή στο νόμο αυτό, νομιμοποιείτο, αποκλειστικώς, ο προμηθευτής να υποβάλει αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά, η, δε, υπαγωγή στο νόμο αυτόν, ο οποίος δεν εξαιρούσε από τη ρύθμισή του τις απαιτήσεις, που οι προμηθευτές είχαν εκχωρήσει σε τρίτους (αντιθέτως προέβλεπε την εξόφληση για το σύνολο αυτών μετά από αίτηση των προμηθευτών και, μόνον και, όχι τρίτων δικαιούχων αυτών) είχε προαιρετικό και, όχι, υποχρεωτικό χαρακτήρα.

Συνεπώς, η εκκαλούσα-ενάγουσα, ως προμηθεύτρια, ήταν αυτή, που υπέβαλε τη σχετική αίτηση για υπαγωγή των απαιτήσεών της στον παραπάνω νόμο και όχι όπως αφήνεται να εννοηθεί με την αγωγή η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης- εναγομένης, παρ' όλο, που η τελευταία είχε την ιδιότητα της εκδοχέως των απαιτήσεων της εκκαλούσας-ενάγουσας. Το γεγονός ότι, με την παράγραφο 13 της ΥΑ 2/67498/0020/2010 (ΦΕΚ Β' 1631/2010) προβλέφθηκε ότι, για τον προσδιορισμό του ύψους των ομολόγων, το κάθε νοσοκομείο, μετά τη θεώρηση των χρηματικών ενταλμάτων από τον αρμόδιο επίτροπο του ΕΣ και την προσκόμιση του αποδεικτικού της φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, όφειλε να συντάξει, κατ' έτος εκδόσεως των τιμολογίων και ανά προμηθευτή, καταστάσεις, στις οποίες να καταχωρούνται, μεταξύ άλλων και "σε περίπτωση εκχωρήσεων απαιτήσεων, τα πλήρη στοιχεία της Τράπεζας εκχώρησης και τα αντίστοιχα ποσά" δεν σημαίνει ότι, η επιλογή υπαγωγής στον ανωτέρω νόμο ελάμβανε χώρα από τους εκδοχείς των απαιτήσεων.

Εξάλλου, από τον ίδιο ως άνω νόμο (3867/2010) δεν προβλέπεται δικαίωμα επιλογής για αποδοχή ή μη, εκ μέρους των εκδοχέων των απαιτήσεων, της υπαγωγής των απαιτήσεων αυτών στον παραπάνω νόμο, παρά, μόνον, ότι από τη λήψη των ομολόγων αυτών, οι απαιτήσεις από τα τιμολόγια θα θεωρούντο εξοφλημένες έναντι του Δημοσίου, τόσον, ως προς την προμηθεύτρια (εν προκειμένω την εκκαλούσα-ενάγουσα), όσο και, ως προς την εκδοχέα των απαιτήσεων (εν προκειμένω, τη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης) (άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 3867/2010).

Δηλαδή, ναι, μεν, η εκδοχέας Τράπεζα είχε, μετά την εκχώρηση των απαιτήσεων, το δικαίωμα να εισπράξει, μόνη, αυτή τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, πλην, όμως, με τον ως άνω νόμο, που έδινε, μόνο, στην προμηθεύτρια εκκαλούσα-ενάγουσα το δικαίωμα υπαγωγής σε αυτόν, η Τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση, οποιαδήποτε εναντίωση στην απόφαση της εκκαλούσας-ενάγουσας να υπαχθεί στο νόμο αυτό, πολλώ, δε, μάλλον, αφού, με την υπαγωγή αυτή, η τελευταία θα εξοφλούσε το σύνολο των απαιτήσεών της, των ετών 2007-2009, έναντι του έκαστοτε νοσηλευτικού ιδρύματος και, όχι, μόνον, για το μέρος αυτών, που είχαν εκχωρηθεί στην πράκτορα-δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Ακολούθως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 της ΥΑ 2/67498/0020/2010 (ΦΕΚ Β' 2631/2010), τα ομόλογα, που αφορούσαν τις απαιτήσεις της εκκαλούσας-ενάγουσας, οι οποίες είχαν εκχωρηθεί στη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης, εξεδόθησαν με δικαιούχο την τελευταία και παραδόθηκαν σε αυτήν, όπως η ίδια εκθέτει στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, τόσον, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Ειδικότερα, για τις οφειλές από τιμολόγια, εκδοθέντα το έτος 2007, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης έλαβε, στις ....2010 και ....2011, ομόλογα ετήσιας διάρκειας, ήτοι, με ημερομηνία λήξεως τις ....2011, υπό τον κωδικό ... , συνολικής αξίας 1.218.295,56 ευρώ.

Πράγματι, κατά τη λήξη των ανωτέρων ομολόγων (....2011), η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης εισέπραξε την αξία αυτών και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό (1.218.295,97 ευρώ) το λογαριασμό της εκκαλούσας-ενάγουσας. Σημειώνεται ότι, η εκκαλούσα-ενάγουσα προέβη, στις 4-4-2011, ενώ, δηλαδή, τα ανωτέρω ομόλογα είχαν παραδοθεί στη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης και δεν είχε ακόμη πιστωθεί η αξία τους στο λογαριασμό (αυτή, ως προεκτέθηκε, πιστώθηκε κατά το χρόνο λήξεώς τους, στις ....2011) σε αναγνώριση του χρέους της (5.156.707,21 ευρώ), όπως αυτό αποτυπωνόταν, στις 31-3-2011. Για τις οφειλές από τιμολόγια, εκδοθέντα το έτος 2008, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης έλαβε, εντός του χρονικού διαστήματος από τις ....2010 και ....2011, ομόλογα διετούς διάρκειας, ήτοι, με ημερομηνία λήξεως τις ....2012, υπό τον κωδικό ... , συνολικής αξίας 3.631.799,09 ευρώ και, για τις οφειλές από τιμολόγια, εκδοθέντα το έτος 2009, αυτή έλαβε, εντός του χρονικού διαστήματος από τις ....2011 και ....2011, ομόλογα τριετούς διάρκειας, ήτοι, με ημερομηνία λήξεως τις ....2013, υπό τον κωδικό ... , συνολικής αξίας 149.828,85 ευρώ.

Εν συνεχεία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας, στο πλαίσιο των μέτρων αναδιαρθρώσεως της ελληνικής οικονομίας και δημοσιονομικής εξυγιάνσεως και, ενόψει του κινδύνου μη εξυπηρετήσεως του δημοσίου χρέους, εξεδόθη ο ν. 4050/2012, που θέσπισε τη διαδικασία τροποποιήσεως εκδόσεως τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με τη συμφωνία των ομολογιούχων, οπότε, με βάση αυτόν και τις σχετικές διατάξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην απομείωση (κούρεμα) όλων των επιλεγέντων από αυτό ομολόγων, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα και την αντικατάστασή τους, με άλλα πολύ μικρότερης αξίας.

Ενόψει αυτής της εξελίξεως, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης, η οποία θα εισέπραττε την αξία των συγκεκριμένων ομολόγων κατά τη λήξη τους (....2012 και ....2013), δεν πίστωσε με το ποσό αυτό τον λογαριασμό, που τηρούσε προς εξυπηρέτηση της μεταξύ αυτής και της εκκαλούσας-ενάγουσας συμβάσεως, αλλά, αντίθετα, κατήγγειλε αυτόν, στις 28.9.2012, ήτοι, πριν να επέλθει η ημερομηνία λήξεως των ομολόγων, που είχε λάβει έναντι των απαιτήσεων του έτους 2008.

Η εκκαλούσα-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η χορήγηση των ως άνω ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής αξίας, για τα έτη 2008-2009, 3.781.629,65 ευρώ, προς τη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης έγινε, προκειμένου να επέλθει απόσβεση της ενοχής αντί καταβολής, διότι, η τελευταία, έχοντας την ιδιότητα του εκδοχέως των απαιτήσεων έναντι των οφειλετών-νοσοκομείων και αποδεχόμενη τα ανωτέρω ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου συνήψε, ουσιαστικά, συμφωνία του άρθρου 419 του ΑΚ.

Με δεδομένο, όμως, ότι, οι διάδικοι είχαν αποβλέψει στην εξόφληση των εκχωρηθεισών απαιτήσεων με την πραγματική καταβολή του τιμήματος και, όχι, στην εξόφληση αυτών με την παράδοση ομολόγων, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης δεν πίστωσε την αξία των ομολόγων στον τηρούμενο λογαριασμό.

Άλλωστε, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 3.05 όρο της συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είχε προβλεφθεί, μεν, η δόση αξιογράφων για τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, πλην, όμως, στο τελευταίο εδάφιο του ίδιου αυτού όρου γινόταν ειδική μνεία ότι, τα αξιόγραφα θα δίδονταν πάντοτε χάριν και όχι αντί καταβολής. Ακόμη, δε και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι, τα εν λόγω ομόλογα δόθηκαν αντί καταβολής, μεταξύ των διαδίκων δεν υφίσταται, πέραν των ανωτέρω συμβάσεων, ειδική συμφωνία, που να ακολούθησε μετά την έκδοση και λήψη των ομολόγων και από την οποία να προκύπτει ότι, η δόση των ομολόγων αποσβένει την παλαιά ενοχή εκ των τιμολογίων, αντικαθιστάμενη από τη νέα εκ των ομολόγων, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 419 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, η δόση αντί καταβολής υποχρεώνει σε άμεση εκτέλεση και επιφέρει άμεση ικανοποίηση του δανειστή, στοιχείο, που λείπει, στην προκειμένη περίπτωση.

Εξάλλου, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 5.02 όρο της ένδικης συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, είχε συμφωνηθεί ότι, η πράκτορας-δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης θα απέδιδε στην προμηθεύτρια-εκκαλούσα-ενάγουσα το προϊόν της εκχωρούμενης απαιτήσεως, την επομένη της εξοφλήσεως εργάσιμη ημέρα, εφόσον, όμως, οι εκχωρούμενες απαιτήσεις εξοφληθούν από τον οφειλέτη αμέσως μετά τη λήξη τους. Γι' αυτό και, κατά τη λήξη των ομολόγων, που αφορούσαν στα τιμολόγια του έτους 2007, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης πίστωσε με την αξία τους (1.218.295,97 ευρώ) το λογαριασμό της εκκαλούσας-ενάγουσας, αμέσως μετά την πραγματική είσπραξή τους, που επήλθε κατά το χρόνο λήξεώς τους (....2011).

Άλλωστε, εάν κάτι διαφορετικό από τα παραπάνω ίσχυε, δεν θα προέβαινε η εκκαλούσα-ενάγουσα, στις 4-4-2011 και, ενώ, είχαν ήδη δοθεί στη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-εναγομένης τα ομόλογα, που αφορούσαν τα τιμολόγια του έτους 2007, σε αναγνώριση του χρέους της, όπως αυτό προσδιοριζόταν από την τελευταία, στις 31-3-2011, για το ποσό των 5.156.707,21 ευρώ, δηλαδή, χωρίς να έχει πιστωθεί η αξία των ομολόγων αυτών, ήτοι, το ποσό των 1.218.295,56 ευρώ στο λογαριασμό.

Διάφορο είναι το ζήτημα ότι, η δόση των ομολόγων επέφερε άμεση απόσβεση της ενοχής μεταξύ της εκκαλούσας-ενάγουσας-προμηθεύτριας και των οφειλετών της-δημόσιων νοσοκομείων και, δη, δυνάμει νομοθετικής προβλέψεως και, όχι, δυνάμει δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών. Στη συνέχεια και, ενώ, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης ανέμενε τη λήξη των ομολόγων των λοιπών ετών (....2012 και ....2013) δημοσιεύθηκε ο ν. 4050/ 2012, διά του οποίου τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους (PSI).

Κατόπιν αυτής της νομοθετικής παρεμβάσεως, στις 9.3.2012, επήλθε, κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας, η υποχρεωτική ανταλλαγή των ομολόγων με άλλους τίτλους, όπως αυτοί προτάθηκαν και, τελικώς, ορίσθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, με αποτέλεσμα να απομειωθεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό (53%) της αξίας τους, η απομείωση, δε, αυτή έχει κριθεί νομολογιακώς ότι, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις και τις αρχές του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ.

Η συμμετοχή της εφεσίβλητης-εναγομένης στην παραπάνω διαδικασία έγινε, παρά την αντίθεση, που εξέφρασε η εκκαλούσα-ενάγουσα, με το από 29.2.2012 εξώδικό της, πλην, όμως, τυχόν απόφαση της εφεσίβλητης- εναγομένης για μη συμμετοχή στην εν λόγω διαδικασία δεν θα επέφερε διαφορετικό αποτέλεσμα στη διαδικασία λήψεως της συλλογικής αποφάσεως των Φορέων του Συστήματος Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (ως ομολογιούχων, άρθρο 1 παρ.

στ' του ν. 4050/2012) με αντικείμενο την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, δεδομένου ότι, στην εν λόγω διαδικασία, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων, που είτε, ρητώς, αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δεν συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751.549,91 ευρώ) ανήλθε σε ...75.764.843,05 ευρώ, δηλαδή, σε ποσοστό 14,2%, η σχετική, δε, απόφαση δέσμευε το σύνολο των κατόχων των επιλέξιμων τίτλων και εφαρμόζονταν σε όλους τους επιλέξιμους τίτλους, με αποτέλεσμα, να επέλθει ένα "εκ του νόμου εθελοντικό κούρεμα" των τίτλων.

Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, μετά την εφαρμογή του PSI, οπότε ανταλλάχθηκαν τα ως άνω ομόλογα (των ετών 2008 και 2009), με νέα μειωμένης αξίας και μακράς διάρκειας, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης έκρινε, ως συμφέρουσα τη ρευστοποίηση των εν λόγω ομολόγων και το ποσό, που απεκόμισε από τη ρευστοποίηση αυτή (282.900 ευρώ) το πίστωσε, στις 7-3-2013, στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστερήσεως. Τέλος, μετά την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, η υπεισελθούσα στη θέση της αρχικής πράκτορας ("MARFIN") τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" μετεβίβασε στην εφεσίβλητη-εναγομένη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....2013 απόφαση της ΕΠΑΘ της ΤτΕ και την από ....2013 σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως, στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος της στην Ελλάδα δι εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων, συγκαταλεγόταν και η επίδικη σύμβαση πρακτορείας, καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που απέρρεαν από αυτήν.

Ορθώς, επομένως, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης δεν πίστωσε τον λογαριασμό της εκκαλούσας-ενάγουσας με την αξία των ομολόγων, που αφορούσαν στα τιμολόγια των ετών 2008 και 2009, καθώς, υφίστατο, στις 31-12-2011, οφειλή της εκκαλούσας-ενάγουσας έναντι της εφεσίβλητης-εναγομένης, λόγω της μη πραγματικής εξοφλήσεως των σχετικών τιμολογίων.

Ορθώς, επομένως, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι, υφίσταται, πράγματι, οφειλή της εκκαλούσας-ενάγουσας έναντι της εφεσίβλητης-εναγομένης και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, αν και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την οποία επιτρεπτώς αντικαθιστά το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 534 του ΚΠΟΛΔ).

Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι εφέσεως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455, 456, 460, 461, 467 468 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με τους με αριθμούς 2.01, 5.02 και 7.01 όρους της επίδικης σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", ως πράκτορας, ανέλαβε την είσπραξη, παρακολούθηση και προεξόφληση των επιχειρηματικών απαιτήσεων της αναιρεσείουσας προμηθεύτριας, έναντι των πελατών της κυρίως δημόσιων νοσοκομείων και κλινικών, με ανώτατο όριο χρηματοδότησης το ποσό των 3.000.000 ευρώ, συμφωνήθηκε ρητά ότι: 1) εκχωρούνται οι μη ληξιπρόθεσμες επιχειρηματικές απαιτήσεις της προμηθεύτριας εταιρίας έναντι των οφειλετών της, οι οποίες προέρχονται από την επιχειρηματική της δραστηριότητα, οι οποίες είτε είναι γεννημένες κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης είτε πρόκειται να γεννηθούν κατά τη διάρκεια ισχύος της, 2) η πράκτορας Τράπεζα υποχρεούται να αποδώσει στην αναιρεσείουσα προμηθεύτρια την επομένη της εξόφλησης εργάσιμη ημέρα το υπόλοιπο της ονομαστικής αξίας των εκχωρουμένων απαιτήσεων, εφόσον όμως οι εκχωρούμενες απαιτήσεις εξοφληθούν από τους οφειλέτες αμέσως μετά τη λήξη τους και μετά την αφαίρεση του ποσού προεξόφλησης και των οφειλόμενων αμοιβών της Τράπεζας, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ και εφόσον δεν υπάρχει οποιοδήποτε ληξιπρόθεσμο χρέος της προμηθεύτριας, 3) η προμηθεύτρια εταιρία ευθύνεται για τη νόμιμη ύπαρξη και ακρίβεια των εκχωρουμένων απαιτήσεων, παρέχει στην Τράπεζα την ανεπιφύλακτη εγγύησή της για την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική αποπληρωμή των εκχωρουμένων απαιτήσεων από τους οφειλέτες προς την Τράπεζα και, σε περίπτωση μη εξόφλησης των εκχωρουμένων απαιτήσεων από τους οφειλέτες κατά τη λήξη τους, ευθύνεται έναντι της Τράπεζας, ως αυτοφειλέτης, τόσο, για τη νόμιμη ύπαρξη και τον αγώγιμο χαρακτήρα κάθε εκχωρούμενης απαίτησης, όσο και για την πληρωμή της και απαλλάσσεται της ευθύνης της εμπρόθεσμης αποπληρωμής των εκχωρουμένων απαιτήσεων μόνο με έγγραφη συναίνεση της Τράπεζας, ενώ σε καμία περίπτωση η απαλλαγή δεν θα εκτείνεται στην ευθύνη της για την ύπαρξη και ακρίβεια των εκχωρουμένων απαιτήσεων.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, η επίδικη σύμβαση πρακτορείας εμπορικών απαιτήσεων είχε τη μορφή μη γνήσιου factoring με προεξόφληση, αφού, κατά τα ρητά συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων μερών, η αναιρεσείουσα προμηθεύτρια εκχώρησε στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως πράκτορα, τις μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της έναντι των πελατών της-οφειλετών (κυρίως δημόσιων νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών) από την πώληση των προϊόντων της (ιατρικού εξοπλισμού) είτε οι απαιτήσεις αυτές ήταν ήδη γεννημένες κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης είτε επρόκειτο να γεννηθούν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ενώ η Τράπεζα είχε υποχρέωση να αποδίδει στην προμηθεύτρια την επομένη της εξόφλησης των απαιτήσεων εργάσιμη ημέρα, τα ποσά που εισέπραττε από τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, τα οποία θα πίστωνε στον αλληλόχρεο λογαριασμό που τηρείτο για τη λειτουργία της σύμβασης, αφού προηγουμένως αφαιρούσε τα ποσά της προεξόφλησης των άνω απαιτήσεων, με τα οποία είχε χρεωθεί ο άνω αλληλόχρεος λογαριασμός, καθώς και τις οφειλόμενες αμοιβές της πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, η εν λόγω δε υποχρέωση υφίστατο μόνο στην περίπτωση που οι εκχωρούμενες απαιτήσεις είχαν πράγματι εξοφληθεί από τους οφειλέτες, ενώ σε περίπτωση μη εξόφλησης των εκχωρουμένων απαιτήσεων από τους οφειλέτες κατά τη λήξη τους, η προμηθεύτρια εταιρία ευθυνόταν έναντι της Τράπεζας, ως αυτοφειλέτης, για την αφερεγγυότητα των οφειλετών, καθόσον τον κίνδυνο αυτό δεν τον ανέλαβε η Τράπεζα, αλλά τον διατήρησε η προμηθεύτρια.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη δε στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ είναι αβάσιμη, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων μερών στην επίδικη σύμβαση πρακτορείας, στους σαφείς όρους της οποίας αναφέρεται αναλυτικά, χωρίς να προσφύγει σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός της σύμβασης και ως εκ τούτου ορθά δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις.

ΙΙΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 "Εξόφληση προμηθειών νοσοκομείων και ρυθμίσεις θεμάτων σχετικών διαγωνισμών" (ΦΕΚ 128/Α/3.8.2010) προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, η έκδοση και η διάθεση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας και διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου για την εξόφληση οφειλών νοσοκομείων προς επιχειρήσεις προμήθειας φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού.

Ειδικότερα, με τις παραγράφους 1 έως 9 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι: "1. Οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, του ΠΓΝ Παπαγεωργίου, του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Αθηνών, του Αρεταίειου Νοσοκομείου Αθηνών και του ΟΚΑΝΑ, που έχουν προκύψει από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τιμολόγια και δελτία αποστολής από 1.1.2007 έως και 31.12.2009, δύναται να εξοφληθούν άμεσα με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης, έκδοσης και θεώρησης των σχετικών τίτλων πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις, ως ακολούθως:

α) Οφειλές των ετών 2007, 2008 και 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 200.000 ευρώ ανά προμηθευτή, εξοφλούνται με την έκδοση χρηματικού εντάλματος, β) Λοιπές οφειλές του έτους 2007 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 1.100.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, γ) Λοιπές οφειλές του έτους 2008 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.200.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, δ) Λοιπές οφειλές του έτους 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.040.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τριετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του έτους 2010.

Τα ανωτέρω όρια μειώνονται με τα ποσά των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Φορέων οφειλών, καθώς και με τα ποσά των κατά περίπτωση υπέρ τρίτων κρατήσεων. 2. Ο τρόπος εξόφλησης των ανωτέρω οφειλών εφαρμόζεται εφόσον οι προμηθευτές υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος:

α) Αίτηση προς την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία των φορέων της προηγούμενης παραγράφου για την εξόφληση των απαιτήσεών τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της με τον τρόπο που ορίζεται ανωτέρω. Η αίτηση περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου της, όλες τις απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι του φορέα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση για καθένα από τα έτη που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου, β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/ 1986 (ΦΕΚ 75 Α) με την οποία ο αιτών προμηθευτής παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση η οποία πηγάζει από την ίδια αιτία συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης για την καταβολή οποιουδήποτε είδους τόκων, για τα ως άνω έτη και μέχρι την εξόφληση κατά τα οριζόμενα ανωτέρω. 3.

Το ακριβές ύψος των οφειλών προς κάθε προμηθευτή, που εξοφλείται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, καθορίζεται με βάση τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής ή άλλων κατά περίπτωση τίτλων πληρωμής θεωρημένων από τα αρμόδια όργανα και αφορούν το πληρωτέο στον δικαιούχο ποσό. 4.

Η εξόφληση των οφειλών προς τους προμηθευτές πραγματοποιείται με τη σύνταξη από τους φορείς της παραγράφου 1, καταστάσεων ανά δικαιούχο και έτος έκδοσης των τιμολογίων και δελτίων αποστολής, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με βάση τις οποίες διενεργείται και η παράδοση των ομολόγων.

Οι καταστάσεις υπογράφονται από τους δικαιούχους κατά την παραλαβή των ομολόγων και επέχουν θέση εξοφλητικής απόδειξης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων ή των τυχόν άλλων τίτλων πληρωμής. 5. α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τύπος, η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα που αφορά την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων και την έκδοση και διάθεση των ομολόγων των περιπτώσεων α', β', γ' και δ' της παραγράφου 1, καθώς και ο φορέας απόδοσης, η διαδικασία, ο τρόπος και κάθε σχετικό θέμα για την απόδοση των κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου, των Ασφαλιστικών Φορέων και τρίτων και την κάλυψη της σχετικής δαπάνης, β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία με την οποία δύναται να ανατίθεται σε τράπεζες το έργο της συγκέντρωσης και εξόφλησης των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, οφειλών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. 6....7....8....9.

Για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων που απορρέουν από προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, συμπεριλαμβανομένων των ψυχιατρικών και των πανεπιστημιακών κλινικών, των Νοσοκομείων "Αρεταίειο" και "Αιγινήτειο", του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και του Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και των νοσοκομείων και των υγειονομικών μονάδων ΙΚΑ, οι οποίες προμήθειες διενεργήθηκαν μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή, δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και των προμηθευτών, καθώς και δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 2955/2001 (ΦΕΚ 256 Α), μέχρι την κατάργησή της από το άρθρο 37 του ν. 3784/2009 (ΦΕΚ 137 Α).

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις των πιο πάνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ΕΣΥ για προμήθειες ιατροτεχνολογικού, υγειονομικού και φαρμακευτικού υλικού, καθώς και χημικών αντιδραστηρίων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009 και να εκκαθαριστούν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο 27 του ν. 3867/2010, δεν ελέγχεται αν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία, που προβλέπεται για την ανάληψη υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να νομιμοποιούνται εκ των υστέρων οι συμβάσεις, που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής (ΑΠ 1213/2015).

Σύμφωνα περαιτέρω με τις διατάξεις του ιδίου ως άνω άρθρου 27 του ν. 3867/2010 και, ειδικότερα, τις εξουσιοδοτικές διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού, εκδόθηκαν αρχικώς η υπ' αριθμόν ....2010 (ΦΕΚ Β 1631/12.10.2010) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και η υπ' αριθμόν 2/78600/0023Α/16.11.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β` 1805/17.11.2010) με τίτλο "Ανάθεση στην Εθνική Τράπεζα του έργου της συγκέντρωσης και εξόφλησης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους, με Ομόλογα", με τις οποίες καθορίστηκαν ο τρόπος συγκέντρωσης και επεξεργασίας των οικονομικών στοιχείων των νοσοκομείων, που αφορούν οφειλές προς τους προμηθευτές τους για τα έτη 2007, 2008 και 2009, καθώς και η εξόφληση αυτών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Ακολούθως, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία πιστοποίησης των οφειλών τούτων, με την υπ' αριθμόν ...2010 (ΦΕΚ ....2010) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών με τίτλο "Έκδοση ειδικών ομολογιακών δανείων για την ανάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους", αποφασίσθηκε, κατά τις άνω εξουσιοδοτικές διατάξεις, η έκδοση τριών ομολογιακών δανείων, με σκοπό, κατά το δεύτερο άρθρο της άνω υπουργικής απόφασης, "την εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο, οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3867/2010" και με τα άρθρα 3 έως 8 ορίσθηκε, ειδικότερα, ότι τα ανωτέρω ομόλογα θα είναι μηδενικού επιτοκίου και ετήσιας διάρκειας (λήξεως ....2011) για οφειλές του έτους 2007, διετούς διάρκειας (λήξεως ....2012) για οφειλές του έτους 2008 και τριετούς διάρκειας (λήξεως ....2013) για οφειλές του έτους 2009 (παρ. 3), ότι θα εκδοθούν σε άυλη μορφή, με ξεχωριστούς κωδικούς αριθμούς (ISIN) για κάθε έκδοση (παρ. 4) και στο άρτιο, δηλαδή στο 100% της ονομαστικής τους αξίας (παρ. 5), Οι τίτλοι των ομολόγων είναι ονομαστικής αξίας ενός λεπτού του ευρώ (0,01€) (παρ. 6), η εξόφληση των τίτλων θα γίνει στην ονομαστική τους αξία (παρ. 7) και ότι θα είναι διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στην Ηλεκτρονική Δευτερογενή Αγορά Τίτλων, στη διατραπεζική αγορά (OTC) και στις λοιπές οργανωμένες ηλεκτρονικές αγορές τίτλων (παρ. 8).

Επακολούθησε η έκδοση των υπ' αριθμούς ....2011 (...), ....2011 (ΦΕΚ ...) και ....2011 (ΦΕΚ ...) αποφάσεων του ιδίου Υφυπουργού περί επανεκδόσεως των ανωτέρω τριών ομολογιακών δανείων, για τα οποία καθορίστηκαν οι εξής κωδικοί: ... για τα ομόλογα λήξεως ....2011, ... για τα ομόλογα λήξεως ....2012 και ... για τα ομόλογα λήξεως ....2013.

Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο, αναδέχθηκε τα πιο πάνω προαναφερόμενα χρέη των νοσοκομείων του ΕΣΥ προς τους προμηθευτές τους, τα οποία αυτά αγόρασαν και παρέλαβαν σε εκτέλεση σύμβασης, το περιεχόμενο της οποίας προβλεπόταν από τη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, ώστε το Δημόσιο να υπεισέλθει στη θέση των αρχικών οφειλετών-νοσοκομείων, με αποτέλεσμα τα τελευταία να απαλλαγούν από τη σχετική υποχρέωσή τους για την καταβολή των οικείων χρεών, καθόσον, τόσο από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 27 του ν. 3867/2010 προκύπτει ότι οι οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ για τα έτη 2007 - 2009 εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εκδίδονται από το τελευταίο, όσο και από το περιεχόμενο των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, συνάγεται ότι σκοπός της έκδοσης από το Δημόσιο των ομολογιακών δανείων είναι η απόσβεση των παραπάνω οφειλών τους προς τους προμηθευτές τους με την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στη θέση αυτών και τη χορήγηση των πιο πάνω ομολόγων στους προμηθευτές, αντί καταβολής.

Προκύπτει, επίσης, ότι η υπαγωγή στον παραπάνω νόμο (3867/2010) είχε προαιρετικό και όχι υποχρεωτικό χαρακτήρα, ήτοι, εξαρτάτο από την ελεύθερη βούληση του συμβληθέντος με το νοσοκομείο προμηθευτή, ο οποίος προμηθευτής, επιλέγοντας την υπαγωγή της απαίτησής του κατά του νοσοκομείου στην προβλεπόμενη ρύθμιση, προκειμένου αυτή να εξοφληθεί άμεσα, αποδεχόταν τις ανωτέρω προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό απομειωτικές της αξίας της απαίτησής του συνέπειες.

Προκύπτει, ακόμη, ότι, σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, μόνον ο προμηθευτής έχει τη δυνατότητα να επιλέξει εάν επιθυμεί οι σχετικές απαιτήσεις του να εξοφληθούν με τον τρόπο αυτόν, αποδεχόμενος τις προβλεπόμενες από τον εν λόγω νόμο, απομειωτικές της απαίτησής του συνέπειες, αλλά και την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεών του, ακόμη κι αν οι απαιτήσεις αυτές έχουν εκχωρηθεί σε τρίτον, αφού, αφενός μεν η υπαγωγή στον νόμο αυτόν είχε προαιρετικό και όχι υποχρεωτικό χαρακτήρα, αφετέρου δε διότι ο ως άνω νόμος δεν εξαιρούσε από τη ρύθμισή του τις απαιτήσεις που οι προμηθευτές είχαν εκχωρήσει σε τρίτους, αντιθέτως, προέβλεπε την εξόφληση για το σύνολο αυτών, μετά από αίτηση των δικαιούχων προμηθευτών και μόνον και όχι τρίτων, δικαιούχων αυτών (ΑΠ 1281/2023).

Περαιτέρω, περί τις αρχές του έτους 2012 καταρτίσθηκε, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) η "Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα" (ΣΙΤ) (PSI LM Facility Agreement). Οι λόγοι, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής ήταν, η επιβεβλημένη ανάγκη για μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της Ελλάδος, προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες συνέπειες στην Ελληνική Οικονομία, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα (βλ.

αιτιολ. έκθεση του ν. 4046/2012). Το σχέδιο της Σύμβασης PSI περιλάμβανε τρεις επιμέρους συμβάσεις και δη: α. Τη "Σύμβαση Διευκόλυνσης για τη Διαχείριση Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ)" για τη χρηματοδοτική ενίσχυση, ύψους μέχρι 30 δις ευρώ, β. τη "Σύμβαση Πιστωτικής Ενίσχυσης ΕΚΤ", ύψους μέχρι 35 δις ευρώ, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει την προσφορά επαναγοράς, με την οποία η ΕΚΤ, ενεργώντας, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, προσφέρεται να επαναγοράσει, από εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΟΚΤ) του Συστήματος του ευρώ, ορισμένα κρατικά ομόλογα έκδοσής της και γ.

τη "Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης", ύψους 5,7 δις ευρώ του ΕΤΧΣ προς την Ελλάδα για τη "Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων". Το σχέδιο της συνολικής Σύμβασης επικυρώθηκε με το νόμο 4046/2012 περί "Έγκρισης των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης" και ακολούθησε ο ν. 4050/2012 "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" (Α' 36/ 23.2.2012), με τον οποίο θεσπίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο της ανταλλαγής τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους, οι διατάξεις του οποίου αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουν οποιοσδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας και η εφαρμογή τους δεν γεννά ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νόμου δικαίωμα υπέρ του ομολογιούχου ή επενδυτή ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή εγγυητή τίτλων.

Η ρύθμιση αυτή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, έγινε λόγω "της σοβαρής οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα, της ραγδαίας επιδείνωσης των δημοσίων οικονομικών και της εκτόξευσης του κόστους δανεισμού της σε απαγορευτικά επίπεδα, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της Χώρας από τις διεθνείς αγορές, και τη διόγκωση του δημόσιου χρέους σε πολύ υψηλά επίπεδα, σκοπούν δε στη διασφάλιση μιας ομοιόμορφης και αποτελεσματικής αναδιάταξης του ελληνικού χρέους σε βιώσιμα επίπεδα με τη συμμετοχή των ιδιωτών".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. 1 έως 11 του ν. 4050/2012 εκδόθηκε η ...2012 (...), με την οποία εγκρίθηκε το Σχέδιο της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4060/2012. Η υπ` αριθμόν ....2012 ΠΥΣ όρισε στην παρ. 1 του άρθρου 1 ως ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4050/2012, την 24η Φεβρουαρίου 2012 και καθόρισε τους όρους ανταλλαγής τους με νέους τίτλους έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και με νέους τίτλους (ή ισοδύναμά τους για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών κανονισμών) έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) , ενώ με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου εξουσιοδοτήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΧ) να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012.

Στο Παράρτημα της άνω ...2012 περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισθέντες ως επιλέξιμοι τίτλοι με τα συναφή στοιχεία εκάστου (ISIN) που αρχίζει από GR, διότι πρόκειται περί τίτλων που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ημερομηνία λήξης, τοκομερίδιο και ύψος ανεξόφλητου κεφαλαίου. Ακολούθως, εκδόθηκε από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) η από 24.02.2012 πρόσκληση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους ομολογιούχους για να προσέλθουν στη διαδικασία της ...2012 και να συναινέσουν στην προταθείσα, με την ίδια ΠΥΣ, τροποποίηση τίτλων, μετά δε την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής (από τις 24.02.2012 έως τις 08.03.2012) εκδόθηκε η από 09.03.2012 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 1 ζ` του ν. 4050/2012, "περί συναίνεσης και αποδοχής των ομολογιούχων να τροποποιήσουν και ανταλλάξουν τους επιλέξιμους τίτλους τους", με την οποία βεβαιώθηκε ότι οι ομολογιούχοι συναίνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις.

Το αποτέλεσμα της διαδικασίας, το οποίο βεβαιώθηκε με την ως άνω πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εγκρίθηκε με την ΠΥΣ ....2012, κατ` εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012. Σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 10 του ιδίου νόμου, εκδόθηκε η ....2012 Πράξη του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β`682), με την οποία εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου (20 σειρές ομολόγων συνολικής ονομαστικής αξίας 55.834.421.425 ευρώ και λήξης από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, καθώς και μια σειρά τίτλων ΑΕΠ συνολικού λογιζόμενου ποσού 55.834.421.400 ευρώ και λήξης το έτος 2042), που μαζί με τους τίτλους έκδοσης του ΕΤΧΣ χορηγήθηκαν για την αντικατάσταση των χαρακτηρισθέντων ως επιλέξιμων τίτλων, η έκδοση των οποίων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και επόμενα του ν. 2198/1994 (ΑΓ 43), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 15 παρ. 8 του ν. 2469/1997 (Α` 67).

Με την παραπάνω διαδικασία, η Ελληνική Δημοκρατία, διά του ΟΔΔΧ και, μέσω ηλεκτρονικής πρόσκλησης, κάλεσε τους ομολογιούχους των Επιλέξιμων Τίτλων, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των σχετικών προσκλήσεων είτε να συναινέσουν στις προϋποθέσεις των Επιλέξιμων Τίτλων είτε να απορρίψουν τις προταθείσες τροποποιήσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, η, δε, ανταλλαγή ή το επικαλούμενο "κούρεμα" προέβλεπε, για κάθε 1.000,00 ευρώ ανταλλάξιμων τίτλων να λάβουν οι ομολογιούχοι: 315,00 ευρώ σε νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (διαφόρων σειρών, επιτοκίων και λήξεων έως το έτος 2042), 315,00 ευρώ σε τίτλους λογιζόμενου ποσού, η απόδοση των οποίων θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ("τίτλοι ΑΕΠ"), 150,00 ευρώ Ομόλογα Πληρωμής PSI, εκδόσεως του ΕΤΧΣ και καταβολή δεδουλευμένων τόκων μέχρι 24.02.2012 από την Ελληνική Δημοκρατία.

Από το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο όλων των Επιλέξιμων Τίτλων, ποσού 177.218.697.615,45 ευρώ, επετεύχθη η απαιτούμενη απαρτία, αφού συμμετείχαν, ψηφίζοντας είτε υπέρ είτε κατά, ομολογιούχοι με ανεξόφλητο Κεφάλαιο 16...50.946.065,54 ευρώ, δηλαδή, ποσοστό 91,05% (δηλ. ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, που εξασφάλισε την ύπαρξη απαρτίας), ενώ, επιτεύχθηκε η λήψη απόφασης με την απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία, αφού απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ.

Ακόμη, συνήνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 52.042.932.772,40 ευρώ, δηλαδή ποσοστό 94,23%, το οποίο υπερβαίνει τα προβλεπόμενα και απαιτούμενα 2/3 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ, παράλληλα, προβλεπόταν και η προϋπόθεση υπάρξεως ελάχιστης συμμετοχής του 90% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου.

Στην πραγματικότητα, όμως, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων, που είτε ρητά αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δεν συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751.549,91 ευρώ) και, άρα, αρνήθηκαν σιωπηρώς την ανταλλαγή, ανήλθε σε ...75.764.843,05 ευρώ ή ποσοστό 14,2%. Ωστόσο, προϋπόθεση, για την εκταμίευση του ανώτατου ποσού χρηματοδοτήσεων με βάση τη Σύμβαση, ήταν, η αποδοχή των ομολογιούχων να είναι καθολική, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι ρήτρες συλλογικής δράσης, οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τους μη συμμετέχοντες ή ρητώς μη συναινέσαντες ομολογιούχους, που εξέφραζαν ποσοστό 14,2% του συνολικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το ποσοστό της "φαινομενικής" αποδοχής να είναι 100%.

Συμπερασματικά, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαχρονικά αναδιάρθρωση κρατικού χρέους, στην οποία συμπεριελήφθησαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτοχρόνως, δε, η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950. Η σύμβαση του PSI εφαρμόσθηκε σε όλους τους κατόχους επιλέξιμων τίτλων και δη σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, που ήταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, κάτοχοι ομολογιακών τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους έκδοσης του ίδιου του Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας (ΑΠ 1281/2023, ΣτΕ 1095/2016, ΣτΕ 1116/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 419 του ΑΚ προκύπτει ότι, για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής, απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίδεται αντί καταβολής, συνάμα δε, να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίδεται αντί της οφειλομένης. Ειδικότερα, κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 του ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή, ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή, η ενοχή του αποσβέννυται (άρθρο 416 ΑΚ). Εάν, όμως, ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο, αντί του οφειλομένου (άρθρο 419 του ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη αυτή παροχή, η ενοχή αποσβέννυται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή. Με την πιο πάνω αποδοχή του δανειστή, συνάπτεται επαχθής καταβολή, άλλης, αντί της οφειλόμενης παροχής, η οποία σύμβαση και εκτελείται, ταυτοχρόνως, με την παράδοση του -αντί καταβολής- διδόμενου. Αντικείμενο της δόσης αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλομένης, δηλαδή, δύναται να συνίσταται στην οιαδήποτε προσπόριση αγαθού και, επομένως, αντί των οφειλόμενων χρημάτων, μπορεί να δοθεί πράγμα, κινητό ή ακίνητο (ΑΠ 653/2022, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 66/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, της με αριθμό ....2010 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και των άρθρων 455 έως 462 και 419 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα προμηθεύτρια υπέβαλε αίτηση για υπαγωγή των απαιτήσεων στον Ν. 3867/2010 και ότι τα επίδικα ομόλογα δόθηκαν στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής και, ως εκ τούτου, η τελευταία δεν είχε υποχρέωση να πιστώσει τον τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό με την αξία των ομολόγων που έλαβε για την εξόφληση των τιμολογίων κατά τον χρόνο λήψης αυτών, αλλά μόνο κατά τη λήξη τους, ήτοι στις 22-12-2011, 22-12-2012 και 22-12-2013 και εφόσον είχε εισπράξει την αξία αυτών σε μετρητά, με συνέπεια να μην έχει αποσβεστεί η οφειλή της αναιρεσείουσας προμηθεύτριας προς την αναιρεσίβλητη πράκτορα, που προέκυψε από τον τηρούμενο μεταξύ τους αλληλόχρεο λογαριασμό.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, της με αριθμό ....2010 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και των άρθρων 455 έως 462, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 419 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά α) οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας προμηθεύτριας έναντι των δημοσίων νοσοκομείων, που εκχωρήθηκαν στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", δυνάμει της επίδικης σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, αφορούσαν πωλήσεις (τιμολόγια) των ετών 2007, 2008 και 2009, β) με βάση τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010 μόνον η αναιρεσείουσα προμηθεύτρια είχε τη δυνατότητα να επιλέξει, αν επιθυμούσε, οι αντίστοιχες απαιτήσεις της να εξοφληθούν με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ακόμη και αν οι σχετικές απαιτήσεις είχαν εκχωρηθεί σε τρίτους και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα υπέβαλε την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά για την υπαγωγή των επίδικων απαιτήσεων στο νόμο αυτό, χωρίς τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβάλλει οποιαδήποτε εναντίωση, καθώς, μόνον η αναιρεσείουσα νομιμοποιείτο αποκλειστικά προς τούτο, γ) κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 της ΥΑ 2/67498/0020/2010, τα ομόλογα που αφορούσαν τις απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες είχαν εκχωρηθεί στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εκδόθηκαν με δικαιούχο την τελευταία και παραδόθηκαν σ' αυτήν, δ) η δόση των ομολόγων επέφερε άμεση απόσβεση της ενοχής μεταξύ της αναιρεσείουσας προμηθεύτριας και των οφειλετών της δημόσιων νοσοκομείων και όχι της ενοχής της αναιρεσείουσας προμηθεύτριας έναντι της πράκτορα Τράπεζας, καθόσον με την επίδικη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είχε προβλεφθεί η εξόφληση των απαιτήσεων που εκχωρήθηκαν μόνο με την πραγματική καταβολή του τιμήματος από τους οφειλέτες και όχι η εξόφληση αυτών με την παράδοση ομολόγων, όπως, επίσης, είχε προβλεφθεί με τον υπ' αριθμ. 3.05 όρο της σύμβασης ότι αξιόγραφα για τις εκχωρούμενες απαιτήσεις θα δίνονταν πάντα χάριν και όχι αντί καταβολής, ενώ περαιτέρω δεν υπήρξε ειδική συμφωνία των συμβαλλόμενων μετά την έκδοση και λήψη των ομολόγων, από την οποία να προκύπτει ότι η δόση των ομολόγων αποσβένει την ενοχή από τα τιμολόγια, όπως απαιτείται για να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ, αντιθέτως δε, ενώ τα ανωτέρω ομόλογα είχαν παραδοθεί στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και δεν είχε ακόμη πιστωθεί η αξία τους στο λογαριασμό της αναιρεσείουσας, η τελευταία στις 4-4-2011 προέβη σε αναγνώριση του χρέους της προς την Τράπεζα, ύψους 5.156.707,21 ευρώ, όπως αυτό προέκυπτε στις 31-3-2011, ε) η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας για τις οφειλές από τα εκδοθέντα τιμολόγια για το έτος 2007 έλαβε ομόλογα ετήσιας διάρκειας, συνολικής αξίας 1.218.295,56 ευρώ και λήξης στις 22-12-2011, για τις οφειλές από τα εκδοθέντα τιμολόγια για το έτος 2008 έλαβε ομόλογα διετούς διάρκειας, συνολικής αξίας 3.631.799,89 ευρώ και λήξης στις 22-12-2012 και για τις οφειλές από τα εκδοθέντα τιμολόγια για το έτος 2009, έλαβε ομόλογα τριετούς διάρκειας, συνολικής αξίας 149.828,85 ευρώ και λήξης στις 22-12-2013, στ) η Τράπεζα κατά την λήξη των ομολόγων που δόθηκαν για τις οφειλές του έτους 2007, ήτοι στις 22-12-2011, εισέπραξε την αξία αυτών και, τηρώντας τα συμφωνηθέντα, πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό (1.218.295,56 ευρώ) τον λογαριασμό της αναιρεσείουσας προμηθεύτριας, ζ) όμως μετά την ανταλλαγή των ομολόγων των ετών 2008 και 2009, συνολικής αξίας 3.781.628,74 ευρώ, με νέα μειωμένης αξίας και μακράς διάρκειας ομόλογα, ως συνέπεια της απομείωσης (κουρέματος) αυτών από το Ελληνικό Δημόσιο και της εφαρμογής του PSI, η Τράπεζα προέβη στη ρευστοποίηση τους και στη πίστωση μόνο του ποσού που αποκόμισε από τη ρευστοποίηση αυτή, ύψους 282.900 ευρώ, στον λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης που τηρείτο για την αναιρεσείουσα και ορθά δεν πίστωσε τον λογαριασμό της τελευταίας με την αξία των ομολόγων που αφορούσαν τα τιμολόγια των ετών 2008 και 2009, καθώς δεν είχε λάβει χώρα πραγματική εξόφλησή τους κατά τη λήξη τους, ήτοι στις 22-12-2012 και 22-12-2013, αντίστοιχα και δεν είχε εισπράξει τα ανωτέρω ποσά, κατά τα συμφωνηθέντα, με συνέπεια να υφίσταται οφειλή της αναιρεσείουσας προμηθεύτριας προς την Τράπεζα.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτούς, υπό την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-2-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1454/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ