488/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated488/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 488 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 488/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ι. Σ. του Γ., κατοίκου Σούδας Χανίων, και 3) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η επωνυμία της οποίας έχει μεταβληθεί σε "....", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σφακιωτάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/08/2007 με αριθμό 340/7-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την με αριθμό 580/17-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 18/2017 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά του αναιρεσιβλήτου την από 23-8-2007 αγωγή, με την οποία ζήτησαν, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός τους, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 84.000 ευρώ στον καθένα, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τις δυσφημιστικές σε βάρος τους δικαστικές ενέργειες του εναγομένου, ο οποίος τους εμφάνιζε ως οφειλέτες του χρηματικών ποσών από επιταγές.
Παράλληλα, ο αναιρεσίβλητος, άσκησε κατά των δύο πρώτων αναιρεσειόντων την από 31-10-2008 αγωγή, με την ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό του 1.200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της ψευδούς καταμήνυσής του από τους εναγομένους για πλαστογραφία με χρήση, εκβίαση και τοκογλυφία.
Επί των δύο αυτών αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 23/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία, όσον αφορά μεν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το Δικαστήριο ανέβαλε κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ την έκδοση της οριστικής του απόφασης μέχρι τη περάτωση της δίκης του τελευταίου για τοκογλυφία (σημειωτέον ότι ήδη με το 174/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης ο αναιρεσίβλητος είχε απαλλαγεί των κατηγοριών για πλαστογραφία με χρήση και για εκβίαση και παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης για να δικαστεί μόνο για την πράξη της τοκογλυφίας), όσον αφορά δε την αγωγή των αναιρεσειόντων, το Δικαστήριο την απέρριψε ως προς την τρίτη των εναγόντων-αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, την δέχθηκε δε εν μέρει ως προς τους δύο πρώτους των εναγόντων-αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών το ποσό των 6.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αναφορικά με το κεφάλαιό της με το οποίο κρίθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων, άσκησαν έφεση τόσο οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, όσο και ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος και το Εφετείο Κρήτης με την αναιρεσιβαλλόμενη 18/2017 απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις δύο συνεκδικασθείσες εφέσεις και περαιτέρω, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την ανωτέρω 23/2014 πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την από 23-8-20017 αγωγή των αναιρεσειόντων, την οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 1293/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που πρότειναν με την αγωγή τους και συγκροτούν την ιστορική της βάση και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης σχετικά με την υπαιτιότητα του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου.
Ότι ειδικότερα, ενώ επικαλέστηκαν τις 248/2007 και 178/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και Τριμελούς Εφετείου Κρήτης αντίστοιχα, που είχαν δεχθεί υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου σχετικά με την πλαστογράφηση των επίδικων επιταγών από την Κ. Κ., καθώς και την 2464/3-10-2005 ένορκη βεβαίωση της τελευταίας, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις αποδείξεις αυτές και κατέληξε στο πόρισμα ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δεν απέδειξαν υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου στην προσβολή της προσωπικότητάς τους κατά τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ.
Πλην, όμως, όπως δέχονται και οι αναιρεσείοντες με τον αναιρετικό αυτό λόγο, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους περί υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω ο λόγος αυτός της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως αβάσιμος. Η δε επίκληση του αποδεικτικού μέσου (των ως άνω δικαστικών αποφάσεων) δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 10 και 625/2008). Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του δικαστηρίου περί τις αποδείξεις.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1348/2017).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε με την απόφασή του το περιεχόμενο των 248/2007 και 178/2009 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και Τριμελούς Εφετείου Κρήτης αντίστοιχα, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς δέχθηκε ότι οι αποφάσεις αυτές δεν δέχονται υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο πόρισμα ότι "...
εφόσον οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) δεν απέδειξαν ως όφειλαν υπαιτιότητα του εναγομένου για την προσβολή, η οποία είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ασκούμενης εκ των άρθρων 59 και 932 ΑΚ αξίωσής τους, η αγωγή τους είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ανωτέρω δύο αποφάσεις και ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενό τους, δεχόμενο ότι έγινε δεκτό με αυτές ότι "οι επίδικες επιταγές ήταν πλαστογραφημένες από την Κ.
Κ. καθ' υπόδειξη του εναγομένου, ο οποίος επομένως κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών αυτών γνώριζε την πλαστογραφία και την ανυπαρξία οφειλής των εναγόντων". Το γεγονός ότι το Εφετείο συνήγαγε από τις αποφάσεις αυτές πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν θεμελιώνει λόγο για παραμόρφωση εγγράφου.
Πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 25/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 1442/2017 - ΑΠ 2267/2013).
Εν προκειμένω, με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης αναφορικά με την έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, καθώς παραλείπεται στην απόφαση οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με τις παραδοχές των δύο πιο πάνω με αριθμούς 248/2007 και 178/2009 αποφάσεων, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι δεν του όφειλαν από τις επίδικες επιταγές και ότι αυτός υπέδειξε στην πλαστογράφο πως να τους εμπλέξει με τις επιταγές αυτές.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: ?Με το από 2-2-1993 καταστατικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας..., ο πρώτος των εναγόντων και η Κ. συζ. Γ. Σ., το γένος Χ. Κ., που είναι αδελφή του πρώτου και μητέρα του δεύτερου ενάγοντος, σύστησαν την ομόρρυθμη εταιρεία "...", με έδρα τα … και σκοπό την εκμετάλλευση αρτοζαχαροπλαστείου στην οδό ...
στα…. Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ήταν, σύμφωνα με το καταστατικό της, ο πρώτος ενάγων. Στα πλαίσια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, είχαν οι ομόρρυθμοι εταίροι συναλλαγές με διάφορους εμπόρους, από τους οποίους προμηθεύονταν πρώτες ύλες για την παρασκευή των προϊόντων τους, μεταξύ των οποίων ήταν ο εναγόμενος, που λειτουργεί στα … επιχείρηση εμπορίου αγροτικών προϊόντων, από τον οποίο προμηθεύονταν διάφορα λαχανικά (ιδίως σπανάκι, πατάτες, πιπεριές), σε περιορισμένες ποσότητες και με πληρωμή πάντοτε "τοις μετρητοίς".
Η Κ. Κ., η οποία πραγματοποιούσε και η ίδια συναλλαγές με εμπόρους, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος, στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητας και ως ομόρρυθμη εταίρος της εταιρείας στην οποία συμμετείχε, διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς σε διάφορες τράπεζες (..., ..., ...) και διέθετε δικά της μπλοκ επιταγών, στις αρχές του έτους 2003 περιήλθε σε κακή οικονομική κατάσταση και προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα για να αντιμετωπίσει τα προσωπικά οικονομικά της προβλήματα προσέφυγε στον εναγόμενο, από τον οποία δανείστηκε σταδιακά το συνολικό ποσό των 163.200 ευρώ.
Για την εξασφάλισή του δε εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτόν 19 μεταχρονολογημένες επιταγές των τραπεζικών εταιρειών ..., ..., ..., έκδοσης της ιδίας, πληρωτέες από τους λογαριασμούς που, όπως προαναφέρθηκε, τηρούσε στις τράπεζες αυτές και για διάφορα χρηματικά ποσά η κάθε μία, ίδιου συνολικού ύψους με το ποσό του ανωτέρω δανείου.
Ακολούθως, αν και με τα χρήματα που έλαβε από τον εναγόμενο η Κ. Κ. τακτοποίησε τις οικονομικές της εκκρεμότητες, κατά τη λήξη της πρώτης εκ των ανωτέρω επιταγών δήλωσε αδυναμία για την πληρωμή τους και για το λόγο αυτό συμφώνησαν με τον εναγόμενο την αποπληρωμή τους σε δέκα εννέα μηνιαίες δόσεις των 10.000 ευρώ η κάθε μία (ήτοι για ποσό 190.000 ευρώ, αποτελούμενο από το κεφάλαιο των 163.200 ευρώ και τον συμφωνηθέντα τόκο), καταβλητέες από τις 30-11-2003 μέχρι τις 30-5-2005.
Περαιτέρω, συμφώνησαν την αντικατάσταση των προαναφερομένων επιταγών με νέες (μεταχρονολογημένες) τραπεζικές επιταγές, τις οποίες εξέδωσε η Κ. Κ. και θα έπρεπε να διαθέτουν αυξημένες εγγυήσεις για την εξασφάλιση της απαίτησης του εναγομένου κομιστή τους, δηλαδή υπογραφές προσώπων που να συνδέονται με την κυκλοφορία των επιταγών (οπισθογράφων), καθώς και τριτεγγύηση.
Κατόπιν αυτών, η Κ. Κ. εξέδωσε στα … τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας ... και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγές, με ημερομηνία έκδοσης 3-4-2004, 30-10-2004 και 30-5-2005, για χρηματικά ποσά 60.000 ευρώ, 60.000 ευρώ και 70.000 ευρώ αντίστοιχα, πληρωτέες από τον προσωπικό λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια στην ανωτέρω τράπεζα.
Οι ως άνω επιταγές εκδόθηκαν σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας και τρίτης ενάγουσας "...", στην οποία συμμετείχε η εκδότρια, τις οποίες ακολούθως αυτή οπισθογράφησε πρώτα στο γιο της και δεύτερο ενάγοντα, θέτοντας στη θέση του πρώτου οπισθογράφου τη σφραγίδα της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας και την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της και αδελφού της πρώτου ενάγοντος και τις οπισθογράφησε στον εναγόμενο θέτοντας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου τη σφραγίδα της επιχείρησης (πρατήριο αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής) και την υπογραφή του γιου της, παραδίδοντας τες στον εναγόμενο, ο οποίος πλέον τις κατείχε ως νόμιμος κομιστής.
Την πρώτη δε απ' αυτές τις επιταγές τριτεγγυήθηκε υπέρ της λήπτριας ομόρρυθμης εταιρείας και της εκδότριας ο σύζυγος της τελευταίας Γ. Σ.. Στη συνέχεια έναντι των τριών πρώτων δόσεων (δηλαδή των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2003 και Ιανουαρίου του έτους 2004) η Κ. Κ. κατέβαλε στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ, ενώ έκτοτε δεν κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι της ανωτέρω οφειλής της, δηλώνοντας οικονομική αδυναμία προς τούτο.
Για το λόγο αυτό, ο εναγόμενος εμφάνισε τις προαναφερόμενες τρεις επιταγές εμπρόθεσμα προς πληρωμή (στις 7, 19 και 21-5-2004 αντίστοιχα), πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της στην πληρώτρια τράπεζα. Με βάση τις ανωτέρω επιταγές ο εναγόμενος ζήτησε και πέτυχε την έκδοση εις βάρος της εκδότριας Κ.
Κ. και των εναγόντων ως οπισθογράφων της υπ' αριθμ. 66/26-5-2004 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στον εναγόμενο εις ολόκληρον ο καθένας το συνολικό ποσό των 190.000 ευρώ νομιμοτόκως. Επειδή όμως η Κ. Κ. κατά το μήνα Ιούλιο του 2004 κατέβαλε το ποσό των 45.000 ευρώ έναντι της οφειλής της, ο εναγόμενος δεν επέδωσε τη διαταγή πληρωμής στους ανωτέρω συνυπόχρεους εντός της νόμιμης προθεσμίας των δύο μηνών από την έκδοσή της, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί ανίσχυρη (άρθρ. 630 Α ΚΠολΔ).
Στις 16-7-2004, ήτοι μετά την έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, η Κ. Κ. αποχώρησε από την ομόρρυθμη εταιρεία, η επωνυμία της οποίας διαμορφώθηκε πλέον σε "..." και στη θέση της υπεισήλθε, ως νέος ομόρρυθμος εταίρος, ο Ε. Κ., γιος του πρώτου ενάγοντος, ενώ στις 27-9-2004 με την υπ' αριθ. 927/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η Κ.
Κ. ενέγραψε προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 70.000 ευρώ σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του συζύγου της Γ. Σ., ο οποίος είχε τριτεγγυηθεί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, την πληρωμή της πρώτης από τις τρεις τραπεζικές επιταγές. Ακολούθως, επειδή η Κ. Κ. δεν κατέβαλε κανένα άλλο ποσό, ο εναγόμενος, για να μην επέλθει και η εξάμηνη παραγραφή της απαίτησής του, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 229/8-10-2004 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία υποχρεώθηκαν τόσο η Κ.
Κ. όσο και οι ενάγοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το υπόλοιπο της οφειλής, δηλαδή το ποσό των 120.000 ευρώ νομιμοτόκως, με βάση τις ανωτέρω επιταγές των 60.000 ευρώ η κάθε μία. Οι ενάγοντες, όχι όμως και η Κ. Κ., άσκησαν κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία τους επιδόθηκε στις 20-10-2004, την υπ' αριθ. 616/2004 ανακοπή, στην οποία ισχυρίζονταν ότι οι οπισθογραφήσεις των επιταγών δεν είχαν γίνει από τους ίδιους, καθώς και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, η οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 161/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δημοσιεύθηκε στις 24-1-2005.
Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής οι ενάγοντες κατέθεσαν στις 6-4-2005 το υπ' αριθ. 199/2005 δικόγραφο πρόσθετου λόγου ανακοπής, στο οποίο ισχυρίζονταν ότι τις επιταγές είχε πλαστογραφήσει η Κ. Κ., θέτοντας η ίδια εν αγνοία τους τις σφραγίδες και τις υπογραφές τους στη θέση των οπισθογράφων, μετά από υπόδειξη και επιμονή του εναγομένου, ο οποίος εκμεταλλεύθηκε την κουφότητα, ευκολοπιστία και απειρία της ως προς τη χρήση και κυκλοφορία των τραπεζικών επιταγών, καθώς και ότι οι επιταγές αυτές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είναι προϊόν και εκβιάσεως και τοκογλυφίας.
Ήδη δε από τις 6-12-2004 η Κ. Κ. είχε επιδώσει στον εναγόμενο εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία ισχυριζόταν ότι οι επιταγές είχαν πλαστογραφηθεί από την ίδια καθ' υπόδειξη του εναγομένου και ότι στις 14 από τις αρχικές 19 επιταγές (σε αντικατάσταση των οποίων είχαν δοθεί οι τρεις της ...) είχαν συμπεριληφθεί και τοκογλυφικοί τόκοι.
Επίσης, στις 28-3-2005 ο πρώτος και ο δεύτερος των εναγόντων είχαν καταθέσει στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων και μήνυση εις βάρος της Κ. Κ. και του εναγομένου με το ίδιο περιεχόμενο με αυτό της ανακοπής τους και πρόσθετου λόγου. Επί της ανακοπής και του πρόσθετου λόγου αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 248/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε δεκτό ότι οι επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτομένη 229/2004 διαταγή πληρωμής του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου ήσαν πλαστογραφημένες από την Κ.
Κ. καθ' υπόδειξη του εναγομένου, ο οποίος επομένως, κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών γνώριζε την πλαστογραφία και την ανυπαρξία οφειλής των εναγόντων και εξ αυτού ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Εν τω μεταξύ, πριν την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, με βάση της μήνυση του πρώτου και του δεύτερου των εναγόντων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος μεν της Κ.
Κ. για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ, εις βάρος δε του εναγομένου για χρήση πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος της Κ.
Κ. και παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης για να δικαστούν για τις πράξεις αυτές με το υπ' αριθ. 519/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων. Μετά, όμως, από έφεση του εναγομένου κατά του βουλεύματος αυτού, κατά του οποίου επίσης η Κ. Κ. δεν άσκησε έφεση, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 174/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο ο εναγόμενος απαλλάχθηκε, αμετάκλητα ήδη, για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, διότι κρίθηκε ότι για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτό, η Κ.
Κ. είχε την έγκριση του πρώτου και δευτέρου των εναγόντων και μηνυτών για την εκ μέρους της θέση των σφραγίδων και των υπογραφών τους στις επιταγές και επομένως δεν υπήρξε πλαστογραφία αυτών, την οποία επικαλέστηκαν προκειμένου να αποτρέψουν την αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της περιουσίας τους. Λόγω δε του επεκτατικού αποτελέσματος της έφεσης του ενάγοντος, απαλλάχθηκε αμετάκλητα για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και η Κ.
Κ.. Να σημειωθεί εδώ ότι για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια, για την οποία επικυρώθηκε η παραπομπή του εναγομένου με το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 566/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης επί κακουργημάτων, με την οποία κρίθηκε ότι αυτή φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος και για το ποσό των 6.197 ευρώ και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 174/2008 απαλλακτικού για τον εναγόμενο βουλεύματος για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, εκδόθηκε μετά από έφεση του εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 248/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η υπ' αριθ. 178/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του, επικυρώνοντας έτσι την πρωτοβάθμια απόφαση.
Περαιτέρω, όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος υπέδειξε στην Κ. Κ. να πλαστογραφήσει τις υπογραφές του πρώτου και δεύτερου ενάγοντος και ότι επομένως, κατά τους χρόνους κτήσης των επιταγών και έκδοσης βάσει αυτών της διαταγής πληρωμής γνώριζε ότι αυτές ήταν προϊόν πλαστογραφίας.
Διότι, κι αν ακόμη γίνει δεκτό ότι αυτές ήταν πλαστογραφημένες από την Κ. Κ., δεν συνεπάγεται ότι ο εναγόμενος της υπέδειξε να τις πλαστογραφήσει ή ότι γνώριζε την πλαστογραφία, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι την πρώτη από τις τρεις επιταγές ποσού 60.000 ευρώ είχε όντως τριτεγγυηθεί ο σύζυγός της Γ. Σ.. Ο δε ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο εναγόμενος εκμεταλλεύθηκε την κουφότητα και απειρία περί τις τραπεζικές επιταγές της Κ.
Κ. - τον οποίο επικαλούνται τόσο στην ανακοπή τους κατά της διαταγής πληρωμής όσο και στη μήνυσή τους, επιδιώκοντας προφανώς να αποσείσουν τις ποινικές ευθύνες από την ανωτέρω λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, παρ' ότι ζητούσαν την ποινική της δίωξη - δεν ευσταθεί, διότι είναι λογικά ακόλουθο να δεχθεί κανείς ότι η προαναφερόμενη, που διενεργούσε εμπορικές συναλλαγές για όσο διάστημα ήταν μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας, διατηρούσε τρις προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς σε τρεις διαφορετικές τράπεζες (..., ...
και ...) και ήταν κάτοχος αντίστοιχων (3) μπλοκ επιταγών, από τα οποία εξέδιδε επιταγές, δεν γνώριζε τον τρόπο και τις συνέπειες της κυκλοφορίας των επιταγών. Το γεγονός, άλλωστε, ότι με τις προαναφερόμενες αποφάσεις που εκδόθηκαν επί της ανακοπής, ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, διότι έγινε δεκτό ότι οι δύο τραπεζικές επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκε αυτή ήσαν πλαστογραφημένες από την Κ.
Κ., δεν συνεπάγεται γνώση από τον εναγόμενο κομιστή τους, η οποία δεν ήταν και αναγκαία, διότι η ένσταση της πλαστογραφίας των επιταγών προτείνεται κατά παντός κομιστή, ακόμα και του καλόπιστου. Μετά από τα παραπάνω και αν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων από την τελεσθείσα σε βάρος τους πλαστογραφία - η οποία σε κάθε περίπτωση τελέστηκε από την Κ.
Κ., που δεν είναι εναγόμενη - εφόσον αυτοί (οι ενάγοντες) δεν απέδειξαν, ως όφειλαν, υπαιτιότητα του εναγομένου για την προσβολή, η οποία είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ασκούμενης εκ των άρθρων 59 και 932 ΑΚ αξίωσής τους, η αγωγή τους είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη?. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε την έφεση των εναγόντων-αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί παραπονέθηκε για το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που τους επιδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Κατέληξε δε στο πόρισμα αυτό μετά την αξιολόγηση των ενώπιόν του προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω 248/2007 και 178/2009 αποφάσεις, και σύμφωνα με το οποίο δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου στην προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων-αναιρεσειόντων από την τελεσθείσα σε βάρος τους πλαστογραφία, που τελέστηκε από την Κ.
Κ. και η οποία, όπως αναφέρεται στην απόφαση, ήταν έμπειρη στις συναλλαγές ως μέλος ομόρρυθμης εταιρείας και κάτοχος τριών μπλοκ επιταγών από τρεις διαφορετικές τράπεζες και επομένως γνώριζε τις συνέπειες της κυκλοφορίας των επίδικων επιταγών, τις οποίες πλαστογράφησε με τα στοιχεία και υπογραφές των εναγόντων-αναιρεσειόντων, το γεγονός δε αυτό δεν σημαίνει άνευ ετέρου, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, ότι το γνώριζε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος.
Κατά συνέπεια οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του Εφετείου.
Ως αβάσιμος, περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι, παρά το γεγονός ότι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τις δύο πιο πάνω αναφερόμενες με αριθμούς 248/2007 και 178/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης αντίστοιχα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το περιεχόμενο και τις παραδοχές τους, οι οποίες αναφέρονται σε ουσιώδη σημεία της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του τρίτου και του πέμπτου αναιρετικού λόγου, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό πόρισμα των πιο πάνω αποφάσεων, το οποίο αξιολόγησε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα προσαχθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο (ΑΠ 410/2016, ΑΠ 701/ 2008).
Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 332 του Κ.Πολ.Δικ., δεν αφορά όμως την δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί της ύπαρξης ή μη του τελευταίου για να θεμελιώσει τον σχετικό λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασής του (Ολ.ΑΠ 1339/1985).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από τις πιο πάνω αναφερόμενες 248/2007 και 178/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και Τριμελούς Εφετείου Κρήτης αντίστοιχα, από τις οποίες η δεύτερη επικύρωσε την πρώτη και τις οποίες νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο και με τις οποίες έγινε δεκτή η δόλια ανάμειξη, υπόδειξη και καθοδήγηση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου προς την Κ.
Κ. στην πλαστογράφηση των επιδίκων επιταγών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί του ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση δεδικασμένο που προκύπτει από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, προτάθηκε παραδεκτά από αυτούς ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου, έστω και αυτεπαγγέλτως, με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ανωτέρω 178/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ