Legislator Case Law & Legislation
48/2018 AI generated

48/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 48/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

48/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2013 αίτησή του.

Keywords

AI generated
access road roadside setback access to property right of way trunk road municipal road
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 48 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 48/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Τ. του Φ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κασιούμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2003 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Δ. χήρας Φ. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 302/2005 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αρχικώς ενάγουσα και εκδόθηκε η 1317/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση.

Με την από 30-9-2011 κλήση του ο ήδη αναιρεσίβλητος, επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Κέρκυρας.

Εκδόθηκε η 14/2013 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 8-11-2017 έκθεση του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ..", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979 ‘ ‘ περί οικιστικών περιοχών’ ‘ , και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδ.

α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/ 1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος ( Ολ.

Α.Π 7/2013, 11/2004 και 10/2004). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και συνεπώς αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Ολ.

Α.Π. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδ. α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Ολ. Α.Π. 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (Ολ.

Α.Π. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. (Ολ. Α.Π. 10/2004). Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (Ολ.

Α.Π.11/2011, ΑΠ 318/ 2016). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι’ αυτή (Α.Π. 423/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 9/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π. 12/1995, Ολ. Α.Π. 24/1992). Όμως, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Α.Π.716/2016).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι για το τμήμα του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ακινήτου του αναιρεσίβλητου, συνολικού εμβαδού 1.250 τ.μ., το οποίο απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου αυτού, εμβαδού 287 τ.μ., ουδεμία ωφέλεια προέκυψε από το έργο, με αποτέλεσμα να δεχθεί την ένδικη αγωγή κατ’ ουσία, κατά το αίτημα αυτής περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, για το απαλλοτριούμενο τμήμα του εν λόγω ακινήτου, επιδικάζοντας ως αποζημίωση και γι’ αυτό το τμήμα, το οποίο, κατ’ εφαρμογή του ως άνω τεκμηρίου, κρίθηκε από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου ως αυτοαποζημιούμενο, το ποσό των 25.267 ευρώ, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., εκ του ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, αλλά και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της πιθανής ωφέλειας ή ζημίας, που προκαλείται από το έργο της απαλλοτρίωσης στο ως άνω ακίνητο, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το εάν συνέτρεχαν οι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ’ ανελέγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την ΚΥΑ Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ ...5.12.98 που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 3Δ/25.1.1999), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού από Ηγουμενίτσα έως Ιωάννινα (τμήμα ..., από χθ1+000 έως χθ2+000) έκτασης συνολικού εμβαδού 83.195 τ.μ., που βρίσκεται στον Νομό Θεσπρωτίας, όπως η απαλλοτριωθείσα έκταση απεικονίζεται στο από 15.7.1999 κτηματολογικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού της ...

Λ. Κ. και τον από την ίδια ημερομηνία κτηματολογικό πίνακα του ίδιου ως άνω πολιτικού μηχανικού, τα οποία θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο του συντάξαντος, τοπογράφο μηχανικό Ε. Μ. και τον Προϊστάμενο της ... πολιτικό μηχανικό Λ. Ν.. Επίσης ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός Λ. Κ., ως μηχανικός της κτηματογράφησης, συνέταξε την από 15.7.1999 έκθεση κτηματογράφησης, η οποία προσυπογράφεται από τον συμπράξαντα στη σύνταξή της προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Θεσπρωτίας Δ. Τ. και θεωρήθηκε από τους προαναφερόμενους τοπογράφο μηχανικό Ε. Μ. και πολιτικό μηχανικό Λ. Ν.. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και η με αριθμό κτηματολογίου ... ιδιοκτησία της ενάγουσας, από την συνολική έκταση των 1.250 τ.μ. της οποίας, απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής εμβαδού 287 τ.μ.

Το ακίνητο της ενάγουσας βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ...". Σύμφωνα με τον συνταγέντα κτηματολογικό -πίνακα και το συνοδεύον αυτόν κτηματολογικό διάγραμμα, το ανωτέρω απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου της, ήτοι τα 287 τ.μ. θεωρούνται αυτοαποζημιούμενα, κατελήφθησαν δε από το εναγόμενο και δεν καταβλήθηκε γι’ αυτά αποζημίωση.

Με την 205/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η ενάγουσα αναγνωρίσθηκε δικαιούχος αποζημιώσεως που αναλογεί στην παραπάνω αναφερόμενη με αριθμό κτηματολογίου ... ιδιοκτησία της, ως ανήκουσα κατά κυριότητα σ’ αυτήν, κτηθείσα με τον διαλαμβανόμενο τρόπο και στην συνέχεια με την 225/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το ακίνητό της στις 30.000 δρχ.

το τ.μ. Το ανωτέρω τμήμα του ακινήτου της που παρέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως, δεν ωφελήθηκε από την διάνοιξη της Εγνατίας οδού. Το εναπομείναν τμήμα δεν απέκτησε πρόσωπο και πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, δεδομένου ότι αυτή είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας, είναι περίκλειστη και από τις δύο πλευρές της περιφραγμένη στο όριο της απαλλοτρίωσης με συρματόπλεγμα και ακολούθως με στηθαία κιγκλιδώματα, επιπλέον δε στο συγκεκριμένο τμήμα, όπου βρίσκεται το ακίνητο της ενάγουσας είναι υπερυψωμένη, περίπου πέντε μέτρα σε σχέση με την επιφάνεια του ακινήτου.

Ούτε άλλη άμεση ωφέλεια προκύπτει για την ιδιοκτησία της ενάγουσας από την κατασκευή του έργου. Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας υπέρ του εναπομείναντος, μετά την απαλλοτρίωση τμήματος αυτού, ακινήτου της ενάγουσας αφού ουδόλως ωφελήθηκε από το εκτελεσθέν έργο και συνεπώς συντρέχει περίπτωση ανατροπής του μαχητού ως άνω τεκμηρίου και εντεύθεν υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή στην ενάγουσα του ποσού της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά για το απαλλοτριωθέν ακίνητο αυτής.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο σχετικά με το χαρακτήρα του τεκμηρίου του άρθρου 1 του ν.653/1977 ως μαχητού και στην συνέχεια επιδικάζοντας στην ενάγουσα το πιο πάνω ποσό, της αποζημίωσης που ορίστηκε για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου της δεν έσφαλε ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.

Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα από το εκκαλούν, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 25-10-2004 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης 141/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (τακτικής διαδικασίας) που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την εναντίον του από 25-7-2003 αγωγή της Δ.

χήρας Φ. Τ., που κληρονομήθηκε από τον ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη μετά τον επισυμβάντα θάνατό της ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, επιδικάζοντας στην αρχικώς ενάγουσα το ποσό των 25.267 ευρώ, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει για το ως άνω ακίνητο, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειάς του από την υπόψη απαλλοτρίωση.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, αναφορικά ως προς το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας του αναφερόμενου ακινήτου του αναιρεσίβλητου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις εφαρμοσθείσες πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου νομικές διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το εν λόγω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στο πιο πάνω τμήμα, ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου, που εναπομένει μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ’ ανατροπή του μαχητού πλέον, κατά τα εκτεθέντα, τεκμηρίου ωφέλειας του ιδιοκτήτη του πιο πάνω ακινήτου και συνεπώς δεν στερείται από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτού, που αφορούν κυρίως τη μη απόκτηση, από το εδαφικό τμήμα που εναπομένει μετά την απαλλοτρίωση, προσώπου και πρόσβασης στην Εγνατία οδό, η οποία είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας, περιφραγμένη στο όριο της απαλλοτρίωσης με συρματόπλεγμα και στηθαία κιγκλιδώματα και επιπλέον στο συγκεκριμένο τμήμα του πιο πάνω ακινήτου η εν λόγω οδός είναι υπερυψωμένη περίπου πέντε μέτρα σε σχέση με την επιφάνεια αυτού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι η απαλλοτριούμενη επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της ως άνω οδού και ότι δεν υφίσταται γι’ αυτήν τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξή της, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες και γι’ αυτό οι πιο πάνω πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. . Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 14/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ