Legislator Case Law & Legislation
489/2008 AI generated

489/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 489/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

489/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): παραβίασε την Συνταγματική αρχή της ισότητας. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε, με την απόφασή του, τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, είναι αόριστος, αφού δεν είναι σαφές σε ποιά συγκεκριμένη νομική αιτίαση αναφέρεται.

Keywords

AI generated
disciplinary sanction against attorney redundancy dismissal of civil servant unemployment benefits overpayment psychiatric work incapacity offences against official duty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 489 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 489/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και διόρισε στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ευγενία Βελώνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2002 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5442/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 1-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 118 παρ. 3 Εισ. Ν ΑΚ: "Με διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, θα κανονιστούν τα σχετικά με τη διοικητική εποπτεία στους κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών, οι λεπτομέρειες της διαχείρισης και ο τρόπος της εκκαθάρισής τους, καθώς και τα σχετικά με την αμοιβή των κηδεμόνων αυτών." Κατά το άρθρο 9 του ΒΔ 18 Σεπτ./20 Οκτ. 1947 περί της διοικητικής εποπτείας επί των κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομικών του τρόπου διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως αυτών και της αντιμισθίας των κηδεμόνων: "Κηδεμών προσωρινός ή οριστικός δικαιούται εις αντιμισθίαν....Το ποσόν και το είδος της αντιμισθίας καθορίζεται υπό του Υπουργού των Οικονομικών, μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της κατά το άρθρον 32 παρ. 2 του ΑΝ 2039/1939 Επιτροπής, αναλόγως της κληρονομίας και της δια την εκκαθάρισιν και διαχείρισιν αυτής απασχολήσεως του κηδεμόνος κατόπιν αιτήσεως του κηδεμόνος, διαλαμβανούσης λεπτομερώς περί των παρασχεθεισών υπηρεσιών." Τέλος, κατά το άρθρο 813 ΚΠολΔ: "Όταν κατά το νόμο το δικαστήριο μπορεί να διορίσει κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας ή ειδικό κηδεμόνα για τη διεξαγωγή δίκης, ο διορισμός, η αντικατάσταση και η παύση του γίνεται από το δικαστήριο της Κληρονομίας.

Από το ίδιο δικαστήριο γίνεται και η βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το δημόσιο, καθώς και ο καθορισμός της αμοιβής και των εξόδων των κηδεμόνων της σχολάζουσας κληρονομίας. Η συζήτηση της αίτησης για τον καθορισμό της αμοιβής και των εξόδων, είναι απαράδεκτη, αν δεν επιδοθεί στον υπουργό των οικονομικών πριν από τριάντα ημέρες".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, αφενός μεν ότι με την τελευταία εξ αυτών (του άρθρου 813 ΚΠολΔ) καταργήθηκε το άρθρο 9 ΒΔ 18-9/20-10-1947 μόνο κατά το μέρος που μ' αυτό υπαγόταν ο καθορισμός των εξόδων και της αμοιβής του κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας στην προαναφερόμενη διοικητική διαδικασία, όχι όμως και κατά τις λοιπές διατάξεις του, αφετέρου δε ότι, εάν ο κηδεμόνας είναι δικηγόρος, το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει την αμοιβή του, δεν δεσμεύεται από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων, (όπως άλλωστε συμβαίνει και στον παρόμοιο θεσμό του συνδίκου της πτωχεύσεως). Δεν αντίκειται δε η ρύθμιση αυτή προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι η προκύπτουσα διαφοροποίηση έναντι των δικηγόρων, που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες χωρίς να είναι κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών, δικαιολογείται από τον λειτουργικό χαρακτήρα των έργων, του κηδεμόνος και την δι' αυτού εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, και δη της προστασίας των συναλλαγών και της διασφάλισης των κληρονομιαίων περιουσιών με αμφίβολους δικαιούχους.

Ενόψει τούτων είναι αβάσιμοι οι τέσσερις πρώτοι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 πλημμέλεια και προβάλλεται ότι το Εφετείο 1) παραβίασε το άρθρο 9 του άνω Β.Δ. αφού το εφάρμοσε ενώ έχει καταργηθεί τόσο με το άρθρο 813 Κ.Πολ.Δ. όσο και με τον Κώδικα Δικηγόρων, 2) παραβίασε τις οικείες διατάξεις (άρθρ. 100 επ.) του άνω Κώδικα, αφού δεν τις εφάρμοσε, ενώ έπρεπε και 3) με την εφαρμογή του άρθρου 9 του ίδιου Β.Δ.

παραβίασε την Συνταγματική αρχή της ισότητας. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε, με την απόφασή του, τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, είναι αόριστος, αφού δεν είναι σαφές σε ποιά συγκεκριμένη νομική αιτίαση αναφέρεται.

Κατά το άρθρο 23 παρ. 3 του Α.Ν. 2039/1939 Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των Νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινοφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4154/1961 : "Αμοιβαί μηχανικών εμπειροτεχνών, εκτιμητών, πραγματογνωμόνων εν γένει, διαιτητών, μαρτύρων εν ταις απογραφαίς κληρονομιαίων περιουσιών, συμβολαιογράφων, δικηγόρων, φυλάκων και μεσεγγυούχων, εκκαθαρίζονται δι' ητιολογημένης αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της κατά το άρθρο 32 παρ. 2 του Α.Ν 2039/1939 Επιτροπής, βάσει πίνακος του δικαιούχου εμφαίνοντος λεπτομερώς τας παρασχεθείσας υπηρεσίας ως και προτάσεως του εκτελεστού περί της καταβλητέας αμοιβής.

Εν τη εκκαθαρίσει των αμοιβών αυτών ο Υπουργός των Οικονομικών ως και τα αρμόδια δικαστήρια δεν εσμεύονται εκ των υπό των ειδικών Νόμων προβλεπομένων τυχόν ελαχίστων ορίων αμοιβών, της καταβληθησομένης αμοιβής μη δυναμένης εν πάση περιπτώσει να καθορισθή κάτω του τρίτου του ισχύοντος ελαχίστου ορίου".

Με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζεται εντελώς διαφορετικό, από το κρινόμενο, θέμα και, επομένως, δεν εφαρμόζονται ευθέως σ' αυτό? δεν μπορούν δε να εφαρμοσθούν ούτε αναλογικώς, διότι επί του ενδίκου ζητήματος, ήτοι της αμοιβής των κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών δεν υπάρχει γνήσιο νομοθετικό κενό, αφού περί αυτού υφίσταται η ειδική ρύθμιση του ανωτέρω Β.

Διατάγματος. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο όγδοος αναιρετικός λόγος, (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔικ) σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο όφειλε (επικουρικώς) να εφαρμόσει τις προαναφερόμενες διατάξεις και να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα τουλάχιστον το 1/3 της αμοιβής που προβλέπεται ως ελάχιστη νόμιμη από τον Κώδικα Δικηγόρων.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1255/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά λέξιν, τα ακόλουθα: "Με την 1140/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αιτών, δικηγόρος Αθηνών διορίσθηκε κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας του Γ1 ......Ο αιτών αποδέχθηκε νόμιμα το λειτούργημα αυτό και προέβη, στα πλαίσια των καθηκόντων του κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-1997 μέχρι τέλους Νοεμβρίου 2000 στις εξής δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς το συμφέρον της κληρονομίας....".

Στη συνέχεια το Δικαστήριο απαριθμεί τις ενέργειες αυτές του αναιρεσείοντος και προσθέτει: "Για όλες τις παραπάνω ενέργειές του ο αιτών υποβλήθηκε σε δαπάνες συνολικού ποσού 127.229 δρχ. ή 374 ευρώ......Το ενεργητικό της σχολάζουσας κληρονομίας αποτελείται από τραπεζικές καταθέσεις 31.107,12 ευρώ, ενώ είναι αμφίβολο το ιδιοκτησιακό καθεστώς τριών καταστημάτων που βρίσκονται στη θέση .....

Πάργας (βλ. το από ...... πιστοποιητικό Υποθηκοφύλακα Πάργας και το από ...... έγγραφο του αιτούντος προς τη Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών). Με βάση τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, το είδος των διεκπεραιωθεισών υποθέσεων και το χρόνο απασχόλησης του αιτούντος το δικαστήριο κρίνει ότι η αμοιβή του αιτούντος πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 3.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του καθόρισε την αμοιβή του εκκαλούντος στο ποσό των 600.000 δρχ. ή 1761 ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή". Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε, στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με το ύψος της αμοιβής που επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα, με βάση τα στοιχεία που κατά τον νόμο (ήτοι το άρθρο 9 ΒΔ 18-9/20-10-1947) λαμβάνονται υπόψιν προς τούτο τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα.

Εξάλλου οι ειδικότεροι ισχυρισμοί, που περιλαμβάνονται στον λόγο αυτό και σύμφωνα με τους οποίους οι αιτιολογίες του Εφετείου είναι ελλιπείς ως προς τον χρόνο απασχόλησης του αναιρεσείοντος με τις υποθέσεις της κληρονομίας και ως προς τα περιουσιακά στοιχεία αυτής, προβάλλονται απαραδέκτως λόγω της αοριστίας τους.

Τούτο δε, διότι δεν διευκρινίζεται αν ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε εγγύτερα και ακριβέστερα προσδιορίσει, κατά τη διαδικασία στα ουσιαστικά δικαστήρια, τον χρόνο της απασχόλησής του και τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας. Περαιτέρω, στο παρατεθέν ανωτέρω απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης ρητώς αναφέρεται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τόσο το από .....

πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακος Πάργας όσο και το από ..... έγγραφο του αναιρεσείοντος προς το Υπουργείο Οικονομικών και επομένως είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν τα έγγραφα αυτά.

Κατά το δεύτερο δε μέρος του ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο φέρεται (επικουρικώς) ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο ανέγνωσε ορθώς και εκτίμησε τα έγγραφα αυτά και ακολούθως συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα που είναι διάφορο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Επειδή το Εφετείο, που, με βάση τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας (31.107 ευρώ), τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη επτά ενέργειες που έκανε ο αναιρεσείων στα πλαίσια των καθηκόντων του ως κηδεμόνος της σχολάζουσας κληρονομίας του Γ1 και τον χρόνο απασχόλησής του, καθόρισε την αμοιβή του στο ποσό των 3.000 ευρώ, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ έβδομος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 103/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ