Legislator Case Law & Legislation
48/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Hague Convention custody order, upholding lower court's findings of risk to child.

Case Number 48/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's custody order, which sought the return of a minor child to Hawaii. The appellant argued the child faced severe psychological harm if returned, while the respondent maintained the child's best interests were served by staying in Greece. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning based on common experience and sufficient evidence, thereby upholding the original custody decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a custody order under the Hague Convention is inadmissible if the lower court's decision is based on common experience and lacks factual contradictions.

Keywords

AI generated
Hague Convention custody best interests of child psychological harm assessment common experience evidence Supreme Court appeal custody order enforcement international child abduction

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 and 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 699 of the Code of Civil Procedure
Article 13b of the Convention of 25 October 1980
Article 559 paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 48 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 48/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ά. Π. (A. P.) του Π. (P.), κατοίκου … ΗΠΑ. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ν. του Β., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ροκάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4250/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2352/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03-09-2019 αίτησή του και τον από 14-09-2020 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους από 14-09-2020 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ΚΠολΔ, υπ' αριθ. 2352/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε από ουσιαστικής πλευράς τις από 01-08-2018 και 14-10-2018 αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα και εξαφάνισε την υπ' αριθ.4250/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 02-02-2018 αίτηση του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός, ισχυριζόμενος ότι η αντίδικος του κατακρατεί παράνομα στην Ελλάδα το κοινό ανήλικο τέκνο τους, επί του οποίου έχει και ο ίδιος αναγνωρισμένο δικαίωμα επιμέλειας, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να επιστρέψει το ανήλικο τέκνο στον τόπο της συνήθους διαμονής του, στην Χαβάη.

Αντίθετα, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αίτηση. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις που, για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης, παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, χωρίς να πρόκειται κατά τα λοιπά για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 21/2002, ΟλΑΠ 22/2002), όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τέμνεται οριστικά διαφορά από απαγωγή παιδιού κατά τους όρους της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης «για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών», που κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το ν. 2102/1992 (ΑΠ 518/2015, ΑΠ 1857/2011).

Κατά το άρθρο 12 παρ.1 της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης «για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών» (κυρωτικός ν.2102/1992), εφόσον ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα, κατά τα προαναφερθέντα και από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του μέχρι το χρόνο κατάθεσης (κατά το άρθρο 8 της Σύμβασης) της αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του.

Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, ακόμη και αν η δικαστική ή διοικητική αρχή επιλήφθηκε μετά την πάροδο του άνω χρονικού διαστήματος του ενός έτους, οφείλει ομοίως να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εκτός αν αποδειχθεί ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 της ίδιας Διεθνούς Σύμβασης, η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί, σε κάθε περίπτωση, ακόμη δηλαδή και αν δεν είχε παρέλθει έτος από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση μέχρι την υποβολή της αίτησης, να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού, εφόσον αποδεικνύεται πλην άλλων:

α)ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτή ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει με οποιονδήποτε τρόπο σε μία αφόρητη κατάσταση.

Εκτός δηλαδή, από την προβλεπόμενη με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 δυνατότητα εξαίρεσης στην επιστροφή του παιδιού, αν αποδειχθεί, ότι αυτό έχει προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, η οποία όμως ισχύει μόνο για την περίπτωση που δεν είχε παρέλθει έτος, κατά τα προαναφερθέντα, με τη διάταξη του άρθρου 13 της Διεθνούς αυτής Σύμβασης, προβλέπεται δυνατότητα η δικαστική αρχή να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού σε κάθε περίπτωση, εάν (μεταξύ άλλων) αποδειχθεί, στο πλαίσιο ένστασης καταλυτικής της αξίωσης του αιτούντος την επιστροφή του παιδιού, είτε:

α) ότι ο τελευταίος δεν ασκούσε ουσιαστικά την επιμέλειά του κατά την μετακίνηση ή κατακράτηση, με την έννοια ότι, (εφόσον κατά το άρθρο 5 της ίδιας Σύμβασης, το δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του), δεν ενδιαφερόταν για την φροντίδα του παιδιού για κάποιους ιδιαίτερους λόγους ή β) ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της επιστροφής πλέον του παιδιού, έχει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την τάση μετά σφοδρής πιθανότητας και κατά τη κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου, να εκθέσει το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση, να επιφέρει δηλαδή τα αποδοκιμαζόμενα από τη Σύμβαση αποτελέσματα (ΑΠ 1030/2017, ΑΠ 916/2010, ΑΠ 63/2001).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1030/2017, ΑΠ 74/2016).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέσθηκε σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται από το νόμο πλήρης απόδειξη, αφού στην περίπτωση αυτή δέχεται ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 1470/2017, ΑΠ 317/2016, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 1857/2011). Εξάλλου, ναι μεν στις υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα αρκεί κατά τη διάταξη του άρθρου 690 παρ. 1 ΚΠολΔ η πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή μικρότερος βαθμός δικανικής πεποίθησης ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 287/2016), όμως ειδικά στις υποθέσεις απαγωγής παιδιού απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση για την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης επιστροφής του, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τις ρυθμίσεις των άρθρων 12,14 και 15 της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης, που καθιερώνουν σε ειδικότερα θέματα την ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 317/2016, ΑΠ 1857/2011).

[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:

«|Ο αιτών (ήδη αναιρεσείων) που είναι υπήκοος των ΗΠΑ και κάτοικος Χαβάης και η καθ' ης (ήδη αναιρεσίβλητη) που είναι Ελληνίδα υπήκοος και κάτοικος ... Αττικής συνήψαν γνωριμία τον Οκτώβριο του 2012 μέσω του διαδικτύου και διατηρούσαν έκτοτε μέσω αυτού επαφή. Από τις ερωτικές σχέσεις που συνήψαν οι διάδικοι το Σεπτέμβριο του 2014 που ο αιτών επισκέφθηκε για διακοπές την Ελλάδα η καθ' ης έμεινε έγκυος.

Μετά ταύτα ο αιτών επέστρεψε στην Ελλάδα την 16-04-2015 και τέλεσε πολιτικό γάμο με την καθ' ης στην ... της Κύπρου την 14-05-2015. Το κοινό τέκνο των διαδίκων γεννήθηκε στο ... Αττικής την 23-06-2015, ονομάσθηκε ... και έχει διπλή υπηκοότητα, ελληνική και αμερικανική. Μέχρι την μετοίκησή τους στη Χαβάη κατόπιν συναπόφασης στις 28-06-2016 οι διάδικοι με το τέκνο τους κατοικούσαν στην οικία της καθ' ης στη ...

Αττικής επί της οδού ... . Ωστόσο κατά τη διάρκεια της παραμονής των διαδίκων στη Χαβάη ανεφύησαν μεταξύ τους διαφωνίες με αφορμή διάφορα ζητήματα της καθημερινότητας αλλά και ουσιωδέστερα αναγόμενα και στην ασυμφωνία των προσωπικοτήτων εκάστου και δη ως προς την ανατροφή του κοινού τέκνου, την οικονομική συμβολή καθενός στις οικογενειακές δαπάνες, τη δυνατότητα ή μη εργασιακής απασχόλησης της καθ'ης, την επιλογή απομονωμένων κατοικιών προς μίσθωση και σε μακρυνή απόσταση από την αντίστοιχη πόλη, την αγορά οχήματος, με συνέπεια η τελευταία, διαπιστώνοντας ότι δεν πληρούνται οι προσδοκίες της σε σχέση με την καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής στη Χαβάη, να αρχίσει ήδη από το Δεκέμβριο του ίδιου ως άνω χρόνου να σκέφτεται την επιστροφή τους στην Ελλάδα.

Η καθ' ής δεν απέκτησε μόνιμη εργασιακή δραστηριότητα στη Χαβάη και απασχολούνταν κυρίως με τη φροντίδα του κοινού τέκνου, ενώ ο αιτών είχε πολύωρη εργασιακή απασχόληση ως μάγειρας σε εστιατόρια απομακρυσμένα από τον τόπο κατοικίας τους. Τους αντιδίκους επισκέφθηκαν μία φορά για λίγες ημέρες η μητέρα του αιτούντος που ζει και εργάζεται στο ...

των Η.Π.Α (όπως και τα αδέλφια του), καθώς και η μητέρα της καθ' ης από την Ελλάδα που έμεινε μαζί τους δύο μήνες περίπου. Οι επαφές τους περιορίζονταν σε περιστασιακές συναντήσεις με τις φίλες του αιτούντος ... και κυρίως με την ... που είχε μικρά παιδιά για να συναναστρέφεται ο ανήλικος ... .

Στις 21-08-2017 η καθ'ης επικαλούμενη την άσκηση εκ μέρους του αιτούντος σωματικής και ψυχολογικής βίας τόσο σε βάρος της στις 08-08-2017 και 18-08-2017 (για το δεύτερο περιστατικό προσκόμισε και την από 19-08-2017 καταγγελία στο οικείο αστυνομικό τμήμα, την με ίδια ημερομηνία ιατρική γνωμάτευση από το ιατρικό κέντρο ...

της Χαβάης και φωτογραφίες της με σημάδι στο αριστερό κάτω χείλος), όσο και σε βάρος του κοινού τέκνου στις 20-08-2017 (χωρίς ωστόσο να προσκομίζει και σχετική ιατρική γνωμάτευση παρά μόνο δύο φωτογραφίες με άγνωστη ημερομηνία λήψης) υπέβαλε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου της Γ' Περιφέρειας Χαβάης αίτηση για διαταγή προστασίας κατά του αιτούντος.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την από 22-08-2017 προσωρινή περιοριστική εντολή με την οποίαν απαγόρευσε στον αιτούντα να προσεγγίζει την ίδια, το τέκνο τους και την οικογενειακή κατοικία μέχρι την 05-09-2017. Μετά ταύτα η καθ' ης την επομένη ημέρα (06-09-2017) παρέλαβε το ανήλικο τέκνο τους και χωρίς να ενημερώσει τον αιτούντα αναχώρησε με αυτό για την Ελλάδα όπου αφίχθη στις 07-09-2017.

Έκτοτε και μέχρι την κατάθεση αλλά και τη συζήτηση της ένδικης αίτησης το τέκνο (που ήδη φοιτά σε παιδικό σταθμό αναπτύσσοντας φιλικό περιβάλλον με συνομηλίκους του και μαθαίνει την ελληνική γλώσσα) συμβιώνει με την καθ' ης μητέρα του (που δεν εργάζεται και αποκλειστικά ασχολείται με τη φροντίδα του ) στο διαμέρισμά της επί της οδού ...

στη ... Αττικής, συντηρούνται δε από το εκ μισθωμάτων εισόδημα της καθ' ης και την οικονομική συνδρομή της μητέρας της που διαμένει μαζί τους.

Η μετακίνηση του τέκνου από τις Η.Π.Α. στην Ελλάδα εκ μέρους της καθ' ής είναι παράνομη (άρθρο 3 της Σύμβασης της Χάγης), καθόσον: α) έγινε κατά παράβαση του δικαιώματος επιμέλειας του αιτούντος που αναγνωρίζεται από κοινού με την καθ' ης από το δίκαιο της πολιτείας της Χαβάης (προσκομιζόμενο σε μετάφραση από τον αιτούντα), δηλαδή το δίκαιο του κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την ως άνω μετακίνησή του υπό την έννοια της αποδειχθείσας προθέσεως των γονέων του να εγκατασταθούν στο συγκεκριμένο κράτος με την υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων και δη τη μετοίκηση της οικογένειας των διαδίκων από την Ελλάδα, τη μεταφορά οικοσκευής, τη μίσθωση κατοικίας και αγορά αυτοκινήτου στη Χαβάη και β) ο αιτών ασκούσε πραγματικά το δικαίωμα επιμέλειας από κοινού με την καθ'ης κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο καθόσον αποδείχθηκε ότι το ανήλικο τέκνο ζούσε μαζί και με τους δύο γονείς του από τη γέννησή του μέχρι την κατά τα ανωτέρω μετακίνησή του στην Ελλάδα, ο δε χρόνος που διέρρευσε από την παράνομη αυτή μετακίνηση και εν συνεχεία παρακράτησή του από τη μητέρα του (06-09-2017) μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (02-02-2018) είναι μικρότερος του έτους.

Ωστόσο υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού στη Χαβάη να το εκθέσει σε ψυχική δοκιμασία και να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση. Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα η καθ' ης διαμένει στην ως άνω ιδιόκτητη κατοικία της ασχολούμενη αποκλειστικά με την ανατροφή και εκπαίδευση του τέκνου που είναι περίπου 4 ετών και με το οποίο έχει αναπτύξει στενό ψυχικό δεσμό μη αποδειχθέντος του ισχυρισμού του αιτούντος ότι η καθ' ης είναι ασταθής ψυχικά και συναισθηματικά.

Το ανήλικο ήδη φοιτά σε παιδικό σταθμό όπου έχει αναπτύξει αυτόνομο κοινωνικό περιβάλλον με τους συνομηλίκους του με τους οποίους συνεννοείται στην ελληνική γλώσσα, ενώ απολαμβάνει την ψυχική και οικονομική στήριξη της μητέρας της καθ' ης με την οποίαν συγκατοικούν αλλά και των συγγενών και φίλων της οικογένειας που το περιβάλλουν με στοργή και αγάπη και διατηρεί μαζί τους άριστες σχέσεις.

Αντίθετα το γεγονός της επανόδου του παιδιού στη Χαβάη απ'όπου έφυγε μαζί με τη μητέρα του στην ηλικία μόλις των 2 ετών θα επιφέρει αρνητικές επιδράσεις και θα επηρεάσει την ψυχοκοινωνική του κατάσταση και την πνευματική του ισορροπία καθώς με σφοδρή πιθανότητα και υπό τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά την κρίση του λογικού και επιμελούς ανθρώπου θα είναι αδύνατον να προσαρμοστεί στο εκεί περιβάλλον, αποκοπτόμενο από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο και το σχολικό του περιβάλλον στην Ελλάδα όπου η ενσωμάτωση και προσαρμογή είναι πλήρης.

Και τούτο διότι θα βρεθεί παρά την ιδιαίτερα μικρή του ηλικία χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από τη μητέρα του με την οποίαν είναι στενά συνδεδεμένο, απομονωμένο σε μία χώρα με την οποίαν ο μοναδικός δεσμός που είχε αναπτύξει προηγουμένως ήταν εκείνος με τους γονείς του (δηλαδή το στενό άμεσο οικογενειακό περιβάλλον που έχει πλέον διαρραγεί λόγω του χωρισμού των γονιών του), χωρίς την ύπαρξη οργανωμένης καθημερινότητας και σταθερού περιβάλλοντος, καθώς ο αιτών πατέρας του μεταβάλλει συχνά τόπο κατοικίας και εργασίας αλλά και με παντελή έλλειψη κατάλληλου για την ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου υποστηρικτικού περιβάλλοντος (συγγενικού, φιλικού κοινωνικού) [...].

Τα περί "μετακίνησης" της μητέρας του από τη μακρυνή πολιτεία του ... (στην ηπειρωτική χώρα των Η.Π.Α) όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα για να τον "συνδράμει" στη φροντίδα του παιδιού ουδόλως γίνονται πιστευτά ενώ το περιστατικό βιαιοπραγίας σε βάρος της καθ' ης κατά τη διάρκεια της συμβίωσης στο νησί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν υποδηλώνει άτομο με έλλειψη ψυχραιμίας και ευεπίφορο για δυσμενή συμπεριφορά και σε βάρος του τέκνου σε περίπτωση εκδήλωσης συναισθημάτων οργής-θυμού.

Τέλος τυχόν ανάθεση της εποπτείας και της φροντίδας του κατά τις ώρες εργασίας του σε τυχαία και άγνωστα στο παιδί πρόσωπα θα επιφέρει κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας ισχυρό πλήγμα στην ψυχική του υγεία, το παιδί θα το βιώσει με βεβαιότητα ως εγκατάλειψη (απόρριψη) και εντεύθεν ως ψυχική κακοποίηση και θα του προκαλέσει αισθήματα άγχους και ανασφάλειας με περαιτέρω δυσμενή επίδραση στη μετέπειτα εξέλιξή του.

Ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού στη Χαβάη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς που έκρινε ότι το τέκνο δεν είχε αποκτήσει συνήθη διαμονή ούτε στη Χαβάη ούτε στην Ελλάδα, ότι δεν έχει ενσωματωθεί στο περιβάλλον της μιας ή της άλλης χώρας λόγω της μικρής του ηλικίας και της σύντομης εναλλαγής των τόπων παραμονής και πως αν επιστρέψει στη Χαβάη υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να εκτεθεί σε φυσική και ψυχική δοκιμασία, αποφάσισε στη συνέχεια ότι το συμφέρον του επιβάλλει να καθορισθεί ως τόπος διαμονής του η Ελλάδα με εξαίρεση τις διακοπές του θέρους, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς που όρισε ότι το τέκνο θα παραδίδεται στον αιτούντα πατέρα του και θα διαμένει μαζί του στη Χαβάη, εσφαλμένα τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα εκτίμησε όπως βάσιμα παραπονείται με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της η καθ' ης που πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν.

Επίσης πρέπει να γίνει δεκτή και η έφεση του αιτούντος κατά παραδοχή ως βασίμου του α' της λόγου και τούτο διότι μέχρι τη μετακίνησή του από την καθ'ης μητέρα του στην Ελλάδα ο τόπος συνήθους διαμονής του ήταν η Χαβάη. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να μην συνιστά τον συνήθη τόπο διαμονής του καθόσον αποδείχθηκε κατά τα προεκτεθέντα ότι η εγκατάστασή τους στο νησί της Χαβάης έγινε από τους γονείς του που συμβίωναν σε νόμιμο γάμο και ασκούσαν από κοινού την επιμέλεια του νηπίου κατόπιν συναπόφασης για μετοικεσία στη συγκεκριμένη αμερικανική πολιτεία από την Ελλάδα όπου το τέκνο είχε γεννηθεί.

Μετά ταύτα πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανιστεί, να κριθεί εκ νέου η ένδικη αίτηση και να απορριφθεί αυτή κατ' ουσίαν γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της καθ'ης από το άρθρο 13β' της Σύμβασης της Χάγης|».

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, αφού έκανε δεκτές τις εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έκρινε ότι το συμφέρον του επιβάλλει να καθορισθεί ως τόπος διαμονής του η Ελλάδα με εξαίρεση τις διακοπές του θέρους, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, κατά παραδοχή από ουσιαστικής άποψης της από το άρθρο 13β της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης ένστασης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αίτηση.

Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι, δικαιολογείται, σύμφωνα με το άρθρο 13β της ανωτέρω Σύμβασης, η μη επιστροφή του ανηλίκου από την Ελλάδα όπου, εγκαταστάθηκε από τον Σεπτέμβριο του 1997 αλλά με αυθαίρετη και παράνομη ενέργεια της μητέρας του, στη Χαβάη, καθόσον στην αντίθετη περίπτωση υφίστατο σοβαρός κίνδυνος να εκτεθεί σε ψυχική δοκιμασία και να περιαχθεί σε αφόρητη κατάσταση.

Όπως έκρινε το Εφετείο προσδιόρισε την αόριστη νομική έννοια του σοβαρού κινδύνου, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13β της ως άνω Σύμβασης, στη μεγάλη πιθανότητα αδυναμίας προσαρμογής του ανηλίκου στο άγνωστο περιβάλλον της Χαβάης, συνεπεία της αιφνίδιας απομάκρυνσης από την Ελλάδα, όπου βρίσκεται από την ηλικία των δύο ετών συνεχώς, την απώλεια επαφής από τη μητέρα του, που μέχρι τώρα απασχολείται αποκλειστικά με την ανατροφή και εκπαίδευσή του, έχοντας αναπτύξει στενό ψυχικό δεσμό με αυτό, αλλά και την αλλαγή του περιβάλλοντος, στο οποίο έχει πλήρως προσαρμοστεί, σε συνδυασμό με την ανάγκη προσαρμογής του σε μια νέα άγνωστη χώρα, χωρίς την ύπαρξη οργανωμένης καθημερινότητας και σταθερού περιβάλλοντος, καθώς ο πατέρας του μεταβάλλει συχνά τόπο κατοικίας και εργασίας, αλλά και με παντελή έλλειψη κατάλληλου για τη ψυχοπνευματική του ανάπτυξη περιβάλλοντος.

Επομένως, ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ανωτέρω διάταξη, και απέρριψε την αίτηση.

Συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια του κινδύνου και άρα εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 13β της Σύμβασης της Χάγης, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, υπό τα παραπάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το σαφώς επίσης διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των ως άνω γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου της ως άνω διάταξης του άρθρου 13β της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης, την οποία και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υφίσταται αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί άσκησης σωματικής βίας σε βάρος του ανηλίκου στις 20-08-2017 από τον αναιρεσείοντα μεταξύ της παραδοχής " χωρίς να προσκομίζει και σχετική ιατρική γνωμάτευση παρά μόνο δύο φωτογραφίες με άγνωστη ημερομηνία λήψης" και αυτής "ενώ το περιστατικό βιαιοπραγίας σε βάρος της καθ'ης κατά τη διάρκεια της συμβίωσης στο νησί [...] υποδηλώνει άτομο με έλλειψη ψυχραιμίας και ευεπίφορο για δυσμενή συμπεριφορά και σε βάρος του τέκνου σε περίπτωση εκδήλωσης συναισθημάτων οργής-θυμού", διότι η αναφορά αυτή ενέχει κρίση για το χαρακτήρα του αναιρεσείοντος. Επομένως, ίδιος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Τέλος τα προεκτεθέντα κρίσιμα περιστατικά της υπάρξεως σοβαρού κινδύνου ψυχικής δοκιμασίας και περιαγωγής σε αφόρητη κατάσταση του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, προκύπτουν, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, από το σύνολο των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, σημειουμένου ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση « [...] το γεγονός της επανόδου του παιδιού στη Χαβάη απ'όπου έφυγε μαζί με τη μητέρα του στην ηλικία μόλις των 2 ετών θα επιφέρει αρνητικές επιδράσεις και θα επηρεάσει την ψυχοκοινωνική του κατάσταση και την πνευματική του ισορροπία καθώς με σφοδρή πιθανότητα και υπό τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά την κρίση του λογικού και επιμελούς ανθρώπου θα είναι αδύνατον να προσαρμοστεί στο εκεί περιβάλλον [...]» εκφέρεται ως αποδεικτικό επιχείρημα από τα διδάγματα της κοινής πείρας και, συνεπώς, η αιτίαση ότι το Εφετείο αποφάνθηκε βάσει πιθανολογήσεως, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμη. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή τους παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-09-2019 αίτηση και τους από 14-09-2020 πρόσθετους λόγους του A. (Ά.) P. (Π.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2352/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ