48/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated48/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, μπορεί να συμφωνηθεί και σε ποσοστό επί του αντικειμένου της διεξαχθησομένης δίκης και συνάγεται περαιτέρω ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν επιτυχώς διεξαχθεί η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περαιωθεί η εργασία.
Full text
Απόφαση 48 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 48/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Θ. Μ. του Ν., δικηγόρου, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στασινόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 27 Οκτωβρίου 2005 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. της συναδέλφου του Χαρούλας Απαλαγάκη, παρίσταται εκείνος αντ' αυτής και εκπροσωπεί τον αναιρεσείοντα.
Των αναιρεσίβλητων : 1) Χ. χήρας Δ. Τ., το γένος Π. Σ., 2) Γ. Τ. του Δ., συζ. Κ. Μ., κατοίκου .... Η πρώτη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάμκουρη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Μαϊου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 174/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2132/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 25 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 18 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη των αντίδικων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, μετά τον θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης , που επισυνέβη μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (6-11-2004), η συζήτηση αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 291 σε συνδυασμό με τα άρθρα 286α, 287 παρ. 1 και 292 του ΚΠολΔ, νομίμως επαναλαμβάνεται από τον αναιρεσείοντα, με κοινοποίηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήσεως για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και την Π.
Τ., ατομικά και ως καθολικές διαδόχους της πρώτης αναιρεσίβλητης, θυγατέρες και μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους της (σχετ. η 70/7-11-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου πρώτης αναιρεσίβλητης, που συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο Θεσσαλονίκης, τα 12241, 12241 και 12242/9-3-2005 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το ταυθήμερο 5792 πιστοποιητικό του Δημάρχου της ίδιας πόλης και οι … και ...3-5-2005 εκθέσεις του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, από τις οποίες προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήσεως για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και την Π.
Τ.). Εφόσον όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επειδή, κατά μεν την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, μπορεί να συμφωνηθεί και σε ποσοστό επί του αντικειμένου της διεξαχθησομένης δίκης και συνάγεται περαιτέρω ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν επιτυχώς διεξαχθεί η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περαιωθεί η εργασία.
Η σύμβαση αυτή, γνωστή ως "εργολαβία δίκης", είναι υποσχετική και κατά συνέπεια ο δικηγόρος, μετά την πλήρωση της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης, δεν αποκτά αυτοδικαίως το ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης που αποτελεί την αμοιβή του, αλλά έχει ενοχική αξίωση έναντι του εντολέα του για τη μεταβίβαση ή την καταβολή του ποσοστού αυτού.
Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα στο άρθρο 170 του πιο πάνω Κώδικα ορίζονται, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την -υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα- αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του.
Σε περίπτωση που η εκπλήρωση της παροχής του εντολέα, ήτοι η καταβολή της αμοιβής του εντολοδόχου δικηγόρου, είναι αδύνατη από υπαιτιότητα του εντολέα, ο εντολοδόχος δικαιούται να ασκήσει κατ' αυτού τα δικαιώματα που του παρέχονται από το άρθρο 382 (σε συνδυασμό με το 380) του ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αποζημίωση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων, οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από αυτούς η τελευταία διαδικαστική πράξη.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξιώσεως (ΟλΑΠ 42/1990).
Επομένως και στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η επιδίωξή της από την ανάκληση της εντολής και παραγράφεται μετά από μία πενταετία από το τέλος του έτους, κατά το οποίο έλαβε χώρα η ανάκληση, χωρίς να μετατίθεται ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής από το γεγονός ότι η παροχή του ανακαλέσαντος την εντολή είναι αδύνατη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αδυναμία δικαστικής επιδιώξεως της αξιώσεως του δικηγόρου για είσπραξη της αμοιβής του, αλλά, κατά τις περί αδυναμίας παροχής διατάξεις του ΑΚ, αλλοίωση και εναλλαγή της σε αξίωση αποζημιώσεως, η οποία μπορεί να ασκηθεί και επικουρικά με την αγωγή και υπόκειται στην ίδια -και με τον ίδιο χρόνο ενάρξεως- παραγραφή.
Στην προκείμενη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων εκθέτει με την αγωγή του τα ακόλουθα: Ο Δ. Τ. του Γ., σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας της δεύτερης (ήδη αναιρεσιβλήτων), καθώς και άλλοι πέντε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το 1963 Γ. Τ., με το .../1974 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου, έδωσαν σ' αυτόν την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί ως δικηγόρος τους στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να παραχωρηθεί σ' αυτούς, από την Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (YΔAMK), ένα ανταλλάξιμο οικόπεδο στη Θεσσαλονίκη και να τους εκπροσωπήσει ενώπιον της υπηρεσίας αυτής και κάθε δικαστηρίου για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού.
Με το .../1974 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου καθορίστηκαν οι όροι της μεταξύ τους συνεργασίας και συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα έξοδα μέχρι το τέλος της σχετικής διαδικασίας θα βάρυναν τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της εντολής και παραχωρήσεως του ακινήτου στους εντολείς του, θα λάμβανε ως αμοιβή το 1/7 εξ αδιαιρέτου αυτού, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάμβανε καμμία αμοιβή.
Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο αναιρεσείων προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες για λογαριασμό των εντολέων του. Στις 11-1-1989 απεβίωσε ο εκ των εντολέων του Δ. Τ., στη θέση του οποίου και στο δικαίωμά του για διεκδίκηση του ακινήτου από την ΥΔΑΜΚ υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητες, οι οποίες τον Φεβρουάριο του 1989 έδωσαν στον αναιρεσείοντα και ατομικά την εντολή για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως και με τους ίδιους προαναφερόμενους όρους όσον αφορούσε την αμοιβή του.
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων μέχρι τις 14-11-1991, όταν οι τελευταίες ανακάλεσαν αδικαιολόγητα την προς αυτόν εντολή, για να απαλλαγούν από την υποχρέωση της προς αυτόν καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής, ανέθεσαν δε σε άλλο δικηγόρο την υπόθεση, η οποία διεκπεραιώθηκε και τελικώς παραχωρήθηκε σ' αυτές κατ' ισομοιρία το προαναφερόμενο ακίνητο το έτος 1998.
Αν οι αναιρεσίβλητες δεν ανακαλούσαν την προς τον αναιρεσείοντα εντολή, με βεβαιότητα αυτός θα την έφερε σε αίσιο πέρας με την έκδοση του σχετικού τίτλου κυριότητας στο όνομα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες τελικώς περιήλθαν σε αδυναμία παροχής, αφού επί του προαναφερόμενου οικοπέδου ανηγέρθη με το σύστημα της αντιπαροχής πολυόροφη οικοδομή, οριζόντιες ιδιοκτησίες της οποίας έλαβαν αυτές κατά κυριότητα και στη συνέχεια η πρώτη, με βάση σχετικά συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε προς τρίτους είτε την πλήρη είτε την ψιλή κυριότητα (κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά) των χώρων που έλαβε ως αντιπαροχή.
Με βάση αυτά, ο αναιρεσείων ζήτησε με την αγωγή, κυρίως να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητες υποχρεούνται κατ' ισομοιρία να του μεταβιβάσουν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το 5% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και σε περίπτωση αρνήσεώς τους να καταδικαστούν σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεώς του προς αυτόν.
Επικουρικά ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν ως αποζημίωση κατ' ισομοιρία το ποσό των 54.944 ευρώ, που αντιστοιχούν στην αξία του 5% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου. Εντελώς δε επικουρικά -για την περίπτωση που θα κρινόταν η αδυναμία των αναιρεσιβλήτων ως ανυπαίτια- ζήτησε να καταδικαστεί καθεμία από αυτές σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεως προς αυτόν του 2,5% των οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιήλθαν στην κυριότητά της και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 4.065 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 2,5% των 162.599 ευρώ που έλαβε ως συμπλήρωμα της αντιπαροχής από τον εργολάβο που ανήγειρε την οικοδομή.
Το Εφετείο, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων, έκρινε ότι, με βάση αυτά που εκτίθενται στην αγωγή -και αληθή υποτιθέμενα- η ένδικη αξίωση έχει παραγραφεί, αφού από το τέλος του έτους 1991, μέσα στο οποίο ανακλήθηκε η προς τον αναιρεσείοντα εντολή των αναιρεσιβλήτων, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 28-5-2003, αλλά και της προγενέστερης, με αριθμό καταθέσεως 17328/18-6-1998, όμοιας αγωγής, η οποία είχε απορριφθεί αμετακλήτως ως αόριστη με την 1774/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία -με διαφορετική αιτιολογία- είχε απορριφθεί στην ουσία της η ένδικη αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής, τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και εκείνες των άρθρων 201, 204, 250 αριθ.11 και 251 του ΑΚ και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επειδή με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του) από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το δεύτερο επικουρικό αίτημα της αγωγής για αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας των αναιρεσιβλήτων να του καταβάλουν την αμοιβή του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η ένδικη αξίωση παραγράφηκε στο σύνολό της τόσο ως προς το κύριο όσο και ως προς τα επικουρικά αιτήματα της αγωγής.
Τέλος από τα πρακτικά της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες είχαν υποβάλει παραδεκτώς και κατά τρόπο ορισμένο την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως (την οποία περιέλαβαν και στις πρωτόδικες προτάσεις τους και επανέφεραν με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις) ισχυριζόμενες ότι ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε η ένδικη αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της ήταν -κατά την επικουρική βάση της ενστάσεώς τους- εκείνος που κρίθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση (14-11-1991).
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τη λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα του -αποτελούντος στοιχείο της ενστάσεως παραγραφής- ισχυρισμού για τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη της ένδικης αξιώσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2004 αίτηση για αναίρεση της 2132/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ