48/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated48/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 48 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 48/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Aνωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Δ.Λ.- ΚΟΡΜΠΕΤΟΝ ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γερογιάννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομορρύθμου εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Κ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Γιαμπουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της, περί νομικής επάρκειας της αγωγής, κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησής της προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδ. α' και 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, ενώ η αγωγή αυτή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ειδικότερα λόγω παράλειψης μνείας στο δικόγραφο της αγωγής των προσαπαιτούμενων κατά νόμο στοιχείων (τόπο και χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων πωλήσεως και τύπο αυτών-έγγραφες ή άτυπες), "έλαβε υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νομικά βασίμου αυτής".
Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί που τον στηρίζουν είχαν προταθεί στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχαν προταθεί νομίμως, παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, οι παραπάνω ισχυρισμοί περί απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, για την άνω αιτία, δεν προτάθηκαν στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναίρεσης για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.ΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, 30/1997, 28/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσίβλητη ΟΕ με την ένδικη αγωγή που άσκησε σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας ΑΕ ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει ως υπόλοιπο τιμήματος μετά του αναλογούντος ΦΠΑ και δημοτικού φόρου 5%, από τις περιγραφόμενες λεπτομερώς σ' αυτή πωλήσεις αδρανών υλικών, το συνολικό ποσό των 81.788,24 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη, ενώ η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση από την ήδη αναιρεσείουσα απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητος ...
ΟΕ, δραστηριοποιείται... με το αντικείμενο της παραγωγής και πώλησης αδρανών υλικών ... . Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ΑΕ διατηρεί επιχείρηση και εργοτάξια παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος. Η τελευταία με προφορική σύμβαση πωλήσεως που συνήφθη το έτος 1993 στην Κόρινθο με την αντίδικο της συμφώνησε να αγοράζει από την ενάγουσα -εφεσίβλητο διάφορα αδρανή υλικά ...
αντί αντιστοιχούντος σε καθένα από τα πωλούμενα υλικά τιμήματος. Στα πλαίσια της ανωτέρω συμβάσεως η ενάγουσα ... από τη 30-6-2001 μέχρι 31-8-2002 πώλησε και παρέδωσε αδρανή υλικά στην αντίδικο της, με βάση τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως τιμολόγια της, την αλήθεια του περιεχομένου των οποίων (πλην του ένδικου τέλους υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης ("κοινοτικού φόρου" όπως αναγράφεται σ' αυτά) δεν αμφισβήτησε η εναγομένη- εκκαλούσα.
Η τελευταία όμως εν σχέσει με το πιο πάνω ειδικό τέλος (αλλά και τον εκ ποσοστού 18% ΦΠΑ επί του αμέσως προηγουμένου τέλους) ισχυρίσθηκε ότι παρανόμως η αντίδικος της προέβη σε χρέωση του, αφού κατά νόμον (ήτοι του άρθρου 15 του ν. 2115/1993) με την καταβολή του στους ΟΤΑ δεν βαρύνετο αυτή η ίδια, αλλά η αντίδικος της.
Μάλιστα... ισχυρίσθηκε ότι καθόλο το χρονικό διάστημα των ετών 2000, 2001, 2002, 2003 και 2004, η αντίδικος της της χρέωσε, στα πλαίσια της συνεργασίας τους ... για ειδικό τέλος και ΦΠΑ επί του πιο πάνω τέλους το συνολικό ποσό των 75406,01 € (61832,93 €, που αντιστοιχεί στο σχετικό ειδικό τέλος και 13573,08 €, που αντιστοιχεί στον ΦΠΑ επί του εν λόγω τέλους), και ζήτησε επικουρικά το συμψηφισμό του ποσού αυτού -ως αδικαιολογήτως καταβληθέντος- με εκείνο των 81788,24 €, για το οποίο η αντίδικός της επεδίωξε την αιτουμένη με την ένδικη αγωγή έννομη προστασία.
Όμως, όπως προκύπτει ... καταβολή του εν λόγω ποσού (των 75406,01 €), το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα- εφεσίβλητο, έλαβε χώρα εκ νομίμου αιτίας, και συγκεκριμένα με βάση συμφωνία μετακύλησής του (στο σύνολο του) στην αγοράστρια εναγομένη-εκκαλούσα. Άλλωστε η τελευταία από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων σε ουδεμία επιφύλαξη ή διαμαρτυρία ( έγγραφη ή προφορική) προέβη για τη μη καταβολή του ως άνω ειδικού τέλους κατά των πώληση σ' αυτήν από την αντίδικο της των εκάστοτε παραγγελομένων αδρανών υλικών.
Τα ίδια, αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε το μεν ότι το εξ ευρώ 75930,87 χρηματικό ποσό κατεβλήθη σταδιακά από την εναγομένη- εκκαλούσα στην αντίδικο της στα πλαίσια της ειδικότερης συμφωνίας των διαδίκων περί επιβαρύνσεως της πρώτης με το προαναφερθέν τέλος και όχι προς εξόφληση του τιμήματος των αναφερομένων στην ένδικη αγωγή ποσοτήτων αδρανών υλικών, το δε ότι το ως άνω ποσό καταβλήθηκε εκ νομίμου αιτίας και όχι αχρεωστήτως και απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις καταλυτικές εν μέρει της πιο πάνωαγωγής ενστάσεις των άρθρων 416 και 440 επ.
του ΑΚ, αντίστοιχα, ορθώς το νόμο εφάρμοσε, και τα ενάντια υποστηριζόμενα από την εναγομένη - εκκαλούσα με αμφότερους τους λόγους της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την πώληση και παράδοση αδρανών υλικών από την ενάγουσα στην εναγομένη, κατά το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα, τον εκ νομίμου αιτίας, συνυπολογισμό στα εκδοθέντα τιμολόγια πωλήσεως του ένδικου χρονικού διαστήματος, του ειδικού τέλους 5% υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης (δημοτικού φόρου του άρθρου 19 ν. 1428/1984, όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 15 ν. 2115/1993), που κατά τη συμφωνία των μερών είχε, καθ' όλο το ένδικο διάστημα, αλλά και από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων μετακυλισθεί, αναντίρρητα από την υπόχρεη ενάγουσα - πωλήτρια στην εναγομένη - αγοράστρια ως και της αναλογούσας σ' αυτό προσαύξησης ΦΠΑ, και την εντεύθεν αβασιμότητα της προβληθείσας από την ήδη αναιρεσείουσα ένστασης συμψηφισμού των ενδίκων απαιτήσεων, με το καταβληθέν για τις άνω αιτίες συνολικό ποσό των 75.930,87 ευρώ.
Έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για τη ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των διατάξεων των άρθρων 513 επ., 361, 440, 416, 904 ΑΚ, 19 ν. 1428/1984 και 15 ν. 2115/1993, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως. Τα πλεοναστικώς δε αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση,.
ότι η ήδη αναιρεσείουσα από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων σε ουδεμία επιφύλαξη ή διαμαρτυρία (έγγραφη ή προφορική) προέβη για το ως άνω ειδικό τέλος, που καταλογιζόταν σ' αυτήν, αποτελούν επιχείρημα από τις αποδείξεις και διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση επί πλέον επιχειρήματος, υπέρ της παραδοχής της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων, ως άνω συμφωνίας και επομένως δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθία, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με το δεύτερο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Ο αποδιδόμενος με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο του αναιρετηρίου, επιγραμματικά αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι ο καταλογισμός σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας ποσοστού 5% , για "δημοτικό φόρο", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σ' αυτήν, επί όλων των εκδοθέντων τιμολογίων του ένδικου χρονικού διαστήματος (συνολικά 162), που λεπτομερώς παρατίθενται στην αγωγή (κατά αριθμό, ημερομηνία εκδόσεως, ποσότητα πωληθέντος και παραδοθέντος υλικού και αξίας τιμήματος, για καθένα απ' αυτά,) μετά του αναλογούντος σ' αυτό ΦΠΑ, αποτέλεσε σαφές και πλήρες περιεχόμενο των σχετικών αγωγικών απαιτήσεων, που διαμορφώθηκαν και με το συνυπολογισμό των κονδυλίων αυτών.
Μετά δε τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις από 17-11-2004 έγγραφες προτάσεις της εναγομένης, ισχυρισμό ότι το άνω ποσό των 75.930,87 ευρώ, που η ενάγουσα εισέπραξε κατά τα έτη 2000 - 2004 "ως δημοτικό φόρο 5% της αξίας των αγορασθέντων απ' αυτήν αδρανών υλικών, προσαυξημένο κατά 18% λόγω ΦΠΑ..δεν το κατέβαλε στην ενάγουσα ως δημοτικό φόρο, όπως η ίδια εκ παραδρομής το καταλογίζει στα εκδοθέντα τιμολογία της, αλλά αφού δεν το όφειλε το κατέβαλε σ' αυτήν σε εξόφληση των αναφερόμενων στην αγωγή ποσοτήτων αδρανών υλικών" , η ενάγουσα με την Προσθήκη - Αντίκρουση των εγγράφων ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου προτάσεων της, που είχαν κατατεθεί την 17-11-2004 αντέκρουσε τον ως άνω ισχυρισμό με την επίκληση ότι η εναγομένη, μετά ενδεκαετή συνεργασία τους, προέβαλε το πρώτον τον ως άνω ισχυρισμό, για την καταχωρημένη σ' όλα τα τιμολόγια, όπως παρατίθενται στην αγωγή, (αλλά και προγενέστερου αυτής και δη από του έτους 1993 και μετέπειτα διαστήματος), ως άνω χρέωση του 5% μετά ΦΠΑ, που είχε προφορικά συμφωνήσει με την ενάγουσα, άλλως είχε σιωπηρά αποδεχθεί από του έτους 1993.
Ενόψει αυτών το Εφετείο, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν, αναφορικά με το ως άνω ειδικό τέλος μετά Φ.Π.Α. και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.ΠολΔ., κατά την επιτρεπτή νοηματική απόδοση αυτού, είναι αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 23/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, με το δικόγραφο της αγωγής της παρέθεσε όλα τα εκδοθέντα τιμολόγια πωλήσεως αδρανών υλικών προς την εναγομένη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, με τις έγγραφες δε προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε την προσαγωγή όλων των αναφερομένων στην από 10-4-2003 αγωγή της τιμολογίων , τα οποία εκ νέου παρέθεσε σ' αυτές. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε, παρά το Νόμο, ως νόμιμη την επίκληση των εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον 3ο λόγο του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολο της, να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Λ. - ΚΟΡΜΠΕΤΟΝ ΑΕ" για αναίρεση της 459/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ