48/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13978/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2545/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated48/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 12/2005). Κατά το άρθρο 131 ΑΚ αρκεί η ύπαρξη ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που να αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς κατά τον κρίσιμο χρόνο χωρίς να είναι απαραίτητο ο δικαιοπρακτών, να έχει κηρυχθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης.
Full text
Απόφαση 48 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 48/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ιερού Ναού Αγίων Ραφαήλ και Ειρήνης, ......, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του εκκλησιαστικού συμβουλίου, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Μανωλάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Λιόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13978/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2545/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ.
ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού - δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.
Α.Π. 18/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης της ένδικης δικαιοπραξίας (17.9.2002), ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 Ν. 2447/1996, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά τον χρόνο που έγινε το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του" ενώ πριν την ως άνω νομοθετική μεταβολή το δεύτερο εδάφιο της διάταξης διατυπώνονταν ως "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο ...
δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια". Στην ανωτέρω λεκτική μεταβολή, ο νομοθέτης προέβη [όπως και στην αντίστοιχη νέα διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ για τη δικαστική συμπαράσταση] με το σκοπό χρήσης της ορθής ορολογίας "ψυχική ή διανοητική διαταραχή", αντί της "πνευματικής ασθενείας" και "περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", αντί της "δεν είχε τη χρήση του λογικού", έτσι ώστε να είναι κατανοητό το κείμενο του νόμου από τους μη ειδικούς, συγχρόνως όμως να εκφράζουν οι νέοι όροι όλες τις καταστάσεις που στο προϊσχύσαν δίκαιο αποδίδονταν με τους ανωτέρω όρους [βλ σχετ.
εισηγητική έκθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης σ.σ. 24, 25, 29]. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει δεν είχε εύλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρίσκονταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.
Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 12/2005). Κατά το άρθρο 131 ΑΚ αρκεί η ύπαρξη ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που να αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς κατά τον κρίσιμο χρόνο χωρίς να είναι απαραίτητο ο δικαιοπρακτών, να έχει κηρυχθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης.
Η ακυρότητα δε των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχων έννομο συμφέρον προς τούτο δύναται να την προσβάλλει. Για το ορισμένο της αγωγής [αναγνωριστικής] με την οποία ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση ακυρότητας λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν είναι απαραίτητη η αναφορά νόσου ειδικώς η οποία μπορεί να είναι οιαδήποτε και αδιάγνωστη ακόμη, γιατί επιρροή ασκεί, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ το καθοριζόμενο αποτέλεσμα και δη της στερήσεως της συνειδήσεως των πράξεών του και της βουλήσεώς του.
Ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα οφείλει να αποδείξει τα συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η έλλειψη συνείδησης των πράξεων και η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς του κατά τον χρόνο της δηλώσεως. Το δε δικαστήριο κρίνει περί της εννοίας της ελλείψεως της συνειδήσεως των πράξεων και του περιορισμού αποφασιστικά της λειτουργίας της βούλησής του, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση κατά την εκτίμηση αυτών και συναγωγή του εντεύθεν πορίσματος και των κοινών γνώσεων και των εν γένει κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, που κάθε νουνεχής άνθρωπος και επομένως και ο δικαστής κατέχει.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 20.11.2003 ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλομένη, προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: "Επειδή κατά τον χρόνο, τόσο της υπογραφής του επιδίκου πρακτικού, όσο και της παράδοσης των δωρηθέντων, ο αποβιώσας σύζυγός μου, δωρητής, εστερείτο της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής νόσου, καθόσον ετέλει σε κατάσταση ετοιμοθάνατου, ευρισκόμενος στο τελευταίο στάδιο της ζωής του, πάσχων από την επάρατο νόσο (καρκίνος προστάτη) για διάστημα πάνω από δύο έτη πριν το θάνατο και συγκεκριμένα απεβίωσε μετά από οκτώ ημέρες από την τελεσθείσα δωρεά, ήτοι στις 26/9/2002.
Επειδή σαφώς προκύπτει ότι η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αφού, κατά το χρόνο που έγινε, ο κληρονομούμενος δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, υπό την έννοια ότι στερείτο της δυνατότητας να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης που επιχείρησε και ακόμη δεν είχε την χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια.
Σαν πνευματική νόσος νοείται γενικά κάθε ψυχική διαταραχή. Εστερείτο δε της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθενείας εξ αιτίας της οποίας ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο της δικαιοπρακτικής δήλωσης δεν μπορούσε να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και ν' αντισταθεί σε υποβολή που προερχόταν από τα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής του εναγομένου Ιερού Ναού.
Επειδή ο αποβιώσας σύζυγός μου δωρητής, έπασχε από την ανίατο νόσο και τον περισσότερο χρόνο κατά την διάρκεια της ασθενείας του έχανε τον ειρμό των σκέψεών του και εκφραζόταν με διάφορες ασυναρτησίες και όσο περνούσαν οι ημέρες η πνευματική του διαύγεια ελαττωνόταν ραγδαία λόγω της ασθενείας του, την λήψη φαρμάκων και ενέσεων".
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των πιο πάνω περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 131 του ΑΚ, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο αίτημά της. Επομένως, το Εφετείο με το να απορρίψει τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, ορθά εφάρμοσε την πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 131 του ΑΚ, και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, τα όσα αντίθετα δε υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο Α, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1920, απεβίωσε στη ...... την 26-9-2002, σε ηλικία ογδόντα δύο (82) ετών, ο δε θάνατος του προήλθε από ηπατικό κώμα, μετά ήπατος ασκίτη και καρκίνου (CΑ) κύστεως προστάτη όπως προκύπτει από την ......
σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου. Ο θανών στις 1.4.1997 είχε εισαχθεί στην "ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣΗ ΑΕ" λόγω επίσχεσης ούρων και την 19.4.1997 υποβλήθηκε σε προστατεκτομή, κατά τη διενέργεια δε της ιστολογικής εξέτασης παρατηρήθηκε να υπάρχει "περιοχή 0,60X0,40 cm με εικόνα αδενο-CΑ προστάτη μέτριας διαφοροποίησης", η οποία εξελίχθηκε σε καρκίνο προστάτη, διαπιστωθέντος τούτου από τον Μάιο του 1999 χωρίς από το διενεργηθέν την 4.5.1999 σπινθηρογράφημα να διαπιστωθούν μεταεστίες σε άλλα σημεία του σώματος.
Στις 11 και 13 Ιουλίου 2001 διαπιστώνεται η συνδρομή "ασκίτη" και η ύπαρξη ασκητικού υγρού, συνεπεία δε της σώρευσης αυτού εισάγεται στο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παπαγεωργίου", στο οποίο εισάγεται εκ νέου την 28-8-2001, όπου διαπιστώνεται, πέραν των ανωτέρω, μεγάλη συλλογή ασκιτικού υγρού καθώς και κιρρωτική απεικόνιση ήπατος, η οποία εξελίσσεται σε κίρρωση ήπατος, διαπιστωμένου τούτου την 5-2-2002 στο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παναγία", όπου επαναβεβαιώνονται και οι άλλες ασθένειές του (Ca προστάτη- ασκιτική συλλογή) καθώς και νεφρολιθίαση και κήλη λευκής γραμμής (βλ.
για την κατάσταση της υγείας του θανόντος το προσκομιζόμενο με επίκληση βιβλιάριο υγείας του). Από το χρόνο της διαπίστωσης του καρκίνου προστάτη του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με το φάρμακο ELITYRAN το οποίο λάμβανε μέχρι τον θάνατό του και που σύμφωνα με το σχετικό ενημερωτικό φύλλο οδηγιών, χορηγείται ως παρηγορητική θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου και στις ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειές του συγκαταλέγονται (μεταξύ άλλων) άγχος, ψευδαισθήσεις, κατάθλιψη, ζάλη, υπαισθησία, αϋπνία, λήθαργος, αίσθημα ζάλης, διαταραχές της μνήμης, της διάθεσης, νευρικότητα, παραισθησία, περιφερειακή νευροπάθεια, διαταραχές του ύπνου ενώ από την 17-7-2002 του χορηγείται επιπρόσθετα και το φάρμακο INDERAL το οποίο σύμφωνα με το σχετικό ενημερωτικό φύλλο οδηγιών, μπορεί να επιφέρει ως ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (μεταξύ άλλων) νευροψυχικές διαταραχές, διαταραχές του ύπνου που συνοδεύονται από αϋπνία, κατάθλιψη, ψύχωση, ψευδαισθήσεις, εφιαλτικά όνειρα, κόπωση και εξάντληση σύγχυση ζάλη, υπνηλία, οπτικές διαταραχές, αλλαγές στη διάθεση.
Η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντος εξελίσσονταν δυσμενώς ενόψει και του προχωρημένου της ηλικίας του και επιβαρύνθηκε δραματικά κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων δύο μηνών προ του θανάτου του, δηλαδή το διάστημα των μηνών Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2002, υποφέροντας από έντονους πόνους και λαμβάνοντας τα ανωτέρω φαρμακευτικά σκευάσματα.
Ειδικότερα παρέμεινε κλινήρης στο κρεβάτι, είχε απωλέσει τη δυνατότητα να μετακινείται αυτόνομα χωρίς τη βοήθεια τρίτου προσώπου, η πνευματική του διαύγεια είχε φθίνουσα πορεία, η δυνατότητα επικοινωνίας του με άλλα άτομα ήταν ελάχιστη, μη δυνάμενος να ανταπεξέλθει επαρκώς σε συζητήσεις, δεν αναγνώριζε πλήρως τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του άλλα άλλοτε τα αντιλαμβάνονταν και άλλοτε όχι, ο λόγος του ήταν ασυνάρτητος και γενικότερα το επίπεδο της αντίληψής του μειώνονταν διαρκώς, εν τέλει δε δύο τρεις ημέρες προ του θανάτου του, περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση και κατέληξε τελικά την 26.9.2002.
Τα ανωτέρα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια από την κατάθεση του μάρτυρα της εφεσίβλητης πού επί χρόνια φίλος του ζεύγους, επισκέφθηκε τον αποβιώσαντα για τελευταία φορά περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2002 και έχει επομένως προσωπική αντίληψη της κατάστασής του ενώ τις ίδιες πληροφορίες του μετέφερε και η εφεσίβλητη στις συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες που πραγματοποιούσε μαζί της για να πληροφορηθεί περί της πορείας της υγείας του η οποία μάλιστα απέτρεπε αυτόν και τη σύζυγό του να τους επισκεφθούν δηλώνοντας ότι ο σύζυγός της δεν ήταν σε θέση να δέχεται επισκέψεις.
Ειδικότερα ο μάρτυρας καταθέτει ότι ο θανών εκφράζονταν ασυνάρτητα χωρίς να καταλαβαίνει τι λέει, δεν αναγνώριζε πλήρως τα άτομα που τον επισκέπτονταν ενώ και τον ίδιο κατά την ως άνω επίσκεψή του δεν τον αναγνώρισε πλήρως, είχε απωλέσει σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα διαλόγου αφού κατά την επίσκεψη δεν κατέστη δυνατόν να έχουν έστω και μία υποτυπώδη συζήτηση ενώ, πριν την ως άνω επιβάρυνση της υγείας του, ήταν άνθρωπος που αρέσκονταν σε πολύωρες συζητήσεις με περιεχόμενο κυρίως πολιτικό.
Ο θανών, όπως και η σύζυγός του εφεσίβλητη, είχε υπάρξει μέλος της Εθνικής Αντίστασης, ήταν σε όλη τη ζωή του ενεργό μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, είχε εργασθεί στο εξωτερικό επί σειρά ετών στη ...... και τελικά επέστρεψε με τη σύζυγό του στην Ελλάδα το έτος 1980 περίπου. Χαρακτηριστικό δε στοιχείο του χαρακτήρα του ήταν το ότι φρόντιζε να διαχειρίζεται με πολύ συντηρητικό τρόπο τα χρήματά του υπολογίζοντας ακόμα και την ελάχιστη δαπάνη (και οι δύο μάρτυρες τον περιγράφουν ως τσιγκούνη).
Περαιτέρω στο ευρύτερο συγγενικό του περιβάλλον ήταν γνωστό ότι ο θανών διέθετε μεγάλη χρηματική περιουσία ενώ ο ίδιος και η εφεσίβλητη, όπως καταθέτει ο μαρτυράς της, ενόψει και. του γεγονότος ότι δεν είχαν αποκτήσει τέκνα και ήταν ιδιαίτερα αγαπημένοι τρέφοντας αμοιβαία αισθήματα στοργής, είχαν αποφασίσει, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δύο, τα χρήματα να περιέλθουν στον επιζώντα έτσι ώστε να ζήσει με αξιοπρέπεια.
Κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα η ανιψιά του Β (σύζυγος του μάρτυρα του εκκαλούντος) που γνώριζε την ύπαρξη της μεγάλης χρηματικής περιουσίας και η οποία σχετίζονταν με τον εκκαλούντα και είχε προσήλωση στα θρησκευτικά θέματα καθώς και ο ιερέας Γ, που ήταν και ο Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου αυτού και τον οποίο έφερε σε επαφή με τον θανόντα η ως άνω ανιψιά του, άρχισαν να μεταβαίνουν στην οικία του συχνότατα και να έχουν συναντήσεις μαζί του σχετικά με μια δωρεά χρηματικού ποσού υπέρ του εκκαλούντος.
Στις συναντήσεις αυτές παρευρισκόταν και η εκκαλούσα τις περισσότερες φορές. Τελικά την 17.9.2002, εννέα μόλις ημέρες προ του θανάτου του, μετέβησαν στην οικία του θανόντος, περίπου 8 η ώρα το πρωί, ο προαναφερθείς πρόεδρος και τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ως άνω ναού, μαζί με το μάρτυρα του εκκαλούντος Δ (εν συνόλω δηλαδή 6 άτομα) και στη συνέχεία, μεταφέροντας υποβασταζόμενο τον θανόντα και με τη συνοδεία και της συζύγου του, μετέβησαν όλοι μαζί, με τη χρήση δύο αυτοκινήτων ταξί, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, διαβεβαιώνοντας την τελευταία ότι ο λόγος της μετάβασής τους αφορούσε την παροχή μίας οικονομικής ενίσχυσης προς τον εκκαλούντα.
Στην εν λόγω τράπεζα ο θανών διατηρούσε τον με αριθμό ...... κοινό, μαζί με τη εφεσίβλητο τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των 500.000 ευρώ. Το συγκεκριμένο ποσό προέρχονταν από ρευστοποίηση των με αριθμούς ...... και ...... ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ρευστοποίηση που, όπως προκύπτει, κατά μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση τρόπο, από τους ίδιους τους τίτλους είχε πραγματοποιηθεί σε σχέση με τον πρώτο τίτλο την 23-10-2001 και σε σχέση με το δεύτερο την 2-6-1999 και το προϊόν της ρευστοποίησης, που κατατέθηκε στον ως άνω λογαριασμό, ήταν ποσού 153.999.999 δρχ.
και 15.003.001 δρχ. αντίστοιχα, δηλαδή εν συνόλω 169.002.999 δρχ. Αυτά τα χρηματικά ποσά αντιπροσώπευαν το αποτέλεσμα της επί σειρά ετών κοινής εργασίας και αποταμίευσης του θανόντος και της συζύγου του. Ο αποβιώσας μετά τη μετάβασή του στην τράπεζα, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, ανέλαβε ολόκληρο το ποσό που υπήρχε στον ως άνω κοινό λογαριασμό, ύψους 500.000 ευρώ, παύοντας έτσι αυτός (λογαριασμός) να υφίσταται και κατέστη με τον τρόπο αυτό ο θανών αποκλειστικά κύριος του αναληφθέντος χρηματικού ποσού εξ ιδίου δικαίου, και στη συνέχεια το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στις 8:42:54, από τον ως άνω λογαριασμό στον με αριθμό ......
και τηρούμενο στην ίδια τράπεζα τραπεζικό λογαριασμό του εκκαλούντος, στο σχετικό δε γραμμάτιο είσπραξης αναφέρονταν ως αιτία της κατάθεσης "δωρεά στον Ι.Ν.Αγ. Ραφαήλ και στη θέση "ο καταθέτης" υπέγραψε ο θανών, και παραπλεύρως η σύζυγός του. Παράλληλα τα μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου του εκκαλούντος είχαν ήδη ετοιμάσει ένα ιδιωτικό έγγραφο που τιτλοφορείται ως "ΠΡΑΞΗ 11" όπου αναφέρονταν ότι αυτοί παρέλαβαν από τον θανόντα, αποκαλούμενο ως δωρητή, παρουσία της συζύγου του και ως άνω μάρτυρα του εναγόμενου, το χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ το οποίο φέρει και τις υπογραφές αυτών των προσώπων, ενώ συντάχθηκε και η με αριθμό ......
απόδειξη εισπράξεως του ποσού αυτού, όπου υπέγραψε ο θανών, στην οποία φέρεται ότι το πρόσωπο που το εισέπραξε είναι η ερανική επιτροπή του εναγομένου. Με τον ως άνω τρόπο ο θανών προέβη σε δωρεά υπέρ του εναγόμενου του ως άνω χρηματικού ποσού των 500.000 ευρώ, πράξη που ήταν μεν αρχικά άκυρη εφόσον η δωρεά δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου όπως επιτάσσει το άρθρο 498 παρ 1 του ΑΚ αλλά ή εκ του λόγου αυτού ακυρότητά της καλύφθηκε ενόψει του ότι επρόκειτο για δωρεά κινητού πράγματος, κατά τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, με την κατάθεση των χρημάτων στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου, αφού έτσι πραγματοποιήθηκε η παράδοσή τους.
Το προαναφερθέν έγγραφο με τον τίτλο "ΠΡΑΞΗ 11", όπως προκύπτει το ίδιο το σώμα του, αρχικά δεν ήταν συμπληρωμένο ως προς την ημερομηνία, αφού αναγράφονταν μόνο "Σήμερα Σεπτεμβρίου 2002 ημέρα και ώρα" ως προς τα πλήρη στοιχεία της εφεσίβλητης, αφού αναγράφονταν μόνο "Ψ, σύζυγος", ως προς τα πλήρη στοιχεία του θανόντος, αφού αναγράφονταν μόνο "Α" και, το κυριότερο, ως προς το χρηματικό ποσό.
Τα μη συμπληρωμένα στοιχεία συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων αφού για τη συμπλήρωσή τους χρησιμοποιείται διαφορετικής απόχρωσης μελάνη (μπλε χρώματος αντί μαύρου με την οποία έχει γραφεί το υπόλοιπο κείμενο) και ειδικότερα τέθηκε ως ημερομηνία ο αριθμός "...", ως ημέρα η "Τρίτη", ως ώρα η "8,30", τέθηκαν συνέχεια στα.
στοιχεία της εφεσίβλητης οι λέξεις "Α ΑΤΜ ...... ΑΤ Θεσ/νίκης" και μετά τα στοιχεία του θανόντος οι λέξεις "του ...... Αρ. Ταυτ. ...... Α.Τ. Θεσ/νίκης" και μετά τη φράση "παρέλαβε το χρηματικό ποσό των" <500.000> πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ". Το έγγραφο αυτό, όπως καταθέτουν και οι δύο μάρτυρες, υπογράφηκε εντός του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, ενώ ο μάρτυρας του εκκαλούντος υποστηρίζει ότι η μη συμπλήρωση των ως άνω στοιχείων και κυρίως του χρηματικού ποσού οφείλεται στο γεγονός ότι οι αντιπρόσωποι του εκκαλούντος, μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου, δεν γνώριζαν, μέχρι και το χρόνο της μετάβασης στην τράπεζα, το ύψος του ποσού και ότι ελλείποντα στοιχεία συμπληρώθηκαν από τον Διευθυντή της τράπεζας.
Ο πρώτος ως άνω ισχυρισμός του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ο εκκαλών υποστηρίζει στις ομότυπες προτάσεις του, όπου ρητά αναφέρει ότι ο θανών ανακοίνωσε στο εκκλησιαστικό του συμβούλιο, την τελευταία εβδομάδα πριν τη δωρεά, το χρηματικό ποσό που θα δωρίζονταν, ενώ ο δεύτερος ισχυρισμός καταρρίπτεται από το γεγονός ότι η γραφή των αρχικά μη συμπληρωμένων στοιχείων και του υπολοίπου κειμένου παρουσιάζει οφθαλμοφανείς ομοιότητες.
Κατά το χρόνο της πραγματοποίησης της δωρεάς, την 17-9-2002, ο δωρητής, ηλικίας 82 ετών, ευρισκόμενος ήδη στο τελευταίο στάδιο της ζωής του αφού μόλις εννέα ημέρες μετά επήλθε ο θάνατός του, προηγηθείσας της περιέλευσής του σε κωματώδη κατάσταση προ δύο-τριών ημερών, ήδη από διμήνου παραμένοντας κλινήρης και αδυνατώντας να μετακινηθεί χωρίς τη βοήθεια τρίτων, έχοντας απώλεσει σε σημαντικότατο βαθμό, συνεπεία της σοβαρότατης κατάστασης της υγείας του, αφού βρίσκονταν στο τελικό στάδιο του καρκίνου από τον οποίο έπασχε και της κίρρωσης ήπατος, της ηλικίας του και της χρήσης των ως άνω φαρμάκων, την πνευματική του διαύγεια και την ικανότητα να επικοινωνεί επαρκώς με το περιβάλλον του και να διαμορφώνει ελεύθερα τη βούλησή του, δεν είχε τη δυνατότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πράξεως που επιχείρησε, ευρισκόμενος έτσι σε κατάσταση έλλειψης συνειδήσεως, σε σχέση με τη δικαιοπραξία της δωρεάς του εξαιρετικά σημαντικού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ποσού των 500.000 ευρώ υπέρ του νομικού προσώπου.
Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα της εφεσίβλητης οποίος περιέγραψε με σαφήνεια την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο θανών ήδη προ διμήνου πριν το θάνατό του, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφαιρεί από το πρόσωπο που βρίσκεται σε αυτή την ικανότητα λογικής σκέψης και της ορθής αξιολόγησης των συνεπειών των πράξεών του, ενώ επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι ουδέποτε, όσο ήταν σε πλήρη διαύγεια, είχε εκφράσει την επιθυμία να προβεί σε δωρεά υπέρ οποιουδήποτε εκκλησιαστικού ιδρύματος.
Η κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, η οποία εκτιμάται ανάλογα αφού και αυτός συμμετείχε, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στην επίμαχη δωρεά, ο οποίος διατείνεται ότι ο θανών μέχρι και δύο ημέρες προ του θανάτου του, είχε πλήρη πνευματική διαύγεια, κινούνταν αυτόνομα και η δωρεά αυτού του σημαντικότατου ποσού ήταν αποκλειστικά δική του απόφαση, κρίνεται ελάχιστα πειστική αφού καταρρίπτεται από την αντίθετη κατάθεση του μάρτυρα της εφεσίβητης, ενώ δεν δικαιολογείται, σε περίπτωση παραδοχής των όσων αναφέρουν, ο λόγος για τον οποίο ο απολύτως ικανός κατά τους άνω θανών δεν μετέβη μόνος του ή με την συνοδεία μόνο του εκπροσώπου του εκκαλούντος στην τράπεζα, αλλά αντίθετα έπραξε τούτο υποβασταζόμενος και συνοδευόμενος, πλην της συζύγου του, από άλλα έξι άτομα.
Εξάλλου, με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας, τις κοινές γνώσεις, τους εν γένει κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, αν πράγματι ο θανών είχε αποφασίσει, έχοντας πλήρη συνείδηση των όσων έπραττε, να δωρίσει το υπερβολικό για τις οικονομικές του δυνατότητες ποσό των 500.00 ευρώ, όταν το ποσό αυτό αποτελούσε το αποτέλεσμα των μακροχρόνιων κόπων των δικών του και της συζύγου του, όταν, πριν την επιδείνωση της κατάστασής του, υπήρχε ακλόνητη η απόφασή του να περιέλθει στο μέλος του ζευγαριού που θα επιζούσε του άλλου, όταν κατά το χρόνο της δωρεάς αντιμετώπιζε μία σοβαρότατη ασθένεια και η σύζυγός του, γεννηθείσα το έτος 1927, ήταν ηλικίας 75 ετών οπότε οι ανάγκες τους καθίστανται επιτακτικές και μη δυνάμενες να καλυφθούν με άλλο τρόπο παρά μόνο με τα οικονομικά αποτελέσματα της αποταμίευσής τους, όταν με την πράξη του αυτή στερούσε τόσο τον ίδιο όσο και τη σύζυγό του της δυνατότητας αξιοπρεπούς διαβίωσης κατά τη δύση του βίου τους, θα αναμένονταν εύλογα να έχει συνταχθεί συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς, όπως επιβάλλει ο νόμος, πράγμα που, ενόψει του μεγέθους του δωρηθέντος ποσού, θα έπρεπε να επιδιώξει και ο εκκαλών έτσι ώστε η πράξη του δωρητή να περιβάλλεται από τα εχέγγυα που παρέχει η παρουσία του συμβολαιογράφου, ως δημόσιου λειτουργού.
Επιπρόσθετα, αν συνέβαιναν τα ανωτέρω, ενόψει μάλιστα του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι ο θανών είχε γνωστοποιήσει το ύψος του δωρηθέντος χρηματικού ποσού ήδη μία εβδομάδα προ της δωρεάς, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα το γεγονός ότι στην προαναφερθείσα με αριθμό 11 πράξη δωρεάς δεν είχε συμπληρωθεί εκ των προτέρων το χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ αλλά το σχετικό σημείο του κειμένου είχε αφεθεί κενό και συμπληρώθηκε εκ των υστέρων.
Και το γεγονός όμως ότι οι εκπρόσωποι του εκκαλούντος κατά την επίμαχη δωρεά (μέλη του εκκλησιαστικού του συμβουλίου) φρόντισαν να λάβουν επί της προαναφερθείσας πράξης με αριθμό ... και επί του προαναφερθέντος γραμματίου κατάθεσης του προαναφερθέντος γραμματίου κατάθεσης χρηματικού ποσού των 500.000 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό του εκκαλούντος και της υπογραφής της συζύγου του, έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ο τελευταίος και ο μάρτυράς του υποστηρίζουν περί της πλήρους διαύγειας του δωρητή και περί της πραγματοποίησης της δωρεάς ως αποτέλεσμα αποκλειστικά δικής του απόφασης.
Αν πράγματι ο δωρητής ήταν στην υποστηριζόμενη από τον εκκαλούντα κατάσταση, θα ήταν περιττή η συνυπογραφή των παραπάνω εγγράφων από την εφεσίβλητη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα ότι μάρτυρας του εκκαλούντος κατέθεσε, υποπίπτοντας σε πλείστες αντιφάσεις, ότι 10 ημέρες, 15 ημέρες έως 20 ημέρες πριν το θάνατο ή ενάμιση μήνα ή δύο μήνες πριν, όταν δηλαδή, όπως καταθέτει ο μάρτυρας της εφεσίβλητης και δέχεται και το Δικαστήριο, ο δωρητής είναι ήδη "κατάκοιτος" στο κρεβάτι είχε μεταβεί με τον δωρητή στην Τράπεζα.
Η με το παραπάνω περιεχόμενο όμως κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα καταρρίπτεται πλήρως από το γεγονός ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ρευστοποίηση των με αριθμούς ...... και ...... ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία προήλθε το κατατεθέν στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό και τελικά δωρηθέν ποσό, έλαβε χώρα, όπως προκύπτει αδιαμφισβήτητα από τους ίδιους τους τίτλους, την 23-10-2001 σε σχέση με τον πρώτο τίτλο και την 2-6-1999 σε σχέση με τον δεύτερο τίτλο.
Το χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ υπήρχε στον τραπεζικό λογαριασμό του θανόντος ήδη από την 23-10-2001, επομένως αν αυτός είχε αποφασίσει, ήδη 2-3 μήνες προ του θανάτου του, όπως καταθέτει ο εν λόγω μάρτυρας, να προχωρήσει στη δωρεά, δεν υπήρχε το επικαλούμενο από τον εκκαλούντα κώλυμα της μη ρευστοποίησης των ομολόγων.
Αυτό που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί ο θανών και πράγματι αντιλήφθηκε κατά τις επισκέψεις του προαναφερθέντος προέδρου του εκκλησιαστικού συμβουλίου του εκκαλούντος στην οικία του και ενόψει της προπεριγραφείσας κατάστασης στον οποία είχε η περιέλθει κατά τον επίμαχο χρόνο της 17-9-2002, ήταν ότι η μετάβασή του στην τράπεζα και η υπογραφή των ως άνω εγγράφων αφορούσε την καταβολή μιας μικρής οικονομικής ενίσχυσης προς τον εκκαλούντα, υπό την ίδια δε εντύπωση βρίσκονταν και η σύζυγος - εφεσίβλητη που τον συνόδευε, η οποία, όταν αντιλήφθηκε το ύψος του δωρηθέντος ποσού εντός της τράπεζας και αφού είχαν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικασίες, αντέδρασε άμεσα και με έντονο τρόπο.
Από κανένα στοιχείο, πλην της καταθέσεως του μάρτυρα του εκκαλούντος και των ενόρκων βεβαιώσεων των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου που προσκομίζονται για την παρούσα δίκη που κρίνονται ελάχιστα πειστικές δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν ήδη από τα μέσα Ιουλίου 2002, εκτεταμένες συζητήσεις του θανόντος με τον ως άνω εκπρόσωπο του εναγόμενου σχετικά με την πραγματοποιηθείσα δωρεά του συγκεκριμένου υψηλοτάτου ποσού και ότι η εφεσίβλητη επί όλο αυτό το διάστημα, γνώριζε και συναινούσε στη δωρεά του χρηματικού ποσού των 500.000 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών.
Αν όλα αυτά είχαν συμβεί, τότε δεν δικαιολογείται στην προαναφερθείσα πράξη με αριθμό 11 με την οποία συντελέσθηκε η επίμαχη δωρεά, τα στοιχεία ταυτότητας του δωρητή και της συζύγου του να είναι ελλιπή και να συμπληρώνονται μεταγενέστερα αφού, υπό την παραδοχή των ισχυρισμών του εκκαλούντος, τότε ο δωρητής και η εφεσίβλητη θα είχαν δώσει εξ αρχής τα στοιχεία τους και δεν θα είχαν συμπληρωθεί μεταγενέστερα τα σχετικά σημεία στην ως άνω πράξη.
Το γεγονός ότι η εφεσίβλητη υπέγραψε την προαναφερθείσα πράξη 11, επί της οποίας η ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 2002 και το χρηματικό ποσό τέθηκαν μεταγενέστερα της υπογραφής του καθώς και το σχετικό γραμμάτιο κατάθεσης των χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό του εκκαλούντος ουδόλως αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη, ενόψει και της ηλικίας της [75 ετών] και των γραμματικών της γνώσεων [εργάζονταν στο εξωτερικό ως καθαρίστρια, χωρίς να αποδειχθεί ότι είχε ικανό μορφωτικό επίπεδο], αντιλήφθηκε το τι αφορούσε η υπό τις ως άνω συνθήκες δωρεά και ειδικότερα το ύψος αυτής, μόνο μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών και αφού είχε ήδη υπογράψει τα δύο έγγραφα.
Συνακόλουθα, η κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εφεσίβλητης να ζητήσει αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης δικαιοπραξίας που προέβαλε ο εκκαλών ζητώντας την απόρριψη για το λόγο αυτό της αγωγής και επικαλούμενος προς στήριξή της ότι η εφεσίβλητη αφενός δεν εναντιώθηκε στη δωρεά έχοντας γνώση της πρόθεσης του δωρητή επί 2,5 μήνες και μετέχοντας στις σχετικές συζητήσεις και αφετέρου συναίνεσε σ' αυτήν με την υπογραφή στα ανωτέρα δύο έγγραφα οπότε του δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει κανένα δικαίωμα σε σχέση με το δωρηθέν ποσό, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, η εφεσίβλητη, όπως καταθέτει ο μάρτυράς της και παραδέχεται και ο μάρτυρας του εκκαλούντος, αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου της διαμαρτυρήθηκε προς τους εκπροσώπους του εναγομένου μεταβαίνοντας στο χώρο του και ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων, χωρίς οι προσπάθειές της να φέρουν κάποιο αποτέλεσμα.
Αλλά και εγγράφως διαμαρτυρήθηκε με την επίδοση στον εναγόμενο, την 28-5-2003, της από 12-5-2003 εξώδικης δήλωσής της όπου, αφού ανέφερε ότι ο σύζυγός της δεν θα δώριζε το παραπάνω χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ αν είχε "διαύγεια κρίσης και συνείδησης", ζητούσε την επιστροφή τουλάχιστον του ήμισυ του παραπάνω ποσού, χωρίς όμως ο εκκαλών να ανταποκριθεί στο αίτημά της αλλά με την επιδοθείσα την 4-6-2003 εξώδικη απάντησή του, επέμενε στην εγκυρότητα της επίμαχης δωρεάς.
Συνοψίζοντας το σύνολο όλων όσων έχουν αναφερθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δικαιοπραξία της δωρεάς, υπέρ του εκκαλούντος ιερού ναού, του χρηματικού ποσού των 500.000 ευρώ που επιχείρησε ο θανών Α την 17-9-2002, είναι απόλυτα και αυτοδικαίως άκυρη, σύμφωνα με τα όσα σχετικά διαλαμβάνονται, εφόσον ο δηλών κατά το χρόνο αυτό, τελούσε σε κατάσταση έλλειψης συνειδήσεως για το λόγο ότι δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της επιχειρούμενης πράξεως".
Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις την έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει από τη διάταξη του άρθρου 131 του ΑΚ η αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 131 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο δωρητής σύζυγος της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο της δωρεάς του ποσού των 500.000 ευρώ προς τον αναιρεσείοντα Ιερό Ναό τελούσε σε κατάσταση έλλειψης συνείδησης για το λόγο ότι δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της επιχειρούμενης πράξης, πληρούν το πραγματικό της ιδίας εφαρμοζόμενης διάταξης και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά το κύριο αγωγικό αίτημά της. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως κατά το ένα μέρος του.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 131 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το δεύτερο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης συνείδησης στο πρόσωπο του δωρητή συζύγου της αναιρεσίβλητης για το λόγο ότι δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πράξεώς του της δωρεάς του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού των 500.000 ευρώ προς τον αναιρεσείοντα Ναό, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι: "ο ίδιος δωρητής, στερούμενος της ικανότητας να διαγνώσει την ουσία και τη σπουδαιότητα της συγκεκριμένης ενέργειάς του, αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για δωρεά πολύ μικρού χρηματικού ποσού", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ.- Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ της παραβίασης εκ μέρους του Εφετείου των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφού κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης "ο δωρητής σύζυγος της αναιρεσίβλητης εστερείτο της δυνατότητας να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πράξεώς που επιχείρησε, ευρισκόμενος σε κατάστασης έλλειψης συνείδησης σε σχέση με τη δικαιοπραξία της δωρεάς του εξαιρετικά σημαντικού ποσού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, των 500.000 ευρώ υπέρ του αναιρεσείοντος Ναού, αφού 1) η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο δωρητής ήδη προ διμήνου από του θανάτου του αφαιρούσε από αυτόν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας την ικανότητα λογικής σκέψης και ορθής αξιολόγησης των συνεπειών της πράξεώς του, 2) από το χρόνο διαπίστωσης του καρκίνου του προστάτη χορηγήθηκε στον δωρητή φαρμακευτική αγωγή, με τα φάρμακα "ELITYRAN" και "INDERAL" μέχρι του θανάτου του, που έχουν ως ανεπιθύμητες παρενέργειες, μεταξύ άλλων, ψευδαισθήσεις, ζάλη, λήθαργο, διαταραχές της μνήμης, ψύχωση, σύγχυση και 3) ο δωρητής ήταν μέλος της Εθνικής Αντίστασης, παλαιότερα αντάρτης και, ως εκ τούτου, είχε ελάχιστη σχέση με τα εκκλησιαστικά ζητήματα".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά τα τρία σκέλη του, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και όχι κατά την εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 131 του ΑΚ, και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος. Τέλος, ο ίδιος πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη της κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρίνεται αβάσιμος, αφού η κατάθεση αυτή ειδικά αξιολογήθηκε και κρίθηκε "ελάχιστα πειστική".
IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνον όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π. 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο, με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση που αναφέρεται στην δεύτερη σκέψη της παρούσας και να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων το υπ' αριθ. 20277/17.9.2002 γραμμάτιο εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και η υπ' αριθ. ......
Δημόσια διαθήκη του δωρητή συζύγου της αναιρεσίβλητης ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Μητσιομπούκα. Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, ειδικά δε του πρώτου, γιατί δέχθηκε ότι μόνο ο δωρητής συγκαταθέτης προέβη στην ανάληψη ολόκληρου του δωρηθέντος ποσού.
Υπ' αυτά όμως τα δεδομένα, και καθόσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο δηλαδή το υπ' αριθ. ...... γραμμάτιο, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από την συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι δηλαδή "με το γραμμάτιο αυτό ο δωρητής, όπως κατά νόμο είχε δικαίωμα, ατομικά προέβη στην ανάληψη ολόκληρου του δωρηθέντος ποσού των 500.000 ευρώ από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε με την αναιρεσίβλητη σύζυγό του, η προσυπογραφή της οποίας στο γραμμάτιο ζητήθηκε και επιβλήθηκε από τους εκπροσώπους του αναιρεσείοντος Ιερού Ναού για να κατοχυρωθεί ο τελευταίος λόγω της κατάστασης της υγείας του δωρητή".
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, που αφορά το πιο πάνω τραπεζικό παραστατικό είσπραξης, προεχόντως είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, ειδικά καθόσον αφορά το δεύτερο από τα πιο πάνω έγγραφα, δηλαδή τη δημόσια διαθήκη του θανόντος δωρητή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό της με το οποίο η αναιρεσίβλητη σύζυγος του δωρητή εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος του, εκτός σε άλλα ακίνητα, ρητά κατονομαζόμενα, και "σε όλη την κινητή του περιουσία", στην οποία όμως δεν περιλαμβανόταν η ένδικη χρηματική κατάθεση ώστε έτσι δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικά η αναιρεσίβλητη στην άσκηση της ένδικης αγωγής με την ιδιότητα του κληρονόμου του δωρηθέντος ποσού μετά την ανάληψή του από τον δωρητή.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος με τις ακόλουθες παραδοχές: "Ο θανών με την ...... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας ΜΗΤΣΙΟΜΠΟΥΚΑ που δημοσιεύθηκε με τα 1610/6-12-2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε ως κληρονόμο του την ενάγουσα καταλείποντας σ' αυτήν το ανήκον στον ίδιο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στο Δήμο ......, μικτού εμβαδού 129,95 τ.μ., ένα διαμέρισμα κυριότητάς του που βρίσκεται στο συνοικισμό ......
της Επαρχίας ......, μικτού εμβαδού 38 τμ και όλη την κινητή του περιουσία, ορίζοντας ειδικότερα ότι "Στην σύζυγό μου Ψ επίσης αφήνω όλη την κινητή μου περιουσία". Από τις απόλυτα σαφείς λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης και ενόψει του γεγονότος ότι στην έννοια της κινητής περιουσίας περιλαμβάνονται κατά κύριο και πρώτιστο λόγο τα χρήματα, προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια ότι η βούλησή του ήταν να περιέλθει στη σύζυγό του κάθε χρηματικό ποσό που θα υπήρχε κατά το χρόνο του θανάτου του.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται, δεν χρειάζεται προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, αφού το Δικαστήριο δέχεται ότι η εν λόγω διάταξη της διαθήκης είναι σαφής και αποδίδει με σαφήνεια τη βούληση του διαθέτη. Συνακόλουθα, η εφεσίβλητη, ως εκ διαθήκης αποκλειστική κληρονόμος των χρημάτων και συνεπώς και του δωρηθέντος χρηματικού ποσού των 500.000 ευρώ, το οποίο, αν δε μεσολαβούσε η επίμαχη άκυρη δωρεά, και ενόψει της ανάληψής του από τον αποβιώσαντα από τον κοινό, με την ενάγουσα, τραπεζικό λογαριασμό, οπότε κατέστη αποκλειστικά εξ ιδίου δικαίου κύριος αυτού, θα υπήρχε στην κληρονομία του συζύγου της, έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώρισή της, λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 131 ΑΚ, ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, η οποία [ακυρότητα], σύμφωνα με τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν, είναι απόλυτη, επέρχεται αυτοδίκαια και αντιτάσσεται από οποιονδήποτε που έχει έννομο συμφέρον έναντι οποιουδήποτε έλκει δικαιώματα από την άκυρη πράξη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο ανέλεγκτα, χωρίς να διαπιστώσει ασάφεια στη βούληση του δωρητή, κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμα δεν δέχθηκε για τον όρο αυτό της διαθήκης περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V.- Κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ "Εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άσκηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (Α.Π. 452/2005).
Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (Α.Π. 1453/2003).
Σε παρόμοια πλημμέλεια υποπίπτει το ουσιαστικό δικαστήριο και όταν δέχεται την ύπαρξη δικαστικής κατ' άρθρο 352 του ΚΠολΔ ομολογίας που δεν προσκομίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, εκτός άλλων, ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του αλλά και με το δικόγραφο της έφεσής του, εκτός άλλων, και τα εξής που περιλαμβάνονται και στο αναιρετήριο. "Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιουλίου έως την ημερομηνία της δωρεάς στις 17-9-2002, πραγματοποιήθηκαν πολλές συναντήσεις του Α με τον εν λόγω ιερέα και το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ιερού ναού και πάντοτε παρούσης και της εφεσίβλητης, η οποία ήταν συνεχώς στο σπίτι τους και ουδέποτε εκδήλωσε ενώπιον του εκκλησιαστικού συμβουλίου την αμφισβήτησή της για τις πράξεις του συζύγου της, ούτε διατύπωσε την ανησυχία της για την πνευματική του διαύγεια, ούτε εκμυστηρεύτηκε το υποτιθέμενο πρόβλημα του συζύγου της στον ιερέα για να αποτρέψει την δωρεά.
Ο Α έχοντας πλήρη διαύγεια πνεύματος και συνείδηση των πραττομένων του, ανακοίνωσε στο εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ναού, ότι τελικώς θα πραγματοποιήσει την δωρεά στις 17-9-2002 και ο ίδιος προσωπικά οργάνωσε τις λεπτομέρειες εκτέλεσής της. Ήτοι, κανόνισε να μεταβούν όλοι μαζί (δηλαδή ο ίδιος, η σύζυγός του, ο ανιψιός του Δ και ολόκληρο το εκκλησιαστικό συμβούλιο) στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ζήτησε να γίνουν οι διατυπώσεις της ανάληψης και της κατάθεσης του χρηματικού ποσού ενώπιον του Διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος.
Συγκεκριμένα, το παραστατικό της ανάληψης από τον τραπεζικό λογαριασμό υπέγραψε τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του - εφεσίβλητη, η οποία ήταν παρούσα και είχε πληροφορηθεί το γεγονός της δωρεάς τουλάχιστον δυόμιση μήνες πριν [ήτοι από τον Ιούλιο του 2002], χωρίς να προβάλει την παραμικρή εναντίωση. Χαρακτηριστικό της συγκατάθεσης της ενάγουσας στην ένδικη δωρεά, είναι το γεγονός ότι η ίδια συναίνεσε όχι μόνο στην ανάληψη του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, αλλά και στην κατάθεση του υπέρ του ιερού ναού αιτία δωρεάς, θέτοντας την υπογραφή της στα τραπεζικά έγγραφα, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, αφού ο λογαριασμός ήταν κοινός και θα μπορούσε να αναλάβει τα χρήματα μόνον ο σύζυγός της.
Στην συνέχεια μάλιστα η ίδια υπέγραψε και το πρακτικό του εκκλησιαστικού συμβουλίου μαζί με τον ανιψιό της, ως μάρτυρας, όπως ακριβώς είχε ζητήσει ο σύζυγός της, επικυρώνοντας την δωρεά και επιβεβαιώνοντας την συμφωνία και την συγκατάθεσή της στην δωρεά". Με το πιο πάνω περιεχόμενο των προτάσεών του και της έφεσής του ο αναιρεσείων, ως εναγόμενος - εκκαλών, χωρίς να προβάλλει σαφή αρνητικό ισχυρισμό του βασικού αγωγικού ισχυρισμού ότι η επίμαχη δωρεά καταρτίσθηκε αποκλειστικά εκ μέρους του θανόντος συζύγου της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, ισχυρίσθηκε ότι: "η επίμαχη δωρεά καταρτίσθηκε προσωπικά και ατομικά από τον σύζυγο της αναιρεσίβλητης, η δε τελευταία συγκατατέθηκε στο γεγονός της δωρεάς, με την προσυπογραφή των παραστατικών ανάληψης και κατάθεσης του δωρηθέντος ποσού χωρίς την παραμικρή εναντίωση, καίτοι η προσυπογραφή αυτή δεν ήταν αναγκαία, αφού ο λογαριασμός ήταν κοινός, στη συνέχεια δε η ίδια υπέγραψε και το πρακτικό του εκκλησιαστικού συμβολαίου ως μάρτυρας, επιβεβαιώνοντας τη συμφωνία και τη συγκατάθεσή της στη δωρεά".
Επομένως το Εφετείο, που συνήγαγε κατά τις διατάξεις των άρθρων 261 και 352 του ΚΠολΔ αντίστοιχη ομολογία του αναιρεσείοντος περί του ότι η επίμαχη δωρεά καταρτίσθηκε προσωπικά από τον σύζυγο της αναιρεσίβλητης, η οποία προσυπέγραψε απλώς τα σχετικά παραστατικά, κατά την ανάληψη ολόκληρου του ποσού από τον δωρητή σύζυγό της, και στη συνέχεια (το Εφετείο) οδηγήθηκε στην απόρριψη του αντίστοιχου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην αντίστοιχη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
β' του ΚΠολΔ, δηλονότι της παρά το νόμο λήψης υπόψη ομολογίας που δεν προσκομίστηκε, και ο αντίστοιχος τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου κρίνεται αβάσιμος. Η αποδεικτική δε αυτή ισχύς της αντίστοιχης ομολογίας δεν επηρεάσθηκε από τον ενδοιαστικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την ενίσχυση του καταλυτικού ισχυρισμού του από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ ότι δηλαδή: "είναι καταχρηστική η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, αφού με την προσυπογραφή των σχετικών τραπεζικών παραστατικών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και η ίδια ως δωρήτρια".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2007 αίτηση του Ιερού Ναού Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2545/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίλβητης, την οποία ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ