Legislator Case Law & Legislation
489/2020 AI generated

489/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 489/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

489/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 § 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.

Keywords

AI generated
surname marital property acquets division of property matrimonial property regime right to know one's parentage intention to marry
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 489 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 489/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ι. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 2.Η. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 3.Δ. - Χ. Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Μακρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ. χήρας Α. Ο. το γένος Γ. Α., 2Ν. Ο. του Α., 3.Γ. Ο. του Α., 4Π. Ο. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Νίκη Μαλαφέκα- Αναστασέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κοινοποίηση προς:

1.Κ. Ν. του Β., 2Β. Ν. του Δ., 3.Δ. Ν. του Β., ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 793/2010 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 278/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες και εκδόθηκε η 1349/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την κρινόμενη υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου με άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 520/2017 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 520/2017 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 2-4-2009 αγωγή τους που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, στρεφόμενοι, μεταξύ άλλων, και κατά των ήδη αναιρεσειόντων- πρώτης, πέμπτου και έκτου των εναγομένων, ζήτησαν α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδας Π.

χας Ν. Ο., το γένος Δ. Ν., για το λόγο ότι σε αυτήν δεν αναγραφόταν η χρονολογία σύνταξής της, β) να αναγνωριστεί το κληρονομικό δικαίωμα του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατέρα τους Α. Ο. επί της κληρονομιάς της παραπάνω διατέτιδας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της, λόγω ακυρότητας της διαθήκης, άλλως λόγω προσβολής της νόμιμης μοίρας του και γ) να τους αποδοθεί αυτούσιο το κληρονομικό μερίδιό τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 793/2010 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς τα πρώτο και δεύτερο (κύρια) αιτήματα, δεχόμενο ότι η επίδικη διαθήκη είναι έγκυρη, και δέχθηκε το δεύτερο επικουρικό αυτής αίτημα αναγνωρίζοντας το κληρονομικό δικαίωμα του Α. Ο. επί της κληρονομιαίας περιουσίας και δη τη νόμιμη μοίρα του, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, αναγνωρίζοντας και την υποχρέωση των εναγομένων να αποδώσουν στους ήδη αναιρεσιβλήτους το άνω ποσοστό επί των κληρονομιαίων.

Μετά την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης από τους αναιρεσίβλητους (ενάγοντες) κατά το κεφάλαιο που απορρίφθηκε το κύριο αίτημα της αγωγής εκδόθηκε η 278/2012 απόφαση τη Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης, και, ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκκαλουμένη, δέχθηκε την αγωγή ως προς τα πρώτο και το δεύτερο (κύρια) αιτήματα καθώς και το τρίτο, αναγνωρίζοντας ως άκυρη την προσβαλλόμενη ιδιόγραφη διαθήκη και, ακολούθως, αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και την υποχρέωση απόδοσης σε αυτούς των κληρονομιαίων στοιχείων από τους εναγόμενους.

Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από τους και τώρα αναιρεσείοντες η από 27-2-2013 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1349/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η Εφετειακή απόφαση για τους προβλεπόμενους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων του ΑΚ (1721 και 1718) ως προς την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση, ακολούθως, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Το Εφετείο Ναυπλίου (ως δικαστήριο της παραπομπής), μετά την εισαγωγή της υπόθεσης με κλήση, εκδικάζοντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση επανήλθαν κατ' άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, αντιμωλία των και τώρα διαδίκων και ερήμην των μη ήδη διαδίκων, δεύτερου, τρίτης και τέταρτου των εφεσιβλήτων-εναγομένων, με την 520/2017 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς τα πρώτο και δεύτερο (κύρια) αιτήματα, καθώς και ως προς το τρίτο, αναγνωρίζοντας ως άκυρη την προσβαλλόμενη ιδιόγραφη διαθήκη και, ακολούθως, αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων και την υποχρέωση των εναγομένων για απόδοση στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων.

Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 εδ. α' και β' ΑΚ "Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος".

Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης ρητά ρυθμίζει το θέμα, μη αρκούμενος στη χρονολογία γενικά αλλά καθορίζοντας αυτή ειδικά, απαιτώντας ότι πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης, σκοπός της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, της αληθούς βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της ιδιόγραφης διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες διαθήκες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά, προς εκείνη του άρθρου 1718 ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζεται ότι "Διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", συνάγεται ότι η ατελής ή ελλιπής ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της χρονολογίας ιδιόγραφης διαθήκης εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, εκτός εάν το στοιχείο ή τα στοιχεία που λείπουν μπορεί να αναπληρωθούν επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αποδειχθούν και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης (ΟλΑΠ 7/2017, ΟλΑΠ 1234/1982, ΟλΑΠ 97/1979, ΑΠ 1051/2019, ΑΠ 1349/2014, ΑΠ 993/2012, 1811/2009, ΑΠ 107/2000).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1.4.2007 απεβίωσε στην οικία του εντός του οικισμού στο Δημοτικό Διαμέρισμα ...

του Νομού ... του Νομού Αργολίδας ο Ν. Ο. του Π. (βλ. την υπ αριθμ. .../02.04.2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου της πόλης ... του Δήμου ... του Νομού Αργολίδας Ι. Σ.), καταλείποντας την υπ' αριθμ..../19.05.2005 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Π. Π. Π., νομίμως δημοσιευθείσα με το υπ' αριθμ. 383/07.11.2007 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του την μεταποβιώσασα την 29.8.2007 σύζυγό του Π.

Ο., το γένος Δ. Ν., και τον μεταποβιώσαντα την 2.2.2008 θετό υιό τους Α. Ο. (βλ. την αμετάκλητη υπ' αριθμ.5...5.07.1967 απόφαση περί υιοθεσίας των εν Ναυπλίω Πρωτοδικών σε συνδυασμό με το υπ'αριθμ.90/10.03.2009 πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ναυπλίου, την υπ'αριθμ.....12.1954 ληξιαρχική πράξη γέννησης του Ληξιάρχου της πόλεως ...

του Δήμου ... της Επαρχίας Ερμιονίδας Ν. Δ. και το υπ'αριθμ.πρωτ.....02.2009 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης με εντολή του Δημάρχου του Δήμου ... του Νομού Αργολίδας) στην κάτωθι ειδικότερα περιγραφόμενη κληρονομική περιουσία : i) Το υπό στοιχείο άλφα κεφαλαίο ένα (Α-Ι) διαμέρισμα του πρώτου (α) υπέρ το ισόγειο ορόφου μιας πολυκατοικίας κειμένης σε οικόπεδο έκτασης 340,00 τ.μ.

εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της Καλλιθέας της περιφέρειας του τέως Δήμου Αθηναίων και ήδη Δήμου Καλλιθέας, επί της οδού ..., εντός του υπ'αριθμ.... οικοδομικού τετραγώνου του περικλειόμενου από τις οδούς ... (πρώην ..., αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια, χολ, κουζίνα, λουτρό και οφφίς, εμβαδού 67,70 τ.μ., όγκου κυρίου διαμερίσματος 206,00 κ.μ., αναλογίας όγκου κοινοχρήστων 37,00 κ.μ., ήτοι συνολικού μικτού όγκου 243,00 κ.μ., ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 65/1000 εξ αδιαιρέτου, αναλογίας δαπανών συντήρησης και λειτουργίας ανελκυστήρας 61/1000, αναλογίας δαπανών κοινοχρήστων πλην θέρμανσης 67/1000, ψήφων συνιδιοκτητών 65 επί 900, συνορευόμενο βορειοανατολικώς με οδό ...

και φωταγωγό, βορειοδυτικώς με κλιμακοστάσιο, διάδρομο, φωταγωγό και διαμέρισμα υπό στοιχεία Α2, νοτιοανατολικώς με ιδιοκτησία Κ. και φωταγωγό και νοτιοδυτικώς με τρεις φωταγωγούς, διαμέρισμα υπό στοιχεία A3, κλιμακοστάσιο και κοινόχρηστο διάδρομο. ii) Μία διώροφη οικοδομή μετά του υπ' αυτή άρτιου και οικοδομήσιμου oικοπέδου και συνεχόμενου προαυλίου, συνολικής επιφάνειας της μεν οικοδομής 234,20 τ.μ. [του ισογείου 95,00 τ.μ.

και του πρώτου (α) ορόφου πάνω από το ισόγειο 139,20 τ.μ.], του δε οικοπέδου 166,20 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού της πόλης ..., της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... και στην ειδικώς επονομαζόμενη θέση "..., εμφαινομένου του όλου ακινήτου περιμετρικώς με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 18/11/2007 σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα - διάγραμμα κάλυψης - πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του τοπογράφου μηχανικού Χ.

Χ., που προσαρτάται στην υπ'αριθμ..../27.01.2009 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Π. Π. Π., και συνορευομένου νοτίως με δημοτική οδό επί ευθείας πρόσοψης του διαγράμματος Α-Β μήκους 11,20 μ., δυτικώς ομοίως με δημοτική οδό επί ευθείας πλευράς του διαγράμματος Β-Γ μήκους 18,20 μ., βορείως με ιδιοκτησία Α.

Β. επί πλευράς του διαγράμματος Γ-Δ-Ε μήκους 10,10 μ. και ανατολικώς με ιδιοκτησία Θ. Σ. επί πλευράς του διαγράμματος Ε-Ζ-Α μήκους 13,30 μ. Με την ανωτέρω διαθήκη του ο ως άνω αποβιώσας όρισε να περιέλθει στην ως άνω σύζυγό του Π. κατά πλήρη κυριότητα το προπεριγραφόμενο υπό στοιχείο (i) Α-1 διαμέρισμα του υπέρ το ισόγειο ορόφου της επί της οδού ...

πολυκατοικίας στην ... και, παράλληλα, συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και ΝΑ 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και υπήγαγε ολόκληρο το προπεριγραφόμενο υπό στοιχείο (ii) ακίνητο στην ... σε καθεστώς οροφοκτησίας, ορίζοντας να περιέλθει στη ρηθείσα σύζυγό του: α) κατά πλήρη κυριότητα ένα ισόγειο κατάστημα εμφαινόμενο στο ως άνω διάγραμμα κάτοψης - πίνακα αναλογιών με τα περιμετρικά στοιχεία Ζ-Η-Θ-Ι-Ζ, αποτελούμενο από έναν ενιαίο χώρο και δύο w.α, επιφάνειας 95,00 τ.μ., ποσοστού συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου 400/1000 που αναλογούν στο οικόπεδο σε 66,48 τ.μ., συνορευόμενο νοτίως με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, δυτικώς ομοίως με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, βορείως με το διαμέρισμα του πρώτου (α) ορόφου πάνω από το ισόγειο, που φαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Δ, και ανατολικώς με ιδιοκτησία Θ.

Σ., β) κατά πλήρη κυριότητα τα 100/1000 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχούν στο δικαίωμα μελλοντικής επέκτασης καθ' ύψος της όλης οικοδομής και θα αντιστοιχούν στο οικόπεδο σε 16,62 τ.μ., και γ) κατ' επικαρπία εφ' όρου ζωής, ένα διαμέρισμα του πρώτου (α) ορόφου πάνω από το ισόγειο, εμφαινόμενο στο ως άνω διάγραμμα κάτοψης -πίνακα αναλογιών με τα περιμετρικά στοιχεία Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Δ, αποτελούμενο από τέσσερα υπνοδωμάτια, δύο καθιστικά, κουζίνα, λουτρό, w.α, διάδρομο, χολ και βεράντες, επιφάνειας 139,20 τ.μ., ποσοστού συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου 500/1000 που αναλογούν στο οικόπεδο σε 83,10 τ.μ., συνορευόμενο νοτίως εν μέρει με το ως άνω ισόγειο κατάστημα και εν μέρει όπου υπάρχει βεράντα με δημοτική οδό, δυτικώς όπου υπάρχει βεράντα με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και δημοτική οδό, βορείως με ιδιοκτησία Α.

Β. και ανατολικώς με ιδιοκτησία Θ. Σ., και στο ρηθέντα θετό υιό του Α. κατά ψιλή κυριότητα το αμέσως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο, περιορίζοντάς τον σε αυτό, άλλως στην νόμιμη μοίρα του. Στις 29.8.2007 απεβίωσε στην οικία της εντός οικισμού στο Τοπικό Διαμέρισμα ... του ... του Νομού Αργολίδας η ειρημένη Π.

χήρα Ν. Ο., το γένος Δ. Ν. (βλ. την υπ'αριθμ..../30.08.2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου της πόλης ... του Δήμου ... του Νομού Αργολίδας Ι. Σ.), καταλείποντας την ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ'αριθμ.396/07.11.2007 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τους εναγομένους, στους οποίους κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα την ακίνητη και κινητή περιουσία που διαλαμβάνεται σε αυτήν.

Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη διαθήκη της, η ανωτέρω διαθέτιδα κατέλειπε κατά πλήρη κυριότητα στους εναγομένους τα κάτωθι ακίνητα ως εξής : 1) Στην πρώτη των εναγομένων το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης τριών (3) στρεμμάτων περίπου ή όσων είναι, μετά των υπαρχόντων σε αυτό τριάντα έξι (36) ελαιοδένδρων περίπου ή όσων είναι, και συνορεύει ανατολικώς με ιδιοκτησία Ι.

Ν., νοτίως με ιδιοκτησία αδελφών Σ., δυτικώς και βορείως με ιδιοκτησία Θ. Μ.. Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω αγροτεμαχίου, με την προαναφερόμενη διαθήκη της, η ως άνω διαθέτιδα είχε ορίσει να περιέλθει στην αδελφή της Ν. Δ. Ν., η οποία προαπεβίωσε αυτής την 26.8.2007. 2) Στο δεύτερο των εναγομένων το Η-1 διαμέρισμα του ημιυπόγειου χώρου στην πολυκατοικία επί της οδού ...

στην ..., αποτελούμενο από πέντε (5) χώρους (δύο κύριους), επιφάνειας 47,00 τ.μ., συνορευόμενο βορειοανατολικώς με την οδό ..., βορειοδυτικώς με το ... διαμέρισμα, νοτιοδυτικώς με ακάλυπτο χώρο (αυλή) και νοτιοανατολικώς με πολυκατοικία Π. και λοιπών συνιδιοκτητών, στο οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση του υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α χώρου της αυλής της πολυκατοικίας. 3) Στην τρίτη των εναγομένων το ...

διαμέρισμα του ημιυπόγειου χώρου στην ίδια ως αμέσως ανωτέρω πολυκατοικία επί της οδού ... στην ..., αποτελούμενο από πέντε (5) χώρους (δύο κύριους), επιφάνειας 45,00 τ.μ., συνορευόμενο βορειοανατολικώς με την οδό ..., βορειοδυτικώς με το Η-3 διαμέρισμα, αποθήκη θυρωρού και ακάλυπτο χώρο, νοτιοδυτικώς με ακάλυπτο χώρο (αυλή) και νοτιοανατολικώς με το Η-1 διαμέρισμα, στο οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση του υπό στοιχεία Β-Γ-Ε-Ζ-Β χώρου της αυλής της πολυκατοικίας. 4) Στον τέταρτο των εναγομένων το ήμισυ εξ αδιαιρέτου ενός αγροκτήματος στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...

του Νομού Αργολίδας, έκτασης τεσσάρων (4) στρεμμάτων περίπου, οριζόμενο δυτικώς με Δ. Σ., ανατολικώς με Ν. Μ. και νοτίως με δρόμο. 5) Στον πέμπτο των εναγομένων: i) κινητά πράγματα και δη καναπέ, κομό, κάδρο, πιέτα, εικόνα Αρχάγγελου Μιχαήλ, ii) το ως άνω περιγραφόμενο ισόγειο κατάστημα της οικοδομής που έχει αναγερθεί επί οικοπέδου εντός του οικισμού της πόλης ..., της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

του Δήμου ... και στην ειδικώς επονομαζόμενη θέση "..., iii) τα 100/1000 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχούν στο δικαίωμα μελλοντικής επέκτασης καθ' ύψος της όλης ως άνω οικοδομής και θα αντιστοιχούν στο οικόπεδο σε 16,62 τ,μ., και iv) ένα ισόγειο κατάστημα πολυκατοικίας που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου που βρίσκεται στην ..., της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Σμύρνης Αττικής, άλλοτε περιφέρειας του Δήμου Καλλιθέας και συνοικισμού Νέας Σμύρνης, επί της διασταύρωσης των οδών ..., με ΚΑΕΚ ...

σύμφωνα με το υπ'αριθμ.πρωτ. ....01.2008 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Νέας Σμύρνης του ΟΚΧΕ, που προσαρτάται στην υπ'αριθμ. .../26.03.2008 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Π. Π. Π., έκτασης κατά μεν τους τίτλους κτήσης 457,00 τ.μ., κατά δε νεότερη καταμέτρηση 376,45 τ.μ. (μετά την αφαίρεση ρυμοτομηθέντος τμήματος προς διαπλάτυνση της Λεωφόρου ...), και το οποίο (κατάστημα) εμφαίνεται με τα στοιχεία Κάπα κεφαλαίο αριθμός δύο (Κ2) στο από Απριλίου 1969 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου του πολιτικού μηχανικού Μ.

Ξ. και στον από Απριλίου 1969 πίνακα αναλογιών του αυτού μηχανικού, αποτελείται από μία ισόγεια αίθουσα και την υπ' αυτήν υπό στοιχεία Ύψιλον Κάπα κεφαλαίο αριθμός δύο (ΥΚ2) υπογείου αποθήκη, έχει μικτό εμβαδόν ισογείου μεν αιθούσης 22,50 τ.μ., υπογείου δε αποθήκης 36,00 τ.μ., μικτό συνολικό όγκο (μετά της υπογείου αποθήκης) 205,00 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 19/1000 εξ αδιαιρέτου και ψήφους συνιδιοκτητών 19 επί 850, συνορεύει δε κατά την μεν αίθουσα ανατολικώς με κυρία είσοδο πολυκατοικίας, νοτίως με Λεωφόρο ..., ιδιοκτησία υπό στοιχεία … και φωταγωγό, δυτικώς με κοινόχρηστο διάδρομο και ιδιοκτησίες ...

και βορείως με κοινόχρηστο διάδρομο και πλατύσκαλο, κατά δε την υπόγεια αποθήκη ανατολικώς με κοινόχρηστο διάδρομο, κλίμακα και υπό στοιχεία ΥΚ3 ιδιοκτησία, νοτίως με Λεωφόρο ..., φωταγωγό

και ιδιοκτησία υπό στοιχεία ΥΚ1, δυτικώς με κοινόχρηστο διάδρομο και ιδιοκτησίες Η1 και Η2 και βορείως με κοινόχρηστο διάδρομο και ιδιοκτησία Η1. 6) Στον έκτο των εναγομένων το ως άνω περιγραφόμενο υπό στοιχείο άλφα κεφαλαίο ένα (Α-Ι) διαμέρισμα του πρώτου (α) υπέρ το ισόγειο ορόφου μιας πολυκατοικίας κειμένης σε

οικόπεδο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της Καλλιθέας της περιφέρειας του τέως Δήμου Αθηναίων και ήδη Δήμου Καλλιθέας, επί της οδού .... Σημειώνεται ότι τα δύο διαμερίσματα του ημιυπόγειου χώρου στην πολυκατοικία επί της οδού ... στην ..., τα οποία η διαθέτιδα Π. Ο. κατέλιπε στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, η αυτή διαθέτις τα κληρονόμησε από τον προαπωβιώσαντα σύζυγο της Ν.

Ο. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστο, διότι τα δύο αυτά ακίνητα ο αποβιώσας Ν. Ο. δεν τα είχε συμπεριλάβει στην προπεριγραφόμενη δημόσια διαθήκη του, με αποτέλεσμα ως προς αυτά να χωρήσει η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή. Την ιδιόγραφη διαθήκη της η διαθέτις Π. χα Ν. Ο. είχε καταθέσει η ίδια, σε κλειστό φάκελο, στη Συμβολαιογράφο Κρανιδίου Π.

Π. Π., την 28.7.2006, με την προφορική δήλωση ότι ο φάκελος περιέχει την διαθήκη της. Για τον σκοπό αυτό συντάχθηκε αυθημερόν από την ως άνω Συμβολαιογράφο η υπ'αριθμ..../2006 πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης. Η δισέλιδη αυτή διαθήκη έχει τίτλο "Η διαθήκη μου" και η διαθέτιδα χρησιμοποιεί το ρήμα "αφήνω" για να αφήσει την ακίνητη και κινητή περιουσία της στους εναγομένους.

Στο τέλος κάθε σελίδας υπάρχει η υπογραφή της διαθέτιδος. Δεν αναγράφεται, όμως, στο κείμενο της η χρονολογία σύνταξης της, κατά τον βάσει του ημερολογίου προσδιοριζόμενο συνήθη τρόπο, ήτοι δεν αναγράφεται σε κάποιο σημείο αυτής η ημέρα, ο μήνας και το έτος σύνταξης της, ούτε η χρονολογία αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης.

Επομένως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να ερευνηθεί αν το στοιχείο αυτό της διαθήκης μπορεί να αναπληρωθεί από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία αποδεικνύονται και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς τη χρονολογία, είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης, άλλως η διαθήκη είναι άκυρη.

Εν προκειμένω, μοναδικό στοιχείο στη διαθήκη, που υποδηλώνει χρονικό προσδιορισμό, είναι το ρήμα "αφήνω". Άλλο στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να συναχθεί η ακριβής ημέρα σύνταξης της διαθήκης, ούτε αναφέρεται στο κείμενο της διαθήκης ούτε συνάγεται από αυτό, και συνεπώς η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας Π.

Ο. παραμένει ελλιπής ως προς το στοιχείο αυτό και άρα, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι άκυρη, μη δυναμένη η έλλειψη αυτή να αναπληρωθεί από την προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης της διαθήκης, η οποία, ως δημόσιο έγγραφο, φέρει βεβαία χρονολογία, δηλαδή την 26.7.2006, αφού η χρονολογία αυτή δεν χρησιμοποιείται για να αποσαφηνιστούν τα στη διαθήκη αναφερόμενα ούτε προκύπτει από την πράξη κατάθεσης συγκεκριμένο άλλο περιστατικό που να υποδηλώνει και να καταδεικνύει ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη συντάχθηκε την ίδια ημέρα που κατατέθηκε για φύλαξη στη συμβολαιογράφο ή σε προγενέστερη χρονολογία που να μπορεί να προσδιοριστεί κατά ημέρα, μήνα και έτος σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενα στη διαθήκη και φυσικά η λέξη "αφήνω" δεν συμπίπτει χρονικά με τη λέξη "σήμερα", που το σήμερα νοείται η ημερομηνία κατάθεσης της διαθήκης, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε που δέχθηκε ότι η ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδος Π. χας Ν. Ο. είναι έγκυρη. Εφόσον, λοιπόν, η προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη της Π. χας Ν. Ο. είναι άκυρη, έχει χωρήσει εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και, συνεπώς, αυτή έχει κληρονομηθεί εξ αδιαθέτου σε ποσοστό 100% από το θετό υιό της Α.

Ο. του Ν., ο οποίος την 2.2.2008 απεβίωσε στην οικία του στην ..., όπου κατοικούσε εν ζωή (βλ. την υπ1 αριθμ. .../03.02.2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου της πόλης ... του Δήμου ... του Νομού Αργολίδας Γ. Μ.), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. το υπ' αριθμ.28675/06.03.2009 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών).

Ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλειπε, κατά τον χρόνο του θανάτου του, μόνους εξ αδιαθέτου συγγενείς του τους ενάγοντες, ήτοι την από πρώτο νόμιμο γάμο σύζυγο του Σ. και τα τρία τέκνα του, Ν., Γ. και Π. (βλ. το υπ' αριθμ.πρωτ. .../17.03.2008 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης που εκδόθηκε με εντολή του Δημάρχου του Δήμου ...

του Νομού Αργολίδας).

Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο, να δικαστεί η από 2.4.2009 και με αριθμ.καταθ.ΤΠ/607/2009 αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη ως προς το κύριο αίτημα της, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της χωρίς ημεροχρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης της Π.

χας Ν. Ο. και να αναγνωριστεί ότι το κληρονομικό δικαίωμα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Α. Ο. του Ν., επί των πιο πάνω αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας του Π. χας Ν. Ο., επί των περιουσιακών στοιχείων της μητέρας του περιήλθε σε καθέναν εξ αυτών κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποδώσουν στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τα κληρονομιαία περιουσιακά αυτά στοιχεία".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης και, ειδικότερα, ότι στο κείμενό της δεν αναγράφεται η χρονολογία σύνταξής της, κατά τον προσδιοριζόμενο βάσει του ημερολογίου, συνήθη τρόπο, ήτοι δεν αναγράφεται σε κάποιο σημείο η ημέρα, ο μήνας και το έτος σύνταξής της, ότι ούτε ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης προκύπτει ή μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενό της, αφού το μοναδικό στοιχείο της διαθήκης, που υποδηλώνει χρονικό προσδιορισμό είναι το ρήμα "αφήνω", χωρίς άλλα στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί η ακριβής ημέρα σύνταξης της διαθήκης, που ούτε αναφέρεται, ούτε συνάγεται από το κείμενο αυτό, και ότι ούτε μπορεί να αναπληρωθεί, να προσδιοριστεί και να εξακριβωθεί η ελλιπής χρονολόγηση από άλλα στοιχεία εκτός του περιεχομένου της, ήτοι από την συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης της διαθήκης, η οποία φέρει βεβαία χρονολογία την 26-7-2006, αφού η χρονολογία αυτή δεν χρησιμοποιείται για να αποσαφηνιστούν τα αναφερόμενα στη διαθήκη, ούτε προκύπτει από αυτήν κάποιο συγκεκριμένο άλλο περιστατικό που να υποδηλώνει και να καταδεικνύει ότι συντάχθηκε την ίδια ημέρα που κατατέθηκε για φύλαξη στη συμβολαιογράφο ή σε προγενέστερη ημεροχρονολογία, που να μπορεί να προσδιοριστεί κατά ημέρα, μήνα και έτος συνδυαζόμενα με το αναγραφόμενα στη διαθήκη, και ότι η λέξη "αφήνω" στη διαθήκη, δεν συμπίπτει με τη λέξη "σήμερα" που νοείται η ημεροχρονολογία κατάθεσης της διαθήκης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1721 παρ. 1 και 1718 του ΑΚ, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ούτε εκείνη του άρθρου 1722 του ιδίου Κώδικα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, αποδίδοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από τον αριθ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αόριστος, διότι, προεχόντως, δεν αναφέρονται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ούτε η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στους κανόνες δικαίου, ούτε η προσβαλλόμενη ως ορθή έννοια των ίδιων κανόνων δικαίου (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 1811/2009).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 8...019, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1465/2017).

Νομικό δε ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση (ΑΠ 1708/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 § 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.

Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 816/2019, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 871/2017, ΑΠ 1465/2017), ή όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή για την αναίρεση (ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1816/2017).

Αν δε η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει όταν αυτό υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 935/2011). Περαιτέρω, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω αοριστίας, ασάφειας ή ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 923/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την 1349/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 278/2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου για τους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, διότι: "Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 1721 και 1718) ως προς την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης της....Ειδικότερα δέχθηκε με ανεπαρκή αιτιολογία ότι η διαθήκη είναι άκυρη λόγω μη αναγραφής στο κείμενό της χρονολογίας σύνταξής της κατά τον προσδιοριζόμενο βάσει του ημεροχρονολογίου, συνήθη τρόπο, ήτοι δεν αναγραφόταν σε κάποιο σημείο αυτής η ημέρα, ο μήνας και το έτος σύνταξής της, ότι ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης δεν μπορούν να συναχθούν από το όλο περιεχόμενό της, αλλά ούτε από την ημεροχρονολογία 28-7-2006 πράξη κατάθεσης αυτής από την ίδια τη διαθέτιδα στη συμβολαιογράφο....στην οποία κατατέθηκε.....

προς φύλαξη, με την προφορική δήλωση της διαθέτιδας ότι ο φάκελος περιέχει τη διαθήκη της. Η ελλιπής όμως χρονολογία της....διαθήκης μπορούσε να εξακριβωθεί και προσδιορισθεί κατά τρόπο αναμφισβήτητο και από στοιχεία έξω του κειμένου της, όπως είναι στην προκείμενη περίπτωση η πράξη κατάθεσης της διαθήκης αυτής από την ίδια τη διαθέτιδα στην άνω συμβολαιογράφο".

Η αναιρετική όμως απόφαση, με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο έλυσε το νομικό ζήτημα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1721 και 1718 ΑΚ κρίνοντας, και με βάση τις ίδιες νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και στην αρχή της παρούσας (κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου), ότι η ελλιπής ή ατελής χρονολογία της ιδιόγραφης διαθήκης, που επάγεται την ακυρότητα αυτής, μπορεί πέρα από το περιεχόμενο της διαθήκης, να εξακριβωθεί και προσδιορισθεί "αδιαμφισβήτητα", ήτοι με τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ως προς το στοιχείο αυτό, και από στοιχεία εκτός του περιεχομένου της (για την αποσαφήνιση των διαλαμβανομένων στη διαθήκη), μεταξύ των οποίων και η πράξη κατάθεσης της διαθήκης στη συμβολαιογράφο.

Αντίθετα, δεν έκρινε και δεν έλυσε νομικό ζήτημα περί του ότι η ατελής χρονολογία της ιδιόγραφης διαθήκης δεν επάγεται ακυρότητα από μόνο το λόγο ότι έχει κατατεθεί από τον ίδιο το διαθέτη σε συμβολαιογράφο με την πράξη κατάθεσης από τον τελευταίο. Συνακόλουθα, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικά προεκτέθηκε, συμμορφώθηκε ως προς το παραπάνω κριθέν νομικό ζήτημα, ενώ προς τα λοιπά ζητήματα που αφορούσαν τις ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς και το συνδεόμενο με αυτές ζήτημα του προσδιορισμού και εξακρίβωσης της ελλιπούς χρονολογίας της διαθήκης με στοιχεία έξω από αυτήν, όπως η προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης, δεν υπήρχε καμία δέσμευση, ούτε τίθεται θέμα μη συμμόρφωσης με την αναιρετική απόφαση, κρίνοντας το Εφετείο, με βάση το αναλυτικά προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική αυτού κρίση, ότι η ελλιπής χρονολογία της ιδιόγραφης διαθήκης δεν αναπληρώνεται, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της με τα αναφερόμενα εκτός διαθήκης στοιχεία (όπως η πράξη κατάθεσης στη συμβολαιογράφο) και με βάση τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι η διαθήκη είναι άκυρη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, η οποία, κατά την άποψή τους, έκρινε ότι "η ελλιπής χρονολογία της ιδιόγραφης διαθήκης δεν επάγεται ακυρότητα όταν αυτή έχει κατατεθεί από τον ίδιο το διαθέτη σε συμβολαιογράφο, αφού από την πράξη κατάθεσης εξακριβώνεται και προσδιορίζεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο η χρονολογία", είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 860/2018). Περαιτέρω, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 1276/2011). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ωστόσο, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνταν αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ ΑΠ 5/2011, Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 645/2016, ΑΠ 860/2018).

Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ σε συνδυασμό προς τις περί ακυρότητας των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 180 έως 183 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί ακυρότητας δικαιοπραξίας, όπως είναι και η διαθήκη, που επέρχεται χωρίς ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, αφού η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 156 ΑΚ, η οποία προβλέπει την απόσβεση του δικαιώματος προς ακύρωση, συνεπεία παραίτησης, και προϋποθέτει δικαιοπραξία που υπάρχει και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.

Εάν δε η τέτοια παραίτηση θεωρηθεί ως αναγνώριση της άκυρης διαθήκης δεν καθιστά έγκυρη την άκυρη διαθήκη, ώστε να αποκλείει, ως αποσβεσθείσα, την αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας, αλλά, εάν έχει γίνει μονομερώς, αποτελεί ενδεχομένως εξώδικη ομολογία του αναγνωρίζοντος, για την ανυπαρξία ελαττωμάτων που συνεπάγονται ακυρότητα.

Στην περίπτωση όμως που η αναγνώριση αυτή έχει την έννοια της παραίτησης του νομιμοποιουμένου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη από τυχόν δικαίωμά του να προσβάλει την διαθήκη ως άκυρη ή και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα που θίγεται από αυτήν, είτε η παραίτηση αυτή γίνεται με σύμβαση είτε και μονομερώς, αφορά δε κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται μεταξύ των όρων της έγκυρης παραίτησης από απαλλοτριωτό δικαίωμα και η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος, από τον νομοθέτη (άρθρα 369, 1033, 1121, 1143, 1266, 166, 217 παρ.2, 1942 παρ.2 ΑΚ) με την επιβολή του τύπου σκοπός (ΑΠ 980/2010, ΑΠ 278/2010, ΑΠ 879/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του τρίτου σκέλους αυτού, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τους παρακάτω ισχυρισμούς τους που πρόβαλαν νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και του δικαστηρίου της παραπομπής με τις προτάσεις τους, ήτοι: 1) τον ισχυρισμό (ένσταση) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εκ του άρθρου 281 ΑΚ για αναγνώριση της ακυρότητας της ιδιόγραφης ως άνω διαθήκης της Π.

Ο., επικαλούμενοι για τη θεμελίωση αυτής, α) ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν αποδεχθεί την εγκυρότητα της διαθήκης αυτής και έχουν αναγνωρίσει το δεύτερο των αναιρεσειόντων ως νόμιμο κληρονόμο της, δυνάμει της .../27-1-2009 συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ως προς το αναφερόμενο ακίνητο, που μεταγράφηκε, στην οποία συμβλήθηκαν από κοινού με τον εν λόγω αναιρεσείοντα, και με την οποία αποδέχθηκαν την επαχθείσα στους Π.

και Α. Ο. κληρονομιά, αντίστοιχα, παραιτούμενοι έτσι από το δικαίωμά τους για προσβολή της επίδικης διαθήκης και δημιουργώντας έτσι στους αναιρεσείοντες την πεποίθηση ότι δεν διατηρούν καμιά αξίωση επί της κληρονομιάς, εγείροντας την ένδικη αγωγή μετά από 19 μήνες από τη δημοσίευση αυτής β) ότι οι αναιρεσίβλητοι επίσης με την .../27-1-2009 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς με τη συνοδεύουσα δήλωση φόρου κληρονομιάς, αναγνώρισαν το κύρος της επίδικης διαθήκης και το κληρονομικό δικαίωμα των αναιρεσειόντων, αφού αποδέχθηκαν το σε αυτούς επαχθέν κληρονομικό μερίδιο της Ν.

Ν. (τετιμημένης με την ίδια διαθήκη), η οποία είχε προαποβιώσει της Π. Ν. και το μερίδιο αυτό κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και γ) ότι η άσκηση της αγωγής επιφέρει σ' αυτούς δυσμενείς οικονομικές συνέπειες, αφού αναγκάστηκαν να πληρώσουν φόρους κληρονομιάς και επίσης να καταβάλουν στη ΔΟΥ τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς και φόρο εισοδήματος του 2006 του αποβιώσαντος Ν.

Ο. για λογαριασμό της κληρονομούμενης συζύγου του. 2) Τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραίτησης κατ' άρθρο 156 ΑΚ των αναιρεσιβλήτων από το δικαίωμα για αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερόμενης διαθήκης, λόγω της αναγνώρισης της εγκυρότητας αυτής, με βάση τις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, που έχει, κατά τα επικαλούμενα την έννοια, της παραίτησης.

Ο πρώτος ισχυρισμός εκ του άρθρου 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν από μόνα τους την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων καταχρηστική, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, ούτε η πάροδος του μικρού μάλιστα χρόνου (δύο έτη περίπου) αρκεί για να θεμελιώσει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Ο δεύτερος δε ισχυρισμός εκ του άρθρου 156 ΑΚ περί παραίτησης, είναι επίσης μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν στηρίζουν από μόνα τους την επικαλούμενη παραίτηση, αφού προεχόντως δεν αναφέρεται στον εν λόγω ισχυρισμό και δεν συνάγεται από τα αναφερόμενα ότι οι πιο πάνω αποδοχές κληρονομιάς αναφέρονται σε όλα τα κληρονομιαία ακίνητα για την εγκυρότητα της παραίτησης (που απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο), με βάση τα όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ούτε εξάλλου από τα ανωτέρω συνάγεται αναγνώριση της εγκυρότητας της επίδικης διαθήκης.

Συνακόλουθα, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη τις πιο πάνω ενστάσεις, και έτσι, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ο λόγος είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο τρίτο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αναφορικά με τους ίδιους πιο πάνω ισχυρισμούς: 1) κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 16, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο απορριπτικό των παραπάνω ενστάσεων που παρήχθη από την αναιρεθείσα πιο πάνω 278/2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, 2) κατά δεύτερο σκέλος, από τους αριθ.9 και 14, διότι με την παράλειψη να αποφανθεί επί των ίδιων ενστάσεων άφησε "αδίκαστη αίτηση", αλλά και διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων για την προσβολή της επίμαχης διαθήκης λόγω της εκ μέρους τους ανεπιφύλακτης αποδοχής της, 3) κατά το δεύτερο μέρος του τρίτου σκέλους, από τον αριθ. 19 της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την παράλειψή της να αποφανθεί επί των ιδίων ενστάσεων και 4) κατά το τέταρτο σκέλος, από τους αριθ. 12 και 11γ, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ήτοι της εξώδικης ομολογίας, την οποία και δεν έλαβε υπόψη για την απόδειξη των ίδιων ενστάσεων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως προς όλες τις αποδιδόμενες πλημμέλειες: α) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 16, προεχόντως, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το περιεχόμενο της οποίας προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τις εν λόγω ενστάσεις, β) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 9, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς δεν θεμελιώνει το λόγο αυτό, αλλά εκείνο του αριθ. 8 (ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 483/2011), γ) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 14, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα μόνο από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1276/2011), περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, δ) ως προς τις πλημμέλειες από τους αριθ. 19, 12 και 11γ, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα των ενστάσεων, ώστε να στοιχειοθετούνται οι λόγοι αυτοί (σχ.

ΟλΑΠ 3/1997, 253/2019, ΑΠ 568/2019, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 879/2002).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια επίσης από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη των προαναφερόμενων ισχυρισμών τους, της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και της παραίτησης από το δικαίωμα τους για προσβολή της διαθήκης, τις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, .../2009, .../2009, και τις επίσης .../2008 και .../2008 συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νομότυπα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τον ίδιο, όπως αμέσως παραπάνω λόγο και δη, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα των πιο πάνω ενστάσεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-5-2018 αίτηση των Ι. Ν. κλπ. για αναίρεση της 520/2017 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ