489/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 489 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 489/2014
Legislator headnote
AI generated489/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 489 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 489/2014
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 489 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 489/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ν. Σ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ψ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Παντελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16288/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 2726/2008 μη οριστική και 652/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/6/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 23/1/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει το λόγο (Ολ.
ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Με το υπ' αριθμ. .../7-3-1985 συμβόλαιο πώλησης, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα και σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../7-2-1980 προσυμφώνου, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, περιήλθε στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου, ως αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία, ένα διαμέρισμα, με αριθμό 2, του τρίτου, πάνω από το ισόγειο, ορόφου, πολυώροφης οικοδομής, η οποία είναι κτισμένη, επί του υπ' αριθμ. 7 οικοπέδου, που βρίσκεται στο Συνοικισμό ...
του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, στο …οικοδομικό τετράγωνο, επί της οδού … αριθμ. … (ήδη …), μικτού εμβαδού 90 τ.μ. περίπου, το οποίο αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο, χωλ και διάδρομο και στο οποίο αναλογεί ποσοστό επί του όλου οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής, 158/1000, εξ αδιαιρέτου.
Το διαμέρισμα αυτό, υπήρξε η συζυγική οικία του πρώτου εναγόμενου και της δεύτερης εναγόμενης, συζύγου του, μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1985, οπότε επήλθε οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους, έκτοτε δε, συνέχισε να διαμένει σ' αυτό η δεύτερη εναγόμενη, με τη θετή θυγατέρα τους Σ.- Ι.. Μετά την οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, ο πρώτος εναγόμενος, άσκησε κατά της δεύτερης εναγόμενης, αγωγή (η οποία δεν προσκομίζεται), με την οποία, όπως αναφέρει η τελευταία, με τις προτάσεις που κατέθεσε στην παρούσα συζήτηση και όπως συνάγεται και από την υπ' αριθμ. 1549/1989 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια, επεδίωξε να αναγνωρισθεί, η ανυπαρξία αξίωσης συμμετοχής της, στα αποκτήματα του γάμου τους, η αγωγή δε εκείνη, έγινε αρχικά, δεκτή, με την υπ' αριθμ. 598/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (η οποία δεν προσκομίζεται), ακολούθως δε, κατόπιν εφέσεως της δεύτερης εναγόμενης, με την υπ' αριθμ. 1549/1989 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίσθηκε και απορρίφθηκε η αγωγή του πρώτου εναγόμενου, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία, ότι η δεύτερη εναγόμενη συνέβαλε, κατά 1/3, στην εκ μέρους του απόκτηση, του ήδη επιδίκου διαμερίσματος, κατά την αξία του οποίου αυξήθηκε η περιουσία του.
Με την υπ' αριθμ. 3834/7-10-1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο πρώτος εναγόμενος, υποχρεώθηκε να καταβάλει στη δεύτερη, διατροφή για την ίδια και την ανήλικη τότε, θετή θυγατέρα τους, συνολικού ποσού 40.000 δραχμών μηνιαίως, για χρονικό διάστημα δύο ετών, από την άσκηση της σχετικής αγωγής της, αμέσως δε, μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης και συγκεκριμένα στις 30-10-1986, ο πρώτος εναγόμενος, με το υπ' αριθμ. .../30-10-1986 συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Γκουτζαμάνη- Υφαντίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το επίδικο διαμέρισμα του, στην Ε.
Α., θυγατέρα της Σ. Α., με την οποία αυτός συνήψε ερωτικό δεσμό, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του, με τη δεύτερη εναγόμενη. Ακολούθως, η Ε. Α. άσκησε, κατά της δεύτερης εναγόμενης, την υπ' αριθμ. καταθέσεως 1390/1987 αγωγή, διεκδικητική της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, η οποία απορρίφθηκε, με την υπ' αριθμ. 12855/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν παραδοχής ένστασης της δεύτερης εναγόμενης, περί εικονικότητας της παραπάνω (υπ' αριθμ. .../30-10-1986) μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, η απόφαση δε αυτή, κατέστη τελεσίδικη, με την υπ' αριθμ. 4030/1995 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε, κατ' αυτής, η Ε.
Α. και ειδικότερα, κρίθηκε τελεσίδικα, ότι ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να αποφύγει τη δέσμευση του επιδίκου διαμερίσματος με ασφάλεια ή κατάσχεση, εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης, για τις εναντίον του αξιώσεις της, προέβη στην εικονική και συνεπώς, άκυρη πώληση και μεταβίβασή του, προς την Ε. Α..
Τον Μάιο του 1997, η δεύτερη εναγόμενη, η οποία συνέχισε να κατοικεί στο επίδικο διαμέρισμα, με τη θυγατέρα της και να βρίσκεται σε διάσταση, με τον πρώτο εναγόμενο, άσκησε κατ' αυτού, την υπ' αριθμ. καταθέσεως 16898/8-5-1997 αίτηση, με την οποία, επικαλούμενη, ότι έχει εναντίον του, αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου τους και συγκεκριμένα στο επίδικο διαμέρισμα, καθώς και ότι ο σύζυγος της, μετά την ακύρωση του παραπάνω, υπ' αριθμ. .../30-10-1986, συμβολαίου, επιχειρεί να πωλήσει εκ νέου, το διαμέρισμα αυτό, στο οποίο "εμφανίζονται διάφοροι υποψήφιοι αγοραστές", επεδίωξε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση του εν λόγω διαμερίσματος.
Ενόψει της άσκησης της αίτησης της αυτής, εκδόθηκε, κατόπιν σχετικής αίτησης της, η υπ' αριθμ. 16898/8-5-1997 προσωρινή διαταγή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγορεύθηκε η μεταβολή της νομικής κατάστασης του επιδίκου διαμερίσματος, μέχρι τη συζήτηση της παραπάνω κύριας αίτησης της, η οποία συζητήθηκε την 9-6-1997, ερήμην του πρώτου εναγόμενου και έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 18143/30-6-1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του εν λόγω διαμερίσματος, μέχρι του ποσού των 4.000.000 δραχμών, στο οποίο πιθανολογήθηκε, ότι ανέρχεται η αξίωση συμμετοχής της δεύτερης εναγόμενης, στην απόκτηση του διαμερίσματος αυτού, από τον πρώτο εναγόμενο.
Η απόφαση αυτή και η παραπάνω προσωρινή διαταγή, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο, ούτε άλλωστε η δεύτερη εναγόμενη επικαλείται, ότι επιδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο. Ακολούθως, στις 8-8-1997, με το υπ' αριθμ. .../8-8-1997 συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Γκουτζαμάνη- Υφαντίδου, το οποίο μεταγράφηκε, στα βιβλία μεταγραφών, του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, στον τόμο … και αριθμό …, η Ε.
Α. και ο πρώτος εναγόμενος, συμφώνησαν ότι η πρώτη πωλεί και μεταβιβάζει στον τελευταίο, το επίδικο διαμέρισμα και την ίδια ημέρα, με το υπ' αριθμ. .../8-8-1997 προσύμφωνο της ίδιας συμβολαιογράφου, ο πρώτος εναγόμενος, υποσχέθηκε να πωλήσει και να μεταβιβάσει το διαμέρισμα αυτό, στον ενάγοντα, αντί τιμήματος 14.367.375 δραχμών, το οποίο, όπως αναφέρεται στο προσύμφωνο αυτό, καταβλήθηκε από τον τελευταίο, σε πρώτη ζήτηση του οποίου συμφωνήθηκε ότι θα καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο πώλησης.
Επίσης, αναφέρεται στο εν λόγω προσύμφωνο, ότι "στο προσυμφωνούμενο διαμέρισμα κατοικεί η Μ. Σ., το γένος Γ. και Π. Κ. (δεύτερη εναγόμενη), "ως δωρεάν παραχώρηση και με το παρόν συμβόλαιο, εκχωρούνται όλα τα δικαιώματα, αγωγές και εξώσεις, που απορρέουν από την δωρεάν παραχώρηση και θα παραδοθεί κενό, μέχρι την 30-9-1997".
Ακολούθως, την 26-9-1997, με το υπ' αριθμ .../26-9-1997 οριστικό συμβόλαιο πώλησης, της ίδιας συμβολαιογράφου (Ελευθερίας Γκουτζαμάνη-Υφαντίδου), το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών, του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, την 20-10-1997, στον τόμο …και αριθμό .., ο πρώτος εναγόμενος, σε εκτέλεση του παραπάνω, μεταξύ τους, προσυμφώνου, πώλησε και μεταβίβασε οριστικά, το επίδικο διαμέρισμα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στον ενάγοντα, αντί του παραπάνω, συμφωνηθέντος, τιμήματος, ποσού 14.367.375 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν και η αντικειμενική του αξία.
Στο συμβόλαιο αυτό, καθώς και στο παραπάνω, υπ' αριθμ. .../8-8-1997 προσύμφωνο, ο ενάγων συμβλήθηκε, δια του δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Απόστολου Παπαδόπουλου, ο οποίος ενήργησε ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος αυτού, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-7-1997, πληρεξουσίου του (ενάγοντος), προς αυτόν, που συντάχθηκε ενώπιον της ίδιας προαναφερόμενης συμβολαιογράφου.
Με το παραπάνω, μεταξύ τους, οριστικό συμβόλαιο, ο πρώτος εναγόμενος συμφώνησε να παραδώσει στον ενάγοντα, το επίδικο διαμέρισμα, την 30-9-1997, για την περίπτωση δε, καθυστέρησης της παράδοσης του, συμφωνήθηκε, ότι θα του καταβάλλει, ως ποινή, το ποσό των 90.000 δραχμών, για κάθε μήνα καθυστέρησης. Επίσης, στο συμβόλαιο αυτό, αναφέρεται, ότι είναι εγγεγραμμένες, στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, στον τόμο … και αριθμό … και στον τόμο …και αριθμό … αντίστοιχα, δύο αγωγές, σχετικές με το διαμέρισμα αυτό και συγκεκριμένα, η παραπάνω, υπ' αριθμ.
καταθέσεως 1390/13-7-1987 αγωγή της Ε. Α., κατά της δεύτερης εναγόμενης, η οποία, όπως προαναφέρεται, κατά το χρόνο σύνταξης του εν λόγω συμβολαίου, είχε ήδη, απορριφθεί, τελεσίδικα και η υπ' αριθμ. καταθέσεως 2300/20-10-1988 αγωγή, του πρώτου εναγόμενου, κατά της Ε. Α.. Η τελευταία αυτή αγωγή(η οποία δεν προσκομίζεται), όπως αναφέρει ο ενάγων, με την προσθήκη-αντίκρουση, που κατέθεσε, την 29-11-2006, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν αμφισβητείται από τη δεύτερη εναγόμενη, ήταν διεκδικητική κυριότητας αγωγή, με την οποία, ο πρώτος εναγόμενος, επικαλούμενος εικονικότητα της μεταβίβασης του επιδίκου διαμερίσματος, από τον ίδιο, στην Ε.
Α., επεδίωκε την απόδοση του σ' αυτόν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος, ήταν, όπως και εξακολουθεί να είναι, κάτοικος ..., έγγαμος, με τρία τέκνα και εργαζόταν, όπως και εξακολουθεί να εργάζεται, ως υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας, στο υποκατάστημα Παπάδου Γέρας Λέσβου, ενδιαφερόταν δε, να αποκτήσει διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, ως επένδυση των χρημάτων του, λόγω και του ότι, ο αδερφός του Μ.
Ψ., Αρχιμανδρίτης, ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας του, κατοικούσε (και εξακολουθεί να κατοικεί) στη Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετούσε τότε, ως διάκονος και ενόψει του ενδεχόμενου, να σπουδάσουν τα τέκνα του, στο μέλλον, στη Θεσσαλονίκη. Το ενδιαφέρον του ενάγοντος, για επένδυση των αποταμιεύσεων του, στην αγορά διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη, ήταν γνωστό στον συγχωριανό του και εξάδερφο της συζύγου του, Μ.
Β., έμπορο αυτοκινήτων, ο οποίος το έτος 1997, μέσω πελάτη του, γνώρισε τυχαία τον πρώτο εναγόμενο, με τον οποίο συναντήθηκε δύο- τρεις φορές, σε φιλική παρέα, σε κάποια δε, από τις συναντήσεις αυτές, ο πρώτος εναγόμενος ανάφερε, ότι πωλεί το επίδικο διαμέρισμα του στη Θεσσαλονίκη, σε τιμή ευκαιρίας, διότι είχε άμεση ανάγκη χρημάτων και έτσι, ο Μ.
Β., μεσολάβησε, ώστε να έρθει σε τηλεφωνική επαφή με τον ενάγοντα, ο οποίος ακολούθως, συναντήθηκε μαζί του στη Θεσσαλονίκη και διαπραγματεύθηκε την αγορά του διαμερίσματος αυτού, την οποία αξιολόγησε ως ευκαιρία, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος, πρότεινε την πώληση του με τίμημα, ίσο προς την αντικειμενική του αξία, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 14.000.000 δραχμών, περίπου.
Κατά τη συνάντηση αυτή, του ενάγοντος με τον πρώτο εναγόμενο, μετέβησαν στην οικοδομή, στην οποία βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, δεν επισκέφθηκε όμως το εσωτερικό του χώρο, λόγω του ότι, ο πρώτος εναγόμενος του δήλωσε, ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, διότι οι σχέσεις του με τη σύζυγο του, η οποία διέμενε σ' αυτό, ήταν τεταμένες.
Κατόπιν αυτών, ο ενάγων επέστρεψε στη Λέσβο, ανέθεσε δε, τον έλεγχο της νομικής κατάστασης του επιδίκου διαμερίσματος και τη διεκπεραίωση όλων των απαιτούμενων διαδικασιών, για την αγορά του, στον προαναφερόμενο δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Απόστολο Παπαδόπουλο, τον οποίο του συνέστησε ο παραπάνω αδερφός του, ο οποίος τον γνώριζε, λόγω της ιδιότητας του, ως δικηγόρου του ναού στον οποίο υπηρετούσε, ως μέλους του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και Επιτρόπου του ναού Αγίου Δημητρίου, στον οποίο είχε υπηρετήσει (ο αδερφός του) ως διάκονος και είχε εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, χορήγησε δε, σ' αυτόν σχετική, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, με το προαναφερόμενο, υπ' αριθμ. .../3-7-1997, πληρεξούσιο.
Δυνάμει του πληρεξουσίου αυτού, συμβλήθηκε, όπως ήδη έχει λεχθεί, ο εν λόγω δικηγόρος, για λογαριασμό του ενάγοντος, ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος αυτού, κατά την κατάρτιση του παραπάνω προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος, για την οποία, διαβεβαίωσε τον ενάγοντα, ότι δεν υπήρχε νομικό πρόβλημα, που να καθιστούσε επισφαλή την αγορά του, μέσω δε, του ίδιου δικηγόρου, ο οποίος είχε σχετική (για καταβολή του τιμήματος) εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως προκύπτει από το παραπάνω πληρεξούσιο, κατέβαλε ο ενάγων, σημαντικό μέρος του τιμήματος της ένδικης πώλησης.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει, από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση και προσκομισθείσες και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σχετικές αποδείξεις, ο ενάγων κατέβαλε το τίμημα της ένδικης πώλησης, ως εξής: Στις 4-7-1997, κατέβαλε ο ίδιος, το ποσό των 3.200.000 δραχμών, ως προκαταβολή του τιμήματος της ένδικης πώλησης, στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εξέδωσε την από 4-7-1997 σχετική απόδειξη, στις 16-7-1997, 14-8-1997, 22-8-1997, 29-8-1997 και 30-9-1997, κατέβαλε σ' αυτόν, με τις υπ' αριθμ. 8 6771232-9/16-7-1997, 8 6771310-0/14-8-1997, 8 6771307-7/22-8-1997, 8 6771714-7/29-8-1997 και 8 6423580-1/30-9-1997, εντολές, του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, στη Μυτιλήνη, στο έντυπο των οποίων ενσωματώνονται, αντίστοιχες αποδείξεις είσπραξης, στις δύο πρώτες, από τις οποίες, αναγράφεται και ως αιτιολογία, "έναντι αγοράς κατοικίας", τα ποσά των 1.000.000, 500.000, 500.000, 500.000 και 500.000 δραχμών, αντίστοιχα.
Στις 22-7-1997, 24-7-1997, 8-8-1997 και 18-9-1997, κατέθεσε, στο λογαριασμό του παραπάνω δικηγόρου Απόστολου Παπαδόπουλου, στην ίδια Τράπεζα, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες αποδείξεις είσπραξης αυτής, στην πρώτη, δεύτερη από τις οποίες, αναγράφεται και ως αιτιολογία, "έναντι αγοράς" και στην τέταρτη, "αγορά κατοικίας", τα ποσά των 2.000.000, 4.000.000, 1.000.000 και 1.300.000 δραχμών, αντίστοιχα, τα οποία κατέβαλε ο δικηγόρος αυτός, στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εξέδωσε σχετικά τις από 24-7-1997, 8-8-1997, από 19-9-1997 και 19-9-1997, αποδείξεις, ποσού 2.000.000, 5.000.000, 150.000 και 1.150.000 δραχμών, αντίστοιχα, στις οποίες αναγράφεται και ότι τα ποσά αυτά έλαβε "έναντι τιμήματος για την αγορά διαμερίσματος επί της οδού ...".
Συνολικά, ο ενάγων κατέβαλε, στον πρώτο εναγόμενο, το ποσό των 14.500.000 δραχμών, από το οποίο, ποσό 14.000.000 δραχμών, είχε ήδη καταβάλει μέχρι την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, το δε ποσό των 500.000 δραχμών, κατέβαλε σ' αυτόν, με την προαναφερόμενη, υπ' αριθμ. 8 6423580-1/30-9-1997 εντολή, στις 30-9-1997, δηλαδή τέσσερις ημέρες μετά την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού, ύστερα από σχετική απαίτηση του, επειδή η ακριβής αντικειμενική αξία του διαμερίσματος, την οποία, όπως προαναφέρεται, κατά τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, προσδιόρισε στο ποσό των 14.000.000 δραχμών, περίπου, διαπιστώθηκε ότι ανερχόταν στο ποσό των 14.367.375 δραχμών, το οποίο αναγράφηκε και ως τίμημα, στο σχετικό προσύμφωνο και στο οριστικό συμβόλαιο.
Μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του επιδίκου διαμερίσματος στον ενάγοντα και την πάροδο της συμφωνηθείσης ημερομηνίας παράδοσης του, αυτός όχλησε προσωπικά και μέσω του δικηγόρου Απόστολου Παπαδόπουλου, τον πρώτο εναγόμενο για την παράδοση του, ο τελευταίος δε, υποσχόταν ότι η παράδοση του θα γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα, μόλις ολοκληρωνόταν η κατασκευή άλλου διαμερίσματος της συζύγου του (δεύτερης εναγόμενης), στο οποίο θα εγκαθίστατο αυτή, όπως και η ίδια υποσχόταν προς τον παραπάνω δικηγόρο, ο οποίος την οχλούσε σχετικά, επικαλούμενη κα ότι, ο σύζυγος της την εγκατέλειψε και αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
Όπως δε, πράγματι αποδείχθηκε και από την κατάθεση της μάρτυρος της δεύτερης εναγόμενης Αρετής Λεονταρίδου, αδερφής της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αυτή κατασκεύαζε, κατά το χρόνο εκείνο, διαμέρισμα, μικτού εμβαδού 57 τ.μ., επί οικοδομής που ανεγειρόταν, με το σύστημα της αντιπαροχής, επί "πατρικού", όπως κατέθεσε η μάρτυρας αυτή, οικοπέδου, στην Καλαμαριά, που, όπως επικαλείται ο ενάγων και δεν αμφισβητείται, βρίσκεται συγκεκριμένα, επί της οδού …αριθμ.
…και περιήλθε στην κυριότητα της, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1997 συμβολαίου διανομής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Σταφυλά- Μαυρίδου, που μεταγράφηκε στον τόμο … και αριθμό …, των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς. 0 ενάγων, λόγω των διαβεβαιώσεων του παραπάνω δικηγόρου Απόστολου Παπαδόπουλου, ότι τα συμφέροντα του ήταν διασφαλισμένα, εφόσον στο πωλητήριο συμβόλαιο είχε περιληφθεί ποινική ρήτρα, ποσού 90.000 δραχμών, ανά μήνα, για την περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης του διαμερίσματος και διότι, θα είχε και αξίωση αποζημίωσης για τη χρήση του, ενόψει και ότι, ο ίδιος, δεν είχε επιτακτική ανάγκη χρήσης του διαμερίσματος αυτού, δεν κινήθηκε άμεσα, δια της δικαστικής οδού, αλλά ανέμενε την παράδοση του, λόγω όμως της παρόδου σημαντικού χρόνου και μη παράδοσης του διαμερίσματος, με την από 22-7-1999 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση- διαμαρτυρία του, απευθυνόμενη προς τον πρώτο εναγόμενο και κοινοποιούμενη στη δεύτερη εναγόμενη, στην οποία την επέδωσε στις 13-9-1999, απαίτησε την παράδοση του και την καταβολή του ποσού των 1.980.000 δραχμών, από τον πρώτο, λόγω κατάπτωσης της ποινής που συμφωνήθηκε.
Στην παραπάνω επιστολή του, δεν έλαβε απάντηση και ακολούθως, στις 17-12-1999, επέδωσε στη δεύτερη εναγόμενη, την από 26-11-1999 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση- διαμαρτυρία του, με την οποία απαίτησε να του παραδώσει τη χρήση του επιδίκου διαμερίσματος, μέχρι την 21-12-1999, καθώς και αποζημίωση για την, εκ μέρους της, χρήση του, από 1-10-1997, ούτε όμως στην επιστολή του αυτή απάντησε η παραπάνω εναγόμενη και έτσι, στις 21-3-2000, άσκησε κατ' αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ.
καταθέσεως 735/11-1-2000 αγωγή του, επιδιώκοντας την καταβολή αποζημίωσης ποσού 3.360.000 δραχμών, για την εκ μέρους της χρήση του, κατά το χρονικό διάστημα, από 1-10-1997 μέχρι 1-11-1999. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11697/2001 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, το οποίο, δέχθηκε την προταθείσα, από τη δεύτερη εναγόμενη, ένσταση, περί εικονικότητας, της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε, με το ένδικο, υπ' αριθμ. .../26-9-1997, οριστικό συμβόλαιο και περαιτέρω, κρίνοντας, ότι, εφόσον η δικαιοπραξία αυτή είναι άκυρη, ως εικονική, ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος και επομένως, δεν δικαιούται αποζημίωση για τη χρήση του, απέρριψε την αγωγή του εκείνη, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά της παραπάνω απόφασης, άσκησε ο ενάγων έφεση, η οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με την υπ' αριθμ. 2599/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και ακολούθως, ο ενάγων, στις 14-5-2004 και 18-5-2004, άσκησε, κατά των πρώτου και δεύτερης εναγόμενων, αντίστοιχα, την ένδικη, διεκδικητική αγωγή του. Η δεύτερη εναγόμενη, ισχυρίσθηκε, με τις προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος, από τον πρώτο εναγόμενο, προς τον ενάγοντα, είναι εικονική, ο ισχυρισμός της όμως αυτός, που αποτελεί ένσταση (βλ.
σχ ΑΠ 74/2006 Δνη 2006. 1383, ΑΠ 1606/2003 ΧΡΙΔ 2004. 316), το βάρος απόδειξης του οποίου φέρει η ίδια (βλ. σχ ΑΠ 1606/2003 ΧΡΙΔ 2004. 316, ΕφΑθ 6038/2004 Δνη 2005. 856), δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Συγκεκριμένα, η παραπάνω μάρτυρας της, αδερφή της, αναφέρθηκε στην κατάθεση της, μόνο, στη συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, έναντι της ίδιας (δεύτερης εναγόμενης) και ειδικότερα, στο γεγονός, ότι την εγκατέλειψε από το έτος 1984 και έκτοτε, τελούν σε διάσταση, ότι δεν κατέβαλε διατροφή σ' αυτήν και τη θετή θυγατέρα τους, καθώς και στην προηγούμενη μεταβίβαση εκ μέρους του, του επιδίκου διαμερίσματος, στην Ε.
Α., ενώ, όσον αφορά τον ενάγοντα, κατέθεσε, ότι δεν γνωρίζει αν αυτός είχε οποιαδήποτε σχέση με τον πρώτο εναγόμενο και ότι, επισκέφθηκε τη δεύτερη εναγόμενη, στο επίδικο διαμέρισμα, πριν 4- 5 έτη (από το χρόνο της κατάθεσης της, 15-12-2006), δηλαδή, όπως προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά την περάτωση της παραπάνω δίκης, επί της αγωγής αποζημίωσης, που άσκησε εναντίον της, οχλώντας την για την απόδοσή του και ζητώντας να το επισκεφθεί εσωτερικά, αυτή δε (δεύτερη εναγόμενη), δεν του επέτρεψε την είσοδο, δηλώνοντάς του, ότι "αποκλείεται, το σπίτι είναι δικό μου", όπως, κατά λέξη, κατέθεσε η εν λόγω μάρτυρας.
Η ίδια μάρτυρας, επανεξεταζόμενη κατά την παρούσα συζήτηση, επιβεβαιώνοντας ότι ο ενάγων οχλούσε τη δεύτερη εναγόμενη, για απόδοση της χρήσης του επιδίκου διαμερίσματος, κατέθεσε πρώτη φορά, ότι η πώληση του προς αυτόν ήταν εικονική και συγκεκριμένα, κατέθεσε, κατά λέξη, "Ο ενάγων Ν. Ψ., ερχόταν και ζητούσε το σπίτι, αλλά η πώλησή του ήταν εικονική", εντελώς όμως ατεκμηρίωτα, αναφερόμενη μόνο, σε δηλώσεις του πρώτου εναγόμενου προς τη δεύτερη, ότι "μαζί με τον τοκογλύφο, θα στο φάμε το σπίτι και θα σε πετάξουμε έξω με την κόρη σου", χωρίς καν να διευκρινίζει ποιο πρόσωπο αφορά ο χαρακτηρισμός "τοκογλύφο" και πως συνδέεται με την ένδικη πώληση.
Αντίθετα, από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις του Μ. Β., μέσω του οποίου, όπως προεκτίθεται, ο ενάγων ήρθε σε επαφή, πρώτη φορά με τον πρώτο εναγόμενο και των Ε. Μ. και Ε. Β., συναδέλφων του ενάγοντος, στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, στη Λέσβο, αποδεικνύεται, ότι η ένδικη μεταβίβαση, έγινε υπό τις συνθήκες που ειδικότερα προαναφέρονται και ότι ο ενάγων είχε σοβαρή συναλλακτική πρόθεση, να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος και να καταβάλλει το τίμημα της πώλησης του, το οποίο, πλήρως αποδείχθηκε ότι κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο και συνεπώς, η ένδικη πώληση και μεταβίβαση, δεν είναι εικονική.
Η κρίση αυτή, ενισχύεται και από το γεγονός, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε η δεύτερη εναγόμενη επικαλείται, ότι ο ενάγων είχε οποιαδήποτε σχέση, με τον πρώτο εναγόμενο ή έστω απλή γνωριμία, ώστε να δικαιολογείται η σύναψη εικονικής δικαιοπραξίας μ' αυτόν, καθώς και από το γεγονός, ότι, όπως ρητά κατέθεσε η παραπάνω μάρτυρας της δεύτερης εναγόμενης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, "κατά καιρούς έρχονταν διάφοροι αγοραστές να δουν το σπίτι", γεγονός, που αποδεικνύει και ότι και ο πρώτος εναγόμενος είχε σοβαρή πρόθεση να αποξενωθεί της κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος, ανεξάρτητα από τους λόγους, που τον ώθησαν στη σχετική απόφαση του, τους οποίους, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι γνώριζε ο ενάγων.
Μάλιστα, όπως προαναφέρεται και η Ίδια η δεύτερη εναγόμενη, στην αριθμ καταθέσεως 16898/8-5-1997 αίτηση, με την οποία, επεδίωξε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση του επιδίκου διαμερίσματος, επικαλέστηκε, ότι ο σύζυγός της, μετά την ακύρωση του παραπάνω, υπ' αριθμ. .../30-10-1986, συμβολαίου, επιχειρεί να πωλήσει εκ νέου, το διαμέρισμα αυτό, στο οποίο "εμφανίζονται διάφοροι υποψήφιοι αγοραστές".
Επίσης, ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης, είναι και το γεγονός, ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, με ημερομηνία 3-11-2005, εκτύπωση των Κτηματολογικών βιβλίων, του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, σχετικά με το επίδικο διαμέρισμα, που υπογράφεται από την Προϊστάμενη του εν λόγω Γραφείου Δ. Κ., με ενέργειες της δεύτερης εναγόμενης, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας της, το επίδικο διαμέρισμα εγγράφηκε στο Κτηματολόγιο, με ΚΑΕΚ 190473108004/0/8, ως ιδιοκτησία της ίδιας, κατά ποσοστό 33,33000% (δηλαδή 1/3) και ως ιδιοκτησία του ενάγοντος, κατά το υπόλοιπο ποσοστό 66,67000% (δηλαδή 2/3), ως τίτλος δε, κυριότητας του τελευταίου αναγράφεται το επίμαχο, υπ' αριθμ .../26-9-1997 οριστικό συμβόλαιο, το οποίο ήδη αυτή, ως εναγόμενη, προσβάλλει, ως εικονικό.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ως τίτλος κυριότητας της ίδιας, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, αναγράφεται στο παραπάνω έγγραφο του Κτηματολογίου, το προαναφερόμενο, υπ' αριθμ. .../7-3-1985 συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου, με το οποίο το επίδικο διαμέρισμα, περιήλθε κατά κυριότητα, μόνο στον πρώτο εναγόμενο και όχι και στη δεύτερη εναγόμενη, ανεξάρτητα όμως, από το εσφαλμένο της εγγραφής αυτής, η ενέργειά της να εγγράψει το επίδικο διαμέρισμα και ως ιδιοκτησία του ενάγοντος, έστω, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του επίμαχου συμβολαίου, βρίσκεται σε αντίφαση, με τον ισχυρισμό της, περί εικονικότητας του συμβολαίου αυτού.
Σημειώνεται, ότι η παραπάνω εναγόμενη, προσκομίζει το υπ' αριθμ. καταθέσεως 16872/8-5-1997, δικόγραφο αγωγής, που κατέθεσε, κατά του πρώτου εναγόμενου (την ίδια ημέρα κατάθεσης της προαναφερόμενης αίτησης της περί συντηρητικής κατάσχεσης), με αίτημα, να αναγνωρισθεί ότι συνέβαλε στην απόκτηση του επιδίκου διαμερίσματος, απ' αυτόν, κατά το 1/2 και να υποχρεωθεί να της το μεταβιβάσει, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, άλλως, να της καταβάλλει το ποσό των 6.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στο 1/2 της αξίας του, ύψους, όπως την προσδιόρισε, 12.000.000 δραχμών, κατά το 1988, οπότε συμπληρώθηκε τριετής διάσταση τους, δεν επικαλείται όμως, ούτε άλλωστε προκύπτει από κανένα στοιχείο, ότι άσκησε την αγωγή αυτή, ότι, δηλαδή, την επέδωσε στον παραπάνω εναγόμενο, ο γάμος της με τον οποίο, όπως αποδείχθηκε, εξακολουθεί να υφίσταται.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα που προσκομίζει, κατόπιν αγωγής του πρώτου εναγόμενου, για τη λύση του γάμου τους, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 31835/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του, ερήμην της ίδιας, η οποία άσκησε έφεση, κατά της απόφασης εκείνης, που απορρίφθηκε, λόγω ερημοδικίας της, με την υπ' αριθμ. 1559/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά της τελευταίας δε, άσκησε αυτή, την υπ' αριθμ.
καταθέσεως 211/9-7-2001 αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν προκύπτει, ούτε η ίδια επικαλείται, ότι προσδιορίσθηκε να συζητηθεί. Σε αντίθετη προς την κρίση του Δικαστηρίου, περί μη εικονικότητας, της ένδικης μεταβίβασης του επιδίκου διαμερίσματος, δεν οδηγεί το γεγονός ότι, ο ενάγων δεν επισκέφθηκε εσωτερικά το επίδικο διαμέρισμα, πριν την αγορά του και δεν προέβη άμεσα σε δικαστικές ενέργειες, ώστε να περιέλθει στην κατοχή του, καθόσον, τα περιστατικά αυτά, δικαιολογούνται, όπως ήδη, ειδικότερα, εκτίθεται παραπάνω, από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαδραματίσθηκε η όλη εξέλιξη της επίδικης πώλησης και μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου, σ' αυτόν.
Επίσης, δεν οδηγεί, σε αντίθετη, προς την παραπάνω κρίση, το γεγονός ότι, κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου οριστικού συμβολαίου, ήταν, όπως έχει ήδη λεχθεί, εγγεγραμμένες, στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, η υπ' αριθμ. καταθέσεως 1390/13-7-1987 αγωγή της Ε. Α., κατά της δεύτερης εναγόμενης και η υπ' αριθμ.
καταθέσεως 2300/20-10-1988 αγωγή, του πρώτου εναγόμενου, κατά της Ε. Α., εφόσον, όπως επίσης, προαναφέρεται, κατά το χρόνο εκείνο (σύνταξης του οριστικού συμβολαίου, αλλά και του σχετικού προσυμφώνου), είχε ήδη, από το έτος 1995, απορριφθεί, τελεσίδικα, η αγωγή της Ε. Α., διότι κρίθηκε, τελεσίδικα, ότι η προς αυτήν μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος ήταν εικονική και συνεπώς, το γεγονός ότι υπήρχαν εγγεγραμμένες ακόμη οι παραπάνω αγωγές, δεν δημιουργούσε κίνδυνο για τα συμφέροντα του ενάγοντος, ώστε να μπορεί να αντληθεί, από το γεγονός αυτό, κρίση, υπέρ της εικονικότητας, της ένδικης μεταβίβασης προς τον ίδιο.
Το γεγονός, ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου, από τον πρώτο εναγόμενο, στην Ε. Α., κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη, ως εικονική, δεν συνεπάγεται, ότι ο ενάγων, εν γνώσει του αποκτούσε, "παρά μη κυρίου", όπως αντίθετα, αβάσιμα, ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη, εφόσον λόγω της ακυρότητας, ως εικονικής, της μεταβίβασης εκείνης, η οποία, ακυρότητα, είναι απόλυτη (βλσχ ΑΠ 218/2010 Νόμος, ΑΠ 382/2009 Νόμος, ΑΠ 74/2006 Δνη 2006. 1383) και επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται σχετική δικαστική απόφαση, για κήρυξη δηλαδή, της ακυρότητας (βλ.σχ Ολ.
ΑΠ 18/2005 Δνη 2006. 1075), το επίδικο ακίνητο δεν είχε εκφύγει ποτέ, από την κυριότητα του πρώτου εναγόμενου.
Συνεπώς, αποκτώντας το επίδικο διαμέρισμα απ' αυτόν, ο ενάγων, δεν απέκτησε από μη κύριο, όπως αντίθετα, αβάσιμα, κατά τα παραπάνω, υποστηρίζει η δεύτερη εναγόμενη, επικαλούμενη, την τελεσιδίκως κριθείσα, στη μεταξύ της ίδιας και της Ε. Α., προαναφερόμενη δίκη, εικονικότητα, της μεταβίβασης του ακινήτου αυτού, από τον πρώτο εναγόμενο, στην τελευταία, με την προταθείσα, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, "Ένσταση δεδικασμένου εκ του άρθρου 325 ΚΠολΔ", όπως χαρακτηρίζει το ισχυρισμό της αυτό και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι προς τυπική τακτοποίηση, της μεταξύ τους αντιδικίας, όπως προφανώς, εκτίμησαν ότι απαιτείται, συντάχθηκε, πριν τη σύνταξη του επίμαχου οριστικού συμβολαίου, το προαναφερόμενο, υπ' αριθμ .../8-8-1997, συμβόλαιο, μεταξύ της Ε.
Α. και του πρώτου εναγόμενου, το οποίο, καμία μεταβολή δεν επέφερε στη νομική κατάσταση του επιδίκου ακινήτου, αποκλειστικός κύριος του οποίου ήταν και εξακολούθησε να είναι, μέχρι την ένδικη μεταβίβαση, προς τον ενάγοντα, ο πρώτος εναγόμενος. Όπως προαναφέρεται, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της δεύτερης εναγόμενης, εκδόθηκε, η υπ' αριθμ 16898/8-5-1997 προσωρινή διαταγή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά, η μεταβολή της νομικής κατάστασης του επιδίκου διαμερίσματος, μέχρι της συζήτηση της παραπάνω κύριας αίτησης της, για συντηρητική κατάσχεση αυτού, η οποία συζητήθηκε την 9-6-1997, ερήμην του πρώτου εναγόμενου και έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 18143/30-6-1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ούτε όμως η προσωρινή διαταγή ούτε η απόφαση αυτή, προκύπτει, ούτε άλλωστε η ίδια επικαλείται, ότι επιδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο, αλλά ρητά επικαλείται, ότι η παραπάνω απόφαση, δεν σημειώθηκε στα οικεία βιβλία κατασχέσεων, ενώ όσον αφορά την προσωρινή διαταγή, δεν κάνει λόγο σχετικά, με τέτοια σημείωση της και συνεπώς, την έκδοση της εν λόγω προσωρινής διαταγής και της απόφασης περί συντηρητικής κατάσχεσης, δεν μπορεί να υποτεθεί, ότι ήταν δυνατόν να γνωρίζει ο ενάγων, ούτε εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αποδείχθηκε τέτοια γνώση του και μάλιστα, η ισχύς της προσωρινής διαταγής, είχε λήξει κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου οριστικού συμβολαίου (26-9-1997), αλλά και του σχετικού προσυμφώνου (8-8-1997) και συγκεκριμένα, είχε λήξει ήδη, από 9-6-1997, οπότε συζητήθηκε η κύρια παραπάνω αίτηση, περί συντηρητικής κατάσχεσης, μέχρι τη συζήτηση της οποίας είχε ορισθεί η ισχύς της και είχε ήδη, εκδοθεί και η υπ' αριθμ 18143/30-6-1997 απόφαση.
Ανεξάρτητα όμως, από τα παραπάνω, όπως έχει ήδη λεχθεί, κατά τη σύναψη της επίμαχης δικαιοπραξίας, με υπ' αριθμ. .../26-9-1997 οριστικό συμβόλαιο, όπως και κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμ. .../8-8-1997 προσυμφώνου, ο ενάγων, εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Απόστολο Παπαδόπουλο, ο οποίος ενήργησε ως αντιπρόσωπός του, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-7-1997, συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και συνεπώς, για να είναι εικονική η επίμαχη οριστική σύμβαση, πώλησης και μεταβίβασης του επιδίκου διαμερίσματος, από τον πρώτο εναγόμενο, στον ενάγοντα, η εικονικότητα έπρεπε να συντρέχει στο πρόσωπο του παραπάνω αντιπροσώπου του, δηλαδή του δικηγόρου Απόστολου Παπαδόπουλου και όχι του ενάγοντος, καθόσον, σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (βλ.
σχ ΑΠ 218/2010 Νόμος, ΑΠ 633/2006 Νόμος, ΑΠ 1606/2003 ΧΡΙΔ 2004. 316).
Εν προκειμένω δε, η δεύτερη εναγόμενη δεν ισχυρίζεται, ότι, η επικαλούμενη απ' αυτήν, εικονικότητα, συνέτρεχε στο πρόσωπο του εν λόγω δικηγόρου, ούτε εξάλλου, από οποιοδήποτε στοιχείο, προέκυψε ότι αυτός προέβη, στις περιληφθείσες στο εν λόγω συμβόλαιο δηλώσεις, εν γνώση του ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή ότι γνώριζε, ότι οι δηλώσεις του πρώτου εναγόμενου, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Πέραν δε αυτών, η δεύτερη εναγόμενη, δεν προσβάλλει ως εικονικό και το παραπάνω προσύμφωνο, σε εκτέλεση του οποίου καταρτίσθηκε η επίμαχη οριστική σύμβαση, η προσβολή της οποίας για εικονικότητα, δεν νοείται χωρίς συμπροσβολή ή προηγούμενη προσβολή του προσυμφώνου, για τον ίδιο λόγο, λόγω της υπάρχουσας μεταξύ προσυμφώνου και κύριας σύμβασης σχέσης εξάρτησης, υπό την έννοια, ότι η τελευταία θεμέλιο έχει το πρώτο (βλ ΕφΑθ 617/2007 Δνη 2009. 1474).
Ενόψει όσων προεκτίθενται, η ένσταση εικονικότητας, της ένδικης μεταβίβασης του επιδίκου διαμερίσματος, που πρότεινε η δεύτερη εναγόμενη, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε αυτήν, βάσιμη κατ' ουσίαν και κατά παραδοχή της, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης του.
Η δεύτερη εναγόμενη- εφεσίβλητη, ισχυρίσθηκε επίσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι, για το ζήτημα της εικονικότητας του επίμαχου οριστικού συμβολαίου, υφίσταται δεδικασμένο, στην επί της ένδικης αγωγής, δίκη, κατά το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, άλλως, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, που απορρέει, από τις παραπάνω, υπ' αριθμ. 11697/2001 και 2599/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του παρόντος Εφετείου, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν, όπως ειδικότερα προαναφέρεται, η πρώτη, επί της υπ' αριθμ.
καταθέσεως 735/11-1-2000 αγωγής, του ήδη ενάγοντος, εναντίον της, με αντικείμενο αποζημίωση χρήσης και η δεύτερη, επί της εφέσεως, που άσκησε αυτός, κατά της πρώτης, ο ισχυρισμός της όμως, αυτός, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την υπ' αριθμ. 11697/2001 απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της, κατ' αυτής, έφεσης του ενάγοντος, με την υπ' αριθμ. 2599/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν παράγεται δεδικασμένο, στην παρούσα δίκη, ως προς το ζήτημα της εικονικότητας, της ένδικης, μεταβιβαστικής της κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος, δικαιοπραξίας και της κυριότητας συνακόλουθα, του ενάγοντος επί του ακινήτου αυτού, που αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα, στην προηγούμενη παραπάνω δίκη, κατά του οποίου (προδικαστικού ζητήματος)προτάθηκε η ένσταση εικονικότητας, καθόσον, αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου, επί του προδικαστικού ζητήματος και των ενστάσεων που προτάθηκαν κατ' αυτού, είναι, ότι το Δικαστήριο που δίκασε είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει γι' αυτά (βλ ΑΠ 1287/2003 Δνη 46. 417, ΑΠ 1237/2002 Νόμος, ΑΠ 912/2001 Νόμος, ΑΠ 390/1999 Δνη 1999. 1520, ΑΠ 1425/1999 Δνη 41. 693, ΕφΑΘ 2825/2007 ΕΦΑΔ 2008. 697, ΕφΛαρ 441/2006 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2006. 519).
Εν προκειμένω δε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που έκρινε επί των παραπάνω ζητημάτων, με δύναμη δεδικασμένου, με την προαναφερόμενη απόφαση του και όχι το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την κατ' αυτής έφεση και το οποίο εσφαλμένα, εκλαμβάνει, η δεύτερη εναγόμενη, ως "αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο της ουσίας", δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να κρίνει τα εν λόγω ζητήματα.
Συγκεκριμένα, ως προς το ζήτημα της εικονικότητας της επίμαχης σύμβασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, καθόσον, η αναγνώριση της σύμβασης αυτής, άκυρης, ως εικονικής, δεν έχει περιουσιακό χαρακτήρα και δεν μπορεί από τη φύση της να αποτιμηθεί σε χρήμα και συνεπώς, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (βλ.
σχ ΕφΠατρ 488/2006 ΑΧΑΝΟΜ 2007. 78), ως προς δε το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος, διότι η αξία του υπερέβαινε, την, κατά το χρόνο εκείνο, υλική αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ 2 του ΚΠολΔ, στην οποία ορίζεται το ανώτατο όριο της καθ' ύλην αρμοδιότητας των Μονομελών Πρωτοδικείων, όπως το ποσό αυτού αυξήθηκε, με την υπ' αριθμ. 6914/19-5-1997 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 443 τευχ.
Β'), από πέντε εκατομμύρια (5.000.000) σε οκτώ εκατομμύρια (8.000.000) δραχμές, από 1-1-98, στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονταν όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερέβαινε τα οκτώ εκατομμύρια (8.000.000) δραχμές, το ποσό δε αυτό, αυξήθηκε σε δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δραχμές, με την υπ' αριθμ. 91756/15-9-2000 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1150, τευχ.
Β'), με την οποία ορίσθηκε ότι "Η απόφαση αυτή ισχύει για τις δίκες, τα εισαγωγικά δικόγραφα των οποίων θα κατατίθενται από την 1η Νοεμβρίου του έτους 2000". Η υπ' αριθμ. καταθέσεως 735/11-1-2000, παραπάνω αγωγή, κατατέθηκε 11-1-2000, κατά το χρόνο δηλαδή, που το ανώτατο όριο της υλικής αρμοδιότητας των Μονομελών Πρωτοδικείων, ανερχόταν σε 8.000.000 δραχμές, ενώ η αξία του επιδίκου ακινήτου, κατά το χρόνο εκείνο, δεν προέκυψε μεν συγκεκριμένα, υπερέβαινε όμως, σε κάθε περίπτωση, το ποσό αυτό, αλλά και το ποσό των 15.000.000 δραχμών.
Μάλιστα, η ίδια η δεύτερη εναγόμενη, στην προαναφερόμενη, υπ' αριθμ. καταθέσεως 16.898/8-5-1997 αίτηση της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επεδίωξε τη συντηρητική κατάσχεση του ακινήτου αυτού, προσδιόρισε την αξία του, κατά το χρόνο εκείνο (1997), σε 18.000.000 δραχμές, ενώ ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του, την προσδιορίζει, κατά το χρόνο συζήτησης, της παραπάνω, υπ' αριθμ.
καταθέσεως 735/11-1-2000, αγωγής του (1-3-2001), στο ποσό των 35.000.000 δραχμών. Επομένως, η παραπάνω ένσταση της, περί δεδικασμένου, η οποία απορρίφθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση και την οποία επαναφέρει με τις παρούσες προτάσεις της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω, η παραπάνω εναγόμενη πρότεινε, επικουρικά, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων της, "ένσταση καταδολίευσης δανειστών", ισχυριζόμενη, ότι έχει αξιώσεις, κατά του πρώτου εναγόμενου, για μεταβίβαση προς αυτήν του Η του επιδίκου διαμερίσματος, ως απόκτημα του γάμου τους και "από διατροφές", τις οποίες αυτός "αδυνατεί να καλύψει" και ότι ο ενάγων "σε συμπαιγνία με τον Ν.
Σ. (πρώτο εναγόμενο) μεταβίβασαν το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο εις βλάβην των συμφερόντων μου, καθιστώντας αδύνατη την ικανοποίηση των απαιτήσεων μου", όπως, κατά λέξη, επικαλείται. Ο ισχυρισμός της αυτός, ο οποίος απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, ως αόριστος και τον οποίο επαναφέρει με τις παρούσες προτάσεις της, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει ούτε το χρηματικό ποσό των απαιτήσεων της, κατά του πρώτου εναγόμενου ούτε την αξία του επιδίκου ακινήτου, στοιχεία αναγκαία για το ορισμένο της ένστασης αυτής, καθόσον η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως επέρχεται, κατά το μέρος της μόνο, που απαιτείται, για να καλυφθεί η απαίτηση αυτού που την προσβάλλει και η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, η εξεύρεση δε του μέρους αυτού, εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί, προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε και συνεπώς, είναι αναγκαία η αναφορά των στοιχείων αυτών, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής ή ένστασης (βλσχ ΑΠ 1112/2004 Δνη 46.74, ΑΠ 637/2001 Δνη 43. 1410, ΕφΔωδ 159/2007 Νόμος, ΕφΠατρ 1068/2007 ΑΧΑΝΟΜ 2008. 157).
Επίσης, η ίδια παραπάνω εναγόμενη, ισχυρίσθηκε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επικουρικά, όπως εκτιμάται, ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο, στον ενάγοντα, είναι άκυρη, διότι έγινε, σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυαν η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 16898/8- 5-1997 προσωρινή διαταγή, περί μη μεταβολής της νομικής κατάστασης του ακινήτου αυτού και η υπ' αριθμ 18143/30-6-1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του και συνεπώς, η διάθεσή του ήταν απαγορευμένη, γεγονός το οποίο γνώριζε και ο ενάγων.
Ο ισχυρισμός της αυτός, είναι αβάσιμος, καθόσον, πέραν του ότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, σχετική γνώση του ενάγοντος, η δε παραπάνω προσωρινή διαταγή, δεν ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης, η απαγόρευση, με προσωρινή διαταγή, της νομικής μεταβολής ακινήτου και η απαγόρευση διάθεσης κατασχεθέντος πράγματος, από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση, ισχύει έναντι των τρίτων, όπως είναι εν προκειμένω ο ενάγων (σε σχέση με την προσωρινή διαταγή και απόφαση συντηρητικής κατάσχεσης), εφόσον σημειώθηκαν (η προσωρινή διαταγή και η απόφαση περί κατάσχεσης), στα οικεία βιβλία κατασχέσεων (βλ Ολ.
ΑΠ 17/2009 ΑΡΧΝ 2010. 336), η παραπάνω όμως απόφαση συντηρητικής κατάσχεσης του επιδίκου διαμερίσματος, όπως και η προσωρινή διαταγή, δεν σημειώθηκαν, όπως προαναφέρεται, στα εν λόγω βιβλία. Επομένως, ο ισχυρισμός της αυτός, ο οποίος κρίθηκε νόμιμος, δεν ερευνήθηκε όμως κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τον οποίο επαναφέρει, με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η παραπάνω εναγόμενη, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος, με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα, ότι νέμεται αυτό, ως κυρία, από 7-2-1980, όπως ισχυρίζεται, ενώ μάλιστα, η οικοδομή στην οποία βρίσκεται το εν λόγω διαμέρισμα, ανεγέρθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 40662/4-12-1980 άδειας, όπως αναφέρεται στο ένδικο, υπ' αριθμ. .../26-9-1997 οριστικό συμβόλαιο, γεγονός από το οποίο συνάγεται, ότι το διαμέρισμα αυτό δεν είχε κατασκευασθεί, πριν το έτος 1981.
Ακόμη, όμως και αν, από το έτος αυτό (1981), η δεύτερη εναγόμενη, διέμενε, στο πλαίσιο της έννομης σχέσης του γάμου τους, στο επίδικο διαμέρισμα του συζύγου της, που αποτελούσε τη συζυγική τους οικία και εξακολούθησε να διαμένει εκεί και μετά την οριστική διάσταση τους, που επήλθε τον Απρίλιο του έτους 1985 και την αποχώρηση έκτοτε του συζύγου της, το γεγονός αυτό, δεν την καθιστά νομέα του εν λόγω ακινήτου, νομέας του οποίου εξακολούθησε να είναι ο πρώτος εναγόμενος (βλσχ ΕφΑθ 4585/2002 Δνη 2003. 228), τη νομή του οποίου δεν προκύπτει, ούτε εξάλλου η ίδια επικαλείται, ότι αντιποιήθηκε, αλλά αντίθετα, όπως προαναφέρεται ισχυρίζεται ότι έχει κατ' αυτού, ενοχική αξίωση, για συμμετοχή της στην απόκτηση του εν λόγω διαμερίσματος, ως απόκτημα του γάμου τους.
Επομένως, η παραπάνω ένσταση της, περί ιδίας κυριότητας της επί του επιδίκου ακινήτου, η οποία κρίθηκε νόμιμη, δεν ερευνήθηκε όμως κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την οποία επαναφέρει, με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 138, 939, 974, 1045 ΑΚ, 691 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου νομίμως μεταγραφέντος, της μη εικονικότητας της συναφθείσας συμβάσεως αγοραπωλησίας και μεταβιβάσεως κυριότητας, της απορρίψεως του ισχυρισμού περί ακυρότητας διαθέσεως, της απορρίψεως της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, και της απορρίψεως της ένστασης καταδολίευσης δανειστών, ως αόριστης.
Επομένως, οι συναφείς δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του τρίτος λόγος αναίρεσης, τέταρτος λόγος αναίρεσης και πέμπτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο ίδιος (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό "ότι η αναιρεσείουσα ασκεί νομή λόγω γάμου εν ονόματι του συζύγου της" που δεν είχε περατωθεί, και έτσι απέρριψε τον περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμό αυτής, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ' όσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πράγμα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, συνιστά άρνηση των θεμελιούντων την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας πραγματικών περιστατικών, αποτελεί δε πραγματικό επιχείρημα που προέκυψε από τις αποδείξεις.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 17 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή τη διάγνωση που έλαβε χώρα και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει μομφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αντιφατικά με την πρωτοβάθμια απόφαση η οποία έκρινε βάσιμη την ένσταση εικονικότητας που αυτή προέβαλε, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η ίδια ένσταση.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα τα οποία προσέδωσε σε αυτό η απόφαση όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 331, 324 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα ως προς την έννομη σχέση που κρίθηκε όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε, μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Το ουσιαστικό δεδικασμένο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση που το στηρίζει. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου αποτυπώνεται στο άρθρο 325 ΚΠολΔ που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν αρμόδιο καθ' ύλην να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι απ' αυτό της αγωγής που κρίθηκε έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της (ΑΠ 613/2007, ΑΠ 249/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Μ. Σ. με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχτηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 2594/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κατά τους ισχυρισμούς της κρίθηκε τελεσίδικα ότι είναι βάσιμη η περί εικονικότητας της δικαιοπραξίας, με την οποία μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος στον αναιρεσίβλητο, ένσταση, την οποία πρωτόδικα είχε προτείνει η αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια η ένσταση εικονικότητας που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου στην παρούσα δίκη να καλύπτεται από την ενέργεια του δεδικασμένου σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ και δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο νέας δικανικής κρίσης.
Από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 21-3-2000 ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. 735/11-1-2000 αγωγή, με την οποία ζητούσε την καταβολή αποζημίωσης ποσού 3.360.000 δραχμών για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας χρήση του επιδίκου διαμερίσματος κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1997 μέχρι 1-11-1999.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11697/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο δέχθηκε την προταθείσα από την αναιρεσείουσα (τότε εναγομένη) ένσταση περί εικονικότητας της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε με το ένδικο υπ' αριθμ. .../26-9-1997 οριστικό συμβόλαιο και περαιτέρω έκρινε ότι, εφόσον η δικαιοπραξία αυτή είναι άκυρη ως εικονική, ο αναιρεσείων (τότε ενάγων) δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος και επομένως δεν δικαιούται αποζημίωση χρήσεως.
Κατά της παραπάνω απόφασης ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 2599/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με συνέπεια να καταστεί τελεσίδικη η υπ' αριθμ. 11697/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Από την τελευταία αυτή απόφαση δεν γεννάται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη ως προς το ζήτημα της εικονικότητας της ένδικης μεταβιβαστικής της κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος δικαιοπραξίας και της κυριότητας ακολούθως του αναιρεσιβλήτου επί του εν λόγω ακινήτου που αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα στην πρωτοβάθμια παραπάνω δίκη κατά του οποίου (προδικαστικού ζητήματος) προτάθηκε η ένσταση εικονικότητας, καθόσον αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου επί του προδικαστικού ζητήματος και των ενστάσεων που προτάθηκαν κατ' αυτού είναι ότι το δικαστήριο που δίκασε είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει για αυτά (ΑΠ 912/2001, ΑΠ 1237/2002).
Εν προκειμένω δε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να κρίνει το εν λόγω ζήτημα, καθόσον η αναγνώριση της σύμβασης αυτής άκυρης ως εικονικής δεν έχει περιουσιακό χαρακτήρα και δεν μπορεί από τη φύση της να αποτιμηθεί σε χρήμα και συνεπώς υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως προς δε το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος, διότι η αξία του υπερέβαινε την κατά το χρόνο εκείνο υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία ανερχόταν κατά το χρόνο κατάθεσης της σχετικής αγωγής (11-1-2000) σε 8.000.000 δραχμές, ενώ η αξία του επιδίκου ακινήτου υπερέβαινε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ποσό των 15.000.000 δραχμών.
Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν υπάρχει το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα δεδικασμένο από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 2599/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προέβαλε η αναιρεσείουσα "ένσταση δεδικασμένου εκ του άρθρου 325 ΚΠολΔ" που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4030/1995 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας κρίθηκε τελεσιδίκως ότι η σύμβαση με την οποία η Ε.
Α. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος είναι άκυρη ως εικονική, και εκτείνεται δυνάμει του άρθρου 325 και στους ειδικούς διαδόχους επομένως και στον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχθέν τα ακόλουθα: "Το γεγονός ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο στην Ε.
Α. κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη ως εικονική, δεν συνεπάγεται ότι ο ενάγων σε γνώση του αποκτούσε "παρά μη κυρίου" όπως αντίθετα αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη, εφόσον λόγω της ακυρότητας ως εικονικής της μεταβίβασης εκείνης η οποία ακυρότητα είναι απόλυτη και επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται σχετική δικαστική απόφαση για κήρυξη δηλαδή της ακυρότητας, το επίδικο ακίνητο δεν είχε εκφύγει ποτέ από την κυριότητα του πρώτου εναγομένου.
Συνεπώς, αποκτώντας το επίδικο διαμέρισμα απ' αυτόν ο ενάγων, δεν απέκτησε παρά μη κυρίου όπως αντίθετα αβάσιμα υποστηρίζει η δεύτερη εναγομένη επικαλουμένη την τελεσιδίκως κριθείσα στη μεταξύ της ιδίας και της Ε. Α. προαναφερόμενη δίκη, εικονικότητα της μεταβίβασης του ακινήτου αυτού από τον πρώτο εναγόμενο στην τελευταία με την προταθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της "ένσταση δεδικασμένου εκ του άρθρου 325 ΚΠολΔ" όπως χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό της αυτόν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι προς τυπική τακτοποίηση της μεταξύ τους αντιδικίας συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../8-8-1997 συμβόλαιο μεταξύ της Ε. Α. και του πρώτου εναγομένου, το οποίο καμμιά μεταβολή δεν επέφερε στη νομική κατάσταση του επιδίκου ακινήτου, αποκλειστικός κύριος του οποίου ήταν και εξακολούθησε να είναι μέχρι την ένδικη μεταβίβαση προς τον ενάγοντα ο πρώτος εναγόμενος". Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 652/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2011 αίτηση της Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 652/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ