489/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουνίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3888/1999 μη οριστική, 6245/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7087/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated489/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, αφ' ενός μεν ως προς την αξία, της επί της οδού ... κειμένης μονοκατοικίας, ως και του ευρισκομένου στη θέση ...
Full text
Απόφαση 489 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 489/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαθιό.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γερογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουνίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3888/1999 μη οριστική, 6245/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7087/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι έπρεπε να γίνει δεκτή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη η από 14.6.1998 αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα της αναιρεσιβλήτου, για το ποσό των 16.130.000 δρχ ή 47.337 ευρώ, το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποτελεί την κατά το 1/5 συμβολή της αναιρεσίβλητης στην εκ δρχ 80.650.000 επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου της, κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων.
Με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, αφ' ενός μεν ως προς την αξία, της επί της οδού ... κειμένης μονοκατοικίας, ως και του ευρισκομένου στη θέση ...
οικοπέδου, την οποία προσδιόρισε σε 5.000.000 και 13.200.000 δρχ, αντιστοίχως, μη λαμβάνοντας, για την αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων, υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως και την αντίθετη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, που προσδιόριζε την αξία των πιο πάνω ακινήτων σε 1.500.000 δρχ για το πρώτο και 3.000.000 δρχ, για το δεύτερο από αυτά, αφ' ετέρου δε ως προς τον χρόνο καταθέσεως ή ανοίγματος του λογαριασμού σε 24.500 γερμανικά μάρκα, σε REPOS 18.000.000 δρχ, ως και του ποσού των 10.000.000 δρχ σε κοινό και μετά σε ατομικό λογαριασμό και επομένως να απορρίψει την αγωγή.
Ο λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των προαναφερόμενων πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ (Ολ.
Α.Π. 1/1995).
ΙΙ). Aπό τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. (Ολ ΑΠ 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτιάσεις από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την μετ' επίκληση προσκομισθείσα ενώπιόν του έκθεση εκτιμήσεως της αρμόδιας ΔΟΥ, με την οποία προσδιορίσθηκε, κατά το έτος 1989, η πραγματική αξία του πιο πάνω ακινήτου στο ...στο ποσό των 3.300.000 δρχ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την διαλαμβανόμενη στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης έκθεση εκτιμήσεως της αρμόδιας ΔΟΥ, μάλιστα δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς μνημονεύεται η εν λόγω έκθεση εκτιμήσεως και αξιολογείται ισοδύναμα, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, για τον υπολογισμό της αξίας του συγκεκριμένου ακινήτου κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής.
ΙΙΙ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).
Εκ τούτων συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 8 της Κ.Πολ.Δ. 559 προβάλλεται περαιτέρω αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως γιατί δέχθηκε την αγωγή, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προς προσδιορισμό της αξίας των προαναφερομένων ακινήτων.
Το αίτημα όμως αυτό του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε σιωπηρά από το Εφετείο, το οποίο έκρινε, χωρίς να υπάρχει παραδοχή, ότι για την επίλυση του ζητήματος απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όσον αφορά την αιτίαση από τον αρ. 1 της Κ.Πολ.Δ. 559, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, η διενέργειά της ανήκε στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του.
Η αιτίαση δε από τον αρ. 8 της Κ.Πολ.Δ. 559 είναι απαράδεκτη.
IV). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 εδ. β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.9.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 7087/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ