488/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. µε το άρθρο 1, άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015), 96 §§ 1, 2 και 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικ. µε το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011 και προστέθηκε στην παρ. 3 αυτού δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017), και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.
Legislator headnote
AI generated488/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6§20 Ν. 3029/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138§8 Ν. 3655/2008, οι αυτοτελείς κλάδοι Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ. με κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών, με την ίδια δε απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 488 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Ν. Ι. του Α., κατοίκου ..., 3)Π. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 4)Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 5)Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 6)Μ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., 7)Φ. - Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 8)Δ. Ο. του Α., κατοίκου ..., 9)Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 10)Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 11)Ζ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 12)Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 13)Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 14)Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 15)Μ. Π. - Σ. του Σ., κατοίκου ..., 16)Η. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 17)Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 18)Γ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 19)Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κώτση, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 879/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1897/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/9/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. µε το άρθρο 1, άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015), 96 §§ 1, 2 και 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικ. µε το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011 και προστέθηκε στην παρ. 3 αυτού δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017), και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση.
Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν μετέχει, νοµίµως, στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος µε πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Και αν µεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εµφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής οµοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί, νοµίµως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νοµίµως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τέλος, αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείµενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 29-9-2017 αίτηση αναίρεσης με κλήση των αναιρεσειόντων. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες.
Κατ` αυτήν οι αναιρεσείοντες φέρονται ως εκπροσωπούμενοι από τον παρασταθέντα δικηγόρο Αθηνών Φώτιο Κώτση. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός του ο δικηγόρος αυτός προσκομίζει και επικαλείται συμβολαιογραφικά πληρεξούσια όλων των αναιρεσειόντων, από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα για την κατάθεση, συζήτηση και λοιπές δικαστικές ενέργειες που αφορούν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πλην του δεκάτου αναιρεσείοντος Ι.
Α. του Α., ως προς τον οποίο ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του παραστάντος δικηγόρου ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ως δικονομικώς απών. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας και δη από την …76/28-6-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών ναι μεν προκύπτει νόµιµη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από τους εκπροσωπηθέντες από πληρεξούσιο δικηγόρο αναιρεσείοντες και επίδοση της αιτήσεως και κλήσεως προς το αναιρεσίβλητο, όμως δεν αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι ο απολειπόμενος άνω αναιρεσείων, ο οποίος θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, ότι κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα, για να παραστεί στην παρούσα δικάσιµο από τους ομοδίκους του ή το αντίδικό του-αναιρεσίβλητο, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προσκοµίζουν, τέτοια έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόµενης κλήσης και προς τον απολειπόμενο άνω αναιρεσείοντα για συζήτηση στη δικάσιµο αυτή.
Πρέπει, εποµένως, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτόν και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση(Ολ.ΑΠ 7/2008). 2. Η από 29-9-2017 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 500123/2017) αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, και κατά της 1897/2016 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(δικάζοντος ως Εφετείο), η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης εφέσεως του εναγομένου κατά της 879/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 17-6-2009 αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559(560) αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων (Ολ.ΑΠ 32/1995).
Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α` 160) προβλέφθηκε η μετατροπή του αναιρεσείοντος Ταμείου από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η Φ.80000/30226/ 1366/2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β` 27), με την οποία μετατράπηκε το Ταμείο αυτό σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (περ.
Α`) και εγκρίθηκε το Καταστατικό του (περ. Γ`). Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Καταστατικού ορίστηκε ότι Επωνυμία του Ταμείου είναι "...". Ο εν λόγω Κανονισμός, όπως ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με τις 767/1975, 790/1976, 792/1977, 851/1981, 896/1984 και 899/1984 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της …., ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: "Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των μελών του δια της παροχής εφ` άπαξ αποζημιώσεως είτε εις αυτά, είτε εις τα υπ` αυτών ή κατά το άρθρον 6 οριζόμενα πρόσωπα".
Στο δε άρθρο 5 παρ. 1, ο ως άνω Κανονισμός ορίζει ότι: "Πόροι του Ταμείου είναι: Α. Εισφορά των μελών: α) 4,5% πάνω στο σύνολο των τακτικών αποδοχών. Τακτικές αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός μαζί με τις προσαυξήσεις στον ίδιο βαθμό ή το ποσό του μισθολογικού κλιμακίου με τις τυχόν προσαυξήσεις, τα γενικά επιδόματα, δηλαδή πολυετίας, γάμου, τέκνων ή επιστημονικού τίτλου, ξένης γλώσσας..., β) 4,5% επί της υπό της Τραπέζης καταβαλλομένης αυτοίς αποζημιώσεως λόγω υπερωριακής εργασίας, γ) 4,5% πάνω σε κάθε άλλη αμοιβή πέρα από τις ως άνω περιπτώσεις α και β, εκτός εάν πρόκειται για παροχές, για τις οποίες λόγω της φύσης τους η Τράπεζα δεν παρακρατεί εισφορές υπέρ του Ταμείου.
Β. Εισφορά 4,5% υπό της …. επί πασών των κατά την προηγουμένην παράγραφον αποδοχών του Προσωπικού. Η εισφορά αύτη θα καταβάλλεται εις το Ταμείον ομού μετά της εισφοράς των μελών αυτού. Γ. Αι πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. Δ. Πάσα χαριστική προς αυτό παροχή". Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 2084/1992 (Α` 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ` Κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους του νόμου, με τίτλο του Μέρους "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993", ορίζεται ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξ άλλου, ο ίδιος νόμος στο άρθρο 57 του Δ` Κεφαλαίου του Τέταρτου Μέρους του, με τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992", ορίζει τα εξής: "1. Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών ..., του Ο.Τ.Ε..., που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.
Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. 2.... 3.
Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά.
Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων".
Κατ` εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης της παρ. 4 εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα η 7/οικ.1231/ 1.6.1993 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β` 404), οι 7/οικ.1490/24.8.1994 (Β` 653) και 7/οικ.1237/6.7.1995 (Β` 646) αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι Φ7/οικ.1251/1.8.1996 (Β` 702) και Φ.7/οικ.1343/28.7.1997 (Β` 680) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1996 και 1997, αντιστοίχως.
Από τις εκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το παρεχόμενο από το αναιρεσίβλητο Ταμείο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού (καθ` όλο το χρόνο ασφάλισης των αναιρεσειόντων), το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Ταμείου σχηματιζόταν μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους. Ειδικότερα, το κεφάλαιο αυτό σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε την 1η.1.1993 και έως την έξοδο των αναιρεσειόντων από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της Τράπεζας μειώνονταν συνεχώς.
Και ναι μεν στις περιπτώσεις Γ και Δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπονται ως πόροι του Ταμείου, πλην των ασφαλιστικών εισφορών, και άλλα έσοδα (οι πρόσοδοι, γενικά, της περιουσίας του και κάθε χαριστική παροχή προς αυτό), τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορεί να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του Ταμείου.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο Ταμείο εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξ άλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης σταθμίσεως, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτός, και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (βλ.
ΑΕΔ 4/2007, Ολ.ΑΠ 17/2005, ΣτΕ 3311/2008). Επίσης με το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 ορίζεται ότι: "1. Το δικαίωμα εις σύνταξιν και εφ` άπαξ παροχήν παρά των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, είναι απαράγραπτον. 2. Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί των μέχρι της ισχύος του παρόντος νόμου, παραγραφέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, έστω και αν εξεδόθη απορριπτική απόφασις, των οικονομικών αποτελεσμάτων επερχομένων από της υποβολής, μετά την ισχύ του παρόντος, της σχετικής αιτήσεως. 3.
Πάσα αντίθετος διάταξις καταργείται". Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 31 του Ν. 1027 /1980, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργήθηκαν οι προϋφιστάμενες διατάξεις των κατ` ιδίαν ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίες έτασσαν χρονικούς περιορισμούς για την υποβολή αιτήσεως απονομής συντάξεως ή εφάπαξ παροχής και έτσι, στο εξής, η ενάσκηση του δικαιώματος για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς .
Από τις διατάξεις όμως αυτές δεν συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού θεσπίστηκε και το απαράγραπτο των αξιώσεων που απορρέουν από τα ανωτέρω δικαιώματα που δεν αποσβέσθηκαν, καθόσον ναι μεν το δικαίωμα για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε, η απορρέουσα όμως από το δικαίωμα αυτό αξίωση, για την καταβολή της εφάπαξ παροχής υπόκειται στην προβλεπόμενη από το νόμο παραγραφή.
Εφόσον δε, δεν θεσπίζεται βραχύτερη, από ειδική διάταξη του καταστατικού του ασφαλιστικού οργανισμού που παρέχει την εφάπαξ παροχή, παραγραφή, η σχετική αξίωση υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, ούτε στην παραγραφή που θεσπίζεται με το άρθρο 48 ν.
δ. 496/1974," Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως ισχύει, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί που εποπτεύονται από το (τότε) Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η εφάπαξ παροχή δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, καθόσον αυτή δεν είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, ούτε "απολαβή", υπό την έννοια της αντιπαροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, ούτε αποτελεί αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά έχει χαρακτήρα έκτακτης, κατά την αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου, οικονομικής του ενίσχυσης από κεφάλαια που σχηματίζονται από κράτηση ποσοστού επί των αποδοχών των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια του χρόνου της υπηρεσίας τους (Ολ.
ΑΠ 4/2001(Ολ. ΑΠ 4/2001,ΑΠ 674/2016, ΑΠ 72/2016, 789/2014, 9/2014),το δε γεγονός ότι η ως άνω εφάπαξ παροχή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές (των υπαλλήλων και του Ασφαλιστικού Οργανισμού) και όχι από άλλους πόρους, δεν μεταβάλλει τη φύση της παροχής αυτής σε μισθό και γενικά σε περιοδική παροχή.
Τέλος, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980, εφαρμόζονται, ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, σε όλους γενικώς τους ασφαλισμένους Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, έστω και αν η παρ.1 του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980 αναφέρεται σε Ασφαλιστικούς Οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, η μνεία του οποίου οφείλεται στο γεγονός ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως των διατάξεων αυτών, οι Οργανισμοί αυτοί υπάγονταν κατά κανόνα στο τότε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Επομένως, το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 έχει εφαρμογή και στους ασφαλισμένους του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "...". 4. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, που ορίζουν ότι : α) οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51παρ. 1), προκύπτει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ ΑΠ 10/2001, ΑΠ 72/2016, 275/2015, 789/2014, 9/2014, 1595/2002, ΣΤΕ 2202/2015, 3028/2014, 2727/2009). 5.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 17-6-2009 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, στο οποίο ετύγχαναν ασφαλισμένοι ως εργαζόμενοι στην "... Α.Ε.", κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησής τους κατέβαλε την προβλεπόμενη από το καταστατικό του εφάπαξ παροχή μειωμένη βάσει του περιορισμού (ανώτατου ορίου) που είχε θέσει η διάταξη του άρθρου 57§3 Ν. 2084/1992, κατά παράβαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας, ζητούσαν μεταξύ άλλων αιτημάτων, αφού αναγνωριστεί ότι η μείωση αυτή είναι παράνομη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο βάσει του καταστατικού τους, να τους καταβάλει ως διαφορά για την ως άνω αιτία, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από το χρόνο εξόδου εκάστου από την υπηρεσία, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την 879/2010 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμες τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, έκανε δεκτή την κύρια βάση της και επιδίκασε στους ενάγοντες ως διαφορές της εφάπαξ παροχής τα εκεί αναφερόμενα ποσά, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το αναιρεσίβλητο και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1897/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάζοντος ως Εφετείο), το οποίο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100§4 του Συντάγματος, 21§1 και 51§§1/2,4 Ν. 345/1976, οι αποφάσεις του Α.Ε.Δ.
είναι αμετάκλητες, αποκλείουν την άσκηση τριτανακοπής κατ' αυτών και ισχύουν έναντι πάντων από τη δημοσίευσή τους στο ακροατήριο, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά. Ειδικότερα, απόφαση του Α.Ε.Δ., με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, ισχύει έναντι πάντων από τη δημοσίευσή της, εκτός αν το Α.Ε.Δ., με ειδική αιτιολογία στην απόφαση του κηρύξει το ανίσχυρο της διάταξης, που κρίνεται αντισυνταγματική, από χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι απόφαση του Α.Ε.Δ., με την οποία κάποια διάταξη τυπικού νόμου κηρύσσεται αντισυνταγματική, ισοδυναμεί με νομοθετική μεταβολή που επάγεται τη μη εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης όχι μόνο έναντι των διαδίκων, αλλά έναντι πάντων, μόνο, όμως, για το μέλλον, εφόσον δεν έχει προσδοθεί ρητώς αναδρομική εφαρμογή στην απόφαση.
Αυτό σημαίνει ότι έννομες σχέσεις, οι οποίες είχαν ρυθμισθεί στο παρελθόν, σε χρόνο κατά τον οποίο η επίμαχη διάταξη δεν είχε, ακόμη, κριθεί αντισυνταγματική, με τρόπο τελειωτικό, ήτοι χωρίς να βρίσκεται σε εκκρεμότητα διοικητική ή δικαστική διένεξη σε οποιοδήποτε επίπεδο, θεωρούνται ως συννόμως ρυθμισμένες και δεν αναβιώνουν, προκειμένου να ρυθμισθούν εκ νέου, με εφαρμογή της μεταβολής που επέφερε η απόφαση του Α.Ε.Δ.
για το μέλλον. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57§§3,4 Ν. 2084/1992, το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι ασφαλιστικοί φορείς Πρόνοιας για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Τυχόν επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος, προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των ασφαλιστικών φορέων, χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από την 1η.1.1993 και μετά, ενώ για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειώνεται ή αυξάνεται, αναλόγως των ετών ασφάλισης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6§20 Ν. 3029/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138§8 Ν. 3655/2008, οι αυτοτελείς κλάδοι Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ. με κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών, με την ίδια δε απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό τους.
Τα εν λόγω ταμεία, με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία υποβάλλεται προς έγκριση στους ίδιους Υπουργούς, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου.
Τέλος, σε εκτέλεση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6§20 Ν. 3029/2002, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Φ.80000/30226/1366/2004 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 27/2004), με την οποία μετετράπη σε Ν.Π.Ι.Δ. το έως τότε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." και εγκρίθηκε το νέο καταστατικό του, στο άρθρο 14§4 του οποίου ορίζεται ότι οι ασφαλισμένοι του ταμείου, οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1η.1.1993 και εισέπραξαν τη δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 57§3 Ν. 2084/1992, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 Ν. 3029/2002.
Επακολούθησε η δημοσίευση των υπ' αριθμ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεων του Α.Ε.Δ., με τις οποίες κρίθηκε αντισυνταγματική η ως άνω διάταξη του άρθρου 57§3 Ν.2084/1992 περί ανώτατου ορίου στην εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, οσάκις αυτή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, πράγμα που συμβαίνει όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο χορηγείται η παροχή, σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές του εργαζόμενου και του εργοδότη.
Με τις εν λόγω αποφάσεις, ωστόσο, το Α.Ε.Δ. δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ στην κρίση του ως προς την αντισυνταγματικότητα της διάταξης για την επιβολή ανώτατου ορίου (πλαφόν) κατά τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος από τα ως άνω ασφαλιστικά ταμεία. ......Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." (καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.), στο οποίο τύγχαναν ασφαλισμένοι οι ενάγοντες ως εργαζόμενοι στην "...
Α.Ε.", κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης κατά τα έτη 1995-2003 τους κατέβαλε την προβλεπόμενη από το καταστατικό του εφάπαξ παροχή μειωμένη βάσει του ανώτατου ορίου που είχε ορίσει η διάταξη του άρθρου 57§3 Ν. 2084/1992. Στη συνέχεια το εναγόμενο, εν όψει της επελθούσας τροποποίησης του καταστατικού του κατά τη μετατροπή του από Ν.Π.Δ.Δ.
σε Ν.Π.Ι.Δ. το έτος 2004, τους κατέβαλε (πλην της 15ης ενάγουσας) συμπληρωματικές παροχές, οι οποίες ωστόσο και πάλι κατά τους ισχυρισμούς τους, υπολείπονταν αυτών που δικαιούνταν με βάση το καταστατικό του εναγόμενου, ήτοι χωρίς την εφαρμογή του πλαφόν της διάταξης του άρθρου 57§3 Ν. 2084/1992, το οποίο στη συνέχεια κρίθηκε αντισυνταγματικό με τις υπ' αριθμ. 3/ 4 και 5/2007 αποφάσεις του Α.Ε.Δ, ζητούσαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τις προκύπτουσες διαφορές.
Πλην όμως, με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η συνταξιοδότηση των εναγόντων και ο υπολογισμός της εφάπαξ παροχής που έλαβαν από το εναγόμενο είχε συντελεστεί πριν από την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 57§3 Ν. 2084/1992, ήτοι υπό νομοθετικό καθεστώς που τότε ήταν εφαρμοστέο, το δε Α.Ε.Δ, στις ως άνω αποφάσεις του, που δημοσιεύθηκαν στις 16.4.2007, δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ.
Επομένως, και με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η έκδοση των αποφάσεων αυτών δεν μπορούσε να έχει συνέπειες στις έννομες σχέσεις, οι οποίες είχαν ρυθμισθεί τελειωτικά, πριν από τη δημοσίευση τους και δεν μπορούσαν να αναβιώσουν, οι δε ενάγοντες εισέπραξαν τα ποσά που τους κατέβαλε το εναγόμενο, είτε αρχικά είτε συμπληρωματικά, χωρίς επιφύλαξη και χωρίς να παραμένει σε εκκρεμότητα κάποια διοικητική ή δικαστική διένεξη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή νόμιμη και περαιτέρω ουσία βάσιμη και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τις διατάξεις της με τις οποίες δέχτηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, να διακρατηθεί και εκδικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, κατ' άρθρο 535§1 ΚΠολΔ, και να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη".
6. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο(ως Εφετείο), το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτή κατ` ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, (που είχε δεχθεί την αγωγή κατά την κυρία βάση της), και στην συνέχεια την εξαφάνισε και απέρριψε την αγωγή και κατά την βάση της αυτή ως μη νόμιμη, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στις με αριθμούς 3 και 4 μείζονες σκέψεις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, με την κρίση του το Δικαστήριο, ότι οι αποφάσεις 3, 4 και 5/2007 του ΑΕΔ, που έκριναν ως αντισυνταγματική την επιβολή από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ανώτατου ορίου επί των εφάπαξ βοηθημάτων( ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος), τα οποία χορηγούνται στους ασφαλισμένους του αναιρεσιβλήτου Ταμείου μετά την 1-1-1993 και έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, δεν καταλαμβάνονται περιπτώσεις που οι σχέσεις τους ρυθμίστηκαν τελειωτικά πριν την έκδοση των αποφάσεων του ΑΕΔ, όπως οι των εναγόντων-αναιρεσειόντων εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις επέχουσες ισχύ νόμου άνω αποφάσεις.
Συγκεκριμένα, διότι η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως των ασφαλισμένων θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτούς (δικαιούχους) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου.
Και στην προκειμένη περίπτωση από τους χρόνους συνταξιοδότησης εκάστου των εναγόντων(με απώτερο χρόνο αποχώρησής τους που αρχίζει από τα έτη 1995 έως 2003) μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (24-6-2009) δεν έχει παρέλθει η εικοσαετία του άρθρου 249 ΑΚ, που απαιτείται για την παραγραφή των σχετικών απαιτήσεων των εναγόντων(που δεν αποτελούν περιοδικό μισθό και δεν εμπίπτουν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ.17 ΑΚ), προς συμπλήρωση της ένδικης εφάπαξ παροχής βάσει των διατάξεων των άρθρων 2,6 και 7 του κανονισμού του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, που ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο, αλλά και της μεταβατικής με αριθμό 14 παρ. 4 διάταξης του νέου Καταστατικού του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου (που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.
Φ.80000/30226/1366/2004 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων), η οποία επίσης χορήγησε την δυνατότητα στους ασφαλισμένους του αναιρεσιβλήτου Ταμείου, που απεχώρησαν μετά την 1-1-1993 και κατά την αποχώρησή τους εισέπραξαν μειωμένη τη δικαιούμενη εφάπαξ παροχή "κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 57 ν. 2084/1992" να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, χωρίς τον εν λόγω περιορισμό.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να δεχθεί α)ότι οι συνέπειες της νομοθετικής μεταβολής που επήλθε με τις άνω αποφάσεις του ΑΕΔ, περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 και 4 του ν. 2084/1992, δεν εκτείνονται στην έννομη σχέση καθενός από τους ενάγοντες και κατ'επέκταση στις ένδικες αξιώσεις τους, β)ότι οι σχέσεις τους είχαν ρυθμιστεί τελειωτικά πριν την έκδοση των αποφάσεων αυτών, και γ)ότι ορθά περικόπηκε το εφάπαξ βοήθημά τους, εφαρμόζοντας νόμο αντίθετο προς το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, αλλά και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι βάσιμος. 7.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την μη επιδίκαση στους ενάγοντες του υπολοίπου δικαιουμένου ποσού μετά και την καταβολή συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής δυνάμει του άρθρου 14 παρ. 4 του νέου Καταστατικού του εναγομένου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση.
Τέλος, πρέπει το αναιρεσίβλητο, ως ηττημένο να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών(άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον δέκατο των αναιρεσειόντων Ι. Α. και κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης ως προς αυτόν.
Αναιρεί την 1897/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιό της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ