Legislator Case Law & Legislation
489/2009 AI generated

489/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 489/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

489/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος, που λήφθηκε κατά την υπ' αριθμ. ...

Keywords

AI generated
abandonment of expropriation principle of accession property ownership access to property right of repossession right of habitation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 489 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 489/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γαλανόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ''ΑΥΤΟΝΟΜΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΣ'' (Α.Ο.Ο.Α.) που εδρεύει στου Παπάγου Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Χρήστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 10/1/2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της 16/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς λόγους. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ. 9 παρ..1, 3 του α.ν.1563 της 29/29 Οκτωβρίου 1950 "Περί ιδρύσεως Αυτονόμου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος", δικαίωμα απόκτησης κατοικίας, κατά το άρθρον 2 και τους λοιπούς όρους του νόμου αυτού, έχουν οι κατά την ισχύ του νόμου τούτου υπηρετούντες ως μόνιμοι εν ενεργεία Αξιωματικοί και Ανθυπασπιστές του Στρατού Ξηράς, Θάλασσας και Αέρα.

Το ως άνω δικαίωμα ασκείται με την υποβολή δήλωσης με τα δικαιολογητικά που θα οριστούν από το Διοικητικό Συμβούλιο του Α.Ο.Ο.Α και με την κανονική καταβολή των εκάστοτε οριζόμενων εισφορών από μέρους του κατά τα ανωτέρω δικαιούχου. Κατά το άρθρ. 10 παρ.1 εδ. β και 2 του ίδιου α. ν., το κατά το προηγούμενο άρθρο δικαίωμα απόλλυται οριστικώς, χωρίς να ανακτάται σε καμία περίπτωση, ....σε περίπτωση στέρησης του βαθμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 1400/1973.Εφόσον συντρέχει μία ή περισσότερες των ως άνω περιπτώσεων η απώλεια του δικαιώματος πιστοποιείται με πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Α.Ο.Ο.Α., η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό, χωρίς άλλη διατύπωση.

Κατά δε το άρθρ.11, παρ.1, 2 του αυτού α. ν., η παραχώρηση της κατοικίας στους δικαιούχους από τον Α.Ο.Ο.Α. γίνεται με πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού ευθύς μόλις αυτή ήθελε καταστεί κατοικήσιμη χωρίς άλλη διατύπωση. Η παραχώρηση αυτή παρέχει στους δικαιούχους πλήρες δικαίωμα νομής, χρήσης και κάρπωσης επί της παραχωρηθείσας κατοικίας.

Τα ως άνω δικαιώματα που απορρέουν από την παραχώρηση αυτή ή συγχωνεύονται με το πλήρες δικαίωμα κυριότητας που αποκτάται σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο ή χάνονται κατά τους όρους του προηγουμένου άρθρου. Η μεταβίβαση στους δικαιούχους της κυριότητας της παρεχόμενης από τον Α.Ο.Ο.Α έτοιμης κατοικίας ή της κατασκευασθείσας από αυτούς σε ιδιόκτητο οικόπεδο του Α.Ο.Ο.Α, ενεργείται και πριν την ολοσχερή εξόφληση της οφειλόμενης αξίας της, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, μετά την οριστική κοστολόγηση, με πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, η οποία και αποτελεί τον μεταγραπτέο τίτλο ιδιοκτησίας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 Α. Κ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ, συνάγεται ότι η διεκδικητική αγωγή, η οποία έχει ως περιεχόμενο αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος, από την οποία προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητος, με τη δημιουργία πραγματικής κατάστασης αντιτιθεμένης σ` αυτό, οπότε γεννιέται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Τέτοια προσβολή δεν υπάρχει αν η κατάληψη και κατοχή του πράγματος έγινε δυνάμει έννομης σχέσης (ενοχικής ή εμπράγματης), η οποία παρέχει δικαίωμα νομής ή κατοχής έναντι του κυρίου πράγματος ή του δικαιοπαρόχου του, παρά μόνο αν λήξει η σχέση αυτή ή και πριν από αυτή, αφότου ο κάτοχος, αντιποιούμενος τη νομή του πράγματος, έπαψε να το κατέχει δυνάμει της έννομης σχέσης , αλλά το νέμεται για δικό του λογαριασμό, από τότε δε αρχίζει η 20ετής παραγραφή της αξίωσης.

Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος, που λήφθηκε κατά την υπ' αριθμ. ...

συνεδρίασή του, παραχωρήθηκε στον εναγόμενο, ταξίαρχο (ΠΖ), κατά νομή, χρήση και κάρπωση το υπό στοιχείο ... άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, εμβαδού 483, 30 τ.μ., που βρίσκεται στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου ..., στο ... Ο.Τ και επί της οδού ..., αριθ..... Ο εναγόμενος, κατά την παραχώρηση του οικοπέδου δεν κατέβαλε τίμημα γι' αυτό, αλλά έλαβε, δυνάμει της ...απόφασης της Δ/σης Οικονομικών Υπηρεσιών του ενάγοντος, οικονομικό δάνειο από τον εν λόγω διάδικο (Α.Ο.Ο.Α), και ανήγειρε επ' αυτού, βάσει της ...

οικοδομικής άδειας του ενάγοντος, υπερυψωμένη οικία. Το δικαίωμα της κυριότητας επί του επιδίκου διατηρήθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος επιφυλάχθηκε να μεταβιβάσει αυτό μετά την αποπληρωμή του τιμήματος και την υποβολή σχετικής αίτησης από τον εναγόμενο και εφόσον κατά τον χρόνο της υποβολής της αίτησης συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προβλεπόμενες νόμιμες προϋποθέσεις.

Ο εναγόμενος, με το από 16-6-1976 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Γ' 275/1976), στερήθηκε του βαθμού του και μεταφέρθηκε στην τάξη του στρατιώτη, από 23-1-1976, διότι πρωτοστάτησε στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, έκτοτε δε δεν ήταν επιτρεπτή η από μέρους του ενάγοντος μεταβίβαση σ' αυτόν της κυριότητας του επίδικου ακινήτου.

Ο εναγόμενος προεξόφλησε το ανωτέρω δάνειο που έλαβε από τον ενάγοντα, στις 3-3-1992, και δε γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι αυτός νεμόταν πλέον το επίδικο αποκλειστικά για λογαριασμό του, ως κύριος τούτου, από την ημερομηνία αυτή, από την οποία μόνο μπορούσε να νέμεται αυτό για λογαριασμό του (νόμιμη απαραίτητη προϋπόθεση η αποπληρωμή του δανείου) μεταβάλλοντας τη διάνοια συμβασιούχου έννομη σχέση της νομής, χρήσης και κάρπωσης αυτού, σε διάνοια κυρίου.

Προκειμένου να μεταβιβαστεί σ' αυτόν το δικαίωμα κυριότητας, υπέβαλε προς τον ενάγοντα την από 1-8-1998 αίτησή του, με την οποία ζητούσε τη μεταβίβαση της κυριότητας σ' εκείνον του επιδίκου, σύμφωνα με τον α.ν. 1563/1950, εφόσον είχε προεξοφλήσει το σχετικό οικοδομικό δάνειο που έλαβε, πλην η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, με την 35 απόφαση του Δ.Σ.

του ενάγοντος, που λήφθηκε κατά την υπ' αριθ. 985/28-5-1998 συνεδρίασή του, λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπό του των νόμιμων προϋποθέσεων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 του α. ν. 1563/1950. Με την έκδοση της απόφασης αυτής έληξε η έννομη σχέση δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος βρισκόταν στη νομή, χρήση και κάρπωση του ακινήτου και έκτοτε, από την υποβολή της από 1-8-1998 αίτησης με την οποία ζητούσε την μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου σ' εκείνον, κατέστησε γνωστή την αντιποίηση της νομής και το πρώτον άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο για δικό του λογαριασμό, ως κύριος, αλλά μέχρι την επίδοση της αγωγής (2003) δεν συμπληρώθηκε η απαραίτητη εικοσαετία στη νομή τούτου για απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου από μέρους του με έκτακτη χρησικτησία.

Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος γεννήθηκε με την υποβολή της από 1-8-1998 αίτησης του εναγομένου για τη μεταβίβαση της κυριότητά τους σ' εκείνον και όχι από την στέρηση του βαθμού του(16-6-1976) και, επομένως, μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν συμπληρώθηκε η εικοσαετής παραγραφή της αξίωσης αυτής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτή την ένδικη διεκδικητική αγωγή και απέρριψε, ως αβάσιμες, τις εντάσεις του εναγομένου, περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος. Επίσης, το Εφετείο απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση περί καταχρηστικής άσκηση της ένδικης αξίωσης, διότι, σύμφωνα με την αιτιολογία της πληττόμενης απόφασής του, το γεγονός, ότι η έκπτωση του εναγομένου από το βαθμό του ταξιάρχου ε.α, έλαβε χώρα στις 23-1-1976, πλην όμως αυτός εξακολουθούσε να καταβάλει κανονικά και τακτικά το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών για την ικανοποίηση του οικοδομικού δανείου και ο ενάγων Οργανισμός να δέχεται τις εισφορές αυτές , να τις πιστώνει στο λογαριασμό του, να φέρει αυτές αρχικώς σε τμηματική εξόφληση του λογαριασμού και στη συνέχεια σε οριστική και, τέλος, στις 29-10-2003, ήτοι 27 ολόκληρα χρόνια μετά την έκπτωση από το βαθμό, να εκδίδει την επίσημη βεβαίωση εξόφλησης όλων των οικονομικών του υποχρεώσεων προς αυτόν, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό την ακράδαντη βεβαίωση ότι ο εναγόμενος ουδέποτε έπαυσε να είναι δικαιούχος στεγαστικής αποκατάστασης, αλλά ότι συμπλήρωσε όλους τους όρους της οριστικής απόκτησης του επίδικου δικαιώματος, και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση του επίδικου δικαιώματος από μέρους του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο εναγόμενος βρισκόταν στην κατοχή του επιδίκου βάσει έννομης σχέσης και η κυριότητα τούτου θα μεταβιβαζόταν σ' αυτόν κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης, εφόσον κατά τον χρόνο αυτό συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι απαιτούμενες νόμιμες προϋποθέσεις, γεγονός το οποίο γνώριζε αυτός ότι δεν συνέτρεχαν στην περίπτωσή του και για τον λόγο αυτό μάλιστα υπέβαλε την αίτησή του για παραχώρηση της κυριότητας, στις 15-1-1998, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της εικοσαετίας από την στέρηση του βαθμού του και τη μεταφορά του στην τάξη του στρατιώτη, αν και μπορούσε να υποβάλει τη σχετική αίτηση μετά την ολοσχερή εξόφληση του δανείου το έτος 1992.

Κρίνοντας το Εφετείο, ότι η έννομη σχέση, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος βρισκόταν στη νομή, χρήση και κάρπωση του επίδικου ακινήτου έληξε, όχι από την στέρηση του βαθμού του εναγομένου, αλλά με την έκδοση της 35/28-5-1998 διαπιστωτικής πράξης του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του α.ν. 1563/1950, απαιτείτο για την πιστοποίηση της απώλειας του δικαιώματος του εναγομένου και αποτελεί τίτλο εκτελεστό, και ότι ο εναγόμενος από την υποβολή της από 1-8-1998 αίτησης, με την οποία ζητούσε την μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου σ' εκείνον, κατέστησε γνωστό την αντιποίηση της νομής και το πρώτον άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο για δικό του λογαριασμό, ως κύριος, έκτοτε δε, μέχρι την επίδοση της αγωγής (2003) δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος των είκοσι ετών προς παραγραφή της ένδικης αξίωσης, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου λήξης της έννομης σχέσης, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος βρισκόταν στη νομή, κατοχή και κάρπωση του επίδικου ακινήτου και του χρόνου έναρξης του χρόνου παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094, 1095ΑΚ, 9, 10 παρ.1 περ.

β, 2 του α. ν. 1563/1950, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος από το άρθρ.559 αριθ.1ΚΠολΔ και δεύτερος από τους αριθ.1 και 19 της ίδιας διάταξης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Παραβίασε όμως, το Δικαστήριο της ουσίας, με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, με το να κρίνει ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένταση του εναγομένου, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, καθόσον, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, ότι , δηλαδή, ενώ η έκπτωση του εναγομένου από το βαθμό του ταξιάρχου ε.α..

έλαβε χώρα στις 23-1-1976, ο ενάγων, ο οποίος είχε παραχωρήσει στον εναγόμενο δικαίωμα νομής, κάρπωσης και χρήσης του επίδικου ακινήτου από 28-4-1971, δεν προέβη στην έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης, για την απώλεια του παραχωρηθέντος δικαιώματός του προς απόκτηση του επίδικου ακινήτου, παρά μόνο μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος είκοσι δύο ετών (28-5-1998), κατά το οποίο ο εν λόγω διάδικος, συνέχισε να εισπράττει τις καταβαλλόμενες τακτικά και κανονικά από τον δανειολήπτη εναγόμενο δόσεις του δανείου του , να πιστώνει αυτές στο λογαριασμό του και να τις φέρει αρχικώς σε τμηματική εξόφληση του λογαριασμού του και στη συνέχεια σε οριστική, τέλος δε , στις 29-10-2003, ήτοι 27 έτη μετά την έκπτωση του εναγομένου από το βαθμό του, να εκδίδει επίσημη βεβαίωση εξόφλησης όλων των οικονομικών υποχρεώσεών του προς αυτόν, και να δημιουργεί έτσι, με τον τρόπο αυτό, την ακράδαντη βεβαίωση σ' εκείνον (εναγόμενο) ότι ουδέποτε έπαυσε να είναι δικαιούχος στεγαστικής αποκατάστασης αλλά ότι συμπλήρωσε όλους τους όρους της οριστικής απόκτησης του επίδικου δικαιώματος, αληθή υποτιθέμενα, καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, για διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου, μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την 16/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ