488/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 488 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated488/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 488 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 488 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 488/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Αγγελάκη. Tου αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 70/2017 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 11-8-2018 αίτησή του. Η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω εκλογών και επανήλθε στη σημερινή δικάσιμο με την από 10-6-2019 κλήση του αναιρεσείοντος- καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις .../15-3-2019 και .../2-9-2019 αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Κέρκυρας Σ. Γ. αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22-5-2019 επιδόθηκε κατ' άρθρο 143 ΚΠολΔ στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου Ηλία Πλασκασοβίτη ενώ για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, μετά ματαίωση, δικάσιμο αντίγραφο της κλήσης επιδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο.
Όμως, ο τελευταίος κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τα άρθρα 242 παρ 2 και 573 παρ 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος ανωτέρω αναιρεσιβλήτου (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
2. Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, όχι όμως και ως προς εκείνα που, χωρίς να στηρίζουν το διατακτικό αυτής, ερευνήθηκαν πλεοναστικά, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν άλλη έννομη συνέπεια, διαφορετική από εκείνη που ζητήθηκε και διαγνώστηκε με την απόφαση (ΑΠ 456/2018).
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά.
Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985, ΑΠ 313/2018).
Επομένως, εάν με την τελεσίδικη απόφαση έχει αναγνωρισθεί η κυριότητα του ενάγοντος σε ορισμένο ακίνητο, παράγεται δεδικασμένο που εμποδίζει την έρευνα της ύπαρξης κυριότητας σε μεταγενέστερη δίκη με αίτημα την απόδοση του ιδίου ακινήτου ή τμήματος αυτού, καθόσον καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής ως προς το ζήτημα της κυριότητας και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα του τρόπου, με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε.
Ταυτότητα αντικειμένου της δίκης υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία με την προηγουμένη τελεσίδικη απόφαση ο ενάγων αναγνωρίσθηκε έναντι του εναγομένου κύριος ή φορέας άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί μείζονος εδαφικής έκτασης, ενώ με την δεύτερη διεκδικητική αγωγή κατά του ίδιου εναγομένου ή των διαδόχων του διώκεται η απόδοση εδαφικού τμήματος, περιλαμβανομένου στην μείζονα αυτή έκταση.
Τούτο δε, διότι στο τελεσιδίκως αναγνωρισθέν εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος επί του όλου ακινήτου, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, περιλαμβάνεται και οποιοδήποτε εδαφικό τμήμα, εμπίπτον στην μείζονα έκταση. Στην περίπτωση, όμως, που με τη δεύτερη αγωγή ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας μείζονος της, ήδη τελεσιδίκως, αναγνωρισθείσας έκτασης δεν υφίσταται δεδικασμένο ως προς το πλέον αυτής (αρχικώς αναγνωρισθείσας έκτασης) διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΑΠ ΟΛ ΑΠ 7/2013, ΑΠ 869/2017).
3. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015). Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν παραβιάστηκε δικονομικός κανόνας δικαίου. Τέτοιοι κανόνες δικονομικού δικαίου είναι και αυτοί του ΚΠολΔ, οι οποίοι αφορούν την ισχύ και την έκταση του δεδικασμένου (ΑΠ 261/1997).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα εξής : "Στις 1-1-1938 απεβίωσε στον ... Κέρκυρας ο Σ. Α. του Δ. (παππούς των διαδίκων), χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. Α. το γένος Σ. Γ. και τις τρεις ενήλικες θυγατέρες του, ήτοι την Μ.
συζ. Α. Β., την Α. Α. (στη συνέχεια σύζυγο Α. Κ.) και τη Χ. χα Κ. Τ. στη συνέχεια σύζυγο Α. Α. (μητέρα των διαδίκων), οι οποίοι υπεισήλθαν στη κληρονομιά του κατ' ισομοιρίαν. Ο ανωτέρω, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν κύριος, μεταξύ άλλων, και ενός οικοπέδου με τα υπάρχοντα σ' αυτό κτίσματα (οικία, ορνιθώνας, μαγειρείο), που βρίσκεται στο προάστιο ...ς της Κέρκυρας και συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησία Γ.
Κ., ..., κληρονόμων Σ. Β., Β. Κ. και Θ. Β.. Με το υπ' αριθμ. .../28-6-1939 προσύμφωνο διανομής, του τότε συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γ. Π., οι ως άνω κληρονόμοι διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος, μεταξύ των οποίων και το ως άνω ακίνητο, από το οποίο περιήλθε: α) Στη Μ. συζ. Α. Β., ένα δωμάτιο με το ισόγειο κάτω από αυτό, που χρησιμοποιούνταν ως μαγειρείο της μονώροφης με ισόγειο οικίας, το συνεχόμενο μικρό ισόγειο, που χρησιμοποιούνταν ως ορνιθώνας και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του συνεχόμενου περιαυλίου ή άνω κηπαρίου, ενός μικρού κήπου με πηγάδι ημίσεως ταπίου ή κάτω κηπαρίου και του χώρου της περγουλιάς, β) στη Χ.
Τ.-Α. (μητέρα των διαδίκων), τα υπόλοιπα δύο δωμάτια με το ισόγειο κάτω από αυτά της ως άνω μονώροφης με ισόγειο οικίας και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του συνεχόμενου περιαυλίου ή άνω κηπαρίου, ενός μικρού κήπου με πηγάδι ημίσεως ταπίου ή κάτω κηπαρίου και του χώρου της περγουλιάς και γ) στην Α. Α. συζ. Α. Κ., μια μονώροφη οικία με ισόγειο και μικρό μαγειρείο και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του συνεχόμενου περιαυλίου ή άνω κηπαρίου, ενός μικρού κήπου με πηγάδι ημίσεως ταπίου ή κάτω κηπαρίου και του χώρου της περγουλιάς.
Από τότε (1939) οι ως άνω θυγατέρες του αποβιώσαντος νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τόσο τα ως άνω κτίσματα όσο και τους ακάλυπτους χώρους του ακινήτου (περιαύλιο-άνω κηπάριο, κάτω κηπάριο και περγουλιά) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η κάθε μια, που είχαν περιέλθει σε κάθε μια από αυτές με την ανωτέρω διανομή, ασκώντας σ' αυτά τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και θέση τους μέχρι το έτος 1969.
Συγκεκριμένα, διέμεναν στις ως άνω οικίες (μόνιμα ή περιστασιακά), φρόντιζαν και επέβλεπαν τους ακάλυπτους χώρους, περιέφραξαν αυτό (ακίνητο) και γενικά το επέβλεπαν και το προστάτευαν από διεκδικήσεις τρίτων, χωρίς ποτέ καμιά από τις αδερφές να διαμαρτυρηθεί και να αμφισβητήσει τη διανομή που είχε γίνει.
Έτσι αυτές έγιναν κυρίες των ως άνω κτισμάτων και συγκύριες κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η κάθε μια του ακαλύπτου χώρου του ως άνω ακινήτου (περιαυλίου-άνω κηπαρίου, κάτω κηπαρίου και περγουλιάς), με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από την εισαγωγή του ΑΚ (δηλαδή από 23-2-1946) και μέχρι το έτος 1969, έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας που απαιτείται για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045 ΑΚ).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1969 οι ως άνω αδελφές Χ. Τ.- Α. και Α. Κ. παραχώρησαν άτυπα τα ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του περιαυλίου-άνω κηπαρίου (1/3 εξ αδιαιρέτου η κάθε μια) στην αδελφή τους, Μ. Β. και στη συνέχεια η τελευταία μεταβίβασε αυτό (περιαύλιο-άνω κηπάριο) άτυπα στον ενάγοντα μαζί με την οικία και τον ορνιθώνα που είχε περιέλθει σ' αυτή με τη διανομή.
Ειδικότερα, ολόκληρο το ως άνω περιαύλιο-άνω κηπάριο (επίδικο) έχει έκταση 224,35 τ.μ., συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. Β., με κάτω κηπάριο ιδιοκτησίας εναγομένου, με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Γ., με ιδιοκτησία Λ. Κ., με πάροδο Αγ. Βαρβάρου, με οικία ενάγοντος, με ιδιοκτησία (περγουλιά) εναγομένου, με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ.
Β. και με ιδιοκτησία Β. Κ., εμφαίνεται με τα στοιχεία 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 26. 10. 11. 12. 13. 14. 15. 16. 17. 18. 19. 20. 21.22. 23. 24. 1 στο από Δεκέμβριο του 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Ο.... και αποτελείται από τα εξής εδαφικά τμήματα: α) τμήμα εμβαδού 205,49 τ.μ., που εμφαίνεται με τα 1.2.3.4.5.6.7.9.10.11. 12.13.14.15.16.17.18.19.1 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, β) τμήμα εμβαδού 6,13 τμ που εμφαίνεται με τα στοιχεία 21.22.23.20.21 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα και γ) τμήμα εμβαδού 12,74 τμ, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 8.9.10.26.8 στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα.
Ο ενάγων αμέσως μετά την ανωτέρω άτυπη παραχώρηση παρέλαβε στη νομή του με διανοία κυρίου το ως άνω ακίνητο (περιαύλιο ή άνω κηπάριο και οικία με ορνιθώνα) και ασκούσε σ' αυτό τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και θέση του και ειδικότερα το έτος 1970 γκρέμισε τμήμα της παλαιός οικίας και ανήγειρε οικία εμβαδού 17,38 τ.μ.
που αποπερατώθηκε τέλος του έτους 2013, φύτεψε σ' αυτό δένδρα, τσιμεντόστρωσε τμήμα αυτού και γενικά το φρόντιζε και το επέβλεπε, χωρίς καμιά από τις αδελφές να διαμαρτυρηθεί. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../16-3-1978 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Β., που έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας (τόμ.
…, αρ. ...), η Μ. Β. μεταβίβασε και τυπικά το ως άνω ακίνητο (περιαύλιο ή άνω κηπάριο εμβαδού 224,35 τ.μ. και οικία εμβαδού 47,38 τ.μ.) με αιτία την πώληση, στον ενάγοντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε ασκήσει κατά του ενάγοντος -την από 5-6-1993 (αρ. εκθ. κάταθ. ...1993) αγωγή του (διεκδικητική), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχείο α' ως άνω εδαφικού τμήματος του περιαυλίου ή άνω κηπαρίου, εμβαδού 205,49 τ.μ.
με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του Χ. Τ.-Α., η οποία απεβίωσε στις 24-4-1981 και ήταν συγκυρία αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε με την αναφερόμενη σ' αυτή πράξη αποδοχής κληρονομιάς, που μεταγράφηκε νόμιμα, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει.
Ο τότε εναγόμενος (σήμερα ενάγων) προς απόκρουση της ως άνω διεκδικητικής αγωγής πρότεινε την ένσταση ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία, διότι νεμόταν αυτό με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το υπ' αριθμ. .../16-3-1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Β., που έχει νόμιμα μεταγράφει, από το έτος 1978 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1993), άλλως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1968 που του το παραχώρησε άτυπα η θεία του Μ.
Β. μέχρι την άσκηση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία που είχε προτείνει ο τότε εναγόμενος (σήμερα ενάγων).
Η ως άνω απόφαση, που κατέστη αμετάκλητη, αφού η έφεση που άσκησε ο τότε ενάγων (σήμερα εναγόμενος) απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 88/2002 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 1255/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, που άσκησε ο ίδιος κατά της απόφασης του Εφετείου, παράγει δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο αναφορικά με το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο ως άνω με στοιχείο α' εδαφικό τμήμα του περιαυλίου ή άνω κηπαρίου εμβαδού 205,49 τ.μ.
Συνεπώς, ο ενάγων είναι κύριος του τμήματος αυτού με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Τα ως άνω υπό στοιχεία β' και γ' εδαφικά τμήματα του περιαυλίου ή άνω κηπαρίου, εμβαδού 6,12 και 12,74 τ.μ, αντιστοίχως, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της ως άνω δίκης και συνεπώς ως προς αυτά δεν παράγεται δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο από την ως άνω αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.
Στο συμπέρασμα αυτό, ότι δηλαδή τα ως άνω εδαφικά τμήματα των 6,12 και 12,74 τμ δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της ως άνω αγωγής του τότε ενάγοντος (σήμερα εναγόμενου) καταλήγει ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Ο., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 43/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την 17/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, στην υπ' αριθμό ...11-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Επίσης και ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Δ. Κ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας στα πλαίσια της δίκης που άνοιξε με την άνω προηγούμενη αγωγή (...1993), δέχεται στην από 21-11-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι το επίδικο ακίνητο της ως άνω διεκδικητικής αγωγής (...1993) έχει εμβαδόν 205,49 τ.μ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία 1-2- 3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-16-17-18-19-20-23-24-1 στο από Νοεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, δηλαδή δεν περιλαμβάνει σ' αυτό τα δύο επίδικα τμήματα των 6,12 και 12,74 τ.μ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι από την ως άνω αμετάκλητη απόφαση παράγεται δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, τόσο για το επίδικο τμήμα των 205,49 τ.μ., όσο και για τα επίδικα τμήματα των 6,12 και 12,74 τ.μ. ορθά εφάρμοσε το νόμο αναφορικά με το πρώτο επίδικο τμήμα και εσφαλμένα αναφορικά με τα επίδικα τμήματα των 6,12 και 12,74 τ.μ.
Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε η εκκαλούμενη την ύπαρξη δεδικασμένου και για τα ως άνω δύο επίδικα τμήματα των 6,12 και 12,74 τ.μ. πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Επομένως, η έφεση κατά το μέρος αυτό, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί ως προς αυτό η εκκαλούμενη και η ένδικη αγωγή, ως προς το αντίστοιχο μέρος της, να κρατηθεί προς εκδίκαση κατ' ουσίαν στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ως προς το ως άνω μέρος της, είναι αναγκαία ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής (ως προς το ίδιο μέρος της), γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας, δοθέντος ότι η νέα αιτιολογία οδηγεί σε διαφορετικής έκτασης δεδικασμένο από εκείνο της εκκαλούμενης απόφασης ...
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Τα εδαφικά τμήματα των 6,12 και 12,74 τ.μ. αντιστοίχως, αποτελούν τμήματα του μείζονος περιαυλίου ή άνω κηπαρίου, εμβαδού 224,35 τ.μ., που παραχωρήθηκε άτυπα από την Μ. Β. στον ενάγοντα το έτος 1969, όπως προαναφέρθηκε, και στη συνέχεια η ίδια του το μεταβίβασε και τυπικά με το υπ' αριθμ. .../16-3-1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α.
Β., που έχει νόμιμα μεταγράφει. Στο συμπέρασμα ότι τα ως άνω εδαφικά τμήματα συμπεριλαμβάνονται στο περιαύλιο ή άνω κηπάριο, που με το ανωτέρω συμβόλαιο μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα, καταλήγει και ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Ο. στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Τα ως άνω εδαφικά τμήματα των 6,12 και 12,74 τ.μ.
ο ενάγων τα νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1969 που η Μ. Β. του τα παραχώρησε ως τμήματα του μείζονος περιαυλίου ή άνω κηπαρίου ασκώντας σ' αυτά τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και θέση τους. Συγκεκριμένα, στο εδαφικό τμήμα των 6,12 τ.μ., που συνορεύει ολόγυρα με τον τοίχο της οικίας του ενάγοντος, ιδιοκτησία κληρονόμων Σ.
Β. και ιδιοκτησίες ενάγοντος και εναγομένου, υπάρχουν δύο ανοίγματα (παράθυρα) της οικίας του, ενώ κάτω από την επιφάνεια του εδάφους διέρχονται οι σωλήνες ύδρευσης της οικίας του και υπάρχει ο διακόπτης της παροχής του νερού. Επίσης, με το υπ' αριθμ. .../16-9-1983 συμβόλαιο διανομής, της συμβολαιογράφου Κερκύρας Α.
Μ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι διάδικοι προέβησαν σε διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων της μητέρας τους Χ. Τ.-Α., που απεβίωσε στις 24-4-1981, και συνέστησαν στο επίδικο αυτό τμήμα δουλεία διόδου υπέρ του όμορου ακινήτου του εναγομένου δεδομένου ότι η εδαφική αυτή λωρίδα ήταν η μοναδική διέξοδος του εναγομένου από την οικία του στο κάτω κηπάριο που περιήλθε με τη διανομή σ' αυτόν.
Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το ως άνω εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα του χώρου της περγουλιάς, που περιήλθε σ' αυτόν με το ανωτέρω συμβόλαιο διανομής απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ. 1138/1994 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη...
αναγνωρίστηκε ο ενάγων νομέας του τμήματος αυτού. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι το επίδικο τμήμα των 6,12 τ.μ. έχει έκταση 7,85 τ.μ., γιατί περιλαμβάνεται σ' αυτό και εδαφική λωρίδα, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία Ν.Μ.Λ.Ξ. στο από Απρίλιο του 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Π..
Ο ισχυρισμός αυτός απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος, αφού η εδαφική αυτή λωρίδα δεν αποδείχθηκε ότι αποτελεί τμήμα του περιαυλίου ή άνω κηπαρίου, που μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα με το προαναφερόμενο .../16-3-1978 συμβόλαιο αγοράς. Στο από Μάρτιο του 1978 τοπογραφικό διάγραμμα, του πολιτικού μηχανικού Σ. Β., που επισυνάφθηκε στο ως άνω συμβόλαιο αγοράς, η εν λόγω εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στο περιαύλιο ή άνω κηπάριο που περιήλθε με αυτό στον ενάγοντα, αλλά αποτελεί τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας (περγουλιάς) του εναγόμενου.
Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νεμόταν αυτή με διάνοια κυρίου. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι αυτή αποτελεί τμήμα της περγουλιάς, που περιήλθε στη νομή του εναγομένου άτυπα με το από 16-1-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, με το οποίο οι διάδικοι διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους. Στη συνέχεια, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../16-9-1983 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κερκύρας Α.
Μ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία οι διάδικοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους και ακολούθησε το υπ' αριθμ. .../16-9-1983 συμβόλαιο διανομής της άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία της, επικυρώνοντας την ως άνω άτυπη διανομή. Από τότε (1982) ο εναγόμενος νεμόταν την περγουλιά, τμήμα της οποίας αποτελούσε η επίδικη εδαφική λωρίδα, ασκώντας σ' αυτή όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό της και ειδικότερα τη χρησιμοποιούσε ως προαύλιο της οικίας του, καλλιεργούσε σ' αυτή κηπευτικά και γενικά την επιτηρούσε και την επέβλεπε.
Στα πλαίσια δε της καλής σχέσης που είχε τότε με τον ενάγοντα του είχε επιτρέψει να τσιμεντοστρώσει μέρος αυτής (εδαφικής λωρίδας) για προστασία των θεμελίων της οικίας του (ενάγοντος), χωρίς ποτέ ο ενάγων να έχει ασκήσει επ' αυτής πράξεις νομής με διάνοια κυρίου. Αντίθετα επί της τσιμεντοστρωμένης αυτής εδαφικής λωρίδας ο εναγόμενος είχε αναπτύξει γλάστρες με καλλωπιστικά φυτά και κατείχε αυτή με διάνοια κυρίου.
Σημειωτέον, ότι με την υπ' αριθμ. 68/2010 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία δεν, αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, ο εναγόμενος αναγνωρίστηκε νομέας του χώρου της περγουλιάς, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη ως άνω εδαφική λωρίδα. Κατ' ακουλουθίαν, ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα στην ως άνω επίδικη εδαφική λωρίδα, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία Ν.Μ.Λ.Ξ.
στο από Απρίλιο του 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Π., με παράγωγο τρόπο ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και το εδαφικό τμήμα των 12,74 τ.μ., που χωριζόταν από το κάτω κηπάριο, που ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου, με οχτιά, ο ενάγων το φρόντιζε και το επέβλεπε, ως μέρος του μείζονος περιαυλίου ή άνω κηπαρίου που είχε περιέλθει σ' αυτόν.
Όλες οι παραπάνω ενέργειες στα επίδικα τμήματα των 6,12 και 12,74 τ.μ. γινόταν από τον ενάγοντα φανερά χωρίς ποτέ οι αδελφές να διαμαρτυρηθούν και να εναντιωθούν και συνεπώς δικαιολογημένα δημιουργήθηκε σ' αυτόν η πεποίθηση με την υπογραφή και μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου ότι απέκτησε την κυριότητα των επίδικων τμημάτων.
Η καλή πίστη του ενάγοντος προκύπτει και από το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν συμπεριέλαβαν το περιαύλιο ή άνω κηπάριο, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα, στο από 16-1-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτοί διένεμαν την κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους Χ. Τ. - Α.. Ακολούθως δεν συμπεριέλαβαν αυτό τόσο στην υπ'αριθμ..../16-9-1983 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Κερκύρας Α.
Μ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους, όσο και στο υπ' αριθμ. .../16-9-1983 συμβόλαιο διανομής της άνω συμβολαιογράφου που ακολούθησε, με το οποίο διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία της, αποδεχόμενοι με τον τρόπο αυτό ανήκε στην κυριότητα του ενάγοντος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου διανομής ήταν παρούσα και η Α.
Κ., αδελφή της μητέρας των διαδίκων, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, η οποία καμιά αντίρρηση δεν πρόβαλε και δήλωσε ότι κανένα δικαίωμα δεν έχει στα κληρονομιαία ακίνητα και παραιτείται από οποιαδήποτε δικαίωμα διεκδίκησής τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με την υπ' αριθμ. .../13-7-1992 συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμ. ..., αρ....) αποδέχθηκε το 1/2 (1/6) εξ αδιαιρέτου του ποσοστού συγκυριότητας της μητέρας του (1/3) στο επίδικο περιαύλιο-άνω κηπάριο.
Κατ' ακολουθίαν, ο ενάγων έγινε κύριος των ως άνω επίδικων τμημάτων των 6,12 και 12,74 τ.μ. και ειδικότερα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με το υπ' αριθμ. .../16-3-1978 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Β., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με αιτία την αγορά, αφού η Μ. Β. κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν συγκυρία αυτών κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, διότι νεμόταν αυτά με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο του υπ' άριθμ .../16-3-1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α.
Β., που έχει νόμιμα μεταγράφει, από το έτος 1978 μέχρι τον Μάιο του 1992 (το τμήμα των 6,12 τ.μ.) και Αύγουστο του 1991 (το τμήμα των 12,74 τ.μ.), που ο εναγόμενος τα κατέλαβε και τον απέβαλε από τη νομή τους. Με την κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα στα τμήματα αυτά, κατά το ανωτέρω ποσοστό με τακτική χρησικτησία, αποσβέστηκε η συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, που απέκτησε ο εναγόμενος σ' αυτά από κληρονομιά της μητέρας του, συγκυρίας σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτών, με την ως άνω συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία (συγκυριότητα) ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου της, αφού η χρησικτησία αποτελεί πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας.
Ακόμη, αποδείχθηκε ότι τον Μάιο του 1992 ο εναγόμενος τοποθέτησε πόρτα (πορτόνι) στην αρχή του εδαφικού τμήματος των 6,12 τ.μ. και συγκεκριμένα στα στοιχεία 20.23 του από Δεκεμβρίου του 2015 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Γ. Ο. και έτσι τον απέβαλε από την νομή του στο τμήμα αυτό. Επίσης, τον Αύγουστο του 1991, κατέλαβε το τμήμα των 12,74 τ,μ., και το περιέφραξε αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τον ενάγοντα από τη νομή του.
Συνεπώς, η διεκδικητική αγωγή ως προς τα ανωτέρω επίδικα τμήματα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσης. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου... και εντεύθεν και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει εκ νέου την κρινόμενη αγωγή και α) να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της υπ' αριθμ. .../13-7-1992 συμπληρωματικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Μ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, και της μεταγραφής αυτής και ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος στην επίδικη οικία, εμβαδού 47,38 τ.μ., β) να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, ως προς το επίδικο ακίνητο (περιαύλιο-άνω κηπάριο), εμβαδού 224,35/τ.μ. και γ) να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η διεκδικητική- αγωγή ως προς τα δυο εδαφικά τμήματα του περιαυλίου-άνω κηπαρίου, εμβαδού 6,12 και 12,74 τ.μ....".
4. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου καθώς και τους δεύτερο, τρίτο τέταρτο, πέμπτο έβδομο και δέκατο τέταρτο κατά ένα μέρος λόγους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών, για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρ 559 αρ 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο), διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 323, 324 και 425 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι μολονότι από τις 33/2001, 88/2002 και 1255/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, του Εφετείου Κέρκυρας και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, που εκδόθηκαν επί της από 5-6-1993 διεκδικητικής αγωγής του κατά του αναιρεσίβλητου υφίσταται δεδικασμένο, κατά το οποίο ολόκληρο το περιαύλιο ή άνω κηπάριο του επίδικου ακινήτου που φέρεται ότι πωλήθηκε από τη Μ.
Β. στον αναιρεσίβλητο, δυνάμει του .../16-3-1878 συμβολαίου του Σ/φου Κέρκυρας Αθ Β. που έχει νόμιμα μεταγραφεί, έχει πραγματικό εμβαδόν 205,42 τμ, εν τούτοις, κατά παράβαση του δεδικασμένου αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το πιο πάνω κηπάριο έχει εμβαδόν 224,35 τμ, ότι κύριος αυτού είναι ο αναιρεσίβλητος και ότι αυτό αποτελείται από τρία τμήματα εμβαδού 205,49 τμ, 6,12 τμ και 12,72 τμ, αντίστοιχα, ενώ τα δύο τελευταία εδαφικά τμήματα δεν ανήκουν στην φερόμενη πωλήτρια Μ.
Β., αλλά στην κυριότητα του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, ενώ υφίσταται δεδικασμένο σχετικά με την έκταση των 205,49 τμ (ότι αυτό αποτελεί το όλο περιαύλιο ή άνω κηπάριο του επιδίκου ακινήτου), καθώς και ότι η μεταβίβαση μείζονος οικοπέδου 278 τμ που μεταβιβάστηκε από την Μ.Β. δυνάμει του άνω συμβολαίου στον αναιρεσίβλητο αποτελεί προσάρτηση σ'αυτό ορισμένων (ξένων προς την φερόμενη πωλήτρια) γειτονικών ιδιοκτησιών, κατά παράβαση αυτού του δεδικασμένου η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι το περιαύλιο ή άνω κηπάριο περιλαμβάνει και τα εδαφικά τμήματα των 6,12 τμ και 12,74 τμ, των οποίων απέκτησε την κυριότητα ο αναιρεσίβλητος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του άνω συμβολαίου, νόμιμα μεταγραμμένου και κατά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, διότι τα νεμόταν με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το άνω συμβόλαιο, από το έτος 1978 μέχρι τον Μάιο 1992 το πρώτο και μέχρι τον Αύγουστο 1991 το δεύτερο, εδαφικό τμήμα, όταν o αναιρεσείων τα κατέλαβε και τον απέβαλε (τον αναιρεσίβλητο) από την νομή τους, ενώ, αν είχε λάβει υπόψη του το δεδικασμένο από τις άνω αποφάσεις έπρεπε να δεχθεί ότι το μεν τμήμα εμβαδού 6,12 τμ βρίσκεται στον χώρο της περγουλιάς, η οποία του ανήκει (του αναιρεσείοντα), το δε τμήμα των 12,74 τμ βρίσκεται στο χώρο του κάτω κηπαρίου, ο οποίος ομοίως του ανήκει όπως αποδεικνύεται και από την πραγματογνωμοσύνη του Δ.
Κ....
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα ως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας την από 5-6-1993 διεκδικητική αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του εδαφικού τμήματος του περιαυλίου εμβαδού 205,49 τμ με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας των διαδίκων Χ. Τ.-Α., που ήταν συγκυρία αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε με την αναφερόμενη στην πιο πάνω αγωγή πράξη αποδοχής κληρονομιάς και την μετέγραψε και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος νυν αναιρεσίβλητος να του το αποδώσει. Στη δίκη εκείνη ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος πρότεινε την ένσταση ιδίας κυριότητας για το άνω εδαφικό τμήμα με τακτική χρησικτησία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 33/2001 ήδη αμετάκλητη απόφαση του άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την άνω ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου. Από την ανωτέρω απόφαση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, δημιουργήθηκε δεδικασμένο μόνο για την έκταση αυτή εμβαδού 205,49 τμ, και όχι για τις εκτάσεις των 6,12 τμ και 12,74 τμ, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της πιο πάνω δίκης.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
4.Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Όμως δεν συνιστούν έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432-449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 861/1994) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015, ΑΠ 792/1993) καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που τις συνοδεύουν (ΑΠ 1106/2014,1914/2014).
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το τοπογραφικό διάγραμμα (σχετ.θ') του πραγματογνώμονος Γ. Ο. κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ 20 ΚΠολΔ, δηλαδή, ότι η προσβαλλομένη αντί μετά τον αριθμό … του τοπογραφικού θ' να αναφέρει τους αριθμούς 3,4,5,6,7,,8, μετά το 26 δεν προχωρά προς το 3', αλλά αναφέρει τους αριθμούς 10,11,12,13,14,15,16,17,18,19,20,21,23,24,1, έτσι ώστε να προστεθεί αυθαιρέτως στην όλη έκταση του περιαυλίου των 205,49 τμ η επιπλέον έκταση των 6,12 τμ και 12,74 τμ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι το αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα δεν αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια του άρθ 559 αρ 20 ΚΠολΔ, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αλλά και από το ίδιο το εν λόγω προσκομιζόμενο διάγραμμα, αυτό συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο πιο πάνω πραγματογνώμονας που διορίστηκε με την 43/2013 απόφαση σε συνδυασμό με την 17/2014 απόφαση του πιο πάνω Εφετείου.
5. Περαιτέρω κατά τον αριθμό 11 (γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικονομική πεποίθηση για τη βασιμότητα των λυσιτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή, εκείνων που επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002) οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα και χρήσιμα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία, των, κατ' είδος, αποδεικτικών, του άρθρου 339 ΚΠολΔ, μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, μαρτυρικές καταθέσεις κλπ).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 282/2014).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση (αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, β) η επίκληση και προσκομιδή στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1065/2014).
Περαιτέρω, προκειμένου για δικαστική (ή εξώδικη) ομολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 (γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010).
Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 1177/2018). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή ο απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008).
Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία, αφού αυτή εκτιμάται ελευθέρως (ΑΠ 622/2018).
Με τους όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο και δέκατο τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 11γ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι αν και επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου 1)την 2192/1996 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας με την οποία αθωώθηκε για τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατά συρροή και απάτης και διδόταν απάντηση στις παραδοχές της 134/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας ότι δεν συμπεριλήφθηκε το περιαύλιο στο συνταχθέν .../1983 συμβόλαιο διανομής της Σ/φου Κέρκυρας Α.
Μ. -Κ., 2)την εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου που περιέχεται στην από 16-8-1991 εξώδικη δήλωση που του επιδόθηκε στις 4-8-1991 με την οποία ομολογεί ότι δια του .../1978 συμβολαίου του Σ/φου Κέρκυρας Α. Β. απέκτησε από τη θεία τους Μ. Β. μια μονώροφη οικία με το 1/3 εξ αδιαιρέτου του συνεχόμενου περιαυλίου χώρου, 3)την ...1993 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας της Μ.
Β. όπου καταθέτει ότι " Το υπ' αριθ. .../16-7-1992 συμβόλαιο του Συμβ/φου Γ. Ζ. διά του οποίου εδώρησα στον Σ. Τ. του Κ. το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου (...) εκτάσεως περίπου 120 τ.μ. είναι απόλυτα έγκυρο και ισχυρό. Επίσης ότι με το υπ' αριθ. .../1978 συμβόλαιο του Κερκύρας Α. Β. παραχώρησα ΔΩΡΕΑΝ στον άλλο ανεψιό μου Δ. Α.
το σπίτι μου στον ... και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του συνεχομένου αυτού (...) που μου ανήκαν με το .../1939 Συμβολαιογραφικό Προσύμφωνο διανομής του Συμβ/φου Κερκύρας Γ. Π.. Τα δικαιώματα μου επι του άνω Συμβολαιογραφικού Προσυμφώνου διανομής στην ... δεν υπάρχουν πλέον, διότι τα έχω από πολύ καιρό πάρει όταν προέκτεινα την οικοδομή μου και συγκεκριμένα τον περιγραφόμενο στο άνω συμβόλαιο μικρόν ορνιθώνα.
Επομένως όπως είναι σήμερα η ... και ο υπάρχον ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ που αποτελούν ΕΝΙΑΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ουδέποτε ανήκε εις εμέ και ανήκει κατά κυριότητα στον ανεψιό μου Σ. Τ., 4) την 452/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας με την οποία απηλλάγη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και, 5) τις ένορκες καταθέσεις ενώπιον Εισηγητή Δικαστή της θείας των διαδίκων Α.
Α. - Κ. (που δόθηκαν σε άλλη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η 33/2001 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας), η οποία: α)την 9-11-1995, μεταξύ των άλλων, κατέθεσε και τα κάτωθι: "Ο Σ. Τ. στη θέση του παλιού πορτονιού έβαλε καινούργιο πορτόνι πριν ξεκινήσουν οι φασαρίες. Μετά ο Δ. Α. το έβγαλε δεν θυμάμαι πότε.
Το πορτόνι που έβαλε ο Σ. Τ. και έβγαλε ο Α. ΜΠΗΚΕ εκεί που είναι η ΚΟΛΩΝΑ και ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ η προέκταση της ...Σ στν ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΙΟ Πορτόνι που προανέφερα". "Από το πορτόνι και κάτω είναι ο δρόμος που περνάει ο Τ. και πάει στον κήπο του στη θέση "..." ή "..." όπως ονομάζεται ο κήπος". "Μετά το μουράγιο (μαντρότοιχο) του Τ.
που προανέφερα υπάρχει ιδιοκτησία των κληρονόμων του Σ. Β."."Το ΑΝΩ ΚΗΠΑΡΙΟ ανήκε και εις τις τρεις αδελφές όπως προανέφερα Κάθε μία από τις αδελφές είχε 1/3 από το ΑΝΩ ΚΗΠΑΡΙΟ", β) την 2 Ιουνίου 1999, μεταξύ των άλλων, καταθέτει και τα κάτωθι "Στο συμβόλαιο η αδελφή μου η Μ. στο οποίο δεν ήμουν παρούσα χάρισε αυτή το σπίτι της στον ...
και το 1/3 του ... στον Δ. Α.. Εγώ είχα πάει στον Συμβολαιογράφο αλλά κατά την σύνταξη και υπογραφή του Συμβολαίου δεν ήμουν μπροστά ήμουνα έξω με τις γραμματείς του Συμβ/φου... ο Δ. Α. ΓΝΩΡΙΖΕ ότι η αδελφή μου Μ. είχε στην κυριότητα της το 1/3 του ..." -"Η αδελφή μου Μ. δεν γνωρίζω πως του μεταβίβασε το 1/3 της στον Δ.
Α., αλλά όταν ήλθε σπίτι μου είπε ότι το χάρισε στο Δ., χάρισε το σπίτι αυτό που μένει ο Α. και το 1/3 του ......Δεν γνωρίζω εάν στο συμβόλαιο που υπέγραψε η Μ. Β. με τον Ι. για λογαριασμό του γιού του Δ. αν αναγράφεται ολόκληρο" και 7) το από 16-1-1982 συμφωνητικό κληρονομηθείσας περιουσίας (της μητέρας των διαδίκων) με βάση το οποίο συνετάγη στη συνέχει το .../16-9-1983 συμβόλαιο της Σ/φου Κερκύρας Α.
Μ. -Κ..
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω δικαστήριο, ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και <από τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων>, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το περιέχον την επικαλούμενη εξώδικη ομολογία καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
6. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του (ΑΠ 1283/2013, ΑΠ 443/2011).
Με τους έκτο και δέκατο τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, αν και με τις προτάσεις του προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας, ως προς την έκταση των 12,74 τμ, ισχυριζόμενος ότι αποτελεί μέρος του ακινήτου του συνολικού εμβαδού 35,49 τμ, το οποίο βρίσκεται στο κάτω κηπάριο και περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει των .../16-9-1983 και .../1992 συμβολαίων των συμ/φων Κέρκυρας Α. Μ.-Κ. και Γ. Ζ., νόμιμα μεταγραμμένων, αντίστοιχα, το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη του και τον διατάσσει να το αποδώσει στον αναιρεσίβλητο. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας επί του εδαφικού τμήματος 6,12 τμ, το οποίο ανήκει ανέκαθεν στο χώρο της αυλής της οικίας του και αποτελεί προέκταση αυτού.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, καθόσον στηρίζονται σε ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος -εκκαλούντος -εναγομένου οι οποίοι έπρεπε να είχαν προταθεί από αυτόν στο Εφετείο με λόγους έφεσης και όχι με τις προτάσεις του, όπως ο ίδιος επικαλείται. Σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε, αφού δέχθηκε ανελέγκτως μεταξύ άλλων, ότι <ο ενάγων έγινε κύριος των άνω επίδικων τμημάτων των 6,12 τμ και 12,74 τμ και ειδικότερα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο και 2/3 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας ...Με την κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα στα τμήματα αυτά... κατά το ανωτέρω ποσοστό με τακτική χρησικτησία, αποσβέστηκε η συγκυριότητα ...που απέκτησε ο εναγόμενος σ'αυτά από κληρονομιά της μητέρας του... με την ως άνω συμπληρωματική δήλωση κληρονομιάς (το έτος 1992), η οποία συγκυριότητα ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου της, αφού η χρησικτησία αποτελεί πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας ...>.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προσάπτει ο αναιρεσείων με τον δέκατο τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 8 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη Α.α) ως προς το εδαφικό τμήμα εμβαδού 6,12 τμ, τις 77/2007 και 68/2010 ήδη αμετάκλητες αποφάσεις του Εφετείου Κέρκυρας, με τις οποίες κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος <ουδέν ιδιοκτησιακό δικαίωμα έχει επί της αυλής της οικίας μου ή του χώρου της ...Σ, β)τις από 11/3/1997 και από 2/3/1999 ένορκες καταθέσεις της θείας τους Α.
Α. - Κ. <περί της απολύτου κυριότητας του επί του διαδρόμου - προέκτασης του χώρου της ...Σ, γ) τις διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα Κ., ο οποίος έκρινε ότι < ολόκληρος ο διάδρομος ανήκει σ' εκείνον (αναιρεσείοντα), δ)τις προτάσεις του στις οποίες ανέφερε ότι < το τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Β. Σ. που συνάπτεται εις συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Μ.Α. - Β.
προς τον Δ. Α. έχει κριθεί (αμετακλήτως) δια της υπ'αριθμ 452/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας ότι είναι ανυπόγραφο από την φερόμενη ως πωλήτρια και Β) ως προς το εδαφικό τμήμα εμβαδού 12,74 τμ: α)το .../1992 συμβόλαιο του συμβ/φου Κέρκυρας Γ. Ζ. <το οποίο αφορούσε δωρεά εν ζωή σ'αυτόν (αναιρεσείοντα) της θείας του Μ.
Α. - Β. του 1/3 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της επί του ...Υ ... όπου καθορίζεται επακριβώς η οριοθέτηση μεταξύ του ...Υ (του) και του επίδικου (... ...) κατεχομένου υπό του αντιδίκου... και το κατ' αυτό διεδικούμενο τμήμα ευρίσκεται εντός του δια του συμβολαίου αυτού χώρου, ο οποίος ανήκει στην απόλυτο κυριότητά του ...>, β)την 33/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, η οποία επικυρώθηκε με την 88/2002 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας <όπου γίνεται σαφής οριοθέτηση του επίδικου ......και το αναφερόμενο υπό του αντιδίκου ως καταπατηθέν τμήμα ...
είναι εντός της ιδιοκτησίας του (αναιρεσείοντος), είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι δεν αποτελούν <πράγματα>, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ8 ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη.
Τέλος, ο δέκατος τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι "αρνήθηκε να υπακούσει εις το Σύνταγμα, αλλοιώνοντας θεμελιώδεις αρχάς και θεσμούς του πολιτεύματος (αρθ 2,4,17,20,25,87 και 93 Σ), διότι παραβίασε το δεδικασμένο της 33/2001 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ως προς την οριοθέτηση των επίδικων εδαφικών τμημάτων, τα οποία δεν ανήκουν εις την κυριότητα Αλαμάνου (αναιρεσιβλήτου) αλλά σε ξένη προς αυτόν γειτονική ιδιοκτησία, ήτοι αυτόν (αναιρεσείοντα)", είναι κατά το σκέλος που αναφέρεται στην άρνηση υπακοής στο Σύνταγμα, απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται η επικαλούμενη πλημμέλεια στους αναιρετικούς λόγους που ορίζονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ενώ κατά το σκέλος που αναφέρεται στην παραβίαση του δεδικασμένου της πιο πάνω αμετάκλητης απόφασης, ο λόγος είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην πιο πάνω υπ' αριθ. 2 σκέψη της παρούσας.
7. Με τον δέκατο πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα με τις προτάσεις του ένσταση ιδίας κυριότητας επί του διεκδικούμενου από τον αναιρεσίβλητο ..., έχοντος έκταση κατά την 134/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας 270,51 τμ, κατά την προσβαλλόμενη 70/2017 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας 224,36 τμ και κατά την υπ' αριθ. 33/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας 205,49 τμ.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπ' αριθ. 6 σκέψη. Περαιτέρω, όμως, από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση και την απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου για την έκταση των 205,49 τμ υπάρχει δεδικασμένο από την 88/2002 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της 33/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, καθώς και ότι, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κύριος της υπόλοιπης εδαφικής έκτασης, δηλαδή, των εδαφικών τμημάτων, εμβαδού 6,12 τμ και 12,74 τμ, αντίστοιχα, κατέστη ο αναιρεσίβλητος κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο, δηλαδή, με συμβόλαιο και μεταγραφή από τη Μ.Β.
και κατά το λοιπό 2/3 εξ αδιαιρέτου με τακτική χρησικτησία. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει ν'απορριφθεί η ένδικη αναίρεση και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο κατ'άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν ελλείψει αιτήματος, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-8-2018 αίτηση αναίρεσης του Σ. Τ. κατά της 70/2017 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ