489/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 489 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 489/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και ΑÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 489 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 489/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Η. Δ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κορφιάτη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 430/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 269/2013 και 457/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/2/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 21/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I) Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§4 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης απόφασης, δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης η αναιρεσείουσα. Από τις προσκομιζόμενες όμως από τον αναιρεσίβλητο με αριθμ. .../11-6-2015 και ...15-10-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πάτρας Α. Μ., προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος επέδωσε στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο της από 17-2-2015 αίτησης αναίρεσης, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 22-9-2015 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για την δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε, μολονότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 122, 123, 126, 130 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
II) Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά δε το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν κατά της απόφασης του εφετείου που εκδόθηκε ερήμην κάποιου από τους διαδίκους, ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και απορριφθεί αυτή για οποιοδήποτε λόγο, η ασκούμενη στη συνέχεια αίτηση αναίρεσης πρέπει κατ’ αρχήν να απευθυνθεί κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, εκτός αν ο αναιρεσείων δεν έχει βάσιμο λόγο αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, οπότε μπορεί να αναιρεσιβάλει απευθείας την ερήμην εφετειακή απόφαση, εφόσον βέβαια δεν παρήλθε εντωμεταξύ ως προς αυτή η προθεσμία της αναίρεσης, που συμβαίνει όταν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εκπρόθεσμα (ΟλΑΠ 11/1998). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 554 ΚΠολΔ θεωρείται μεν ότι με την αίτηση αναίρεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας απόφασης συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, με την προϋπόθεση όμως ότι θα περιληφθούν στην αίτηση αναίρεσης και λόγοι που να αφορούν την απόφαση αυτή, αφού με τη ρύθμιση του άρθρου 554 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται υποχρέωση, αλλά απλή ευχέρεια να αναιρεσιβληθούν από κοινού οι δύο αποφάσεις, δηλαδή ο διάδικος του οποίου απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας διευκολύνεται, ασκώντας αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του, να ζητήσει την αναίρεση και της ερήμην απόφασης, έστω και αν δεν έστρεψε ρητά την αίτησή του και κατ αυτής. Στην περίπτωση όμως αυτή θα πρέπει να προβάλει με την αίτησή του όλους τους λόγους αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, αφού η μεταγενέστερη προβολή και άλλων λόγων με νέα αίτηση αναίρεσης προσκρούει στη διάταξη του άρθρ. 515 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο της (ΑΠ 845/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ ουσίαν, διότι, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΑΠ 2231/2013, ΑΠ 2294/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την 430/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της ήδη αναιρεσείουσας και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου αυτών. Κατόπιν έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε ερήμην της η 269/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την έφεσή της λόγω της ερημοδικίας της, στη δε συνέχεια και μετά από άσκηση από την τελευταία (αιτιολογημένης) ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην εκδοθείσης εφετειακής απόφασης εκδόθηκε η 457/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε αυτή ως ανυποστήρικτη. Ακολούθως, ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία, με βάση όσα προεκτέθηκαν, απαραδέκτως στρέφεται κατά της πρωτόδικης 430/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αφού αυτή ενσωματώνεται στην 269/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την έφεση της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που προσβάλλεται με αυτή η πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη και για τον λόγο ότι δεν υπήρξε κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 566 Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα η αίτηση ορθά στρέφεται κατ’ αμφοτέρων των εφετειακών αποφάσεων, εφόσον , ειδικά ως προς την 269/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κατά την άσκησή της δεν είχε παρέλθει η προθεσμία της αναίρεσης, δεδομένου ότι η ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας ήταν εμπρόθεσμη, όπως το τελευταίο προκύπτει από την επισκόπηση της 457/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Ιll) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξης ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Η παράλειψη όμως επουσιωδών στοιχείων δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 926/2004, 1190/2003), ώστε λόγω ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας (ΑΠ 146/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1438, 1439 παρ. 3 Α.Κ, όπως το τελευταίο αντικατεστάθη με άρθρο 14 Ν. 3719/2008, και 216 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, για την πληρότητα της αγωγής διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης των συζύγων, που τεκμαίρεται αμάχητα από την διετή διάστασή τους, αρκεί να αναφέρεται σ’ αυτή ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκεσε συνεχώς επί μια διετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από τον χρόνο της πρώτης συζήτησης. Άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι απαραίτητη και συγκεκριμένα δεν απαιτείται η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έννομης σχέσης, αφού υπό τον όρο αυτό (διάσταση) νοείται τόσο η φυσική όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ούτε απαιτείται να αναφέρεται, αν κάποιος από τους συζύγους ή ποιος αποχώρησε από τη συζυγική οικία και που εγκαταστάθηκε.
IV) Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) της από 20-2-2009 (αρ. εκθ. κατ. .../24-2-2009) αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου υπ’ αριθ. 430/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι: α) μεταξύ αυτού και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας τελέστηκε στην ... Αιτ/νίας στις 26-9-1971 νόμιμος θρησκευτικός γάμος, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον Κ. και Ι., β) o γάμος τους παρουσίασε κατά τη διάρκειά του πολλά προβλήματα, με αποτέλεσμα η συμβίωσή τους να μην, είναι καθόλου ομαλή, κυρίως λόγω των ερίδων που δημιουργούντο μεταξύ τους, γ) οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν, με αποτέλεσμα να αποξενωθούν ψυχικά και σωματικά τόσο, ώστε να είναι ανέφικτη η περαιτέρω συνέχιση της συμβίωσής τους, η οποία διεκόπη κατά το έτος 1999, και έκτοτε βρίσκονται σε συνεχή και αδιάκοπη διάσταση για χρονικό διάστημα πέραν της διετίας, άλλως πέραν της τετραετίας. Με αυτό δε το ιστορικό ζήτησε την λύση του γάμου του με την εναγομένη λόγω του τεκμαιρομένου αμάχητου ισχυρού κλονισμού του γάμου τους. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχονται όλα τα απαραίτητα από το νόμο στοιχεία, το δε Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την απόφασή του, που επικυρώθηκε με την εφετειακή απόφαση, ορθά έκρινε νόμιμη την αγωγή και δεν απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα, όπως ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή πως επήλθε η διάσταση αυτών , ποιος αποχώρησε από τη συζυγική οικία και που αυτός εγκαταστάθηκε, είναι αβάσιμα, διότι δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V) Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης της, όπως αυτή εκτιμάται, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη 269/2013 απόφαση του όπως και με την εκδοθείσα στη συνέχεια, κατόπιν ανακοπής ερημοδικίας, 457/2014 απόφασή του "ουδόλως ασχολήθηκε" με το θέμα της αοριστίας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. (κατ’ ορθή εκτίμησή του), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Τριμελές Εφετείο Πατρών, απορρίπτοντας, με τις παραπάνω 269/2013 και 457/2014 αποφάσεις του, ως ανυποστήρικτες, την έφεση και την ανακοπή ερημοδικίας αντίστοιχα, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι απέρριψε ως αβάσιμους τους προβληθέντες από την ήδη αναιρεσείουσα λόγους έφεσης και ανακοπής ερημοδικίας, χωρίς να του παρέχεται η δυνατότητα να τους ερευνήσει και να εκδώσει ενδεχομένως αντίθετη απόφαση. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012).
VI) Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από πεντακόσια (500) ευρώ έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, που περιέρχονται στο ταμείο νομικών, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 738/2012). Στην προκειμένη περίπτωση μόνη η μη εμφάνιση της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτηση των ένδικων μέσων , που αυτή άσκησε (έφεσης, ανακοπής ερημοδικίας, αναίρεσης), δεν υποδηλώνει και πρόθεση της ίδιας ή των πληρεξουσίων δικηγόρων της όπως επιτύχουν με τον τρόπο αυτόν την καθυστέρηση της λύσης του γάμου των διαδίκων, έτσι ώστε να δικαιολογείται επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος τους, όπως επικαλείται, υπό μορφή ευχής, ο αναιρεσίβλητος. Μετά ταύτα να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 Κ,Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση της Σ. συζ. Η. Δ.. για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 269/2013 και 457/2014 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και της υπ’ αριθμ. 430/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Αυγούστου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ