Legislator Case Law & Legislation
489/2011 AI generated

489/2011 · 489/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 489/2011
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 489 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της διακιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντο...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 489/2011

Απόφαση 489 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της διακιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του, εισάγεται δε εξαίρεση γι΄ αυτόν, μη δικαιούμενου καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ως προς την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως είναι απαράδεκτος, αφού μ΄ αυτόν πλήττεται η μείζων πρόταση, επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.

Αριθμός 489/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ξ. - ΧΡ. Ξ. ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου ... και 3) Χ. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1523/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7147/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποίαν οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 § 1 εδ. β' του αυτού Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής, για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι και η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού, αποτελούσα εν ευρεία εννοία αντάλλαγμα παρασχεθείσας εργασίας, πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της δικαιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, τους οποίους ελέγχουν τα δικαστήρια. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 11 § 1 περ. Γ' και Δ' του ν. 1351/83, όπως τούτο αντικατεστάθη με το ν. 1566/85, ορίσθηκε ότι μέχρι να ρυθμισθούν με νόμο τα θέματα της γενικής ιδιωτικής εκπαιδεύσεως, κανείς ιδιωτικός εκπαιδευτικός με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δεν απολύεται παρά μόνο με απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και ότι κατ' εξαίρεση των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου είναι επιτρεπτή και έγκυρη η απόλυση ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τους ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων: 1) για κατάργηση σχολείων, 2) για κατάργηση τάξεων, οπότε είναι επιτρεπτή η απόλυση των εχόντων τη μικρότερη υπηρεσία στην εκπαίδευση, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταργηθεί σ αυτούς η προβλεπόμενη από το άρθρο 30 του ν.682/1977 αποζημίωση και 3) για συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του τελευταίου τούτου νόμου ορίζεται ότι "η σχέσις εργασίας μεταξύ του ιδιοκτήτου ιδιωτικού σχολείου και του ιδιωτικού εκπαιδευτικού λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως μετά πράξιν του οικείου επιθεωρητού (ήδη Προϊσταμένου Διευθύνσεως Πρωτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νομού). Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 30 §§ 1, 5, 6 και 8 του ιδίου ν. 682/1977 ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί τελούν επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα"(§ 1), "Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθεί υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως ενός μηνός δι' έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζόμενης και της υπηρεσίας του επί συμβάσει ορισμένου χρόνου" (§ 5), "Οι αποχωρούντες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λόγω συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του 70ου έτους της ηλικίας των, δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς το ήμισυ της προβλεπομένης υπό της προηγουμένης παραγράφου διά την περίπτωσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας" (§ 6) και "Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και απολυόμενοι, ένεκα καταργήσεως του σχολείου εις το οποίον υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως" (§ 8). Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι, ενώ θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του (κατά τη βούληση του εργοδότη ή λόγω καταργήσεως τάξεων του σχολείου ή ένεκα συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του ορίου ηλικίας), εισάγεται εξαίρεση γι αυτόν, μη δικαιούμενου καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της ισότητας, διότι εισάγει για την κατηγορία των απολυομένων λόγω καταργήσεως του σχολείου ιδιωτικών εκπαιδευτικών δυσμενή διάκριση επί καταστάσεως ουσιωδώς όμοιας προς τις ανωτέρω, καταλαμβανόμενες από τον κανόνα, περιπτώσεις όχι εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, οι εν λόγω ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί δικαιούνται, όταν απολύονται λόγω καταργήσεως του σχολείου, την αποζημίωση του άρθρου 30 § 5 του v. 682/77 (Ολ. Α.Π 30/2005). Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, εξακολουθεί να αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας και μετά την ισχύ του άρθρου 13 παρ. 4 εδ 2 του ν. 2986/2002 και του άρθρου 5 του ν. του ν. 3194/2003 κατά την οποία, "οι απολυόμενοι εκπαιδευτικοί όλων των κλάδων και ειδικοτήτων των ιδιωτικών σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων και των ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων, που απολύονται αποκλειστικά και μόνο για κατάργηση των ιδιωτικών σχολικών μονάδων, τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας προσλαμβάνονται στη δημόσια εκπαίδευση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις, που συνιστώνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εφόσον έχουν υπηρετήσει μέχρι την απόλυσή τους επί έξι σχολικά έτη με δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για κάθε σχολικό έτος ή σε περίπτωση μειωμένου ωραρίου διδασκαλίας συμπληρώνουν, με αναγωγή αυτού, δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για τέσσερα τουλάχιστον σχολικά έτη, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Ν. 1566/1985".Kαι τούτο διότι η ως άνω ρύθμιση δεν αφορά μόνο τους απολυόμενους για κατάργηση σχολείων, αλλά περιλαμβάνει και τους απολυόμενους για κατάργηση τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή αποζημιώσεως του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 13-12-2005 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε με αυτήν, ότι είναι φιλόλογος και προσλήφθηκε από τον Μ. Ξ., ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το έτος 1997 προσέφερε δε τις υπηρεσίες της ως εκπαιδευτικός στην ως άνω ατομική επιχείρηση αυτού μέχρι το έτος 2001, οπότε συστήθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη και της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι δεύτερος και τρίτος εκ των αναιρεσειόντων. Ότι στις 13-7-2005 η πρώτη αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση βάσει του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977. Ζήτησε δε με την αγωγή να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας το αναφερόμενο ποσό, ως αποζημίωση απολύσεως επικαλούμενη ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 682/1977, κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί που απολύονται λόγω καταργήσεως του σχολείου στο οποίο υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως, αντίκειται στο Σύνταγμα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 αντίκειται στην καθιερωμένη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη, η οποία απολύθηκε λόγω καταργήσεως του σχολείου, δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 30 παρ. 5 του ίδιου νόµου (682/1977). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερµήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος από τον αριθµό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόµιµης βάσης, γιατί περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αντισυνταγματικότητα της προαναφερόμενης διατάξεως είναι απαράδεκτος, αφού µ' αυτόν δεν πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά η μείζων πρόταση του, επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. µε τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα µε τον πρώτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων ισχυρισµό, ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 682/1977 έπαυσε να αντίκειται στο Σύνταγµα µετά την, ισχύ του ν. 2986/2002 µε την οποία καθιερώθηκε ο διορισµός όσων απολύονται από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στο Δηµόσιο, καθώς και το δεύτερο λόγο εφέσεως µε τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977, που αφορά τον υπολογισµό της απολύσεως των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού οι ισχυρισµοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγµατα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, κατά την οποία ως "πράγµατα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισµοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτηµα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ 3/1997), όχι δε οι νοµικοί ισχυρισµοί και η νοµική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωµα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστηµα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσείουσα άσκησε την αγωγή κατά κατάχρηση δικαιώµατος καθόσον γνώριζε τη δεινή οικονοµική τους κατάσταση, εξαιτίας της οποίας έπαυσε η λειτουργία του ιδιωτικού τους εκπαιδευτηρίου, διορίστηκε σε δηµόσιο σχολείο από το Σεπτέμβριο 2005 σε µικρή απόσταση από την οικία της, λόγος για τον οποίο δεν ζηµιώθηκε από τη λύση της συµβάσεως εργασίας της. Με το ως άνω περιεχόμενο ο εν λόγω ισχυρισµός είναι µη νόµιµος, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώµατος της αναιρεσίβλητης αδικαιολόγητη κατά την έννοια της ΑΚ 281. Με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει οµοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως µη νόµιµη και δεν υπεισήλθε στην ουσία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2009 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 7147/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ