488/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated488/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 488 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 488/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από: 1) τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασιλακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέτα Μαγκλαβέρα, η οποία ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 24-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Παπακώστα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι η εταιρεία βρίσκεται σε πτώχευση, διορισμένος σύνδικος πτώχευσης είναι ο G. Β. και εκπροσωπείται σύμφωνα με το από 15-1-2024 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο: 1) από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και 2) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Τοσουνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11492/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 784/2022 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αυτοπροσώπως παραστάσα πληρεξούσιος του συνδίκου πτώχευσης της δεύτερης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-6-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 784/2022 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 13-12-2019 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρία ανέφερε ότι ανέθεσε στην εναγόμενη-αναιρεσείουσα υπεργολαβικά την εκτέλεση έργου, που η ίδια είχε αναλάβει εργολαβικά από τρίτη εταιρία, αντί κατ' αποκοπή αμοιβής ύψους 742.372,21 ευρώ, ότι έναντι της αμοιβής της α) κατέβαλε στην αναιρεσείουσα τμηματικά το ποσό των 396.608,31 ευρώ, β) της εκχώρησε απαιτήσεις της κατά της κυρίας του έργου, συνολικού ύψους 519.741,43 ευρώ, τις οποίες η αναιρεσείουσα εισέπραξε, και γ) της κατέβαλε επιπλέον εκ παραδρομής τμηματικά 105.000 ευρώ, και ότι έτσι η αναιρεσείουσα εισέπραξε συνολικά (396.608,31 + 519.741,43 + 105.000) 1.021.349,74 ευρώ, δηλαδή (1.021.349,74 - 742.372,21) 278.977,53 ευρώ περισσότερα από τη συμφωνημένη αμοιβή της, καθιστάμενη πλουσιότερη κατά το ποσό αυτό χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της αναιρεσίβλητης.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 278.977,53 ευρώ λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της. Κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ερημοδίκησε, και εκδόθηκε η 11492/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου.
Μετά από έφεση της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 784/2022 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 203.301,52 ευρώ.
Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαιτήσεως αποτελεί η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε ή η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα, αχρεώστητη παροχή είναι η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη αιτία. Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε, είτε γιατί δεν γεννήθηκε ακόμη όπως στην αίρεση δικαίου, καταβολή ανύπαρκτου χρέους ή ακυρότητα σύμβασης κ.λπ.
Για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε, καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη, ο δε εναγόμενος λήπτης, προς απαλλαγή του, μπορεί να προτείνει κατ' ένσταση ότι η καταβολή έγινε με επίγνωση εκ μέρους του δότη της ανυπαρξίας της οφειλής (άρθρο 905 Α.Κ.).
Η διάταξη αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της θετική γνώση από το δότη κατά το χρόνο της παροχής (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016). Έτσι ο δότης δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την παροχή μόνο αν γνωρίζει θετικά το αχρεώστητο και όχι αν το αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλεια, ενώ δεν ενδιαφέρει αν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του αχρεωστήτου (ΑΠ 86/2022).
Επίσης, προς την κατά τα άνω γνώση δεν εξομοιώνεται και η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη του χρέους και, ως εκ τούτου, η εκ μέρους του καταβάλλοντος αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν αποκλείεται όταν ο τελευταίος απλώς αμφιβάλλει για την ύπαρξη ή μη του χρέους, έστω και αν στην τελευταία περίπτωση η καταβολή έγινε χωρίς επιφύλαξη, αφού πάντως ελλείπει η γνώση ότι η καταβολή γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία, εκ της οποίας (γνώσης) συνάγεται πρόθεση καταβολής χωρίς νόμιμη αιτία και δη καταβολής από ελευθεριότητα (ΑΠ 450/2020, ΑΠ 1242/1984).
Η σχετική ένσταση του λήπτη είναι καταχρηστική, τούτο δε έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (Ολ. ΑΠ 29/2002, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 565/ 2016, ΑΠ 1886/2006). Εξάλλου, με ανυπαρξία της οφειλής εξομοιώνεται και η περίπτωση της καταβολής πλέον του οφειλομένου.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 455, 460 έως 467 Α.Κ. προκύπτει ότι ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, αλλά ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. Μετά την αναγγελία της εκχώρησης αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη της εκχωρηθείσας απαίτησης προς τον εκχωρητή και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης δικαιούμενος να εισπράξει και να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη αυτής από τον οφειλέτη.
Ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα, ως αποκλειστικό δικαιούχο, και όχι στον εκχωρητή. Η εκχώρηση είναι σύμβαση διαθέσεως και αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία, μπορεί δε να γίνει και από τον οφειλέτη προς τον δανειστή αντί καταβολής της οφειλής του, ή και χάριν καταβολής αυτής, δηλαδή με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα-δανειστή (Α.Π. 1144/2017, Α.Π. 114/2008).
Και αν μεν προκύπτει ότι αυτή έγινε αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους του εκχωρητή-οφειλέτη προς τον εκδοχέα-δανειστή, όταν όμως δεν προκύπτει σαφώς τέτοια πρόθεση, τότε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 Α.Κ., θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε χάριν καταβολής, δηλαδή προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του εκδοχέα (Α.Π. 915/2023, Α.Π. 632/2023, Α.Π. 171/2023, Α.Π. 1463/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 Α.Κ. δέχτηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη ως προς το μέρος της, με το οποίο αναφέρεται ως αχρεωστήτως καταβληθέν τμήμα των απαιτήσεων που της εκχώρησε η αναιρεσίβλητη, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση εκχώρησης συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού της για ολόκληρο το ποσό της εκχώρησης.
Ωστόσο, στην αγωγή σαφώς αναφέρεται ότι η εκχώρηση προς την αναιρεσείουσα απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατά της κυρίας του έργου έγινε έναντι, δηλαδή χάριν καταβολής και εξασφαλιστικά, της αμοιβής της από την υπεργολαβική σύμβαση, και επομένως, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αντιστοιχούσε σε ανύπαρκτη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης και καταβλήθηκε πλέον της πράγματι οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα αμοιβής, θεμελιώνεται αξίωση της αναιρεσίβλητης προς επιστροφή της καταβληθείσας ως άνω, επιπλέον της συμφωνημένης, αμοιβής, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔ, "κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό. Τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια". Κατά το επόμενο άρθρο 461, "αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας", ενώ κατά το άρθρο 464 ΚΠολΔ, "αν έγγραφο προσβάλλεται παρεμπιπτόντως ως πλαστό χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο διατάζει αποδείξεις μόνο αν εκείνος που προσκόμισε το έγγραφο επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης." Για το παραδεκτό του ισχυρισμού περί πλαστότητας εγγράφου, απαιτείται η κατά το άρθρο 98 περ.
β' ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα. Τέτοια ειδική πληρεξουσιότητα δεν απαιτείται όταν το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί, στην περίπτωση αυτή, όμως, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, ο περί αυτής ισχυρισμός δεν μπορεί να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, αλλά πρέπει να προταθεί επί ποινή απαραδέκτου κατά την συζήτηση, κατά την οποία προσήχθη το έγγραφο.
Και τούτο γιατί εκλείπουν οι ποινικές συνέπειες που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και επέβαλαν την εν λόγω ρύθμιση (Α.Π. 555/2018, Α.Π. 914/2014, Α.Π. 979/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 757/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτώς ελέγχεται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (21-1-2022) αρνήθηκε την αγωγή και ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνημένη αμοιβή της για την υπεργολαβία δεν ανερχόταν σε 742.372,21 ευρώ, αλλά στο ποσό αυτό πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικά σε 920.541,54 ευρώ, επικαλέστηκε δε και προσκόμισε ανταποδεικτικά την από 9-7-2017 έγγραφη υπεργολαβική σύμβαση, στον 5ο όρο της οποίας υπήρχε η πρόβλεψη ότι η αμοιβή ανέρχεται σε 742.372,21 ευρώ, και ότι "η πληρωμή πραγματοποιείται επιπλέον του νόμιμου ισχύοντος ποσοστού φόρου κύκλου εργασιών της ημέρας έκδοσης του τιμολογίου".
Η αναιρεσίβλητη, η οποία με τις προτάσεις της είχε προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου το ίδιο συμφωνητικό, στον όρο 5 του οποίου αναφερόταν αντιθέτως ότι "η ως άνω αμοιβή περιλαμβάνει το φόρο προστιθέμενης αξίας", με την προσθήκη, που κατέθεσε την 26-1-2022, ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ήταν παραποιημένο και νοθευμένο ως προς το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου, κατονόμασε δε ως υπεύθυνους της παραποίησης τη νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, Ε.
Μ., και τον εμπορικό πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης, Γ. Κ. (G. K.). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί παραποίησης και νόθευσης του περιεχομένου του ανωτέρω όρου στο έγγραφο, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, με επιχειρήματα τόσο από την κατάστρωση και σελιδοποίηση του εγγράφου, όσο και από άλλα περιστατικά, και ακολούθως υπολόγισε σε 203.301,52 ευρώ το ποσό, που εισέπραξε αχρεωστήτως η αναιρεσείουσα, λαμβάνοντας ως βάση για τον υπολογισμό του συμφωνημένη αμοιβή ύψους 742.372,21 ευρώ, στην οποία συμπεριλαμβανόταν ο Φ.Π.Α.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του από 16-3-2020 πληρεξουσίου εγγράφου του τότε νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρίας Τ. Μ. (T. B.), με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του από συμβολαιογράφο και επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης (apostille) του Προέδρου του Πρωτοδικείου Στάντε (Stade) Γερμανίας, που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, επικαλείται δε και προσκομίζει και στην παρούσα δίκη και το περιεχόμενό του παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, με αυτό δεν δίδεται η απαιτούμενη κατ' άρθρο 98 περ.
β' ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα για την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού στον πληρεξούσιο δικηγόρο, που εκπροσώπησε την αναιρεσίβλητη στη δευτεροβάθμια δίκη. Η ειδική πληρεξουσιότητα ήταν απαραίτητη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον κατά το χρόνο της προβολής του ισχυρισμού (26-1-2022) το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν είχε παραγραφεί.
Επομένως, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας, ο οποίος ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν υποβλήθηκε παραδεκτώς και το Εφετείο, το οποίο τον έλαβε υπόψη του και τον δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο, αντί να προβεί σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των μερών κατ' άρθρα 173 και 200 Α.Κ., εφόσον είχαν προσκομιστεί ενώπιόν του δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου εγγράφου χωρίς να προταθεί παραδεκτώς ένσταση πλαστότητας από κάποιο διάδικο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγμα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την ανωτέρω, από τον αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 784/2022 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ