Legislator Case Law & Legislation
488/2025 AI generated

488/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 488/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

488/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμη τη τελευταία επικουρική βάση (904ΑΚ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη κύρια βάση της .Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 488 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Μοράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παπαθεοδωρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1416/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2777/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη κρινόμενη από 30-11-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης ...2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.2777/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 12-10-2020 (αριθμ.έκθ.κατάθεσης ...2020) έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ.1416/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η τελευταία απόφαση εκδόθηκε επί της από 16-10-2019 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης ...2019) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου με την οποία ιστορούσε ότι από 1-2-2018 εργαζόταν ως υπάλληλος στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, αρχικά άτυπα και με μερική απασχόληση και από 3-4-2019 με πλήρες πενθήμερο ωράριο και με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός αυτοκινήτου για την εκτέλεση εξωτερικών εργασιών της επιχείρησής του, οπότε και στις 15-9-2019 ακύρως, λόγω μη τήρησης των νόμιμων διατυπώσεων (καταγγελία σε ημέρα που βρισκόταν σε άδεια αναψυχής, μη τήρηση έγγραφου τύπου, μη καταβολή νόμιμης αποζημίωσης) κατήγγειλε ο τελευταίος τη σύμβαση αυτή .

Με βάση το ιστορικό αυτό επιδίωκε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Πάσχα, αδείας, υπερεργασία, υπερωρίες, απασχόληση σε Σάββατα και Κυριακές, αποζημίωση λόγω μη χορήγησης ημέρας ανάπαυσης και αποδοχές υπερημερίας, συνολικά το ποσό των 24.541, 18 ευρώ, νομιμότοκα και επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας ήταν έγκυρη το ποσό των 15.387, 62 ευρώ για τις προαναφερόμενες οφειλόμενες αποδοχές κλπ και για μη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης, άλλως να του καταβληθούν τα ως άνω ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμη τη τελευταία επικουρική βάση (904ΑΚ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη κύρια βάση της .Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της 30θημερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα στις 2-11-2022 (βλ.σχετική επισημείωση επιδόσαντος δικ. επιμελητή δικ. περιφέρειας Πειραιά Α. Π. επί του επιδοθέντος στο αναιρεσείοντα επικυρωμένου αντιγράφου προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ η εν λόγω αίτηση κατατέθηκε στην οικεία Γραμματεία στις 01-12-2022 (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ). 2. Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928 ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 Π.Δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του Ν.Δ/τος 2655/1953, ορίζεται ότι: "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ` αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.

Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμό αυτού ή από |τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.

Συνεπώς για τον χαρακτηρισμό ως υπαλλήλου προσώπου, απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.

Σε κάθε περίπτωση η διάκριση του μισθωτού ως υπαλλήλου ή εργάτη εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στην σύμβαση χαρακτηρισμό ή τον τρόπο αμοιβής του(ΑΠ 56/2024, 442/2022, 135/2021, 661/2019, 1391/2018, 1114/2017, 1405/2014, 90/2009). Η μόρφωση δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο, αφού υπάλληλος μπορεί να θεωρηθεί και ο απόφοιτος δημοτικού εφόσον έχει εξιδιασμένη εμπειρία, υπευθυνότητα κ.λπ.

Ειδικότερα δε όσον αφορά τους οδηγούς αυτοκινήτων, κατά την παροχή της εργασίας από τους μισθωτούς της εν λόγω κατηγορίας προέχει το πνευματικό και όχι το σωματικό στοιχείο και επομένως έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη (ΑΠ 442/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023, 2/2019, 6/2019).Εξ' άλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΑΠ 295/2022, 140/2022).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019). Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων δηλαδή αυτών που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, ΑΠ 725/2019, 776/2018, 859/2018).

Ενώ από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 871/2018). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 433/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την ως άνω επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, μεταξύ άλλων και ως προς το ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσίβλητου -ενάγοντος ως υπαλλήλου :<<Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών διατηρεί ατομική επιχείρηση παρασκευής κόλλυβων και δίσκων μνημόσυνων στο Βύρωνα Αττικής Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, προσλήφθηκε από την ως άνω ατομική επιχείρηση του εναγόμενου την 01 .02.2018 δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός αυτοκινήτου επί δύο ημέρες εβδομαδιαίως και ειδικότερα κάθε Σάββατο και Κυριακή, με ημερήσιο ωράριο εργασίας οκτάωρο (από 06:00 π.μ.

μέχρι 14:00 μ.μ.) και η αμοιβή του συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχεται στο ποσό των 40 ευρώ ημερησίως. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα την 3-4-2019 η ως άνω σύμβαση εργασίας του τροποποιήθηκε εγγράφως και έγινε ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης και συμφωνήθηκε ότι, θα παρέχει την εργασία του επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Τετάρτη έως και Κυριακή) με ημερήσιο ωράριο εργασίας εξάωρο (από 09:00 π.μ.

μέχρι 15:00 μ.μ. κατά την Τετάρτη, την Πέμπτη και την Παρασκευή και από 08:00 π.μ. μέχρι 14:00 μ.μ. κατά το Σάββατο και την Κυριακή) και το ωρομίσθιό του ορίστηκε στο ποσό των 5, 01 ευρώ, ήτοι 30, 06 ευρώ ημερομίσθιο κατατέθηκε δε, στις αρμόδιες αρχές (Επιθεώρηση Εργασίας, Ο.Α.Ε.Δ). Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των 661, 32 ευρώ.

Τα καθήκοντα του εναγόμενου αφορούσαν την πραγματοποίηση των απαιτούμενων εξωτερικών εργασιών της ατομικής επιχείρησης του εναγόμενου και συγκεκριμένα τη μετά το πέρας των μνημόσυνων παραλαβή των δίσκων και των λοιπών συναφών αντικειμένων είτε από τα κοιμητήρια, είτε από τους Ιερούς Ναούς, είτε από τα καφενεία μετά την τέλεση της λειτουργίας των μνημόσυνων, είτε από τους πελάτες του εναγόμενου, φυσικά πρόσωπα ή γραφεία τελετών, αλλά και την παράδοση των τιμολογίων στους πελάτες της επιχείρησης, την είσπραξη από του πελάτες των χρημάτων εξόφλησης των τιμολογίων, την αγορά υλικών και λοιπών αντικειμένων από προμηθευτές, συνεπώς, εκτελούσε εργασία υπαλλήλου κατά την οποία κατά κύριο λόγο υπερέχει το πνευματικό στοιχείο του σωματικού, με ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης ως προϊόν πνευματικού μόχθου (...........), απορριπτομένου ως αβασίμου του δια της εφέσεως ισχυρισμού του εκκαλούντος περί πρόσληψης κι εργασίας του ενάγοντος ως εργάτη.

Για την εκτέλεση της εργασίας του αυτής, του είχε χορηγηθεί από τον εναγόμενο ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... OPEL Agila καθώς και ο υπ' αριθμ. ... πομποδέκτης, προκειμένου να διέρχεται από τους σταθμούς της Αττικής Οδού. Από το σύνολο της δικογραφίας, δεν αποδείχθηκε το γεγονός ότι ο ενάγων από εργαζόταν σε καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης με ημερήσιο ωράριο εργασίας πλέον των οκτώ ωρών από τις 06:00 π.μ.

μέχρι τις14:00 μ.μ. Ειδικότερα από τους προσκομισθέντες και επικληθέντες από τον ενάγοντα λογαριασμούς διελεύσεων της Αττικής Οδού, από τους οποίους προκύπτουν οι ώρες κατά τις οποίες ο ως άνω πομποδέκτης, που του είχε παραχωρήσει ο εναγόμενος, διερχόταν από την Αττική Οδό, αποδεικνύεται μεν η διέλευση του ενάγοντος, όμως οι πρωινές ώρες διέλευσής του από το σταθμό Αγίας Παρασκευής δεν ήταν σταθερές χρονικά με μία αναμενόμενη μικρή λογική καθημερινή απόκλιση, αλλά κάλυπταν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ 05.40 π.μ.

και 08.58 π. μ., οι δε μεσημεριανές ώρες διέλευσης από τον σταθμό Κατεχάκη, επίσης δεν ήταν σταθερές χρονικά με αναμενόμενη μικρή λογική καθημερινή απόκλιση αλλά κάλυπταν ένα χρονικό διάστημα από 13.21 μ.μ. έως 19.14μ.μ. Άλλωστε στους ως άνω λογαριασμούς διελεύσεων περιλαμβάνονται και πολλές άλλες διελεύσεις από άλλους σταθμούς της Αττικής Οδού και δη κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες.

Εκ των προαναφερθέντων και δη της έλλειψης συνέχειας των ημερών διελεύσεων και συνέπειας των ωρών διελεύσεων, δεν μπορεί το Δικαστήριο να αχθεί σε κρίση περί υπέρβασης του ωραρίου εργασίας του ενάγοντος πέραν των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ως χρόνος έναρξης της εργασίας του ενάγοντος η 06:00 π.μ.

καθόσον από την ίδια τη φύση της εργασίας του, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα μνημόσυνα τελούνται στους Ιερούς Ναούς πρωινές ώρες μετά τη Θεία Λειτουργία και δη Σάββατο και Κυριακή μετά τις 09.00π, μ., ημέρες που το ωράριο εργασίας του ενάγοντος ήταν από 08.00 π.μ. έως 14.00 μ.μ. για την περίπτωση που έπρεπε να παρευρίσκεται στους Ιερούς Ναούς νωρίς το πρωί, καθόσον στα καθήκοντά του ήταν η παραλαβή των δίσκων κλπ μετά την τέλεση των μνημοσύνων, ενώ τις λοιπές ημέρες, Τετάρτη έως και Παρασκευή το ωράριο εργασίας του ήταν 09.00π.μ.

έως 15.00 μ.μ. διότι δεν υπήρχε αυτή η αναγκαιότητα. Τα ως άνω επιρρωνύονται και από την ένορκη βεβαίωση του Χ. Κ. που εργαζόταν στην ίδια θέση εργασίας με τον ενάγοντα στο παρελθόν, με ωράριο μερικής απασχόλησης, διότι από τη φύση της εργασίας, κατά την κατάθεσή του δεν χρειαζόταν ποτέ ολική απασχόληση, αλλά και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ε.

Κ. που περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης όπου αναφέρεται ότι οι προηγούμενοι οδηγοί, κύριος Κ. και κύριος Τ. δούλευαν με μερική απασχόληση γιατί δεν χρειαζόταν ποτέ η ολική απασχόληση. Περαιτέρω, το γεγονός ότι για πρώτη φορά στις 03.04.2019 υπογράφηκε εργασιακή σύμβαση μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου και έγινε ασφάλιση του ενάγοντος στο Ι.Κ.Α.

δεν αποκλείει την προηγούμενη απασχόληση αυτού με προφορική σύμβαση. Εξάλλου, η εργασία του ενάγοντος στην ατομική επιχείρηση του εναγόμενου κατά το χρονικό διάστημα από 01.02.2018 μέχρι και 02.04.2019 αποδεικνύεται από τις προσκομισθείσες και επικληθείσες από τον ενάγοντα εκτυπώσεις των μηνυμάτων που αντάλλασσε με τον εναγόμενο μέσω της εφαρμογής viber από τα οποία προκύπτει η παροχή της εργασίας του στην ατομική επιχείρηση του τελευταίου όλα τα Σαββατοκύριακα της ως άνω περιόδου.

Ιδιαιτέρως δε, από το μήνυμα που εστάλη από τον εναγόμενο στον ενάγοντα το Σάββατο 16-02-2019 με το περιεχόμενο "Ετοιμάσου από Απρίλιο ξεκινάς μόνιμα", αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο ενάγων μέχρι το τέλος Μαρτίου του έτους 2019 εργαζόταν στην ατομική επιχείρηση του εναγόμενου δίχως να έχει δηλωθεί στις αρμόδιες αρχές, γεγονός που έλαβε χώρα για πρώτη φορά, όπως προαναφέρθηκε, την 03η .04.2019.

Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου διά της εφέσεως ότι δεν είχε προσλάβει τον ενάγοντα από την 01η .02.2018, αλλά ότι τον προσέλαβε για πρώτη φορά την 03η.04.2019, ότε και αναγγέλθηκε η πρόσληψή του στους αρμόδιους φορείς του Ο.Α.Ε.Δ. και της Επιθεώρησης Εργασίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η επίδικη εργασιακή σύμβαση διεπόταν από την Ε.Σ.Σ.Ε.

του έτους 2018 σύμφωνα με την οποία τόσο το νόμιμο ημερομίσθιο (26, 18 ευρώ) όσο και o νόμιμος μισθός (586, 08 ευρώ) για τους άγαμους άνω των 25 κατώτεροι από τις αποδοχές του ενάγοντος (26, 45 ευρώ ημερομίσθιο - 661132 ευρώ μηνιαίος μισθός). Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 03.04.2019 μέχρι 01.09.2019 εργάστηκε 20 Κυριακές επί 6 ώρες την κάθε Κυριακή, ήτοι εργάστηκε συνολικά 120 ώρες Κυριακών, χωρίς να λάβει προσαύξηση για την εργασία του αυτή.

Επομένως, ο ενάγων δικαιούται για την ως άνω παρασχεθείσα εργασία του τις Κυριακές το ποσό των 738 ευρώ [120 ώρες Χ 6/15 ωρομίσθιο (586, 08 ευρώ Χ 0, 006 + 75%)]. Από το ως άνω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 398, 88 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή και επομένως, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 339, 12 ευρώ.

Για την εξεύρεση του ωρομισθίου ακολουθείται η μέθοδος που καθορίζει η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26ης.02.1975, σύμφωνα με την οποία το ωρομίσθιο, μετά την καθιέρωση των 40 ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το μηνιαίο μισθό με το συντελεστή 0/006 (.....) ο ενάγων δε, ως οδηγός αυτοκινήτου έχει την ιδιότητα υπαλλήλου κατά τα προαναφερθέντα, επομένως, ο νόμιμος μισθός του με βάση τον οποίο θα γίνει ο υπολογισμός των προσαυξήσεων της εργασίας των Κυριακών ανέρχεται, σύμφωνα με την Ε.Σ.Σ.Ε.

του έτους 2018, στο ποσό των 586, 08 ευρώ. Ακολούθως, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά πέντε ημέρες την εβδομάδα επί έξι ώρες ημερησίως κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης περί εργασίας του ενάγοντος σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας χωρίς υπερεργασία και υπερωρίες.

Περαιτέρω όπως αποδεικνύεται από προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από τον εναγόμενο εξοφλητικές αποδείξεις, ο ενάγων έχει λάβει: α) ως Δώρο Πάσχα του έτους 2019 το ποσό των 67, 45 ευρώ, επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 263, 21 ευρώ [330, 66 (661132 : 2) - 67, 45], β) ως Δώρο Χριστουγέννων του έτους 2019 το ποσό των367/02 ευρώ, επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 20, 05 ευρώ[(661, 32 χ 0, 5853) - 367, 02], γ) ως επίδομα αδείας του έτους 2019 το ποσό 269, 09, επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 61, 57 ευρώ[330, 66 (661, 32 : 2) - 269, 09] και δ) για αποδοχές αδείας 11 ημερών του έτους 2019 το ποσό των 318, 85 ευρώ, επομένως δεν του οφείλεται κάποιο ποσό ....>>.

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος ως οδηγός οχήματος με την ειδικότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, αφού στην εργασία του υπερείχε το πνευματικό στοιχείο και όχι το σωματικό. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και υπήγαγε προσηκόντως σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, δέχθηκε ως αληθινά.

Ούτε παραβίασε μ' αυτές (άνω παραδοχές) εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τη κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι ο ενάγων κατά την παροχή της εργασίας του είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου.

Ειδικότερα, στη προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά τα καθήκοντα που εκτελούσε ο αναιρεσίβλητος και από τις οποίες προέκυπτε ότι η εργασία του ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική, αφού συνίστατο στην οδήγηση οχήματος του αναιρεσείοντος για την εκτέλεση των εξωτερικών εργασιών της ατομικής επιχείρησής του και συγκεκριμένα ότι εκτελούσε τις παραγγελίες πελατών της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, παραλαμβάνοντας τους δίσκους και τα λοιπά αντικείμενα, είτε από κοιμητήρια, είτε από ιερούς ναούς, είτε από καφενεία μετά τη τέλεση της λειτουργίας μνημοσύνων, είτε από τους πελάτες (φυσικά πρόσωπα ή γραφεία τελετών), ότι παρέδιδε τα τιμολόγια στους πελάτες της επιχείρησης εισπράττοντας τα χρήματα εξόφλησης αυτών, ότι προέβαινε στην αγορά υλικών και λοιπών αντικειμένων από προμηθευτές αναγκαίων για τη λειτουργία της επιχείρησης, καθήκοντα που του προσέδιδαν την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, αφού υπερείχε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού, με κριτήριο την ανάπτυξη πρωτοβουλίας και υπευθυνότητας, την εμπειρία και τη συμβολή του στην παραγωγικότητα της επιχείρησης, για την απόδοση, δε, της ιδιότητας αυτής, δεν αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε μοναδικό κριτήριο η έλλειψη ιδιαίτερης μόρφωσης και θεωρητικής κατάρτισης.

Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Οι επικαλούμενες λοιπές αιτιάσεις στον ίδιο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση της ως άνω σχετικής νομικής πλημμέλειας πλήττουν την ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου περί της αξιολόγησης, στάθμισης και εκτίμησης των αποδείξεων.

Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά τα σκέλη με τα οποία αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ λόγω έλλειψης επάρκειας και αντιφατικότητας αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μερικής απασχόλησης του αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος για το διάστημα από 1-2-2018 έως 2-4-2019.

Και τούτο, διότι υπό την επίφαση αυτής (πλημμέλειας) ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ιδίως του περιεχομένου εκτυπώσεων ηλεκτρονικών μηνυμάτων που είχαν ανταλλάξει οι διάδικοι μέσω της εφαρμογής viber, των οποίων γίνεται επίκληση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα περί κατάρτισης άτυπης σύμβασης μερικής απασχόλησης του αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-2-2018 έως 2.4.2019 ως οδηγός αυτοκινήτου για την εκτέλεση των προαναφερόμενων εργασιών.

Ειδικότερα οι αιτιάσεις αυτές, δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, παραθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα ως προς την αλήθεια αυτών, που δεν μπορούν, κατά τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τον άνω λόγο πλημμέλεια.

Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης που ελέγχεται αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο. Ο ίδιος λόγος κατά το εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από τον αναιρεσίβλητο εγγράφων (εκτυπώσεις μηνυμάτων που αντάλλασσε με τον αναιρεσείοντα μέσω της εφαρμογής viber τα οποία έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων για να αχθεί στη κρίση του περί απασχόλησης του ενάγοντα για προγενέστερο διάστημα ήτοι από 1-2-2018 έως 2-4-2019), είναι απορριπτέος, αφού πέραν της αοριστίας του εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενό τους και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που τους απέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 917/2020, 867/2019) και της αβασιμότητάς του, εφόσον δεν προσκομίζονται τα ως άνω έγγραφα για να εκτιμηθεί (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το περιεχόμενό τους, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου (ΑΠ 188/2018, 569/2018) σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται αυτός (λόγος αναίρεσης), εφόσον η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του Εφετείου στην ανάγνωση αυτών, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται στην, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό.

Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων (561παρ.1 ΚΠολΔ).

4.Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η απευθυντέα δήλωση βούλησης του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να είναι σαφής περί λύσεως της συμβάσεως του εργαζομένου.

Η διάταξη καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης. Σχετικά με το περιεχόμενο του εγγράφου, ο νόμος δεν απαιτεί συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Θα πρέπει ωστόσο από το περιεχόμενο του εγγράφου να προκύπτει κατά τρόπο σαφή η δήλωση της καταγγελίας, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς τη λύση της σχέσης. Ούτε απαιτείται το έγγραφο της καταγγελίας να επιδοθεί στον εργαζόμενο, προς τον οποίο απευθύνεται και με δικαστικό επιμελητή. Θα πρέπει πάντως, το έγγραφο της καταγγελίας να παραδοθεί στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε αυτός να λάβει γνώση του περιεχομένου του.

Η απόδειξη της εγχείρισης μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή με έγγραφη απόδειξη παραλαβής, ομολογία και μάρτυρες οι οποίοι θα βεβαιώνουν την παράδοση του εγγράφου στον υπό απόλυση μισθωτό, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο. Από τότε δε που θα περιέλθει σ' αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας.

Αν δεν υπάρχει έγγραφο, η καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα (ΑΚ 174, 180), ακόμη και αν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση(ΑΠ 1311/2022, 393/2021, 884/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 444 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 40 παρ.1 του ν. 3994/2011, "1. Ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και α) τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, β) τα βιβλία που δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, δικαστικοί επιμελητές, γιατροί, φαρμακοποιοί και μαίες τηρούν κατά τις ισχύουσες διατάξεις, γ) φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. 2.

Μηχανική απεικόνιση, κατά την έννοια της παραγράφου 1, είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία." Στην έννοια των μηχανικών απεικονίσεων, των οποίων η απαρίθμηση είναι ενδεικτική περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών ή ακουστικών εντυπώσεων, που πραγματοποιείται με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο.

Συνεπώς είναι έγγραφα και τα ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails) που διατηρεί ο αποστολέας ή ο παραλήπτης τους σε τυπωμένη μορφή ή στον υπολογιστή του καθώς και τα ηλεκτρονικά μηνύματα (SMS) μεταξύ χρηστών κινητής τηλεφωνίας (πρβλ. ΟλΑΠ 1/2017, ΑΠ 454/2024, 997/2022, 868/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την ως άνω επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά περί του ουσιώδους ζητήματος της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος: << ....Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια αναψυχής του κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2019 μέχρι και 15.09.2019.

Η 16η.09.2019 ημέρα Δευτέρα δεν ήταν ημέρα εργάσιμη για τον ενάγοντα και δεν όφειλε να επιστρέψει στην εργασία του, καθώς όπως προαναφέρθηκε τις Δευτέρες ο ενάγων λάμβανε την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσής του. Το γεγονός ότι στην ατομική σύμβαση εργασίας του είχε συμφωνηθεί τις Δευτέρες να παίρνει την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης (ρεπό μεταξύ των οποίων και η Δευτέρα 16.09.2019, κατά την οποία δεν εργάστηκε, δεν εντάσσει την εν λόγω ημέρα στην ετήσια άδεια αναψυχής του.

Επομένως, το μήνυμα που εστάλη από τον εναγόμενο στον ενάγοντα τη Δευτέρα 16.09.2019 με το οποίο του ανακοίνωσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, εστάλη εκτός του χρόνου που διαρκούσε η ετήσια άδεια αναψυχής του ενάγοντος. Όμως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όπως προκύπτει από το έντυπο που κατατέθηκε στις αρμόδιες αρχές, το οποίο έχει υπογράψει ο ενάγων, αναφέρει ως ημερομηνία κοινοποίησης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τη 15η.09.2019, ήτοι την τελευταία ημέρα της άδειας του ενάγοντος.

Ο ισχυρισμός δε περί προσωπικού λάθους στην αναγραφή της ημερομηνίας της καταγγελίας από το λογιστή και συνεργάτη του εκκαλούντος που αναφέρεται και στην ένορκη βεβαίωσή του, προβάλλεται αλυσιτελώς και δεν αναιρεί το γεγονός ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας όπως αναγράφεται στο υπογεγραμμένο έντυπο κοινοποιήθηκε τη τελευταία ημέρα της άδειας αναψυχής του ενάγοντος .Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος πάσχει ακυρότητας, κατ' άρθρο 5 παρ. 6 του Ν. 539/1945, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί τα αντιθέτου υποστηριζόμενα με την έφεση σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος περί έγκυρης καταγγελίας.

Ο εναγόμενος έχει επομένως, καταστεί υπερήμερος εργοδότης έναντι του ενάγοντος και υποχρεούται να του καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας που ο ενάγων αιτείται για το χρονικό διάστημα 10 μηνών, που αποτελεί εύλογο χρονικό διάστημα, απορριπτομένου του δια της εφέσεως ισχυρισμού του εκκαλούντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, διότι δεν αναφέρει αν μετά την απόλυσή του είχε προβεί σε ενέργειες ανεύρεσης εργασίας, ούτε αν έχει λάβει κάποιο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση απόλυσης ως αβάσιμου, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος σε αντίθεση με τα ακραία όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ήτοι από 16.09.2019 έως και 16.06.2020 και συνολικά 6.613, 20 μισθούς υπερημερίας (661, 32Χ10 μήνες )+330, 66 (Δώρο Πάσχα) +330, 66 (επίδομα αδείας) =7.274, 52 ευρώ....>>.

Με τη κρίση του όμως αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι αφενός τις εφάρμοσε εσφαλμένα και αφετέρου διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας ή μη της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα παρότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από τον εναγόμενο στις 16-9-2019, ήτοι εκτός του χρόνου διάρκειας της ετήσιας άδειας αναψυχής του ενάγοντα με γραπτό μήνυμα (sms) το οποίο εστάλη στο κινητό τηλέφωνο αυτού, το οποίο όπως προαναφέρθηκε είναι ιδιωτικό έγγραφο και χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχή ότι ο τελευταίος δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου του, εντούτοις, εντελώς αντιφατικά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καταγγελία της σύμβασης αυτής έλαβε χώρα, ακύρως, σε προγενέστερο χρόνο ήτοι στις 15-09-2019, διαρκούσης της ετήσιας άδειας αναψυχής του αναιρεσίβλητου, εκ του λόγου ότι αυτή η ημερομηνία αναγράφεται στο έντυπο της ηλεκτρονικής αναγγελίας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας στις αρμόδιες δημόσιες αρχές, το οποίο συνυπέγραψε και ο ενάγων και απορρίπτοντας με ελλιπή αιτιολογία τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι η αναγραφή της 15ης-09-2019, ως ημερομηνίας καταγγελίας στο έντυπο που κατατέθηκε στις αρμόδιες αρχές οφείλεται σε προσωπικό λάθος του λογιστή του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών στη νομική σκέψη που προηγήθηκε ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό πλημμέλειες περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το μέρος που έγινε δεκτός, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα του τελευταίου σκέλους του με το οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ λόγω απόρριψης της προβληθείσας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου και της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Τέλος, θα πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (178, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (ΑΠ 698/2022, 1315/2020, 1568/2018, 1513/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, την με αριθμ.2777/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ