Legislator Case Law & Legislation
488/2021 AI generated

488/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 488/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

488/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β και γ ΚΠολΔ , που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ.

Keywords

AI generated
matrimonial domicile family assets marital standard of living seized assets living expenses ancillary effects of divorce
AI generated
1841/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
529/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
808/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Α.ς Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-10-2010 και 14-10-2010 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5542/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7438/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-3-2014 αίτησή του και με τους από 24-9-2014 πρόσθετους λόγους .
1545/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
4/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Μαρία Αρχοντάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 488 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. χας Ν., το γένος Σ. και Μ. Μ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) για την ίδια και β) ως καθολικής διαδόχου διά συγχωνεύσεως της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) ως ειδικής διαδόχου των απαιτήσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις που είχαν καταρτιστεί αρχικά με το Υποκατάστημα Ελλάδος της Κυπριακής Cyprus Popular Bank Public CO LTD και εν συνεχεία μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς και β) ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "GENIKI BANK AE" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-03-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 659/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4013/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-07-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 17-07-2018 (αρ.κατ. 116/2018) αίτηση αναίρεσης της αιτούσας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 δανειολήπτριας στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ'αρ. 4013/2017 οριστική απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 σε συνδ. 739 επ.

ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 1ης και 2ης των εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟς ΑΕ και ήδη 2ης και 1ης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, αντίστοιχα. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος ,το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (αρ. 577 παρ.1 σε συνδ.553 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε 1ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και ήδη 2η αναιρεσίβλητη,καθώς και ερήμην της 2ης τότε εφεσίβλητης με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.σελ.2β αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 23-09-2016 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (αρ. 764 παρ.2 ΚΠολΔ,όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015 ,που ισχύει από 01-01-2016), πλην όμως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (κατ'αρ. 553 παρ.1 σε συνδ.741 και 769 ΚΠολΔ), και ως προς τις ανωτέρω 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν ενώπιον του δικάσαντος ωε Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτές.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β και γ ΚΠολΔ , που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ.

β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015,ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη αρχική δικάσιμο της 20-09-2019, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30, με αριθμό πινακίου 16, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ.2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από τις υπ'αρ.... και .../5-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, Ανδρέα Νικητόπουλου, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Σοφίας Νικολάου, πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ'άρθρο 129 παρ.1 ΚΠολΔ, στην 1η και στην 2η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, για να παρασταθούν στην αρχική ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ) για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 32 (βλ.

τον εισαγωγικό φάκελο της δικογραφίας). Η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλήτευσης, εφόσον οι απολειπόμενες 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αρχική δικάσιμο (ΑΠ 92/2017). Ωστόσο , όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων , ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα- αιτούσα, την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 και η 3η αναιρεσίβλητη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία.

Επομένως, αφού οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα ,πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 περ.γ σε συνδυασμό 226 παρ.4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους ,που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα άσκησε την από 13-03-2012 (αρ.κατ. 1486/6-4-2012) αίτηση, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης και, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά.

Συγχρόνως , ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση η περιγραφόμενη κύρια κατοικία της και ειδικότερα, ένα διαμέρισμα επιφάνειας 96 μ²,που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., επί του οποίου αυτή διαθέτει ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας και το οποίο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία αυτής. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 659/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας - αιτούσας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281ΑΚ) ,την οποία είχαν προβάλει οι καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, με την οποία ειδικότερα ισχυρίστηκαν ότι η αιτούσα -δανειολήπτρια είχε προβεί σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ καταστρατηγώντας τα συμφέροντά τους κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν.3869/2010.

Η αιτούσα δανειολήπτρια και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 18-09-2013 (αρ.κατ. 1969/2013) έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ την από 23-09-2016 κύρια παρέμβαση σε βάρος της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης δεν αφορά την παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και, αφού διακράτησε την βασική αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε εν μέρει αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη. Ειδικότερα, κατά συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ότι η αιτούσα- αναιρεσείουσα ,που είναι συνταξιούχος του Δημοσίου, περιήλθε χωρίς υπαιτιότητα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της ,συνολικού ποσού 223.949,92 ευρώ και ακολούθως, ρύθμισε τα χρέη της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές ποσού 811,59 ευρώ για μια τετραετία, συμμέτρως διανεμόμενο στις πιστώτριες Τράπεζες.

Επίσης, δέχτηκε το αίτημα για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας επί της οποίας αυτή είχε δικαίωμα επικαρπίας 10/16 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας (της επικαρπίας) ίσης με 24.840 ευρώ με βάση το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ του έτους 2014 με την υποχρέωση η αιτούσα-αναιρεσείουσα να καταβάλει για τη διάσωσή του δικαιώματος της επικαρπίας της μηνιαίως επί δέκα έτη το ποσό των 900,41 ευρώ, υπολογιζόμενο με ποσοστό 85% επί της εμπορικής αξίας του όλου ακινήτου, συνολικής αξίας 150000 ευρώ κατά το χρόνο χορήγησης των δανειακών συμβάσεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3869/2020, σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι «[…] 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο [...]». Με το άρθρο 17 παρ.1 του Ν.4161/2013 ,που ισχύει από 14-06-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2) ΦΕΚ Α 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι «2.

Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας». Εξάλλου, με την παράγραφο 5 του άρθρου 85 Ν. 3996/2011 (ΦΕΚ Α 170/5-8-2011) είχε προστεθεί τελευταίο εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το οποίο «Η προστασία του ακινήτου σύμφωνα με τα προηγούμενα ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών».

Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015 (3η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010), που ισχύει από 14-08-2015 (ΦΕΚ Α -94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2, όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν. 4161/2013 (2η έκδοση). Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με τον Ν. 4346/2015 (4η έκδοση), που ισχύει από 01-01-2016 (ΦΕΚ Α- 152/1-1-2016).

Η ισχύς της 4ης ως άνω έκδοσης του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.11 του Ν. 4346/2015, από 01-01-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015. Περαιτέρω, από τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010 συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρυμένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστο¬ποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης . Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας , κατ'ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση (ΑΠ 120/2020, ΑΠ 632/2019) . Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του.

Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για την διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 549/2019, ΑΠ 957/2017, ΑΠ 1025/2015).

Τέλος, το άρθρο 15 του ΝΔ.τος 118/1973 «Φορολογία Κληρονομιών, δωρεών κλπ.» στην παράγραφο 1 αυτού ορίζει «[…]επί διαχωρισμού της επικαρπίας από της κυριότητας υπόκειται αμέσως εις φόρον η επικαρπία, επιφυλασσομένης της φορολογίας της ψιλής κυριότητας […]» και στην παράγραφο 4 αυτού ορίζει «[…] επί ισοβίου ή αορίστου χρόνου επικαρπίας λαμβάνεται ποσοστόν επί της αξίας της πλήρους κυριότητος, αναλόγως της ηλικίας του επικαρπωτού οριζόμενον: […] εις τα 2/10 εάν υπερέβη το 70ον έτος […]».

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα- δανειολήπτρια, αιτούσα την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν.3869/2010 αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ.α’ ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, όπως ορθά εκτιμάται, ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να εξαιρέσει από τη ρευστοποίηση τη μοναδική κύρια κατοικία της, επί της οποίας αυτή έχει δικαίωμα επικαρπίας ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου ,αντικειμενικής αξίας 24.840 ευρώ ,σύμφωνα με τον ΕΝΦΙΑ του έτους 2014 και να την υποχρεώσει για τη διάσωση του δικαιώματος της επικαρπίας της, να καταβάλει το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, συνολικής αξίας 150000 ευρώ κατά το χρόνο χορήγησης των δανείων, αντί του ορθού ποσού υπολογιζόμενου με βάση ποσοστό 80% κατ'ανώτατο όριο επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, επί του οποίου έχει δικαίωμα επικαρπίας,ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου,παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 85 του Ν. 3996/2011 περί προστασίας της επικαρπίας και τροποποιήθηκε με τον Ν. 4161/2013, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, από όσα ο νόμος απαιτεί .

Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο, που ασκείται επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό, ότι η προσβαλλόμενη εφάρμοσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010,όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το Ν. 4161/2013, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο (Α) με το να καθορίσει για τη διάσωση του δικαιώματος της επικαρπίας της επί της κύριας ως άνω κατοικίας την μηνιαία δόση στο ποσό των 900,41 ευρώ επί δέκα έτη, με βάση το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ίσης με 150.000 ευρώ, αντί του ορθού ποσού της μηνιαίας δόσης, ίσης με 664,06 ευρώ υπολογιζόμενο σύμφωνα με το υφιστάμενο επί του ακινήτου δικαίωμα της επικαρπίας της, ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου σε ποσοστό 85% επί της εμπορικής αξίας του ακινήτου (δηλαδή, κατά τους υπολογισμούς της αναιρεσείουσας, 150.000 Χ 10/16 = 93.750 ευρώ Χ 85% = 79.687,50 ευρώ/10 έτη= 7.968,75 ετησίως/12 μήνες= 664,06 ευρώ) και όλως επικουρικά (Β) με το να υπολογίσει την ανωτέρω μηνιαία δόση (900,41 ευρώ) με βάση το ποσό των οφειλών της, όπως τούτο διαμορφωνόταν μετά την αφαίρεση των μηνιαίων καταβολών,ποσού 811,59 ευρώ επί τετραετία (κατά το άρθρο 8 παρ.2 Ν. 3869/2010), αντί της ορθής μηνιαίας δόσης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας ποσού 250 ευρώ υπολογιζόμενο με την αξία του δικαιώματος της επικαρπίας σε ποσοστό 2/10 επί της πλήρους κυριότητας λόγω υπέρβασης του ορίου της ηλικίας των 70 ετών, ίσης με το ποσό των 30.000 ευρώ (δηλαδή, κατά τους υπολογισμούς της αναιρεσείουσας, 150.000 Χ 2/10 = 30.000 /10 = 3.000 /12 μήνες = 250 ευρώ) παραβίασε ευθέως την ίδια ουσιαστική διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010,όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και, επί πλέον, όλως επικουρικά και τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.4 ΝΔ/τος 118/1973 ,τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για το ζήτημα της περιέλευσης της αναιρεσείουσας ,χωρίς δόλο, σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της δέχτηκε τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, με την επισήμανση ότι αν και το κεφάλαιο αυτό δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης παρατίθεται για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης:

«| Η εκκαλούσα, η οποία γεννήθηκε το έτος 1946, είναι συνταξιούχος του Δημοσίου και λαμβάνει ως μηνιαία σύνταξη το ποσό των 1.067,59 ευρώ, ενώ λαμβάνει και τη σύνταξη του θανόντος συζύγου της Νικολάου από τον ΟΑΕΕ ποσού 360 ευρώ μηνιαίως, ήτοι το ήτοι το μηνιαίο εισόδημα της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των, 1.427,59 ευρώ. Σε χρονικό διάστημα προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, είχε τα παρακάτω χρέη τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους πιστωτές, όσο και αυτά προς την ενέγγυα πιστώτρια, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010):

1) στη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 1.048,27 ευρω,

2) στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 3.876.13 ευρώ,

3) στη MARFIN EGNATIA BANK: α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 3.920,17 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 87.129,46 ευρώ, για το οποίο ευθύνεται ως εγγυήτρια, ενώ πρωτοφειλέτρια είναι η κόρη της, για την απαίτηση δε αυτή η εν λόγω πιστώτρια έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του παραπάνω ακινήτου της εκκαλούσα και γ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 43.668,02 ευρώ, για το οποίο ευθύνεται ως εγγυήτρια, ενώ πρωτοφειλέτρια είναι η κόρη της, για την απαίτηση δε αυτή η εν λόγω πιστώτρια έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου της εκκαλούσα και συνολικά το ποσό των 134.823,36 ευρώ,

4) στην ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 35.731,40 ευρώ και

5) στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 21.005,74 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 27.465,02 ευρώ και συνολικά το ποσό των 48.470,76 ευρώ. Το συνολικό λοιπόν ύψος των παραπάνω οφειλών της εκκαλούσας ανέρχεται στο ποσό των 223.949,92 ευρώ.

Η εκκαλούσα στην αίτηση της αναφέρει ότι μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ επιτεύχθηκε εξωδικαστικός συμβιβασμός, που αφορά τη ρύθμιση της οφειλής της από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, συνολικού ποσού 2.926.88 ευρώ, για την οποία καταβάλει το ποσό των 33 ευρώ μηνιαίως, που συμπεριλαμβάνει στο μηνιαίο κόστος διαβίωσης της.

Ως ανωτέρω εξετέθη παραδεκτά η εν λόγω απαίτηση δεν έχει περιλάβει στον πίνακα πιστωτών της και στο προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, πολλώ δε μάλλον που το ποσό είναι μικρό, σε σχέση με το συνολικό οφειλόμενο και έχει γίνει ήδη ρύθμιση, οπότε το διαθέσιμο εισόδημά της είναι μεγαλύτερο απ' ότι αν δεν είχε γίνει ρύθμιση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, η οποία έχει παύσει να εξυπηρετεί τα δάνεια της τουλάχιστον από το έτος 2011 στερείται της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και έχει περιέλθει, χωρίς δική της υπαιτιότητα, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τους ανωτέρω πιστωτές, λόγω της υπερχρέωσης και της αύξησης του κόστους ζωής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα έσοδα της, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της. Η αδυναμία της αυτή οφείλεται στον αριθμό των δανείων που έχει λάβει και στο ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση τους σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αυξημένες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής της οι οποίες ανέρχονται, όπως και η ίδια εκθέτει στην αίτηση της, στο ποσό των 616 ευρώ τον μήνα, στις δε οικογενειακές της δαπάνες περιλαμβάνονται αυτές που απαιτούνται προς ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών της, διατροφής, ένδυσης, θέρμανσης, καταβολής λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας και λοιπών γενικών εξόδων.

Συνεπώς το ποσό που μπορεί να διαθέσει για την αποπληρωμή των οφειλών της ανέρχεται σε 811,59 ευρώ. Όσον αφορά την αδυναμία πληρωμής της εκκαλούσης, αυτή καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και ενεστώσης ρευστότητος, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Εξάλλου, η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας της εκκαλούσης και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, της ηλικίας της, η οποία δεν της επιτρέπει να βρει εργασία, αλλά αντίθετα την καθιστά συνεχώς και πιο πολύ ανενεργό οικονομικό παράγοντα, της συνεχούς μείωσης των αποδοχών των συνταξιούχων και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών της υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης με τόκους υπερημερίας.

Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωση της εκκαλούσης μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τους πιστωτές της, απορριπτόμενου των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων περί μη υπαγωγής της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 λόγω έλλειψης μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών της […]|»

Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση για το ερευνώμενο με την αναίρεση ζήτημα της διάσωσης από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της αναιρεσείουσας επί της οποίας έχει δικαίωμα επικαρπίας ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου δέχθηκε επί πλέον και τα ακόλουθα:

«|[…] Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της εκκαλούσης απεδείχθηκε ότι έχει κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου επικαρπίας του Δ-1 διαμερίσματος επιφανείας 96,00 τ.μ., του τετάρτου (Δ) ορόφου πάνω από το ισόγειο πολυκατοικίας στην Αθήνα, επί της οδού ..., το οποίο και αποτελεί την κύρια κατοικία της καθώς και της θυγατρός της και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 24.840 ευρώ (βλ. προσκομισθέν πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ έτους 2014), ενώ όταν χορηγήθηκαν τα δάνεια η εμπορική αξία του ήταν 150.000 ευρώ.

Συνεπώς, δυνάμει του άρθρου 533 ΚΠολΔ, για τον υπολογισμό της δόσεως θα ληφθεί υπ' όψιν ο νόμος που ίσχυε όταν κατατέθηκε η υπό κρίση αίτηση. Η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση πρώτης κατοικίας (άρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με τον νόμο 4346/2015).

Συνεπώς, το αίτημα της για την εξαίρεση της από την εκποίηση είναι νόμιμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. δ' Ν. 3869/2010. Με βάση τα προαναφερθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο της εγκαλούσης οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το νόμο 4161/2013 και ειδικότερα σε αυτή του άρθρου 8 παρ. 2.

Έτσι, η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με τον ορισμό μηνιαίων καταβολών απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματα της επί τετραετία, που θα αρχίσουν αμέσως με την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης, από τις οποίες οι πιστωτές της θα ικανοποιηθούν συμμέτρως. Ενόψει αυτών και λαμβανομένου υπόψη του υποχρεωτικού ορισμού καταβολών για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας της εκκαλούσης μέχρι το 80% της αντικειμενικής της αξίας, το προς διάθεση στους πιστωτές της ποσό πρέπει να ορισθεί, όπως εξετέθη ανωτέρω σε 811,59 ευρώ το μήνα, το οποίο εντάσσεται στις οικονομικές της δυνατότητες το οποίο θα καταβάλλεται μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών, συμμέτρως διανεμόμενο ανάλογα με το ύψος των δανειακών της συμβάσεων αναλογεί προς: 1) στη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας με συνολική οφειλή το ποσού 1.048,27 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 3,80 ευρώ, ήτοι θα καταβληθεί συνολικά ποσό 182,30 ευρώ, 2) στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας με συνολική οφειλή ποσού 3.876.13 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 14,04 ευρώ, ήτοι θα καταβληθεί συνολικά ποσό 674,08 ευρώ, 3) στη MARFIN EGNATIA BANK:

α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας με συνολική οφειλή ποσού των 3,920,17 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 14,20 ευρώ, ήτοι θα καταβληθεί συνολικά ποσό 681,74 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με συνολική οφειλή ποσού 87.129,46 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 315,67 ευρώ, θα καταβληθεί συνολικά ποσό 15.152,39 ευρώ και γ) από την υπ' αριθμ, ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου με συνολική οφειλή ποσού 43.668,02 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 158,21 ευρώ, ήτοι θα καταβληθεί συνολικά ποσό 7.594,16 ευρώ, 4) στην ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με συνολική οφειλή ποσού 35.731,40 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 129,46 ευρώ, ήτοι θα καταβληθεί συνολικά ποσό 6.213,93 ευρώ και 5) στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ:

α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με συνολική οφειλή ποσού 21.005,74 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 76,10 ευρώ, ήτοι θα καταβληθεί συνολικά ποσό 3.653,04 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με συνολική οφειλή ποσού των 27.465,02 ευρώ η εκκαλούσα θα καταβάλλει το ποσό των 99,51 ευρώ, ήτοι θα καταβληθεί συνολικά ποσό 4.776,35 ευρώ, οπότε σε σύνολο οφειλών 223.844,21 ευρώ η εκκαλούσα μετά από 48 μηνιαίες δόσεις θα έχει καταβάλει συνολικά το ποσό των 38.928 ευρώ.

Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, εφόσον με τις καταβολές επί τετραετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της εκκαλούσης και υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο.

Στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου αυτού (9 παρ. 2), θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές, το ποσό των οποίων, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας της εκκαλούσας.

Με βάση λοιπόν, τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της από τον νόμο 4346/2015, εφόσον δυνάμει του άρθρου 14 παρ. 11η διάταξη του άρθρου δεν καταλαμβάνει τις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015 και εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών της πρώτης εφεσίβλητης μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ανέρχονται στο ποσό των 108.050,93 ευρώ που υπολείπεται του ποσού του 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας της, το Δικαστήριο θα ορίσει μηνιαίες καταβολές για την αποπληρωμή του.

Συγκεκριμένα, μετά από τις 48 δόσεις προς την τρίτη εφεσίβλητο για τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα δάνεια των 87.129,46 ευρώ και 43.668,02 ευρώ θα έχουν καταβληθεί 15.152,39 ευρώ και 7.594,16 ευρώ και θα υπολείπεται ποσό 71.977,07 για το πρώτο δάνειο και ποσό 36.073,86 ευρώ για το δεύτερο δάνειο, για τα οποία θα ορισθεί χρόνος αποπληρωμής 10 ετών με μηνιαία δόση 599,80 ευρώ για το πρώτο δάνειο και 300,61 ευρώ για το δεύτερο δάνειο.

Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει τέσσερα έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στην εκκαλούσα περίοδος χάριτος διάρκειας τεσσάρων (4) ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών της τετραετίας, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της και να εκπέσει των ρυθμίσεων, ο χρόνος δε εξόφλησης του πρέπει να ορισθεί σε δέκα (10) έτη.

Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας, θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις της τρίτης εφεσίβλητου από τις συμβάσεις δανείου που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης. Το υπόλοιπο των απαιτήσεων αυτών και των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, διότι δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην εκκαλούσα.

Εν όψει των ανωτέρω πρέπει, γενομένης δεκτής της εφέσεως ως ουσιαστικά βάσιμου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού το δικαστήριο' κρατήσει την αίτηση για να την δικάσει ως προς την ουσιαστική βασιμοτητά της, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσης, να μην επιβληθεί στην εκκαλούσα η δικαστική δαπάνη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του νόμου 3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ ούτε παράβολο ερημοδικίας ορίζεται ενόψει της μη δυνατότητας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 14 του νόμου 3869/2010 […]|».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας την έφεση ερήμην του πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχτηκε αυτήν τυπικά και ως προς την ουσία της, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμόν .../2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και κράτησε και δίκασε την από 13-03-2012 αίτηση, την οποία έκανε μερικά δεκτή, όρισε τα εξής:

«|Καθορίζει τις επί μία τετραετία μηνιαίες καταβολές της εκκαλούσης προς τις εφεσίβλητες πιστώτριες στο συνολικό ποσό των οκτακοσίων ένδεκα ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (811,59) το μήνα, συμμέτρως διανεμόμενο ανάλογα με το ύφος των δανειακών της συμβάσεων ήτοι προς: 1) στη ΓΕΝΙΚΉ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσό των 3,80 ευρώ, 2) στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσό των 14,04 ευρώ, 3) στη MARFIN EGNATIA BANK: α) ποσό των 14,20 ευρώ, ποσό των 315,67 ευρώ και ποσό των 158,21 ευρώ, 4) στην ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ποσό των 129,46 ευρώ και 5) στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ: α) ποσό των 76,10 ευρώ και ποσό των 99,51 ευρώ και τα οποία θα καταβάλλονται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης.

Εξαιρεί από την εκποίηση την κύρια κατοικία της εκκαλούσης, ήτοι ποσοστό 10/16 ες αδιαιρέτου επικαρπίας του Δ-1 διαμερίσματος επιφανείας 96,00 τ.μ., του τετάρτου (Δ) ορόφου πάνω από το ισόγειο πολυκατοικίας στην Αθήνα, επί της οδού ... .

Επιβάλλει στην εκκαλούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της κατοικίας της κάθε μήνα επί δέκα (10) έτη το ποσό των πεντακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και ογδόντα λεπτών (599,80) για το πρώτο δάνειο και τριακοσίων ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (300,61) για το δεύτερο δάνειο. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα τέσσερα (4) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα γίνεται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.ΚΤ.) […]|»

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι για τη διάσωση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της αναιρεσείουσας, επί της οποίας αυτή ,κατά τις παραδοχές, έχει δικαίωμα επικαρπίας ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου, αξίας ίσης με 24.840 ευρώ με βάση τον ΕΝΦΙΑ 2014, πρέπει να καταβάλλει επί δέκα έτη το ποσό των 900,41 ευρώ, με βάση ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ίσης με 150.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, όπως είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 85 παρ.5 του Ν. 3996/2011 και τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ.1 Ν. 4161/2013,όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης της απόφασής του και προέβλεπε για την ανωτέρω διάσωση την καταβολή ποσοστού 80% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και προκειμένου περί δικαιώματος επικαρπίας, την καταβολή ποσοστού 80% κατ'ανώτατο όριο της αξίας του δικαιώματος της επικαρπίας υπολογιζόμενης επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή του, από όσα ο νόμος απαιτεί, εφόσον μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης το ως εφετείο δικάσαν δικαστήριο διακράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ'ουσίαν την από 13-03-2012 (βασική) αίτηση της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στο Ν.3869/2010 και συνεπώς, όφειλε να εφαρμόσει το νόμο, που ίσχυε κατά τα χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του.

Πιο συγκεκριμένα, η βασική αίτηση της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στο Ν.3869/2010 κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 06-04-2012 και συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 06-03-2013,δηλαδή υπό την ισχύ της αρχικής έκδοσης του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010, σύμφωνα με την οποία, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας το Δικαστήριο ρυθμίζει την μηνιαία δόση σε ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάται από το Δικαστήριο.

Η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 22-07-2013 υπό την ισχύ του Ν.4161/2013 (ισχύς από 14-6-2013) και, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 του Ν.4161/2013, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας το Δικαστήριο ρυθμίζει τη μηνιαία δόση με βάση ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, κατ'ανώτατο όριο. Εξάλλου, η έφεση της αναιρεσείουσας ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) στις 23-09-2013 (δηλαδή υπό την ισχύ του Ν.4161/2013) και συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου στις 23-09-2016, ενώ η η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 15-05-2017, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν.4346/2015 (ισχύς από 01-01-2016).

Όπως έχει ήδη εκτεθεί ο Ν.4346/2015 τροποποίησε επίσης τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 και περιέχει ευμενέστερες διατάξεις, πλην όμως με το άρθρο 14 παρ.11 αυτού ρητά ορίζεται ότι ο νόμος αυτός (4η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2) δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις, που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015,όπως η ένδικη βασική αίτηση.

Επομένως, στην ένδικη υπόθεση εξακολουθούσε να ισχύει η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 17 παρ.1 του Ν. 4161/2013 (2η έκδοση της διάταξης αυτής), εφόσον και η 3ης έκδοση ,με βάση το Ν.4336/2015 (που ίσχυε από 14-08-2015) είναι πανομοιότυπη, δηλαδή διατηρείται το ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Και τούτο, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και ερεύνησε κατ'ουσίαν την βασική αίτηση της αναιρεσείουσας . Επομένως, όφειλε να εφαρμόσει το νόμο, που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, στις 15-05-2017, δηλαδή τον Ν.4161/2013, εφόσον η υπόθεση εκκρεμούσε πλέον ενώπιόν του και να καθορίσει για τη διάσωση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της αναιρεσείουσας, επί της οποίας αυτή είχε δικαίωμα επικαρπίας ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου, τη μηνιαία δόση με βάση το 80% κατ' ανώτατο όριο του δικαιώματος της επικαρπίας της υπολογιζόμενης επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, (με την επισήμανση ότι από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι η ψιλή κυριότητα δεν κινδύνευε από κατάσχεση), σύμφωνα δηλαδή, με όσα όριζε η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. /2010,όπως αυτή είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 85 παρ.5 Ν. 3996/2011,για την προστασία και του δικαιώματος της επικαρπίας.

Επισημαίνεται ότι και η προσβαλλόμενη απόφαση επικαλείται την ανωτέρω τροποποίηση με το Ν. 4161/2013 (βλ.σελ.5β και 6α αυτής), πλην εσφαλμένα υπολόγισε τη μηνιαία δόση για τη διάσωση με βάση την αρχική έκδοση της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010, δηλαδή σε ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας του όλου ακινήτου, ίσης με 150.000 ευρώ, κατά τις παραδοχές της και όχι με ποσοστό 80% κατ' ανώτατο όριο του υφιστάμενου δικαιώματος της επικαρπίας (10/16 εξ αδιαιρέτου) υπολογιζόμενης επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Και τούτο διότι στην περίπτωση, που ο οφειλέτης έχει δικαίωμα επικαρπίας επί του ακινήτου, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, το οποίο δικαίωμα υπόκειται σε αναγκαστική κατάσχεση και μπορεί να είναι αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 280/2011, ΑΠ 1244/2017-ποιν., ΑΠ 667/2015-ποιν.), το ποσοστό 80% κατ' ανώτατο όριο, για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση του δικαιώματος της επικαρπίας επί του ακινήτου υπολογίζεται με βάση την αξία του δικαιώματος της επικαρπίας,η οποία υπολογίζεται επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 ,την οποία παραβίασε ευθέως αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της, από όσα ο νόμος απαιτεί και συνακόλουθα, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο περί καθορισμού του ποσού της μηνιαίας δόσης για τη διάσωση από τη ρευστοποίηση του δικαιώματος επικαρπίας επί της κύριας κατοικίας της αναιρεσείουσας, ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου, σε ποσοστό 80% κατ'ανώτατο όριο,υπολογιζόμενης της αξίας της επικαρπίας επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 1ου κύριου αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης καθίσταται πλέον αλυσιτελής ,άλλως παρέλκει η εξέταση του 2ου επικουρικού συναφούς λόγου ,εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ,που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττει το ίδιο κεφάλαιο ως προς τον καθορισμό της μηνιαίας δόσης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αναιρεσείουσας επί της οποίας αυτή είναι επικαρπώτρια σε ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο καθορισμού της μηνιαίας δόσης για τη διάσωση του δικαιώματος της επικαρπίας επί της κύριας κατοικίας με βάση το υφιστάμενο δικαίωμα της επικαρπίας (10/16 εξ αδιαιρέτου) σε ποσοστό 80% κατ'ανώτατο όριο, υπολογιζομένης επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου,στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ.Βδ'ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.β Ν.3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση ,που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 εδ.β του Ν.3869/2010, κατά την οποία «[…]δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται[...]» και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 4013/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. ΚΑΙ

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ