Legislator Case Law & Legislation
488/2018 AI generated

488/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 488/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη , Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

488/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-1-2017 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 488 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 488/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Π. του Χ., 2)Α. συζ. Γ. Π., το γένος Φ. Κ., 3)Π. Α. του Ν., 4)Φ. συζ. Π. Α., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Παραμυθιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1)εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Γκούβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με το δτ "..." που εδρεύει στην …, τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον σύνδικό της πτώχευσης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-1996 αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3619/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 10555/1998 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η 1η αναιρεσίβλητη, κατέθεσε την από 20-5-2009 πρόσθετη παρέμβαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7220/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1480/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../24-7-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Αθηνών Μ. Σ., ακριβές αντίγραφο της από 24-1-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Αθηνών Ι. Κ., ως σύνδικο της πτώχευσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η τελευταία όμως δεν παραστάθηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 Κ.Πο.Δικ. και συνεπώς πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ίδιου κώδικα η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία αυτής.

Εξ ετέρου με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87) αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές - άρθρα 495 εως 590) του Κ.Πολ.Δικ.

και παρατέθηκαν οι νέες διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η νέα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 564 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ η αντικατασταθείσα διάταξη όριζε την προθεσμία αυτή σε τρία έτη.

Εξάλλου με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 και υπό τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίστηκε στην παρ. 2 αυτού ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές και στην παρ. 4 αυτού ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016.

Λόγω του ότι με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν παρέχεται αναδρομική ισχύς στη διάταξη του νέου άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔικ., υπό την έννοια ότι αυτή εφαρμόζεται άμεσα επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή, με συνέπεια η αρχικώς προβλεπομένη γι’ αυτές τριετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση αυτών να περιορίζεται σε διετή, εκδόθηκαν ως προς το ζήτημα αυτό αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα η υπ’ αριθμ. 519/2017 και η 1176/2017, με την πρώτη από τις οποίες γίνεται δεκτό ότι, ενόψει του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.α του Εισ.Ν.ΚΠολΔικ., που απηχεί θεμελιώδη αρχή από άποψη διαχρονικού δικαίου, ως προς το παραδεκτό των ενδίκων μέσων ισχύει, ως προς τις προαναφερθείσες αποφάσεις, η τριετής προθεσμία της ισχύουσας κατά το χρόνο της δημοσιεύσεώς τους διατάξεως, ενώ με τη δεύτερη κρίθηκε ότι εφαρμόζεται η τροποποιημένη διάταξη, καθόσον η διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του Ν. 4335/2015 ως ειδική υπερισχύει του προαναφερθέντος άρθρου 24 παρ. 1 εδ.

α του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ και του ταυτοσήμου με αυτό άρθρου 72 παρ. 4 του Ν. 3994/2001, καθώς και του άρθρου 13 παρ. 2 του Εισ Ν Κ.Πολ.Δικ., που ορίζουν ότι οι προθεσμίες κρίνονται κατά το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ήτοι κατά το προγενέστερο της τροποποιήσεως δίκαιο. Ενόψει της εκδόσεως των αντιθέτων αυτών αποφάσεων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1855/2017 απόφαση του Α2 πολιτικού τμήματος του δικαστηρίου τούτου, που έχει παραπέμψει το θέμα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ α Κ.Πολ.Δικ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί η κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Τούτο δε γιατί, παρά τη μη ειδική αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του Κ.Πολ.Δικ. που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται , σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δικ. να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 67/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη, υπ’ αριθμ. 1480/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στη 4-3-2014 έχει εκδοθεί επί της από 12-12-1996 διεκδικητικής αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και της υπερ της δεύτερης αναιρεσίβλητης πρόσθετης παρέμβασης της πρώτης (αναιρεσίβλητης), η οποία είναι ειδική της διάδοχος, ως αποκτήσασα το επίδικο μετά την άσκηση της αγωγής. (αρθρ. 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ).

Η απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε από τους ηττηθέντες- εκκαλούντες- εναγομένους στην ενάγουσα-εφεσίβλητη δεύτερη αναιρεσίβλητη και δη στο σύνδικο της πτωχεύσεώς της, στις 13-9-2016, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ....13-9-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Αθηνών Μ. Σ., ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως στην εφεσίβλητη πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία ως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα, συνδέεται με την δεύτερη με τον δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 225 παρ. 2 και 325 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 1920/2006, ΑΠ 177/2017). Η αναίρεση ασκήθηκε (κατατέθηκε) στις 16-2-2017. Ενόψει τούτων ανακύπτει το νομικό ζήτημα, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της ένδικης αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ) αν η αίτηση αυτή είναι εμπρόθεσμη και άρα παραδεκτή και ειδικότερα, αν η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.

καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση ( που αφορά σε απόφαση που εκδόθηκε πριν από την 1-1-2016 και αναιρεσιβλήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή), οπότε η οριζόμενη σ’ αυτήν (διάταξη) καταχρηστική προθεσμία έχει παρέλθει και δη τόσο για την πρώτη αναιρεσίβλητη ως προς την οποία δεν έχει γίνει επίδοση, όσο και για τη δεύτερη, που η απόφαση της έχει επιδοθεί στις 13-9-2016, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της διετίας, η αν εξακολουθεί, να ισχύει η προηγούμενη τριετής προθεσμία, οπότε δεν τίθεται θέμα εκπρόθεσμης άσκησής της, αφού κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (16-2-2017) δεν είχε συμπληρωθεί τριετία και η προσβαλλομένη απόφαση δεν είχε επιδοθεί στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ ο δεσμός που την συνδέει με τη δεύτερη, ως προς την οποία έχει παρέλθει η προθεσμία αναίρεσης του άρθρου 564 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., ( αρθρ 144 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ),είναι εκείνος της αναγκαστικής ομοδικίας.

Το ζήτημα αυτό, κατά το χρόνο της διασκέψεως (21-2-2018) είχε ήδη όπως προαναφέρθηκε παραπεμφθεί ως εξαιρετικής σημασίας στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, πράγμα το οποίο ήταν γνωστό στο παρόν Γ’ τμήμα. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη.

Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ’ αυτή με την υπ’ αριθμ. 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ