Legislator Case Law & Legislation
48/2020 AI generated

48/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 48/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

48/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη δικάσιμο αυτή όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
incorporation of a new company transfer of businesses incorporation doctrine taking up gainful employment independent gainful contractor single economic entity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 48 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 48/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ζ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία " ... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.

Εκδόθηκαν η 31/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 196/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με το προσήκοντα τρόπο, σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση, την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ...11.7.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Κ. Σ. ότι η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 196/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι προς τον σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στην γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου … την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία η άνω αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί, (αρθρ. 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ.

α, 128 παρ. 1-3, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1 και 2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ η απόφαση είναι αναιρετέα "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα, ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009, ΑΠ 1518/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18.7.1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.

Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".

Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ' αυτή εκδόθηκε το 178/2002 Π.Δ. Κατά τι διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ω μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.

Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων.

Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτό προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.

Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 Π.Δ. 572/1988 και Π.Δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορά (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1850/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... Α.Ε. στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε κατά τη τουριστική περίοδο του 2007 η πρώτη εναγομένη της οποίας ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής είναι ο δεύτερος εναγόμενος (και οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), προσλήφθηκαν με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ο πρώτος εξ αυτών την 1-3-2003 και η δεύτερη την 1-5-2006 για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα του νυχτερινού υπαλλήλου υποδοχής ο πρώτος και της υπαλλήλου υποδοχής η δεύτερη στο εποχιακής λειτουργίας τουριστικό συγκρότημα της που βρίσκεται στη ...

και λειτουργεί με το διακριτικό τίτλο .... Ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη πρώτη εναγομένη μέχρι το τέλος της τουριστικής περιόδου του 2009 και μετά τη λήξη της άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επαναπρόσληψης τους, δηλώνοντας σ' αυτή ότι επιθυμούν να εργαστούν στην επιχείρηση της και την επόμενη τουριστική περίοδο.

Στη συνέχεια εκθέτουν ότι η πρώτη εναγομένη αρνήθηκε να παραλάβει τις αιτήσεις επαναπρόσληψης και τους γνωστοποίησε ότι από το Νοέμβριο του 2009 είχε ήδη μεταβιβάσει το άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα στη Τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει πλέον αυτή, η οποία θα αναλάμβανε την εκμετάλλευση του συγκεκριμένου ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Ότι η τρίτη εναγομένη (αναιρεσίβλητη), η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση ξενοδοχείων και συγκεκριμένα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος που λειτουργεί με το διακριτικό τίτλο ..., το οποίο ευρίσκεται στην ίδια περιοχή με το ξενοδοχείο ..., από τον Απρίλιο του 2010 χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της επιχείρησης της το ξενοδοχειακό συγκρότημα ..., το οποίο λειτουργεί με τον ίδιο διακριτικό τίτλο.

Ότι η τελευταία (τρίτη εναγομένη) δήλωσε ότι δεν υπέχει καμιά υποχρέωση επαναπρόσληψης, αφού αγόρασε μόνο το οίκημα και όχι την επιχείρηση. Ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά σιωπηρή καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και κατόπιν αυτού οι ενάγοντες ζητούν, κυρίως κατά τις διατάξεις του πδ. 178/2002 και επικουρικά κατά τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 26.765,87ευρώ, και στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 14.598,52ευρώ, που αφορά διαφορές αποδοχών, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, αποζημίωση για την παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, για υπερωρίες, νυχτερινά, αποδοχές αδείας και επιδομάτων αδείας, δώρα Χριστουγέννων, έξοδα μεταφοράς των ετών 2007, 2008 και 2009, και αποζημίωση απολύσεως, όπως τα μερικότερα κονδύλια αναλύονται στην αγωγή.

Τα παραπάνω ποσά ζητούν με το νόμιμο τόκο από τη καθυστέρηση καταβολής κάθε κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 31/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η οποία: α) απέρριψε τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως μη νόμιμη, όσον αφορά τις αξιώσεις από νομίμως παρεχόμενη εργασία, β) απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, ως απαράδεκτη γ) έκρινε αυτή κατά τα λοιπά νόμιμη και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τη τρίτη εναγομένη να καταβάλει στο πρώτο ενάγοντα το ποσό των 26.765,87 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 14.598,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά περίπτωση.

Επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκ μέρους της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εξεδόθη η προσβαλλόμενη με την παρούσα αίτηση αναίρεσης απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία κρίθηκε αόριστη η ένδικη αγωγή τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την πρώτη επικουρική βάση της, δηλαδή την θεμελιούμενη στην διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, κατόπιν αυτού δε το Εφετείο αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "....Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ως προς τη νομιμοποίηση της τρίτης εναγομένης - εκκαλούσας αναφέρουν ότι η εργοδότρια τους πρώτη εναγομένη η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη αρνήθηκε να παραλάβει τις αιτήσεις επαναπρόσληψής τους και τους γνωστοποίησε ότι από το Νοέμβριο του 2009 είχε ήδη μεταβιβάσει το άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα στην τρίτη εναγομένη-εκκαλούσα και ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει πλέον αυτή, η οποία θα αναλάμβανε την εκμετάλλευση του συγκεκριμένου ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Ότι η τρίτη εναγομένη η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση ξενοδοχείων και συγκεκριμένα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που λειτουργεί με το διακριτικό τίτλο ..., το οποίο ευρίσκεται στην ίδια περιοχή με το ξενοδοχείο ..., από τον Απρίλιο του 2010 χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της επιχείρησης της το ξενοδοχειακό συγκρότημα ...

το οποίο λειτουργεί με τον ίδιο διακριτικό τίτλο. Ότι η τελευταία δήλωσε ότι δεν υπέχει καμιά υποχρέωση επαναπρόσληψης, αφού αγόρασε μόνο το οίκημα και όχι την επιχείρηση. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, όσον αφορά στην εκκαλούσα είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία των συγκεκριμένων παραγωγικών γεγονότων της, δηλαδή εκείνων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την εκ μέρους των εναγουσών κατά της εναγομένης άσκηση της.

Ειδικότερα, δεν αναφέρεται σ' αυτή η μεταβίβαση της επιχείρησης στην οποία απασχολούνταν ως οικονομική μονάδα στην εναγομένη ως διάδοχο του αρχικού εργοδότη, ο ακριβής χρόνος της μεταβίβασης, η συνέχιση της ίδιας επιχείρησης υπό τον νέο εργοδότη, χωρίς διακοπή, ως οικονομικής μονάδας, ή η θέληση αυτού να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη.

Επιπρόσθετα δεν αναφέρουν σ' αυτή τον τρόπο μεταβίβασης της επιχείρησης, αν δηλαδή είναι συμβατική, εκ του νόμου ή de facto, για να κριθεί η εφαρμογή των ανάλογων διατάξεων. Περαιτέρω οι ενάγουσες δεν αναφέρουν ότι η εναγομένη συνεχίζει την ίδια δραστηριότητα και διατηρεί την ταυτότητα της μεταβιβάζουσας εταιρείας, δηλ.

ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις, που συνδέονται με αυτές και ότι έχουν μεταβιβαστεί τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορά (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό..........

Συνεπώς, υπό το διαληφθέν περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή, είναι αόριστη όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης και εντεύθεν απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως ως βάσιμου και κατ' ουσία....".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, την κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του Π.Δ. 178/2002 και 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920. Τούτο, δε διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, αναφέρονται σ' αυτήν ότι έγινε μεταβίβαση της επιχειρήσεως στην αναιρεσίβλητη εναγομένη και ο χρόνος αυτής, ότι μεταβιβάσθηκαν τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, ότι η διάδοχος εταιρεία (αναιρεσίβλητη), συνέχισε τις εργασίες της εκμεταλλεύσεως της επιχείρησης (ξενοδοχειακή επιχείρηση).

Περιείχε, δηλαδή η ένδικη αγωγή όλα τα ουσιώδη για την θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος στοιχεία, τα οποία συνθέτουν την έννοια της μεταβίβασης, η οποία και αποτελεί το μοναδικό στοιχείο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που θεσπίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις και του οποίου έννομη συνέπεια είναι η υπεισέλευση του διαδόχου εργοδότη, εν προκειμένω της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, στις υφιστάμενες κατά τον χρόνο της μεταβίβασης εργασιακές σχέσεις και η ευθύνη αυτού (νέου εργοδότη) για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν μέχρι τον χρόνο της μεταβίβασης.

Εξ ετέρου, η προσβαλλόμενη απόφαση για τον σχηματισμό της κρίσης της σχετικά με το ορισμένο ή μη της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος των εναγόντων. Ειδικότερα, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, αυτήν δηλαδή της μεταβίβασης επιχείρησης, έκρινε την αγωγή ως αόριστη επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο τρόπος της μεταβίβασης της επιχείρησης αν δηλαδή πρόκειται εν προκειμένω περί συμβατικής μεταβίβασης ή εκ του νόμου στοιχείο όμως το οποίο ουδόλως απαιτείται εκ του νόμου, να αναφέρεται και συνεπώς, δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για την υπεισέλευση, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, του νέου εργοδότη σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, δεν ενδιαφέρει ο τρόπος μεταβιβάσεως, αλλά αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης και ότι η επιχείρηση συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα διατηρώντας την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό, περιστατικά τα οποία εκτίθενται στην αγωγή.

Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας γίνεται λόγος ότι η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ " αρνήθηκε τους ισχυρισμούς των εναγόντων για αγορά και μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη προς αυτήν, δηλώνοντας στην Επιθεώρηση Εργασίας Ηρακλείου ότι δεν υπέχει υποχρέωση επαναπρόσληψης των εναγόντων, " αφού κατά τους ισχυρισμούς της αγόρασε το οίκημα και όχι την επιχείρηση, χωρίς όμως να δηλώσει ότι θα δραστηριοποιηθεί στο άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα με άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα" και ότι η τελευταία ("...

ΑΕ ") " από τον Απρίλιο του 2010 χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της επιχείρησής της το ξενοδοχειακό συγκρότημα " ...", το οποίο λειτουργεί με τον ίδιο διακριτικό τίτλο" , προκύπτει σαφώς ότι οι ενάγοντες επικαλέστηκαν συμβατική μεταβίβαση λόγω πωλήσεως της ως άνω ξενοδοχειακής επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ " στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ ", η οποία συνέχισε να λειτουργεί αυτό ως νέος φορέας της.

Συνεπώς, ο πρώτος και ως προς τα δύο σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναιρέσεως ως βασίμου, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 196/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ