Appeal allowed: Private law jurisdiction established for renewable energy sales contracts despite public interest price setting.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of a lawsuit regarding a renewable energy sales contract. The lower court had rejected the claim as inadmissible due to lack of jurisdiction, ruling the dispute belonged to administrative courts. The Supreme Court overturned this, holding that the relationship constitutes a private law contract because the state did not act as a public authority, despite statutory price controls. Consequently, the case was remitted to the Third Instance Court for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14, Art. 580 no. 3, Art. 495 no. 3, Art. 176, Art. 183 of the Code of Civil Procedure; A contract between a renewable energy producer and a distributor constitutes a private law relationship subject to civil jurisdiction, even when the price is determined by law for public interest reasons, provided the state is not a party to the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 489 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 489/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ανδρέου.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κεφαλίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 746/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2529/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία "... ... Α.Ε.", άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) την από 10/2/2014 αγωγή της κατά της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την αρχική επωνυμία "....]", μετονομασθείσας, μεταγενεστέρως, σε "...." (αναιρεσίβλητη), με την οποία ισχυρίστηκε τα εξής:
Ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας [ΑΠΕ], μέσω φωτοβολταϊκού σταθμού που λειτουργεί και εκμεταλλεύεται στη θέση "..." του Δ.Δ. ..., συνδεδεμένο με το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο. Ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητας της αυτής συνήψε με την ανώνυμη εταιρία "....", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη, σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, δυνάμει της οποίας συμφώνησε με τους ειδικότερους περιλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, να πωλεί ηλεκτρική ενέργεια που θα παρήγετο από τον άνω φωτοβολταϊκό σταθμό, η δε αντισυμβαλλόμενη εταιρία να αγοράζει αυτή [ενέργεια] έναντι του καθορισθέντος από το νόμο τιμήματος ανά κιλοβατώρα, ο δε τρόπος πληρωμής της θα ελάμβανε χώρα μέσα σε είκοσι [20] ημέρες από την κατάθεση στην εναγόμενη εκάστου σχετικού τιμολογίου και ότι θα οφείλεται τόκος υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη προειδοποίηση.
Ότι αν και η εναγόμενη παραλαμβάνει ανεπιφύλακτα την παρασχεθείσα από τον άνω φωτοβολταϊκό σταθμό ηλεκτρική ενέργεια, βάσει τιμολογίων πώλησης που εξέδωσε η ενάγουσα, από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 έως και το μήνα Μάϊο του έτους 2013, η εναγόμενη δεν τα εξόφλησε κατά την ως άνω δήλη μέρα πληρωμής, ήτοι είκοσι [20] ημέρες από την κατάθεσή τους κατά τα συμφωνηθέντα, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, με συνέπεια να της οφείλει τόκους υπερημερίας, με μόνη της παρέλευση της δήλης αυτής ημέρας εκάστου των επίμαχων τιμολογίων.
Επίσης, ισχυρίσθηκε ότι για τη χρηματοδότηση, την κατασκευή, την εγκατάσταση και λειτουργία του άνω φωτοβολταϊκού σταθμού απευθύνθηκε στην ανώνυμη εταιρία "..." συνάπτοντας την από 8/8/2011 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, προς εξασφάλιση δε αυτής για κάθε απαίτησή της παρούσα ή μέλλουσα, η ενάγουσα προέβη σε εκχώρηση και μεταβίβαση προς αυτήν των απορρεόντων από την ένδικη σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας απαιτήσεών της κατά της εναγόμενης, επισημαίνοντας ότι η συναφθείσα σχετικά σύμβαση εκχώρησης γνωστοποιήθηκε στην αντισυμβαλλόμενή της ....
και στην Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ). Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα αιτείται, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην "...", όπως το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε, παραδεκτά, ως προς τα αγωγικά κονδύλια α) ποσού 145.498,55 ευρώ που αφορά την παρακρατηθείσα έκτακτη εισφορά του Ν.4093/2012 και β) ποσού 462.032,57 ευρώ που αφορά την αγωγική της απαίτηση προερχόμενη από ληξιπρόθεσμα τιμολόγια, το ποσό των 27.720,46 € που αντιστοιχεί στους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας λόγω καθυστέρησης εξόφλησης εκάστου εκ των αναλυτικά αναφερόμενων στην αγωγή τιμολογίων, νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 746/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας, κρίνοντας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της επίδικης σύμβασης πώλησης Ηλεκτρικής Ενέργειας ως διοικητικής.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθ. 2529/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την παραπάνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσβάλλει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση, από 2-6-2022, αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.
Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια όσων από τις διοικητικές διαφορές ουσίας δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 4/2017, 21/2009, 18/2009, 14/2007, 6/2007, Α.Π.891/2018).
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ.
α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (Α.Ε.Δ. 4/2017, 8/1992, 45/1991, 10/1987).
Μετά την τροποποίηση του νόμου 2773/1999 περί απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003, θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτό της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς.
Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος". Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε." ή "Διαχειριστής του Συστήματος", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999.
Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ` εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012.
Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση.
Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, σε μια αναγκαστική σύμβαση, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης.
Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (... Α.Ε., πρώην ....), ήδη μετονομασθείσα ως "Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης" με τον διακριτικό τίτλο "...., δηλαδή η αναιρεσίβλητη εταιρία.
Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα.
Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας "... Α.Ε.", η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Εξάλλου ο νόμος 3468/2006, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του νόμου 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ.
β', βλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα.
Για τον σκοπό της εκπληρώσεως των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με το νόμο δε αυτόν (3751/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 ν. 3851/2010).
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) ή από μονάδες Συμπαραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2.
Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής. ... 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια".
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου έλαβε χώρα τροποποίηση των προβλέψεων του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 σχετικά με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, με την εκδοθείσα κατ' εφαρμογήν της προμνησθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η απόφαση Α.Υ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β' 1497).
Με αυτήν καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το συνολικό περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος (ήδη τότε ... ΑΕ) και των παραγωγών, οι οποίοι αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμμετέχοντας στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης, και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας.
Το άρθρο πρώτο του προτύπου συμβάσεως προβλέπει ότι η ... ΑΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ... και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή στη ... ΑΕ, ενώ το άρθρο δεύτερο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κωδίκων διαχείρισης "καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας".
Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας".
Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο "Λογαριασμοί και Πληρωμές", προβλέπει περαιτέρω τα ακόλουθα: "1. Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ... σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το Ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία.
Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ... κατ' αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ... πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό.
Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στο ... για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο .... 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού.
Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέψει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3.
Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ... οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από το ...
σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας". Εξάλλου, με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999 συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό την διαχείριση της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ και μετέπειτα, κατά το άρθρο 143 του νόμου 4001/2001, της ... ΑΕ, για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που, κατά τα προαναφερθέντα, ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι "1. Ο Διαχειριστής του Συστήματος και ο Διαχειριστής του Δικτύου ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36, 37, 38 και 39 μέσω ειδικού Λογαριασμού τον οποίο διαχειρίζεται ο Διαχειριστής του Συστήματος. 2. Ο Διαχειριστής του Συστήματος υποχρεούται να συστήσει το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου 2001 τον ειδικό Λογαριασμό της προηγούμενης παραγράφου. 3.
Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι κάτοχοι άδειας παραγωγής και προμήθειας του Συστήματος μέσω της διαδικασίας διευθέτησης των Αποκλίσεων Παραγωγής-Ζήτησης του άρθρου 20, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο Σύστημα από το Διαχειριστή του Συστήματος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 35, 37 και 38. (β) Τα ποσά που καταβάλλει η Δ.Ε.Η.
ως αποκλειστικός Προμηθευτής στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά... (γ)... Το Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που επιμερίζεται ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια σε κάθε πελάτη, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών πελατών.
Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ...". Ρύθμιση σχετικά με τον αυτό λογαριασμό περιέλαβε και το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, με το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη περίπτωση χρόνο, ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Η ... ΑΕ και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η' της παραγράφου 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου 2779/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ...
ΑΕ. 2. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/2010 (β) Τα ποσά που καταβάλλουν οι Προμηθευτές στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, μετά την λήψη διαφόρων νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων κατά τα έτη 2012 και 2013 για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (εφεξής: "Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ"), τα οποία οδήγησαν σε σημαντική μείωση του ρυθμού αύξησής του, όχι όμως και στον πλήρη μηδενισμό του (βλ.
εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014). Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ του εν λόγω νόμου 4254/2014 ("Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 ...") θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ηλεκτρικής ενέργειας, προς επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αγορά των Α.Π.Ε.
και είχαν οδηγήσει στην έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα σε μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς καθώς και η ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης ΣΗΘΥΑ. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαχθεισών ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής: Διασφάλιση ασφαλούς και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας. Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999.
Διασφάλιση της βιωσιμότητας του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού χωρίς την δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση. Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος Εκπομπής Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ.) το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα αυξηθεί σημαντικά. Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στην δημιουργία του ελλείμματος.
Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών ... Στο πλαίσιο αυτών των αναγκών και προτεραιοτήτων, με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της ως άνω παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 έγινε επανακαθορισμός (κατά κανόνα μείωση) των τιμών τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λειτουργούντες σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με έναρξη εφαρμογής των νέων τιμών την 1η Απριλίου 2014.
Στην επόμενη υποπαράγραφο ΙΓ.3, η οποία φέρει τον τίτλο "Παροχή έκπτωσης", ορίζονται τα ακόλουθα (περ. 1): "1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ... προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ...
για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας α) σε ποσοστό... 2.Μέχρι την έκδοση και παράδοση στο ...
του πιστωτικού τιμολογίου που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση του ... για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί.". Στην δε υποπαράγραφο ΙΓ.13 προβλέπεται ότι "η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις της".
Με τον νεότερο νόμο 4425/2016, με τον οποίο επιχειρείται η αναδιοργάνωση της ελληνικής αγοράς ενέργειας, σε εφαρμογή της νομοθεσίας για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ιδίως των διατάξεων των αναφερόμενων στο άρθρο 4 αυτού Κανονισμών (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προβλέφθηκε ρητώς στο άρθρο 11 παρ. 1, υπό την αρχική του μορφή (πριν την κατάργησή του με τον ν. 4512/2018 και την αντικατάστασή του με νεότερες ρυθμίσεις), ότι πέραν των αρμοδιοτήτων οι οποίες προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και (ΕΕ) 2015/1222, οι Διαχειριστές των Αγορών είναι αρμόδιοι για την Κάλυψη, την Εκκαθάριση και το Διακανονισμό των Συναλλαγών, βάσει των κανόνων λειτουργίας των Αγορών του άρθρου 8, όπως καθορίζονται στους επιμέρους Κώδικες.
Οι αρμοδιότητες αυτές, που αφορούν, μεταξύ άλλων, και την κάλυψη των Συναλλαγών που διενεργούνται στις Αγορές, σε περίπτωση αδυναμίας των Συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις (περ. α), ενώ στην παράγραφο 6 εδ. β του ίδιου άρθρου προβλεπόταν, με μεταβατική διάταξη, ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ των αντίστοιχων Κωδίκων των Αγορών, οι ρυθμίσεις σχετικά με την Κάλυψη των Συναλλαγών καθορίζονται με απόφαση της ΡΑΕ μετά από σχετική εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή, ενώ και στην παράγραφο 2 του άρθρου 16 (μεταβατικές διατάξεις) υπό την αρχική του μορφή προβλεπόταν ότι ο Διαχειριστής του ΕΣΜΗΕ ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 11 μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης και ότι η αρμοδιότητα της ανωτέρω περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 11 (δηλαδή η αρμοδιότητα κάλυψης) δεν αφορούσε ελλείμματα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία της αγοράς που προβλέπεται στο ν. 4001/2011.
Οι προπαρατιθέμενες νεότερες ρυθμίσεις αφορούν την εκ του νόμου πλέον προβλεπόμενη ευθύνη των διαχειριστών ειδικώς προς κάλυψη των συναλλαγών στην περίπτωση αδυναμίας των συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης, ευθύνη μη περιλαμβάνουσα τα ελλείματα από τη λειτουργία της αγοράς, η οποία προβλεπόταν στον νόμο 4001/2011 και η θεσπισθείσα αυτή με τον νόμο 4425/2016 ευθύνη του διαχειριστή συνεπάγεται πλέον υποχρέωσή του να διαθέτει και εξ ιδίων του τα αναγκαία κεφάλαια προς κάλυψη των τυχόν ελλειμάτων του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ, αναβιβάζοντας τη θέση του από απλό διαχειριστή σε επιχειρηματία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτή η νεότερη ρητή ρύθμιση δεν αναιρεί αναδρομικώς την αναγόμενη σε προγενέστερο του νόμου 4425/2016 τυχόν ευθύνη του Διαχειριστή να καταβάλει στους παραγωγούς τα οφειλόμενα βάσει των δικών του εκκαθαριστικών πράξεων ποσά του αντιτίμου της παραχθείσας από τους τελευταίους και εγχυθείσας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία είχε αναλάβει με μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις, εφόσον ο ανωτέρω διατιθέμενος προς κάλυψή τους Λογαριασμός ΑΠΕ αρκούσε για την πληρωμή τους ή, σε κάθε περίπτωση, κατά τον εκάστοτε χρόνο, κατά τον οποίο αυτός θα καθίστατο επαρκής προς τούτο.
Εξάλλου με την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ... στο Σύστημα Μεταφοράς ή στο Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι, μεταξύ άλλων, στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και την συμβολή στην βιώσιμη ανάπτυξη.
Ως εργαλείο όμως για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ... στο Σύστημα ή το Δίκτυο ο νομοθέτης δεν επέλεξε την μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής ή διφυούς νομικού προσώπου, ενεργούντος ως φορέως δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας άδειας παραγωγής και της ...
ΑΕ (ή της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, στην περίπτωση που οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών), η οποία χαρακτηρίζεται μάλιστα από τον νόμο ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας" (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 3468/2006). Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται, και πάλι για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχωρήσεως.
Ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για σύμβαση πώλησης, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 513 επ. ΑΚ, αλλά για άλλη σύμβαση, που περιλαμβάνει ειδικότερους όρους, ενόψει των χαρακτηριστικών και ιδίως της ιδιάζουσας θέσης της ... ΑΕ, η οποία ενεργεί κατά κύριο λόγο ως λειτουργός της αγοράς και όχι ως πραγματικός αγοραστής, δεν είναι ο πραγματικός χρήστης του προϊόντος ούτε καταβάλλει την αμοιβή στον παραγωγό από ιδίους πόρους, αλλά την αποδίδει μέσω του Ειδικού Λογαριασμού, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ...
και της ... ΑΕ σχέση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ολ.Σ.τ.Ε. 1944/2021, Α.Π.2043/2022 Α.Π.560/2022). Κατά συνέπεια οι προερχόμενες από τη σύμβαση μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και της ...
ΑΕ, η οποία δρα κατά την κατάρτισή τους ως αντισυμβαλλόμενος σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας) διαφορές λόγω της μη καταβολής ή μη εμπρόθεσμης καταβολής στον παραγωγό του, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιοριζόμενου και οφειλόμενου στον παραγωγό αντιτίμου για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία εγχύθηκε από δικές του πηγές στο σύστημα, προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου.
Στοιχούμενος, άλλωστε, προς την αντίληψη αυτήν, ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή την ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης (και επομένως και των διαφορών από τον προσδιορισμό του οφειλομένου αντιτίμου) είναι τα "πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών".
Δεν ασκούν δε επιρροή, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι σκοποί που θάλπονται με τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και συνδέονται με την ομαλή λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού των άρθρων 40 ν. 2773/1999 και 143 ν. 4001/2011, εφόσον η εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος εκ μέρους νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο, όπως στην προκειμένη περίπτωση η ...
ΑΕ, δεν ασκεί δημόσια εξουσία, αλλά ενεργεί εντός των πλαισίων της συναλλακτικής δράσης του, επιτυγχανόμενης στην ανωτέρω περίπτωση με μέσα του ιδιωτικού δικαίου (Ολ.Σ.τ.Ε.1944/2021, Α.Π.2043/2022, Σ.τ.Ε.2393/2017). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Με τον αναιρετικό αυτό λόγο ελέγχεται και η αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας, η οποία υπάρχει όταν το πολιτικό δικαστήριο παρά το νόμο κηρύσσει απαράδεκτο και δεν επιλαμβάνεται της υπόθεσης, καίτοι αυτή ανήκει στην δικαιοδοσία του (Ολ. Α.Π.2/1999, Α.Π.1659/2022, Α.Π.1980/2017, Α.Π.741/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην παρούσα υπόθεση, αναφορικά με το ζήτημα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της επίδικης συμβάσεως πώλησης ηλεκτρικού ρεύματος ως διοικητικής πρέπει ν' αναφερθούν τα ακόλουθα: ...
Η κείμενη νομοθεσία έχει θεσπίσει τρεις [3] βασικούς μηχανισμούς για την προώθηση και στήριξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από .... Το μηχανισμό της πλήρους και κατά προτεραιότητα έγχυσης στο Σύστημα ή το Δίκτυο, της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμό ..., τον μηχανισμό της αποζημίωσης με το σύστημα των προκαθορισμένων [εγγυημένων] τιμών, και τον μηχανισμό της πληρωμής των παραγωγών αυτών μέσω του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ/ΣΗΘΥΑ.
Κάθε ένας εκ των ανωτέρω μηχανισμών, οι οποίοι αναγκαίως διαπλέκονται μεταξύ τους για να επιτύχουν την λειτουργική αποστολή τους, διέπεται από κανόνες δημοσίου δικαίου, οι οποίοι στο σύνολο τους συγκροτούν ένα ενιαίο και αδιαίρετο κανονιστικό καθεστώς. Δηλαδή, το κανονιστικό καθεστώς στήριξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ....
Περαιτέρω, όσον αφορά τη λειτουργία που επιτελεί η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας ΑΠΕ/ΣΗΘΥΑ και της εναγόμενης ... ΑΕ στο προαναφερθέν σύστημα στηρίξεως αυτής της μορφής παραγόμενης ενέργειας πρέπει να επισημανθεί, ότι αντικείμενο της συμβάσεως μεταξύ του παραγωγού ενέργειας από ...
και της ... ΑΕ είναι η πώληση ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας, ήτοι εμπορεύματος η οποία εγχέεται στην "δεξαμενή ηλεκτρικής ενέργειας" της αγοράς. Ωστόσο, παρά την χρησιμοποιούμενη ορολογία στο πρότυπο της συμβάσεως, δεν υφίσταται διμερής σύμβαση με την κλασσική του όρου έννοια, δεδομένου ότι ο παραγωγός δεν συναντάται με συγκεκριμένο αγοραστή [προμηθευτή].
Ο αντισυμβαλλόμενος, δηλαδή η εναγόμενη ... ΑΕ [νυν εφεσίβλητη ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ- αναιρεσίβλητη], δεν είναι ο αγοραστής, ούτε ο χρήστης του εμπορεύματος, δεν προσδιορίζει την ποσότητα και την τιμή του προμηθευόμενου εμπορεύματος ούτε καταβάλλει την αμοιβή στον παραγωγό από ιδίους πόρους, αλλά την "αποδίδει" ανακτώντας την από ένα Ειδικό Λογαριασμό, δηλαδή από μια ομάδα περιουσίας, διακριτής από την περιουσία της, ο οποίος λειτουργεί, υπό τη διαχείριση του Λειτουργού αυτού [...] με κανόνες δημοσίου δικαίου.
Ο ανωτέρω Λογαριασμός σχηματίζεται μέσω πόρων [εσόδων] που συνεισφέρουν, κατά τα ειδικώς καθοριζόμενα στο νόμο, οι συμμετέχοντες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως οι κατανα¬λωτές, οι οποίοι όμως δεν αποτελούν μέρη των εν λόγω συμβάσεων. Περαιτέρω, το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των όρων της συμβάσεως καθορίζεται και αυτό κανονιστικώς, με βάση και τους κανόνες δημοσίου δικαίου που διέπουν τους προαναφερθέντες μηχανισμούς στήριξης, και πρέπει, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 22 του προτύπου συμβάσεως [βλ.
σχετ. την ΑΥ/Φ1/οικ.17149/2010], να τροποποιείται προκειμένου να "εναρμονίζεται με το εκάστοτε νομοθετικό καθεστώς". Δεν απομένει, συνεπώς, χώρος ιδιωτικής αυτονομίας στα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου, άλλωστε, ότι σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε μια "αγορά", με την οικονομική έννοια του όρου, όπου το προϊόν μετατρέπεται σε αξία στο πεδίο των συναλλαγών, εν προκειμένω, το προϊόν της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς ...
και αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως, μετατρέπεται σε αξία [κατά ποσότητα, μέσω του μηχανισμού προτεραιότητας, και κατά τιμή μονάδος, μέσω του μηχανισμού αποζημίωσης με προκαθορισμένες τιμές] πριν την είσοδό του στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η "σύμβαση" που συνάπτεται μεταξύ των παραγωγών ...
και της ... ΑΕ συνιστά, εν τοις πράγμασι, τον μηχανισμό ένταξης των εν λόγω παραγωγών στο καθεστώς στήριξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ..., με βάση τους κανόνες δημοσίου δικαίου του οποίου ασκείται η εμπορική τους δραστηριότητα. Περαιτέρω οι διατάξεις του άρθρου πρώτου της παραγράφου ΙΓ των υποπαραγράφων ΙΓ.1 και ΙΓ.3 του Ν. 4254/2014, αναλυόμενες...
σε αναπροσαρμογή [κατά κανόνα μείωση] του οφειλόμενου για την ενέργεια από ΑΠΕ τίμημα [υποπαράγραφος ΓΓ.1] ή σε παροχή έκπτωσης επί της συνολικής αξίας της ηλεκτρικής ενέργεια από ΑΠΕ που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο [υποπαράγραφος ΙΓ.3], επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο, αλλά ταυτόχρονα, διαφορετικά μέρη [μηχανισμούς] του όλου συστήματος στήριξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθόσον αφενός μεν, επιφέρουν μείωση, αναδρομικά ή πάγια, των προκαθορισμένων εγγυημένων τιμών αποζημίωσης των παραγωγών ΑΠΕ, αφετέρου δε, επιφέρουν ενίσχυση των εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, μέσω της εφάπαξ πίστωσής του, στην περίπτωση της παροχής "έκπτωσης" της υποπαραγράφου ΙΓ.3.
Ωστόσο, η απομόνωση των διαφορών που προκαλούνται στο πλαίσιο ενός μόνο μηχανισμού του όλου συστήματος [του μηχανισμού τιμολόγησης ή του μηχανισμού του Ειδικού Λογαριασμού], θα κατέληγε να παραγνωρίσει την αλληλεξάρτησή τους και την ενιαία λειτουργική αποστολή τους. Το πλαίσιο εντός του οποίου ανακύπτει η διαφορά είναι, τελικώς, το όλο κανονιστικό καθεστώς στήριξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ..., του οποίου οι επιμέρους μηχανισμοί που αναλύθηκαν...
και στους οποίους επιδρούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 4254/2014, συνιστούν αδιαίρετα λειτουργικά δομικά του στοιχεία. Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι χώρος ελεύθερων συναλλαγών και εκδήλωσης της ιδιωτικής αυτονομίας, αλλά τομέας κρατικής δράσης ρυθμιζόμενος, για προφανείς λόγους δημοσίου συμφέροντος, αποκλειστικώς με κανόνες δημοσίου δικαίου, ενωσιακής και εθνικής προελεύσεως.
Μέσω των κανόνων αυτών συγκροτείται ένα σύστημα με το οποίο, μεταξύ άλλων, κατανέμονται αρμοδιότητες διαχείρισης και λειτουργίας, εκτεινόμενες σε όλο το εύρος της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας [παραγωγή - μεταφορά - διανομή], σε νομικά πρόσωπα ιδρυόμενα απευθείας από τον νόμο [ΔΕΔΔΗΕ - ... και ήδη ....], τα οποία ανεξάρτητα από την νομική μορφή οργανώσεώς τους ασκούν δημόσια εξουσία εφαρμόζοντας κανόνες δημοσίου δικαίου σε όλο το πλέγμα των σχέσεων παραγωγών - προμηθευτών και καταναλωτών ηλεκτρικού ρεύματος.
Ειδικότερα δε, ο λειτουργός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας [... και ήδη ....] μέσω της άσκησης των καθηκόντων του έχει ως κύρια αποστολή να προωθεί τον ενωσιακού συμφέροντος σκοπό της ολοκλήρωσης της ενιαίας εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Για την λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ο νομοθέτης έχει επιλέξει επί μέρους θεσμικά εργαλεία, από την ταυτόχρονη λειτουργία και συνέργεια των οποίων εξαρτάται η ομαλή λειτουργία του όλου συστήματος, όπως ο ημερήσιος ενεργειακός προγραμματισμός, η σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, ο ειδικός λογαριασμός του άρθρου 40 του Ν. 2773/1999.
Όσον αφορά ειδικότερα την σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ του Λειτουργού της αγοράς [...] και των κατόχων άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., μέσω των οποίων και μόνο συμμετέχουν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας οι δραστηριοποιούμενοι στον οικείο τομέα των Α.Π.Ε.
και Σ.Η.Θ.Υ.Α., πρέπει να επισημανθεί ότι όλα ανεξαιρέτως τα ουσιώδη στοιχεία της, όπως ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία κατάρτισης, η τιμολόγηση, η μέθοδος υπολογισμού του προς εξόφληση τιμήματος, οι συνέπειες της υπερημερίας εξόφλησης του τιμήματος, η εκκαθάριση των συναλλαγών κ.ά., καθορίζονται με κανόνες δημοσίου δικαίου, χωρίς να απομένει χώρος εκδηλώσεως της συμβατικής αυτονομίας των μερών.
Τούτο οφείλεται, στο ότι η εν λόγω σύμβαση, εντασσόμενη ως λειτουργικό δομικό στοιχείο στην όλη αρχιτεκτονική του συστήματος, αποσκοπεί να λειτουργήσει ως θεσμικό εργαλείο εισροής και εφαρμογής κανόνων δημοσίου δικαίου στο όλο σύστημα. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η αρχικά εναγόμενη, χάριν συντομίας καλούμενη "...
Α.Ε." αποτελεί τον αναγκαστικώς προβλεπόμενο και εκ του νόμου καθοριζόμενο αντισυμβαλλόμενο της ενάγουσας (αναιρεσείουσας), υποχρεωτικώς, δυνάμει ειδικής διαδικασίας αναφορικά με τον τρόπο ένταξής της ως ΑΠΕ στο Σύστημα και Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής ενέργειας της Χώρας, oι δε συμβάσεις πώλησης που συνάπτει η εναγόμενη με τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η ενάγουσα, είναι κανονιστικώς οριοθετημένες, αφού ο τύπος και το περιεχόμενό τους ορίζονται ρητά στις υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των νόμων 3468/2006, 3734/2009, 3851/2010, ενώ περαιτέρω παρέχεται η δυνατότητα στην εναγόμενη της μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης και δη ουσιωδών όρων αυτής, όπως τον όρο επί του τιμήματος πώλησης [βλ.
σχετ. τη διάταξη της παραγράφου ΙΓ του Ν. 4254/2014], το οποίο ουδόλως ρυθμίζεται ευθέως στη σύμβαση-, προκειμένου να επιτευχθεί κοινωφελές έργο για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου χάριν δημοσίου συμφέροντος. Κατά την υπογραφή επομένως, της ένδικης συμβάσεως, η οποία έγινε σε εκτέλεση του... κανονιστικού πλαισίου, η εναγόμενη ενήργησε ως φορέας δημόσιας εξουσίας καθώς της παρείχετο αρμοδιότητα που προσιδιάζει σε δημόσια αρχή.
Η εναγόμενη στις "συμβάσεις αγοραπωλησίας ηλεκτρικής ενέργειας", όπως η επίμαχη σύμβαση δεν έχει το ρόλο του "αγοραστή" αυτής, αλλά είναι επιφορτισμένη με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και δη διεκπεραίωσης και εκκαθάρισης των συναλλαγών, δεν αποκτά την ενέργεια για λογαριασμό της ή για περαιτέρω διάθεση αυτής, κατ' αποτέλεσμα δεν οφείλει "τίμημα" στον παραγωγό αυτής, το οποίο εξοφλείται εξάλλου με χρέωση λογαριασμών των εκπροσώπων των φορτίων.
Ο κύριος δε των εσόδων αυτών που περιέχονται στον Ειδικό Λογαριασμό από τον οποίο πληρώνονται ΟΙ παραγωγοί είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και καθορίζει κυριαρχικά τις εισροές ή εκροές, ήτοι τις πηγές και μέτρα από τα οποία θα προκύψουν έσοδα αυτού, και το πώς θα διανεμηθούν αργότερα. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι η εναγόμενη, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο - και τελεί στη διάθεση και υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση ως εργοδότης, ενώ το έργο προοριζόταν για την εξυπηρέτηση του σκοπού δημοσίου συμφέροντος, όπως άλλωστε τούτο προκύπτει από τις υποχρεώσεις που θέτει το ενωσιακό δίκαιο και την ενσωμάτωση των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου... [λειτουργικό κριτήριο].
Παράλληλα δε, κύριος του έργου, όπως τούτο συμφωνήθηκε και απορρέει από την ένδικη σύμβαση πώλησης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, για λογαριασμό του οποίου συμφωνήθηκε να εκτελεστούν και το οποίο το χρηματοδοτεί, δεδομένου ότι μοναδικός μέτοχος της εναγόμενης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αφού κατέχει το 100% του μετοχικού του κεφαλαίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 6 του Ν. 4001/2011 [οργανικό κριτήριο].
Ενισχυτικό του ότι στην ένδικη σύμβαση πληρούται πέραν του οργανικού και το λειτουργικό κριτήριο είναι ότι, η σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η ένδικη, κατά το άρθρο 12 του Ν. 3468/2006 είναι υποχρεωτική για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ... στο Σύστημα ή στο Δίκτυο και δίχως αυτήν ο κάτοχος αδείας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να ενταχθεί σ' αυτό [δίκτυο] αφού, στο πλαίσιο της εκτέλεσης της σύμβασης η εναγόμενη υποβάλλει προσφορές έγχυσης ενέργειας για τις μονάδες αυτές, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29Α παρ. 1 του Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, άρθρο 118 παρ. 2 στοιχ.
δ' Ν. 4001/2011, ως ισχύει. Ενώ τέλος, η διείσδυση των εν λόγω παραγωγών ηλεκτρικού ρεύματος από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, συνιστά υποχρέωση κείμενη εκ του ενωσιακού δικαίου, και η παραγόμενη από αυτά ισχύς εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτών νησιών.
Συντρέχουν, συνεπώς, και τα δύο κριτήρια [οργανικό και λειτουργικό] για το χαρακτηρισμό της εν λόγω συμβάσεως ως διοικητικής. Το γεγονός δε ότι, η εναγόμενη εταιρεία [... Α.Ε.] διέπεται από τους κανόνες ιδιωτικού δικαίου [Κ.Ν. 2190/1920], δεν αναιρεί τα ανωτέρω αναφερόμενα, διότι η εναγόμενη ασκεί εκ του νόμου αρμοδιότητες ως διφυές νομικό πρόσωπο, ήτοι λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού αναλαμβάνει και συνάπτει συμβάσεις με παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας που εμπεριέχουν όρους κανονιστικώς οριοθετημένους, που εκφεύγουν του κοινού δικαίου, ειδικότερα λειτουργεί, εν προκειμένω, ως έχουσα το ρόλο του εκκαθαριστή πληρωμών προς τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας [ΑΠΕ], ήτοι χάριν δημοσίου συμφέροντος στα πλαίσια της διαχείρισης του ειδικού λογαριασμού που της έχει ανατεθεί υπό τον έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου και ασκεί κατά τούτο δημόσια εξουσία.
Συνεπώς, η επίδικη σύμβαση πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των διαδίκων δεν δύναται να απομονωθεί από το όλο σύστημα και να εξετασθεί ως να επρόκειτο για αυτόνομη πηγή δικαίου, χωρίς να χάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την λειτουργική αποστολή της. Υπό τα δεδομένα συνεπώς αυτά, οι διαφορές που προκαλούνται από αυτήν, όπως στην προκειμένη περίπτωση η αιτούμενη δια της ένδικης αγωγής καταβολή τόκων από την έκδοση και παράδοση στην εναγόμενη των σχετικών τιμολογίων, λόγω υπερημερίας της τελευταίας στην καταβολή του τιμήματος, κατά ρητό συμβατικό όρο, ως παρεπόμενο εκ της άνω συμβάσεως αγοράς-πώλησης ρεύματος αίτημα, δεν ανάγεται στο πεδίο της συναλλακτικής δράσεως της "...
Α.Ε.", αλλά ανήκει...στο πεδίο του δημοσίου δικαίου και προκαλεί διοικητική διαφορά και όχι διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδια τυγχάνουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, Σημειώνεται δε ότι στην ένδικη σύμβαση υπάρχει συμβατικός όρος [άρθρο 21 παρ. 4] ότι σε περίπτωση αδυναμίας της περιγραφόμενης στο άρθρο αυτό [παρ. 1-4] φιλικής επίλυσης της διαφοράς, για την επίλυση των διαφορών εκ της συμβάσεως "...άλλως ως αρμόδια για την επίλυση αυτής συμφωνούνται τα πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών", πλην όμως, ο όρος αυτός δεν αναιρεί όσα ήδη κρίθηκαν, καθώς ο όρος αυτός τυγχάνει απολύτως άκυρος, αφού προσκρούει σε δημοσίας τάξεως διάταξη, όπως η εν προκειμένω εφαρμοζόμενη περί της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων [άρθρο 2 ΚΠολΔ σε συνδ.
με άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1406/1983].
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια περί του ότι η ένδικη διαφορά δεν απορρέει από τη συμβατική σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης, όπως προβλέπεται από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με το σχετικό μοναδικό ως άνω λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η διαφορά που εισάγεται με την ένδικη αγωγή είναι διοικητική υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και όχι ιδιωτικού δικαίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον, σύμφωνα μ' όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ...
και της ... ΑΕ σχέση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Κατά συνέπεια οι προερχόμενες από τη σύμβαση μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και της ... ΑΕ, η οποία δρα κατά την κατάρτισή τους ως αντισυμβαλλόμενος σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας) διαφορές λόγω της μη καταβολής ή μη εμπρόθεσμης καταβολής στον παραγωγό του, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιοριζόμενου και οφειλόμενου στον παραγωγό αντιτίμου για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία εγχύθηκε από δικές του πηγές στο σύστημα, προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου.
Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσεως, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχωρήσεως.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2529/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ