Legislator Case Law & Legislation
489/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible evidence and improper procedural acceleration by the losing party.

Case Number 489/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the liquidating company and its representative against the lower court's judgment. The appellants argued that the court of first instance failed to consider specific documents regarding the property and budget, but the court found these documents were either not submitted or their content could not be verified. Consequently, the court ruled that the lower court had properly considered all evidence and that the appellants' claims constituted an improper re-evaluation of evidence under Article 561 of the Code of Civil Procedure. The appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the missing party's presence cannot be verified due to procedural irregularities, and the appeal is rejected if the lower court's assessment of evidence is not arbitrary but a valid re-evaluation of facts.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence re-evaluation procedural acceleration liquidation proceedings court costs liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 and 4 of the third article of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 489 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 489/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Ζ. Γ. του Α., κάτοικο ... και 2) Ζ. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Β. Τ., 2) Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 3) Χ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 4) Α. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 5) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αγγελάκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 21-9-2015, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../26-2-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Χαλανδρίου του Νομού Αττικής και κληρονομήθηκε από τους 1) Κ. Τ. του Β. και 2) Χ. Τ. του Β., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8470/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 1637/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, και 3059/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108,110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1και 2, και 576 παρ1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος εγκύρως, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο,η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση(Ολ.ΑΠ 8/2018,1695/2017) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ.

β και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ'αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 354/2011,ΑΠ 12/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του νόμου 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής "2.Σε περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020,ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.

Mε την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοιού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κάποιου διαδίκου, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προυπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την σχετική επισημείωση, επί επισήμου αντιγράφου του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Β., προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της υπό κρίση από 15-5-2017 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 3059/2014 απόφασης, του Εφετείου Αθηνών επιδίδοντας νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εκ των αναιρεσιβλήτων, Χ.

Τ., ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του προαναφερομένου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 17 στη δικάσιμο της 27-4-2020, και της οποίας έλαβαν γνώση και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, όπως συνομολογείται με τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις τους.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο με πράξη του προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020.

Όμως, οι αναρεσείοντες, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και γι' αυτό, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία του γραμματέα επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 34, 35 ΑΚ, 62, 63, 313 παρ.1 περ. δ` ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 286 περ. α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 573 παρ.1), συνάγονται τα εξής: α) O θάνατος κάποιου διαδίκου κατά το χρόνο που η δίκη εκκρεμεί στο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πριν από την έκδοση της απόφασης αυτού (οπότε υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας και στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης), αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του.

Προϋπόθεση, όμως, για την επέλευση της διακοπής, αποτελεί η γνωστοποίηση του διακοπτικού της δίκης γεγονότος, με συνέπεια, αν δεν λάβει χώρα ή αν δεν γίνει κατά το διαγραφόμενο από το νόμο τύπο και από τα προς τούτο δικαιούμενα πρόσωπα, δεν επιφέρει διακοπή της δίκης, η οποία έτσι συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο πρόσωπο του αρχικού διαδίκου.

β) Ο θάνατος κάποιου διαδίκου μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης και πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αποτελεί επίσης λόγο διακοπής και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, που ασκείται κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου ή, σε περίπτωση έφεσης, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) αυτού, απευθυνόμενο δε κατά του ιδίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.

Έτσι, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 1544/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους αναιρεσιβλήτους απόσπασμα της με αριθμό .../26-2-2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Χαλανδρίου Αττικής, η εκ των αναιρεσιβλήτων, Α. χήρα Β. Τ., απεβίωσε την 21-09-2015, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και πριν την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του Αρείου Πάγου, παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαρίας Αγγελάκη, οι αναιρεσίβλητοι Κ. Τ. του Β. και Χ. Τ. του Β., οι οποίοι δήλωσαν, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου των, ότι συνεχίζουν τη δίκη στη θέση της ως άνω αρχικής πρώτης αναιρεσιβλήτου, ως κληρονόμοι αυτής, ιδιότητα με την οποία παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, α) το με αρ. 41614/2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και το με αρ. 5983/2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, β) το με αρ. 2251/2020 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας της αποβιωσάσης, από τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, γ) το με αρ. 61490/2020 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη καταθέσεως αγωγής αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος των ιδίων ως άνω αναιρεσιβλήτων, δ) το με αρ. 31826/2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, οι ανωτέρω αναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι, τέκνα της αποβιωσάσης πρώτης αναιρεσιβλήτου, είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη, ως κληρονόμων της θανούσης, ως άνω αναιρεσιβλήτων περί γνωστοποίησης στους αναιρεσείοντες του θανάτου αυτής κατά το προ της άσκησης της αίτησης αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει κάτι τέτοιο, συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αίτησης.

Επομένως, αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νομίμως δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους παρασταθέντες ως άνω κληρονόμους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ` αριθμ. 3059/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθμ. 8470/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων με αίτημα την παροχή λογοδοσίας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και την αναγνώριση υποχρεώσεως αυτών για καταβολή του εικαζομένου καταλοίπου, και απορρίφθηκε η αγωγή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ, 473, 474, 475 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα απέρριψε ως καταχρηστικό και κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό αίτημα των αναιρεσειόντων-εναγόντων περί αποδόσεως λογοδοσίας από τους αντιδίκους τους αναιρεσιβλήτους-εναγομένους, αναφορικά με την από αυτούς διαχείριση του υπό στοιχεία ...

διαμερίσματος, της αντιστοιχούσης σ' αυτό υπ' αριθμό 12 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή και της αντιστοιχούσης σ' αυτό υπό στοιχεία ... αποθήκης του υπογείου της πολυκατοικίας επί της οδού ... στο ..., με μόνο δικαιολογητικό λόγο ότι αυτοί είναι ανέφικτο να διαθέτουν παραστατικά στοιχεία των δαπανών αποπερατώσεως του ως άνω διαμερίσματος, αφού την αποπεράτωση του εν λόγω διαμερίσματος ανέλαβε η αγοράστρια, αποδεχόμενο τον ως άνω ισχυρισμό των αντιδίκων τους με ανεπαρκή αιτιολογία.

Όμως στους λόγους αυτούς δεν καθορίζεται σε ποιό ακριβώς νομικό σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιές επί πλέον παραδοχές έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση σε σχέση με το νόμιμο και παραδεκτώς προταθέντα στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ότι ήταν αδύνατο να διαθέτουν τα παραστατικά δαπανών του επίμαχου διαμερίσματος, ώστε να προκύπτει από το ίδιο το αναιρετήριο η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση νομική πλημμέλεια.

Οι αναιρεσείοντες αρκούνται στην ανάλυση των επικαλουμένων διατάξεων και στην αναφορά του συμπεράσματος του Δικαστηρίου, επικαλούμενοι περαιτέρω ως πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως α) την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να αναζητήσουν τα σχετικά παραστατικά από την αγοράστρια του διαμερίσματος Ε.

συζ. Θ. Τ. ή να την προσεπικαλέσουν στην μεταξύ τους δίκη και β) την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις ή να προσεπικαλέσει την ως άνω αγοράστρια. Έτσι διατυπούμενοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, υπό την επίφαση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να απορριφθούν.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: " Περαιτέρω από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ενόψει της πώλησης των δύο πρώτων, κατά τα άνω, υπό στοιχεία ... και ... διαμερισμάτων μετά των αντίστοιχων θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων και αποθηκών η πρώτη ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία με την από 15-9-1987 εξώδικη διαμαρτυρία - γνωστοποίηση και πρόσκληση κάλεσε τους οικοπεδούχους - δικαιοπαρόχους των εναγομένων όπως εντός προθεσμίας 10 ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής της παράσχουν εγγράφως λογοδοσία γνωρίζοντάς της εάν υπάρχουν και άλλες μη αποπερατωθείσες εργασίες στην οικοδομή, το ποσόν το οποίο αυτοί δαπάνησαν για εκτελεσθείσες εργασίες σ' αυτή και σε ποιους εργολήπτες καταβλήθηκε/ καθώς και το ποσό το οποίο αυτοί παρακράτησαν για ποινικές ρήτρες, πάντα δε τα ανωτέρω αναλυτικά, ώστε να δυνηθεί να ελέγξει την ακρίβεια αυτών καθώς και την ορθότητα των σχετικών δαπανών.

Προς τούτο οι τελευταίοι επέδωσαν νομίμως σ' αυτήν την από 9-11-1987 εξώδικη διαμαρτυρία -γνωστοποίηση, η οποία νόμιμα επιδόθηκε στη σύνοικο σύζυγο του ομόρρυθμου εταίρου και νομίμου, ήδη, διαχειριστή και εκκαθαριστή αυτής (άρθρο 122 παρ. 1, 126 παρ. 1γ και 128 παρ. 1 ΚΠολΔ) (βλ. υπ' αριθμ. 2537β/16-11-1987 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.

Ν. Φ.), με την οποία γνωστοποίησαν στην εργολήπτρια εταιρεία τις ακόλουθες αξιώσεις τους με βάση το εργολαβικό συμβόλαιο και την ως άνω Διαιτητική Απόφαση: α) Για δαπάνες ανεκτέλεστων εργασιών από αυτή στα ως άνω δύο διαμερίσματα και για την αποκατάσταση κακοτεχνιών το ποσό των 13.622.779 δρχ., όπως ειδικότερα αναλύονται τα επί μέρους κονδύλια για κάθε ενότητα εργασιών και αγορά υλικών στην εν λόγω εξώδικη γνωστοποίηση.

β) Για εργασίες και παροχές για τη λειτουργία των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής το ποσό του 1.351.805 δρχ., όπως αυτό εξειδικεύεται στην εν λόγω γνωστοποίηση, γ) Για την αποκατάσταση κακοτεχνιών του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης το ποσό των 130.000 δρχ., όπως ειδικότερα αναλύεται στο ως άνω εξώδικο και δ) Για εισφορές σε ΙΚΑ που βάρυναν κατά το εργολαβικό την εργολήπτρια εταιρεία και για λοιπές εισφορές που παρέθεταν στο εν λόγω εξώδικο και λοιπούς λογαριασμούς σε ΕΥΔΑΠ καθώς και για δαπάνες κατασκευής λειτουργικών τζακιών το συνολικό ποσό του 1.812.903 δρχ., όπως κάθε επί μέρους κονδύλιο παρατίθεται στην ως άνω εξώδικη γνωστοποίησή τους.

Οι εν λόγω αξιώσεις των οικοπεδούχων - δικαιοπαρόχων των εναγομένων ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 16.917.487 (13.622.779 + 1.351.805 +130.000 + 1.812.903) δραχμών, ποσό το οποίο σαφώς υπολείπεται του συνολικού τιμήματος των 15.250.000 (4.500.000 + 11.250.000) δραχμών που αυτοί εισέπραξαν, κατά τα προεκτεθέντα, από την πώληση των υπό στοιχεία ...

και Γ- ~2 διαμερισμάτων και των ανηκουσών σ' αυτά χώρων στάθμευσης αυτοκινήτου και αντίστοιχων αποθηκών του υπογείου, και αποτελεί αντικείμενο της επίμαχης διαχείρισης και δη το ποσό του 1.667.487 (16.917.487 - 15.250.000) δραχμών. Επιπρόσθετα, οι τελευταίοι έθεσαν στη διάθεση της εργολήπτριας εταιρείας τα παραστατικά των ως άνω δαπανών προκειμένου να ελέγξει αυτές, των οποίων, όπως προαναφέρθηκε^ γίνεται λεπτομερής καθορισμός στο ως άνω εξώδικο, έτσι ώστε να προκύπτει η αναγκαιότητα αυτών για το συγκεκριμένο έργο, αλλά και να παρέχεται η δυνατότητα στην εργολήπτρια διατύπωσης αμφισβήτησης των αντίστοιχων κονδυλίων και επισήμανσης τυχόν υπερβολών στις δαπάνες αυτές.

Εξ άλλου, στην ως άνω από 9-11-1987 εξώδικη γνωστοποίηση, την οποία νόμιμα προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι εναγόμενοι και την γνησιότητα της οποίας, σημειωτέον δεν αμφισβητούν οι ενάγοντες, οι οικοπεδούχοι, πέραν των ανωτέρω, παραθέτουν και α) τις αξιώσεις τους για την καταβολή σ' αυτούς από την εργολήπτρια της επιδικασθείσας υπέρ αυτών δικαστικής δαπάνης με την ως άνω Διαιτητική Απόφαση από 535.000 δρχ.

που αυτοί προσδιορίζουν ως αμοιβή στη δίκη εκείνη του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και περιορίζουν στο ποσό αυτό αν και τους επιδικάσθηκε ως τοιαύτη το ποσό του 1.335.000 δραχμών και β) τις αξιώσεις τους για τις καταπεσούσες υπέρ αυτών ποινικές ρήτρες οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, τους επιδικάστηκαν με την ως άνω Διαιτητική Απόφαση σε 1.809.550 δρχ.

με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 25% από 26-3-1981 και εντεύθεν στον Θ. Κ. Τ., καθώς και το ποσό σ' αυτόν των 157.810 δραχμών νομιμοτόκως από 27-5-1983 και εντεύθεν και 162.000 δρχ. ήτοι συνολικά 2.129.360 (1.809.550 + 157.810 + 162.000) δρχ. νομιμοτόκως και σε 975.750 δρχ. νομιμοτόκως για τον καθέναν από τους λοιπούς τρεις οικοπεδούχους και συνολικά σε 2.927.250 (975.750 X 3) δραχμές ήτοι συνολικά για όλους τους οικοπεδούχους σε 5.056.610 (2.129.360 + 2.927.250) δραχμές νομιμοτόκως, ποσό το οποίο οι τελευταίοι στο ως άνω εξώδικό τους καθορίζουν μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας μέχρι τέλους Ιουνίου 1987 σε 18.608.319 δραχμές.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και σήμερα ισχυρίζονται ότι οι οικοπεδούχοι - δικαιοπάροχοί τους είχαν προβεί στην από 9-11-1987 εξώδικη λογοδοσία προς την εργολήπτρια εταιρεία, την οποία αυτή, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών τους ενέκρινε σιωπηρά. Ο ισχυρισμός αυτός που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, συνιστά καταλυτική της αγωγής ένσταση, η οποία είναι νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αφού, εν όψει των προαναφερθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε εξώδικη λογοδοσία των οικοπεδούχων - δικαιοπαρόχων των εναγομένων αναφορικά με την διαχείριση των επίμαχων ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών (...

και ... διαμερισμάτων μετά των ανηκουσών σ' αυτά θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων στην πυλωτή και αντίστοιχων αποθηκών του υπογείου) και η λογοδοσία αυτή εγκρίθηκε σιωπηρά από τους ενάγοντες, αφού αυτοί μέχρι και τις 15-12-1997, ήτοι για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, οπότε και πάλι κοινοποίησε η α' ενάγουσα στους εναγόμενους, λόγω των μεσολαβούντων θανάτων του Β.

Κ. Τ. το 1988 και του Γ. Κ. Τ. το 1994, ως κληρονόμων αυτών την από 15-12-1997 εξώδικη πρόσκληση με διαμαρτυρία, δήλωση και επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος της, ζήτησε εκ νέου την απόδοση λογοδοσίας για τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και το υπό στοχεία ... διαμέρισμα, αλλά και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 11-3-2005 (βλ.

υπ' αριθμ. 02423, 02424, 02425, 02440, 02441/11-3-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Ε. Φ.) δεν αμφισβήτησαν την ορθότητα των σχετικών λογαριασμών τόσο ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτής, όσον και ως προς το εμφανιζόμενο σ' αυτή κατάλοιπο, ούτε διατύπωσαν οποιεσδήποτε αντιρρήσεις, επιφυλάξεις ή οποιεσδήποτε άλλες αιτιάσεις και παρά το γεγονός ότι είχαν τη δυνατότητα προς τούτο, αφού οι οικοπεδούχοι - δικαιοπάροχοι των εναγομένων έθεσαν στη διάθεσή τους στις 9-11-1987 όπως προεκτέθηκε, όλα τα συνοδεύοντα τις ως άνω δαπάνες παραστατικά στοιχεία.

Το γεγονός ότι η εργολήπτρια εταιρεία επανήλθε μετά την πάροδο δεκαετίας με νεώτερη κατά τα προεκτεθέντα εξώδικη διαμαρτυρία της δεν συνιστά περιστατικό δηλωτικό της άρσης της ανωτέρω εγκρίσεως, που οι ενάγοντες σιωπηρά κατά τον προεκτεθέντα τρόπο παρείχαν, ενώ, επιπλέον οι ίδιοι δεν επικαλούνται κάποιο λόγο και δη βάσιμο ο οποίος να δικαιολογεί τη μη προηγούμενη αμφισβήτηση της ως άνω εξωδίκου λογοδοσίας μέσα στο, κατά τα άνω, μακρό χρόνο των δέκα (10) ετών που μεσολάβησε.

Γεγονός δε δηλωτικό της σιωπηράς εγκρίσεώς τους συνιστά και το ότι οι ενάγοντες αν και επικαλούνται ότι το αναγραφόμενο τίμημα στα επίμαχα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια είναι εικονικό, παρά ταύτα δεν διεκδίκησαν δια της δικαστικής οδού την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβολαίων αυτών (ΑΠ 1517/2009 ΕλΔνη 53.412, ΑΠ 1340/2008 ΕλλΔνη 52.490) ".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε : "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../2-8-1994 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίου Μπακόπουλου οι Θ. και Γ. Κ. Τ. και οι 1η, 2ος και 3η των εναγομένων ως κληρονόμοι του οικοπεδούχου Β. Κ. Τ. πώλησαν το υπό στοιχεία ...

διαμέρισμα ημιτελές αντί του τιμήματος των 17.078.955 δρχ. μετά της ανήκουσας σ' αυτό θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή και την υπ' αριθμ... αποθήκη του υπογείου, συνολικού τιμήματος μετ' αυτών 17.534.280 δραχμών, το οποίο (διαμέρισμα) ανέλαβε η αγοράστρια Ε. Θ. Τ. να αποπερατώσει με δικές της δαπάνες. Η εργολήπτρια εταιρεία με την από 15-12-1997 εξώδικη πρόσκληση με διαμαρτυρία και δήλωση, που νόμιμα κοινοποιήθηκε στους τελευταίους (πωλητές) την 18-12-1997, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επ' αυτής του δικαστικού επιμελητή Χ.

Σ. Π., ζήτησε από αυτούς την απόδοση λογοδοσίας, όπως προαναφέρθηκε, για τη διαχείριση των υπό στοιχεία ... και ... διαμερισμάτων, αλλά και του ως άνω υπό στοιχεία ... διαμερίσματος. Παράλληλα υπέβαλε κατ' αυτών και την από 25-5-1998 μήνυσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για υπεξαίρεση του τιμήματος του υπό στοιχεία ...

διαμερίσματος καθώς και των υπό στοιχεία ... και ... διαμερισμάτων μετά των ανηκουσών σ' αυτά θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτου και αποθηκών, που στην πραγματικότητα, ενόψει του ότι τα κατά τα ανωτέρω αναγραφόμενα, τιμήματα είναι εικονικά, ανέρχεται σε 75.000.000 δραχμές. Κατά των τελευταίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Επ' αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1920/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε αμετακλήτως ,ενόψει μη αποδείξεως, ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτού, να μη γίνει κατηγορία κατά των Θ. Κ. Τ. και Α., Κ. και Χ. Β. Τ., ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Γ. Κ. Τ. λόγω επισυμβάντος θανάτου αυτού στις 28-8-1998 καθόσον δέχθηκε ότι το τίμημα των ανωτέρω πωλήσεων ανερχόμενο συνολικά σε 33.284.280 (4.500.000 + 11.250.000+ 17.534.280) δρχ.

δεν ήταν εικονικό, ενώ οι αξιώσεις των ανωτέρω κατά της εργολήπτριας εταιρείας ανέρχοντα στο ποσό των 54.851.238 δραχμών, όπως αυτές εξειδικεύονται στην ως άνω από 9-11-1987 εξώδικη δήλωση - λογοδοσία των οικοπεδούχων - δικαιοπαρόχων των εναγομένων. Οι ενάγοντες το πρώτον επανήλθαν κατά των εναγομένων, μετά ταύτα, για απόδοση λογοδοσίας αναφορικά, πλην των υπό στοιχεία ...

και ... διαμερισμάτων, και για τη διαχείριση του υπό στοιχεία ... διαμερίσματος του Δ' υπέρ το ισόγειον ορόφου μετά της ανήκουσας σ' αυτό θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και της αντίστοιχης υπόγειας αποθήκης, με την ένδικη αγωγή, η οποία (αγωγή) ασκήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα στις 11-3-2005, ενώ στο μεσολάβησαν χρονικό διάστημα δεν άσκησαν όπως θα ηδύναντο αγωγή περί αναγνώρισης ακυρότητας των ως άνω αγοραπωλησιών λόγω εικονικότητας του τιμήματος.

Άλλωστε, οι αξιώσεις των εναγομένων για καταπεσούσες υπέρ αυτών ποινικές ρήτρες μετά των νομίμων τόκων συνολικού ποσού, κατά τα προαναφερθέντα, 18.608.319 δραχμών υπερβαίνουν το τίμημα της ως άνω αγοραπωλησίας των 17.534.280 δραχμών, το οποίο, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, δεν είναι εικονικό, όπως αβάσιμα περί τούτου υποστηρίζουν οι ενάγοντες, αλλά αντιστοιχεί στην πραγματική (αγοραία) αξία αυτών.

Να σημειωθεί δε ότι παραστατικά στοιχεία για δαπάνες στο προαναφερόμενο υπό στοιχεία ... διαμέρισμα οι εναγόμενοι είναι ανέφικτο να διαθέτουν, αφού την αποπεράτωση ανέλαβε η ίδια η αγοράστρια. Υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά η άσκηση της ένδικης αγωγής καθ' ό μέρος αφορά την απόδοση λογοδοσίας αναφορικά με τη διαχείριση του ως άνω (υπό στοιχεία ...) διαμερίσματος του Δ' υπέρ το ισόγειον ορόφου μετά της ανήκουσας σ' αυτό θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή και της αντιστοιχούσας σ' αυτό υπόγειας αποθήκης καθίσταται καταχρηστική κατά τη βάσιμη κατ' ουσίαν περί τούτου ένσταση των εναγομένων που προβάλλουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προσήκουσα εκτίμηση των ισχυρισμών τους στην αντίκρουση των υπό στοιχεία Αδ και Αε λόγων έφεσης των αντιδίκων τους και κατά συνέπειαν κατά το μέρος αυτό η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β KΠολΔ, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως καταλογίζουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου, οι αναιρεσείοντες, εκθέτουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους, ότι δεν εκπληρώθηκε η υποχρέωση των αντιδίκων τους για λογοδοσία, αφού η από 9-11-1987 εξώδικη διαμαρτυρία τους-γνωστοποίηση με την οποία τους παρείχαν εξώδικη λογοδοσία, είναι εντελώς αόριστη, ασαφής και ανακριβής και δεν πληροί τους όρους του νόμου και επιπρόσθετα οι ίδιοι ουδέποτε ενέκριναν την από 9-11-1987 εξώδικη λογοδοσία τους.

Όμως, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της πληττομένης αποφάσεως, οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, αναφορικά με το ορισμένο της από 9-11-1987 εξωδίκου δηλώσεως των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και την μη έγκριση από τους αναιρεσείοντες της με αυτήν παρασχεθείσης εξωδίκου λογοδοσίας για τα πρώτα τέσσερα ακίνητα, μαζί με τις αντιστοιχούσες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων (..., ..., ..., ...) και το ...

διαμέρισμα μετά της ανηκούσης σ' αυτό αποθήκης ... και της αντίστοιχης θέσης στάθμευσης, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθησαν, για μεν τα πρώτα τέσσερα ακίνητα με την κρίση του, ότι η ανωτέρω εξώδικη δήλωση ήταν σαφής και ορισμένη, ότι με αυτήν οι εναγόμενοι παρείχαν εξώδικη λογοδοσία, την οποία και ενέκριναν οι ενάγοντες, για δε τα επόμενα δυο ακίνητα, με την κρίση του, ότι η σχετική αγωγική αξίωση είναι καταχρηστική.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το εν λόγω ζήτημα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ` του KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλουν την, κατ` άρθρ. 559 αριθμ.11 γ` KΠολΔ, αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με την βασιμότητα του ισχυρισμού τους, ότι το αναγραφόμενο στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια των οριζοντίων ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλάγματος με στοιχεία ..., ...

και ..., μετά των αντιστοιχουσών σ' αυτά θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στην πυλωτή και των υπό στοιχεία ..., ... και ... αποθηκών της επί της οδού ... αρ. 9 στο ... πολυκατοικίας, είναι εικονικό, τα ακόλουθα έγγραφα, που νόμιμα είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει τόσο στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα:

α) την με αριθμό 1/1985 Διαιτητική απόφαση περί εκπτώσεως της εργολήπτριας εταιρείας, β) την από 10-7-1984 αυτοψία του Διαιτητή, από την οποία προέκυψε ότι η πολυκατοικία βρισκόταν στο Η' στάδιο εκτέλεσης εργασιών, γ) πίνακες από εφημερίδες, αγγελίες, εκτιμήσεις, βεβαιώσεις μεσιτών, από τις οποίες προκύπτει η διαφορά μεταξύ της αναγραφόμενης στα συμβόλαια τιμής και της πραγματικής , καθώς και την από 24-5-2000 εκτίμηση ακινήτου του Κτηματομεσιτικού Γραφείου ..., από την οποία προκύπτει η εμπορική αξία του επίμαχου ...

διαμερίσματος, δ) την από 2-7-1984 έκθεση προυπολογισμού και εργασιών του Μηχανικού Α. Π., ε) φωτοαντίγραφα αποδείξεων είσπραξης διαφόρων ποσών από τον δικαιοπάροχο των αντιδίκων τους και στ) την με αριθμό 1391/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αφορούσε την υπόθεση Α. Λ.. Κατ` αρχάς, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης, τα επίμαχα, πιο πάνω έγγραφα ( πλην της 1391/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι) δεν προσκομίζονται και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το Εφετείο (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015) και, συνεπώς, ο κρινόμενος λόγος, κατά το μέρος του τούτο, είναι αβάσιμος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αναφορικά με όλα τα έγγραφα αυτά, διότι, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (στο 7ο, φύλλο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, με ειδικότερες αναφορές στα 8ο, 9ο και 10ο φύλλα αυτής, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά και δεν καταλείπεται, κατόπιν αυτών, καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα επίμαχα έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 KΠολΔ.

Κατ' ακολουθία, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπό εκκαθάριση Ετερρόρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία " ..." και του Ζ. Γ. του Α..

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ