489/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedνα αναγνωρισθεί ότι συνδέεται μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, άλλως και επικουρικώς να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 6.597,49 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από 5-11-2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1027/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου (Ε.Ο.Π.Π.Υ). Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε καταρτισθεί απλή σύμβαση εργασίας και ακολούθως
Legislator headnote
AI generated489/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 489 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 489/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Βέρροιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1027/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4485/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/4/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18.04.2018 και με αριθ. καταθ. 348/25.04.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4485/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 06.7.2015 και με αριθ. κατάθ. 4352/2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της από 23.07.2015 και με αριθμό καταθ.4650/2015 έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1027/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή ως προς το 1ο εναγόμενο κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ως προς την 2η εναγόμενη, μη εδώ διάδικο, απορρίφθηκε η αγωγή). Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου:
α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αρ. καταθ. 4650/2015 έφεση του πρώτου εναγομένου Ε.Ο.Π.Π.Υ κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγόμενης ... Α.Ε. και απορρίφθηκε η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της δεύτερης εναγόμενης ... Α.Ε,
β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 4352/2015 έφεση του ενάγοντος Α. Κ. και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της δεύτερης εφεσίβλητης ... Α.Ε.,
γ) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η υπ' αριθμ. 4650/2015 έφεση του πρώτου εναγομένου ΕΟΠΥΥ κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ενάγοντος και αφού εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 1027/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 25.01.2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική της βάση απορρίφθηκε τελικά κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 666/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, προσέφερε στην Υγειονομική Υπηρεσία του πρώτου εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΟΠΥΥ), κατά τα αναφερόμενα διαστήματα και μέχρι την 4-11-2013, τις υπηρεσίες του, ως ιατρός, έναντι αμοιβής που ανέλαβε να καταβάλει η ... ΑΕ, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η δεύτερη εναγόμενη ... ΑΕ, καλύπτοντας με την εργασία του πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου στον προαναφερόμενο τομέα. Ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ανωτέρω συμβάσεις έχουν μετατραπεί αυτοδικαίως σε μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Ενόψει αυτών, ζήτησε
1) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
2) α) να του καταβληθούν οι αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5-11-2013 μέχρι 5-11-2014, επειδή κατά την 4-11-2013 το πρώτο εναγόμενο κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή του σύμβαση και κατέστη έκτοτε υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, και ειδικότερα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον για την αιτία αυτή το ποσό των 26.390 ευρώ, άλλως το ποσό των 21.111,50 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του από 1-1-2013 έως 5-11-2013 διαστήματος, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και
β) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, άλλως και επικουρικώς να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 6.597,49 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από 5-11-2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1027/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου (Ε.Ο.Π.Π.Υ). Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε καταρτισθεί απλή σύμβαση εργασίας και ακολούθως
α) υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Π.Υ) να καταβάλει 18.550 ευρώ και
β) αναγνώρισε ότι ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα 2.561,50 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 μέχρι 05.11.2013, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού Κατόπιν ασκήσεως της από 06.7.2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της από 23.07.2015 έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η προσβαλόμενη απόφαση με την οποία -πλην των άλλων- κατά τα εκτεθέντα παραπάνω:
1) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 4352/2015 έφεση του ενάγοντος Α. Κ. και...
2) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η υπ' αριθμ. 4650/2015 έφεση του πρώτου εναγομένου ΕΟΠΥΥ κατά του ενάγοντος και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 25.01.2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά την επικουρική της βάση απορρίφθηκε αυτή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: " Το πρώτο εναγόμενο είναι ΝΠΔΔ και καθολικός διάδοχος του ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΤΑΥΤΕΚΩ" που συστάθηκε με το Ν.271/1976 ως Ταμείο Ασφαλίσεως Ασθένειας Προσωπικού των Τραπεζών …., της ... και της Τράπεζας ..., με| σκοπό "την ασφάλισιν του Προσωπικού της Τραπέζης …, της ...
και της Τραπέζης ... και των εξερχομένων της υπηρεσίας, ως και των μελών της οικογένειας αυτών, κατά των κινδύνων ασθένειας, ατυχήματος, μητρότητας και θανάτου δια της χορηγήσεως ιατρικής, φαρμακευτικής, νοσοκομειακής, μαιευτικής, σανατοριακής και προσθέτου περιθάλψεως και τοιαύτης εν αναρρωτηρίω ασύλω κλπ, της λήψεως προληπτικών της ασθένειας μέτρων και της χορηγήσεως παροχών ασθένειας εις χρήμα, ως και εξόδων κηδείας".
Στα πλαίσια της υποχρεώσεώς του για παροχή των ως άνω ασφαλιστικών και ιατρικών υπηρεσιών, το ΤΑΥΤΕΚΩ συνήψε με τον ενάγοντα - ιατρό οφθαλμίατρο έξι συμβάσεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, και συγκεκριμένα από 1-4-2008 έως 31-3- 2009, από 1-8-2009 έως 31-3-2010, από 1-4-2010 έως 31-3-2011, από 1- 4-2011 έως 31-10-2011, από 1-11-2011 έως 30-6-2012 και από 1-7-2012 έως 31-12-2012, βάσει των οποίων ο τελευταίος ανέλαβε και εκτέλεσε κατά τα άνω διαστήματα καθήκοντα ελεγκτή ιατρού στην Υγειονομική Υπηρεσία του Ταμείου.
Ως αμοιβή του είχε συμφωνηθεί κάθε φορά ένα συνολικό ποσό, και συγκεκριμένα τα ποσά των 22.260 ευρώ, 22.260 ευρώ, 22.260 ευρώ, 12.985 ευρώ, 14.840 ευρώ, και 11.130 ευρώ, αντιστοίχως. Οι ανωτέρω αμοιβές συμφωνήθηκε να καταβάλλονται στον ενάγοντα απευθείας από την τρίτη συμβαλλόμενη ... Α.Ε. και να εισπράττονται από αυτόν με την έκδοση αντιστοίχων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, ακολούθως δε το κόστος αυτό να επιμερίζεται στις υπόλοιπες τράπεζες - μέλη του πρώτου εναγομένου.
Η τελευταία, την οποία διαδέχθηκε η ... και στη συνέχεια η δεύτερη εναγομένη ... ΑΕ, πράγματι κατέβαλε τις προαναφερόμενες αμοιβές, που ήταν, όπως προκύπτει από τις ένδικες γραπτές συμβάσεις, η μόνη υποχρέωση που αυτή είχε αναλάβει απέναντι στον ενάγοντα και το ΤΑΥΤΕΚΩ, και η οποία υποχρέωση εκπληρώθηκε και έληξε με τη λήξη της τελευταίας σύμβασης, στις 31-12-2012 και την εκ μέρους της καταβολή της αντίστοιχης αμοιβής......
Περαιτέρω, ....μετά τη λήξη της τελευταίας γραπτής σύμβασης του ενάγοντα στις 31-12-2012, συνέχισε να παρέχει στο πρώτο εναγόμενο, κατόπιν προφορικής μεταξύ τους συμφωνίας και με τους ίδιους μέχρι τότε όρους, τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του μέχρι την 4-11-2013, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες θεωρήσεις συνταγών και από το από 4-11-2013 έγγραφο που απέστειλε το πρώτο εναγόμενο στον ενάγοντα, στο οποίο αναγράφεται ρητά ότι στο εξής δεν θα αποδέχεται τις υπηρεσίες του και ζητά την επιστροφή της σφραγίδας του Τομέα (ασθένειας προσωπικού τραπεζών).
Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 4-11-2013 ο ενάγων προσέρχονταν καθημερινά, από Δευτέρα έως Παρασκευή και από ώρα 08.00 έως 12.00, στα γραφεία της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Ταμείου επί της οδού ..., και εκτελούσε καθήκοντα ελεγκτή ιατρού, με δικά του μέσα και υλικά. Η τήρηση των ανωτέρω ελέγχονταν μεν από τους αρμοδίους εκπροσώπους του ταμείου, πλην όμως οι εν λόγω υποχρεώσεις του ενάγοντος απέρρεαν από τη σύμβαση και τυχόν παράλειψη συμμόρφωσής του ως προς τον τόπο και το χρόνο εκτέλεσής τους θα αποτελούσε μη προσήκουσα εκπλήρωση αυτής.
Συγκεκριμένα προέβαινε σε έγκριση των δαπανών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (φάρμακα και εργαστηριακές εξετάσεις) των ασφαλισμένων του ταμείου, χωρίς να υπόκειται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σε οδηγίες εκ μέρους εκπροσώπων του ταμείου και σε επιστημονική επίβλεψη τρίτου προσώπου, αλλά σύμφωνα, αποκλειστικώς, με την κρίση του ιδίου ως ιατρού - οφθαλμιάτρου, ενώ παράλληλα διατηρούσε κατά τις απογευματινές ώρες ατομικό ιδιωτικό ιατρείο.
Επομένως, η επιστημονική ανεξαρτησία που απολάμβανε, η δυνατότητα της παράλληλης διατήρησης ιδιωτικού ιατρείου, ο συμβατικός καθορισμός της εκάστοτε αμοιβής αυτού χωρίς αναφορά προς τις ισχύουσες συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις και η είσπραξη της αμοιβής αυτής με την έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών από αυτόν τον ίδιο, προσδίδουν αβίαστα στην επίδικη σύμβαση τον χαρακτήρα της μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οπότε η αγωγική αξίωση περί καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα.
Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία δέχθηκε ότι ανάμεσα στον ενάγοντα και το πρώτο εναγόμενο υφίστατο σχέση εξαρτημένης εργασίας και στη συνέχεια του επιδίκασε τις εκζητούμενες για το διάστημα από 1-1-2013 έως 5-11-2013 δεδουλευμένες αποδοχές, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον κύριο λόγο της έφεσης του πρώτου εναγομένου, που πρέπει να γίνει δεκτός και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιό της αυτό.
Στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο και δικασθεί επί της ουσίας, πρέπει η αγωγή ως προς το εν λόγω αίτημά της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη....." Με τον πρώτο και μοναδικό λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρων 648 και 653 ΑΚ.
Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά προέβη στον χαρακτήρα της συμβάσεως, ως συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συνακόλουθα δεν επιδίκασε τα αιτούμενα ποσά με βάση την εργατική νομοθεσία και ορθά έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, περίπτωση εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρων 648 και 653 ΑΚ.
Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.04.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4485/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 26 Μαρτίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 6 Μαΐου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ