Legislator Case Law & Legislation
48/2010 AI generated

48/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 48/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

48/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις, δηλαδή, την θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και την καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωσης ή την τήρηση των όρων της σύμβασης.

Keywords

AI generated
care credits adjustment of remuneration child-raising credit recommitment to an institution refund of contributions supplementary pension credit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 48 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 48/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: X, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Πανταζή.

Του αναιρεσιβλήτου: Δημοτικού Ιδρύματος του Δήμου Ροδίων με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Πρόνοιας" (ΔΟΠ), που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 23-12-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 13-7-2007 αίτησης για αναίρεση της 140/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης.

Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) να αποδεχθεί την μεταβολή, οπότε συνάπτεται , κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων.

Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις, δηλαδή, την θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και την καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωσης ή την τήρηση των όρων της σύμβασης.

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος Δημοτικός Οργανισμός Πρόνοιας Ρόδου) με την 45/1995 απόφασή του, η οποία είχε ληφθεί από το Διοικητικό του Συμβούλιο, ενέκρινε την πρόσληψη της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) με την ειδικότητα της παιδοψυχιάτρου ως Επιστημονικής Διευθύντριας στον Ιατροπαιδαγωγικό Σταθμό αυτού από 19-10-1995.

Στις 19-10-1995 καταρτίσθηκε έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Αναπτυξιακή Δημοτική Εταιρία Κατασκευών και Τουρισμού", με βάση το οποίο η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εταιρία αυτή με σύμβαση ορισμένου χρόνου για το διάστημα από 19-10-1995 έως 31-12-1995 έναντι μηνιαίας αμοιβής 421.200 δραχμών.

Στις 10-1-1996 οι συμβαλλόμενοι κατάρτισαν νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου για το διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-1996 έναντι αμοιβής 435.000 δραχμών μηνιαίως. Την 1-1-1997 έγινε νέα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε από την ως άνω εταιρεία την 1-8-1998. Η ενάγουσα την ίδια αυτή ημέρα (1-8-1998) προσλήφθηκε με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για το διάστημα από 1-8-1998 μέχρι 15-3-1999, με την ίδια ακριβώς ειδικότητα και για την ίδια θέση από την αστική εταιρία του Δήμου Ροδίων και του Δωδεκανησιακού Συλλόγου Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες με την επωνυμία "ΗΦΑΙΣΤΟΣ", ενώ συνέχισε να εργάζεται με το ίδιο ως άνω καθεστώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για το διάστημα από 15-3-1999 έως 31-12-2004.

Στη συνέχεια, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως αυτής από την ανωτέρω εταιρία "ΗΦΑΙΣΤΟΣ", απολύθηκε. Συνήψε νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τον εναγόμενο Οργανισμό, για να απασχοληθεί με την ίδια ως άνω ειδικότητα και στην ίδια θέση, για το διάστημα από 1-1-2005 έως 1-3-2005. Με βάση τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι στην πραγματικότητα όλες οι παραπάνω συμβάσεις εργασίας ανέπτυσσαν τα αποτελέσματά τους μεταξύ του εναγομένου Οργανισμού και της ενάγουσας και όχι μεταξύ της τελευταίας και των φερόμενων ως άνω εργοδοτών της, οι οποίοι καμία εποπτεία δεν ασκούσαν επ' αυτής.

Με την 914/26-9-2005 απόφαση του Γ' Τμήματος του ΑΣΕΠ περί υπαγωγής συμβασιούχων στο π.δ. 164/2004 και κατόπιν της 5/21-3-2005 σύμφωνης γνωμοδοτήσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Δήμου Ροδίων, η μεταξύ του εναγομένου και της ενάγουσας ανωτέρω εργασιακή σύμβαση μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου επιβεβαιώνεται ότι εργοδότης της ενάγουσας ήταν εξ αρχής ο εναγόμενος Οργανισμός, αφού στην αντίθετη περίπτωση δεν θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της ένδικης εργασιακής σύμβασης στο άρθρο 11 του ως άνω π.δ/τος.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενάγουσα κατά το διάστημα από Ιούλιο 2004 έως Δεκέμβριο 2004 αμειβόταν με το ποσό των 2.590 ευρώ ως μικτές αποδοχές, μηνιαίως και 1.723 ευρώ ως καθαρές αποδοχές. Ότι, πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης του ΑΣΕΠ, η ενάγουσα την 1-1-2005 συνήψε με τον εναγόμενο Οργανισμό νέα σύμβαση εργασίας για το διάστημα από 1-1-2005 έως 30-3-2005, με τον όρο 3 της οποίας συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές της ενάγουσας καθορίζονται από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που απασχολείται στους Ο.Τ.Α.

Ότι οι νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, είναι εκείνες, καθόσον αφορά το ένδικο διάστημα, που καθορίζονται στην από 23-7-2004 Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕ-ΟΤΑ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", η οποία κατατέθηκε στην αρμόδια Γενική Δ/νση Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Πρόνοιας (αρ.

κατάθ. 71/26-7-2004), και από 3-9-2004 εφαρμόζεται και στους εργαζόμενους στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Α.) σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 παρ. 1γ', 3 παρ. 1 και 3, 5, 7, 8Α παρ. 4γ'και 6γ ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. ..." που παραπέμπει το άρθρο 2 παρ. 1 της ως άνω Σ.Σ.Ε., για την ενάγουσα, ως πτυχιούχο ανώτατης εκπαίδευσης, διαμορφώνονται ως ακαθάριστες στο ποσό των 1.473,19 ευρώ, στο οποίο υπολογίζεται ο βασικός μισθός (876,84 ευρώ) με βάση το 11ο μισθολογικό κλιμάκιο, στο οποίο, μετά την μετατροπή της συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, κατατάχθηκε με βάση την παραπάνω απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής του ΑΣΕΠ.

Συνυπολογίζονται δε και τα προβλεπόμενα από τον ως άνω νόμο επιδόματα ειδικής απασχόλησης προσωπικού ΟΤΑ (84 ευρώ, γάμου (35 ευρώ), παραμεθορίου περιοχής (120 ευρώ) και κινήτρου απόδοσης (150 ευρώ). 'Ητοι οι καθαρές αποδοχές της ενάγουσας, μετά την αφαίρεση των από το νόμο προβλεπόμενων κρατήσεων (92,42 ευρώ Ι.Κ.Α.

ασθενείας, 2,93 ευρώ Κλάδος Πρόνοιας, 149,10 Ευρώ ΤΣΑΥ Σύνταξης, 64, 35 ευρώ ΤΣΑΥ περίθαλψης και 0,88 στέγης υγειονομικών), ανέρχονται από 1-1-2005 στο ποσό των 1146, 12 ευρώ. Το ως άνω ποσό των 1.723 ευρώ υπερβαίνει το ποσό των 1.146,12 ευρώ, πλην όμως το τελευταίο είναι το καθοριζόμενο από την εν λόγω Σ.Σ.Ε. και είναι το αποτέλεσμα της ανωτέρω έγγραφης συμφωνίας, με τον όρο 3 της οποίας συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές της ενάγουσας θα καθορίζονται από τις Σ.Σ.Ε.

του προσωπικού που απασχολείται στους Ο.Τ.Α. Ότι τη συμφωνία αυτή αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η ενάγουσα και, συνεπώς, δεν συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας, αλλά νέα συμφωνία. Πρόκειται δε για σαφή συμφωνία καθορισμού των όρων αμοιβής, το κύρος της οποίας (συμφωνίας) δεν προσβλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας είτε με αγωγή, με περιστατικά και αίτημα ακύρωσης της συμφωνίας αυτής λόγω πλάνης, είτε με παραδεκτά προβαλλόμενο σχετικό ισχυρισμό κατά την πρωτόδικη δίκη.

Το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης, χωρίς να προσβάλλεται κατά τούτο η απόφασή του. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι καθαρές μηνιαίως αποδοχές της ενάγουσας, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και το επίδομα εξόδων κίνησης, ανέρχονταν για κάθε μήνα από Ιανουάριο, Φεβρουάριο 2005 στο ποσό των 1.217 ευρώ, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο 2005 στο ποσό των 1246 και για τον Ιούλιο και Αύγουστο 2005 στο ποσό των 1306 ευρώ, έλαβε δε για κάθε μήνα ως καθαρές αποδοχές 1.200 ευρώ και δικαιούται ακόμη να λάβει 2.313 ευρώ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τούτο και, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν κατά το μέρος αυτό.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ούτε εκείνες του Π.Δ. 164/2004 και της οδηγίας 1999/70 ΕΚ καθώς και τους όρους της από 23-7-2004 Σ.Σ.Ε. και της από 31-8-2005 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Προσωπικού του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης" ΠΟΕ-ΟΤΑ (πράξη κατάθεσης Υπ.

Απασχ. Και Κοιν. Προστασίας 94/1-9-2005, καθόσον αφορά την τελευταία Σ.Σ.Ε.). Επομένως, οι αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 1 (και όχι από το άρθρο 560 αρ. 1) ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Και αυτό γιατί με βάση τις παραδοχές του πράγματι, μετά την κατάρτιση και δη εγκύρως της από 1-1-2005 πιο πάνω νέας συμβάσεως, τροποποιητικής της αρχικής συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, δεν υφίστατο μονομερής μεταβολή των όρων της εν λόγω αρχικής συμβάσεως, αφού με τη νέα σύμβαση η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα να καθορίζονται οι αποδοχές της από τις ΣΣΕ του προσωπικού που απασχολείται στους ΟΤΑ.

Η αποδοχή αυτή δεν συνιστά παραίτηση της αναιρεσείουσας, ολικά ή μερικά, από τα ελάχιστα όρια των αποδοχών της, όπως αυτά ορίζονται από τις άνω ΣΣΕ, ώστε να αντιβαίνει σε κανόνες δημόσιας τάξης και να είναι ανίσχυρη κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 174,679, 680 ΑΚ σε συνδυασμό προς 8 ν. 2112/1920, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 25 παρ. 2 ν. 3239/1955.

Και, περαιτέρω,ναι μεν με την από 31-8-2005 ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ, που ίσχυσε από 1-1-2005, ορίστηκε ( άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής) ότι: "ο βασικός μισθός του ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθορίζεται στο ποσό των 1.300 ευρώ. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω διάταξης προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι κατά την 31-12-2004, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών", όμως, ενόψει της ως άνω ανεπιφύλακτης αποδοχής από την αναιρεσείουσα για τον καθορισμό των αποδοχών της από τις ΣΣΕ, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ αυτής ως μισθωτού, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 ( που ίσχυε μέχρι 8-5-1990) σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-7-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 140/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ