Legislator Case Law & Legislation
488/2017 AI generated

488/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 488/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 488 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

488/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 488 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
agricultural direct payments insufficient acknowledgment of debt diplomatic assurances food safety standards banking documents consumer credit agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 488 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 488/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Κ. του Ν., 3) Σ. Κ. του Δ., 4) Γ. Κ. του Ε. και 5) Π. Κ., ως νομίμου κληρονόμου του Κ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην … και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 ανακοπή και τους από 26-3-2011 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου Κ. Κ., την από 15-7-2010 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8-4-2011 πρόσθετη παρέμβαση της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 17-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις υπ’ αριθ. .../2009 ταμειακές βεβαιώσεις του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας βεβαιώθηκαν σε βάρος των αναιρεσειόντων ισάριθμες οφειλές από δάνεια της ... Τράπεζας της Ελλάδος μετά από αποστολή προς αυτούς από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους των συναφών τριπλότυπων περιληπτικών καταστάσεων και χρηματικών καταλόγων μαζί με τα συνημμένα σχετικά έγγραφα, όπου αναλύονται τα μερικότερα κονδύλια των οφειλών. Με βάση τους τίτλους αυτούς, η Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας άρχισε αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κοινοποιώντας σ’ αυτούς τις σχετικές ατομικές ειδοποιήσεις. Με την υπ’ αριθ. 239/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας απορρίφθηκε η από 5.5.2010 ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση των ταμειακών βεβαιώσεων και των αντίστοιχων χρηματικών καταλόγων. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση με πρόσθετους λόγους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, το οποίο με την υπ’ αριθ. 22/2015 απόφασή του απέρριψε το μεν δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ως απαράδεκτο, τη δε έφεση ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και αν ακόμη είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και έτσι δεν έγιναν αντικείμενο έρευνας της κατ’ έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 και 4 ν. 356/1974 (ΚΕΔΕ), απέρριψε το λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ζητούσαν να ακυρωθούν οι ανωτέρω ταμειακές βεβαιώσεις (με τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους) του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, διότι δεν περιγράφεται σ’ αυτές με πληρότητα και ακρίβεια η νομική και πραγματική αιτία κάθε οφειλής ούτε αναλύεται αυτή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να αμυνθούν κατάλληλα και σε περίπτωση αμφισβήτησης του χρέους να μην είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος και γι’ αυτό υφίστανται δικονομική βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των εν λόγω τίτλων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής (υπό στοιχείο Δ) ο οποίος σημειωτέον δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την πρωτόδικη απόφαση και δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, εφόσον το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως, με το οποίο επαναφέρθηκε ως λόγος εφέσεως, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτο και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν ερεύνησε τους λόγους που περιλάμβανε. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 παρ.1 και 2 του ΚΕΔΕ προκύπτει ότι νόμιμος τίτλος που χορηγεί στο Δημόσιο το δικαίωμα να προβεί στην είσπραξη των εσόδων του, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις αυτού (ΚΕΔΕ) είναι: α) η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωση και ο από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρμόδιες κατά το νόμο αρχές προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται β) η από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα αποδεικνυόμενη οφειλή και γ) η από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα πιθανολογούμενη κατά την έννοια του άρθρου 347 ΚΠολΔ ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής οφειλή. Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Η απόδειξη της ύπαρξης του νόμιμου τίτλου βαρύνει εκείνον που επισπεύδει τη διοικητική εκτέλεση, ο οποίος οφείλει να αποδείξει στη δίκη των άρθρων 73 επ. ΚΕΔΕ τη νόμιμη συγκρότηση των εγγράφων, που θεμελιώνουν τον τίτλο (νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής και ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής) καθώς και ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση, δηλαδή τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κίνηση της διοικητικής εκτέλεσης (άρθρα 1, 2, 5, και 7 ΚΕΔΕ). Ειδικότερα, οι νόμιμοι τίτλοι που προβλέπονται από το άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α’ του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) απορρέουν πρωταρχικά από οφειλόμενους φόρους, οι οποίοι βεβαιώνονται κατά τη διαδικασία που θεσπίζεται στο νόμο για κάθε κατηγορία. Τίτλοι της κατηγορίας αυτής απορρέουν, επίσης, από πράξεις διοικητικών ή άλλων αρμοδίων κατά νόμο Αρχών οι οποίες εκδίδονται με βάση ειδική διάταξη νόμου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι τίτλοι της κατηγορίας του άρθρου 2 παρ.2 εδάφ. α’ του ΚΕΔΕ δύναται να υποδιαιρεθούν σε δύο ειδικότερες κατηγορίες: α) σε τίτλους που εκδίδονται από διοικητικά δικαστήρια ή από διοικητικές επιτροπές, που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου και β) σε τίτλους που εκδίδονται από διοικητικές ή άλλες αρμόδιες κατά νόμο αρχές. Δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α’ του ΚΕΔΕ, όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία της βεβαίωσης του εισπρακτέου εσόδου ή όταν η διαδικασία αυτή έγινε από αναρμόδιο όργανο ή όταν δεν αναφέρεται στη "βεβαιωτική" πράξη κατά τρόπο σαφή και εύληπτο η αιτία της οφειλής, ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησης να είναι δυνατός ο γενόμενος με την κατά το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ ανακοπή δικαστικός έλεγχος. Η προ της έναρξης της διοικητικής εκτέλεσης παρεχόμενη κατ’ άρθρο 73 του ΚΕΔΕ ανακοπή του οφειλέτη ασκείται: α) κατά της εκδοθείσας ατομικής ειδοποίησης, β) κατά του εντάλματος προσωπικής κράτησης, που εκδόθηκε και δεν εκτελέστηκε και γ) κατά του νόμιμου τίτλου, εκδικάζεται δε από τα αρμόδια καθ’ ύλη δικαστήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ. Με την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός αυτής δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές, που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου. Το κατά τα άρθρα 73 και 75 του ΚΕΔΕ αρμόδιο δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα του τίτλου, καθώς και αν από τα έγγραφα που συγκροτούν αυτόν αποδεικνύεται ή πιθανολογείται η (βέβαιη και εκκαθαρισμένη) απαίτηση, δηλαδή ο προσδιορισμός της κατά ποσό, της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση με τη διοικητική εκτέλεση. Οι από το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ λόγοι ανακοπής είναι απεριόριστοι, υπό την έννοια ότι οποιοδήποτε ελάττωμα της απαίτησης (δημόσιου εσόδου) της βεβαιωτικής διαδικασίας και γενικά του φερόμενου ως νόμιμου τίτλου, της ατομικής ειδοποίησης, του εντάλματος προσωπικής κράτησης κ.λπ. δύναται να αποτελέσει λόγο της ανακοπής του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ. Ειδικότερα, οι λόγοι της ανακοπής αυτής δύναται να αναφέρονται: α) στη νομιμότητα του τίτλου και ειδικότερα στα νομικά ελαττώματα των "νόμιμων τίτλων", όπως αυτά προσδιορίζονται από το άρθρο 2 παρ. 2 και 3 του ΚΕΔΕ και εξειδικεύονται για ολόκληρη τη διαδικασία της βεβαίωσης του σχετικού δημόσιου εσόδου, η ικανοποίηση του οποίου απειλείται με τη διοικητική εκτέλεση. Νομικά ελαττώματα της βεβαιωτικής διαδικασίας τα οποία δύνανται να αποτελέσουν λόγους της κατά το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ ανακοπής είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του οργάνου που ενεργεί τη βεβαίωση (εν ευρεία εννοία), αλλά και γενικότερα η βεβαίωση εσόδου που έγινε κατά παράβαση των κειμένων νόμων, περίπτωση που συντρέχει και όταν η βεβαίωση γίνεται χωρίς να προβλέπεται από σχετική διάταξη νόμου, η χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας βεβαίωσης (ΑΠ 175/2015, 2284/2009, 1549/1998).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 και 4 ν. 356/1974 (ΚΕΔΕ), απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ζητούσαν να ακυρωθούν οι ανωτέρω ταμειακές βεβαιώσεις (με τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους) του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, διότι η τελευταία κατά τη βεβαίωση της οφειλής τους και την έκδοση της ανακοπτόμενης ταμειακής βεβαιώσεως, δεν έλαβε υπόψη της ούτε κατείχε, όπως όφειλε σύμφωνα με την υ.α. 478/2006 "περί διαδικασίας περαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", τις αρχικές συμβάσεις δανείου που η πρώτη απ’ αυτούς είχε καταρτίσει με την ... Τράπεζα κατά τα έτη 1991 έως 1998 ούτε την κίνηση των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν τα δάνεια αυτά μέχρι το 2003 οπότε έγινε ο επανακαθορισμός της οφειλής τους με την κατάρτιση των υπ’ αριθ. .../2003 και ...2003 συμβάσεων στα πλαίσια του ν. 128/1975 και της ΥΑ 4216/Β.169.7.2.2001 στις ρυθμίσεις της οποίας υπήχθησαν οι οφειλές τους, με αποτέλεσμα να μη υπολογισθεί ορθά το ύψος αυτών.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί του ζητήματος αυτού το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) στα πλαίσια άσκησης ... δραστηριότητας (πτηνοτροφικές επιχειρήσεις) έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από το 1991 έως το 1998 από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος" (ΑΤΕ) σειρά δανείων, το ληξιπρόθεσμο των οποίων κατά την 31-12-2000 ανερχόταν σε 8.281.620.455 δραχμές και την 01-01-2002 σε 243.040.950,25 ευρώ. Η οφειλέτρια εταιρεία (α’ ανακόπτουσα) προέβη σε ρύθμιση των ως άνω χρεών της, επί τη βάσει των προϋποθέσεων που έθετε η με αριθμό 4216/Β/269/07-02-2001 (ΦΕΚ 162/2001) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων για την εξυγίανση τους. Με την απόφαση αυτή είχε ορισθεί ότι από το σύνολο των υφισταμένων ληξιπρόθεσμων ή μη οφειλών στις 31-12-2000 των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων, όπως αυτή του ανακόπτοντος, η ... Τράπεζα θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας, ώστε οι απομείναντες τόκοι υπερημερίας να εξασφαλίζονται πλήρως από τις εμπράγματες διασφαλίσεις των πελατών τους και ότι μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελεί ένα νέο δάνειο διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο δανεισμού για την αντίστοιχη κατηγορία ενήμερων δανείων της ΑΤΕ. Επιπλέον ορίσθηκε ότι για τη νέα ρύθμιση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995. Μετά από μελέτη βιωσιμότητας της μονάδας της πρώτης ανακόπτουσας, που αποτελούσε προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ανωτέρω ειδική ρύθμιση, διαγράφηκε μέρος της συνολικής οφειλής α) ποσού 16.760.446,77 ευρώ εις βάρος του Δημοσίου (λογαριασμός ν. 128/1975) και β) ποσού 5.148.648,48 ευρώ εις βάρος της ΑΤΕ, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο να ανέρχεται σε ποσό 2.395.000 ευρώ. Για την εξόφληση του ποσού αυτού υπογράφηκε η υπ’ αριθμ. .../231/26-06-2003 σύμβαση μεταξύ της …, της πρώτης ανακόπτουσας (ως οφειλέτριας) και των δεύτερης, τρίτης, τέταρτου των ανακοπτόντων και των Σ. Κ. (που δεν υπήρξε διάδικος) και του Κ. Κ. (που ήδη από τον α’ βαθμό είχε αποβιώσει) (ως συνοφειλετών) με την οποία (σύμβαση) συμφωνήθηκε το ποσό αυτό να αποτελέσει νέο δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε 15 ετήσιες δόσεις από 01-01-2001, με επιτόκιο αυτό των ρυθμίσεων της … που ισχύει κάθε φορά, όπως ειδικότερα ορίζεται στη σύμβαση και επιτόκιο υπερημερίας 2,5 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το κάθε φορά ισχύον ενήμερο επιτόκιο. Η εξόφληση θα γινόταν σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης 31-12- 2003 κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας και η τελευταία δόση πρέπει να επιστραφεί την 31-12-2017. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε δόση από τις οφειλές που ρυθμίσθηκε η πληρωμή της σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, δεν εξοφληθεί στη λήξη της, τότε ο εντολοδόχος (εν προκειμένω η ... Τράπεζα) πιστοποιεί τη μη καταβολή και βεβαιώνει τη ληξιπρόθεσμη δόση στην αρμόδια ΔΟΥ εντός 3 μηνών (σύμφωνα με την απόφαση ΥπΟικ 2/13854/0025/11-06-2001). Περαιτέρω με την υπ’ αριθμόν ...26-06-2003 σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων και με τις ίδιες ιδιότητες, ρυθμίστηκαν προηγούμενες οφειλές της πρώτης ανακόπτουσας, που προέρχονται από κατάπτωση εγγύησης που είχε παράσχει το Ελληνικό Δημόσιο σε δάνεια από την ΑΤΕ, τα οποία είχαν βεβαιωθεί στην αρμόδια ΔΟΥ, συνολικού ποσού την 22-02-2002 2.048.885,04 ευρώ. Με την υπ’ αριθμόν 4216/Β.269/07-02-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών η ΑΤΕ ως εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου είχε αναλάβει την είσπραξη των άνω ποσών για λογαριασμό του Δημοσίου και την επιστροφή τους σε αυτό. Η πρώτη ανακόπτουσα - οφειλέτρια είχε ήδη καταβάλει ποσό 102.444,25 ευρώ, ποσό που αποτελούσε το 5% της ανωτέρω συνολικής οφειλής, ενώ το υπόλοιπο 1.946.440,79 ευρώ, που αποτελούσε και το αντικείμενο της σύμβασης αυτής, συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε 15 ετήσιες έντοκες δόσεις με το εκάστοτε επιτόκιο ρυθμίσεων της ΑΤΕ από 01-01-2001, επιτόκιο υπερημερίας 2,5 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το κάθε φορά ισχύον ενήμερο επιτόκιο. Η εξόφληση του ποσού αυτού συμφωνήθηκε να γίνει σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης την 31-12-2003 κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας και η τελευταία δόση επιστρεπτέα την 31-12-2017. Σε περίπτωση που οποιαδήποτε δόση από τις οφειλές (από την σύμβαση αυτή) δεν εξοφληθεί εντός 3 μηνών από την λήξη της τότε ο εντολοδόχος (ΑΤΕ) πιστοποιεί την μη καταβολή και επαναβεβαιώνει την ανεξόφλητη ληξιπρόθεσμη δόση στην αρμόδια ΔΟΥ του οφειλέτη. Με την υπ’ αριθμόν .../10-03-2006 πρόσθετη πράξη, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υπ’ αριθμόν ...26-06-2003 σύμβασης, και υπογράφηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών και με τις ίδιες ιδιότητες συμφωνήθηκε ότι η δόση απλών τόκων συμβατικής λήξεως 31-12-2003 ποσού 162.692,71 ευρώ, λήξεως 31-12-2004 ποσού 283.089,23 και λήξεως 31-12-2005 ποσού 282.466,32 ευρώ, μαζί με τους τόκους υπερημερίας με λογιστικό την 31-12-2006, που είναι η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας βεβαίωσης-επιστροφής τους στην αρμόδια ΔΟΥ σύμφωνα με τις υπ’ αριθμόν 4216/Β.269/07-02- 2001 και 2/13854/0025/11-06-2001 αποφάσεις Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Υπουργού Οικονομικών αντίστοιχα, όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκαν και ίσχυαν κατά τον χρόνο εκείνο, ποσού 153.134,48 ευρώ ανέρχεται συνολικά σε ποσό 881.362,74 ευρώ. Συμφωνήθηκε επίσης το ποσό αυτό να μην βεβαιωθεί-επιστραφεί στην ΔΟΥ Χαλκίδος αλλά σύμφωνα με όσα καθορίζονται στο υπ’ αριθμόν .../16-01-2006 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών προς την ΑΤΕ να κεφαλαιοποιηθεί με λογιστικό την 1-1-2007, προστιθέμενο στο άληκτο κεφάλαιο του δανείου ρύθμισης που οφείλεται κατά την ίδια ημερομηνία ποσού 1.987.232,78 ευρώ, το οποίο αναπροσαρμόζεται και διαμορφώνεται στο ποσό των 2.886.615,52 ευρώ. Το κεφάλαιο αυτό θα αποπληρωθεί στην υπολειπόμενη διάρκεια με το επιτόκιο και τις επιβαρύνσεις του αρχικού δανείου ρύθμισης και τους λοιπούς όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται στην υπ’ αριθμόν ...2003 σύμβαση ρύθμισης, τα ποσά δε που θα εισπράττει η ΑΤΕ για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου θα τα αποδίδει στο Δημόσιο. Προβλέφθηκε επίσης ότι η δόση συμβατικής λήξεως 31-12- 2006, δηλαδή πριν την ημερομηνία λογιστικού της κεφαλαιοποίησης- αναπροσαρμογής θα εξοφληθεί από τον οφειλέτη ή θα βεβαιωθεί - επιστραφεί στην αρμόδια ΔΟΥ σύμφωνα με την αρχική τοκοχρεωλυτική ανάπτυξη του δανείου. Τέλος ορίστηκε ακόμα ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε δόση από τις οφειλές (από τη σύμβαση αυτή) δεν εξοφληθεί τότε ο εντολοδόχος (ΑΤΕ) πιστοποιεί τη μη καταβολή και επαναβεβαιώνει την ανεξόφλητη ληξιπρόθεσμη δόση στην αρμόδια ΔΟΥ του οφειλέτη, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην απόφαση 2/13854/0025/11-06-2001 του Υπουργού Οικονομικών, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω οφειλέτες δεν κατέβαλαν τις δόσεις λήξης 31-12-2006 ποσού κεφαλαίου 108.741,02 ευρώ και λήξης 31-12-2007 ποσού κεφαλαίου 186.992,77 ευρώ, ήτοι συνολικού κεφαλαίου 295.734,69 ευρώ, αμφότερες προερχόμενες από την σύμβαση με αριθμό ...2003. Η οφειλή αυτή βεβαιώθηκε από την ΑΤΕ στη ΔΟΥ Χαλκίδας, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν ...22-05- 2009 ταμειακή βεβαίωση ΔΟΥ και τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, που εκδόθηκε σε βάρος των νυν ανακοπτόντων. Σημειώνεται ότι η ταμειακή βεβαίωση εκδόθηκε σε βάρος της πέμπτης των ανακοπτόντων ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συνοφειλέτη, Κ. Κ., ο οποίος απεβίωσε την 29-08-2006 αδιάθετος (βλ. το υπ’ αριθμόν ...2009 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας) και κατέλιπε κοντινότερους συγγενείς την σύζυγο του Σ. Κ. (που δεν είναι διάδικος) σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και την κόρη του Π., σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου (βλ. το υπ’ αριθ. ...17-12-2008 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του δήμου ...), οι οποίες δεν έχουν αποποιηθεί την επαχθείσα κληρονομιά (βλ. το υπ’ αριθμ. ...-01-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας). Περαιτέρω οι ανωτέρω οφειλέτες δεν κατέβαλαν τις δόσεις λήξεως 31-12-2006 ποσού κεφαλαίου 133.801,61 ευρώ και λήξεως 31-12-2007, ποσού 225.593,25 ευρώ, ήτοι συνολικά 359.394,86 ευρώ, αμφότερες προερχόμενες από την σύμβαση με αριθμό .../2003. Η οφειλή αυτή βεβαιώθηκε από την ΑΤΕ στη ΔΟΥ Χαλκίδος, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν .../25-05-2009 ταμειακή βεβαίωση ΔΟΥ και τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, που εκδόθηκε βάρος των νυν ανακοπτόντων. Σημειώνεται ότι η ταμειακή βεβαίωση εκδόθηκε σε βάρος της πέμπτης των ανακοπτόντων ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συνοφειλέτη Κ. Κ. και κατέστη κληρονόμος όπως ήδη προεκτέθηκε. Επίσης οι ανωτέρω οφειλέτες δεν κατέβαλαν την δόση λήξεως 31-12-2008 ποσού κεφαλαίου 199.091,21 ευρώ, προερχόμενη από την υπ’ αριθμόν ...2003 σύμβαση, οπότε και η ΑΤΕ με την από 01-06-2009 εξώδικη δήλωση που απηύθυνε προς τους οφειλέτες κατήγγειλε την σύμβαση αυτή, το δε υπόλοιπο κεφάλαιο της ρύθμισης κατά τον χρόνο εκείνο ανερχόταν σε ποσό 2.483.736,55 ευρώ. Το συνολικό ποσό της οφειλής (2.483.736,55 + 199.091,21) 2.682.827,76 ευρώ βεβαιώθηκε από την ΑΤΕ στη ΔΟΥ Χαλκίδος με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν ...07-09-2009 ταμειακή βεβαίωση ΔΟΥ αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, που εκδόθηκε σε βάρος των νυν ανακοπτόντων. Σημειώνεται ότι η ταμειακή βεβαίωση εκδόθηκε σε βάρος της πέμπτης των ανακοπτόντων ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συνοφειλέτη, Κ. Κ. όπως ήδη προεκτέθηκε. Οι ως άνω οφειλές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, προέκυψαν μετά την εφαρμογή των ρυθμίσεων της ΥΑ 4216/Β269/07-02-2001 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 128/1975, όπως ήδη προεκτέθηκε. Έτσι, παρότι ίσχυε ο ν. 2789/2000 κατά το χρόνο που ρυθμίσθηκαν οι ως άνω οφειλές με τις προεκτιθέμενες συμβάσεις, οι ανακόπτοντες δεν υπέβαλαν αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου αυτού, αλλά επέλεξαν να υπαχθούν στην ειδική ρύθμιση που προέβλεπε η ως άνω Υπουργική Απόφαση..... Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, προκύπτει ότι για την βεβαίωση των οφειλών, ελήφθησαν υπόψη τα αναγκαία έγγραφα, δεδομένου ότι με την κατάρτιση των με αριθμό .../2003 και ...2003 συμβάσεων, το συμφωνηθέν με αυτές (συμβάσεις) ως οφειλόμενο ποσό, αποτέλεσε νέο δάνειο και επομένως επί τη βάσει των ληξιπρόθεσμων δόσεων των νέων δανείων έγιναν οι ταμειακές βεβαιώσεις και δεν ήταν απαραίτητο να προσκομισθούν τα έγγραφα των αρχικών συμβάσεων από 1991 έως 1998 και οι καρτέλες κίνησης των δανείων κατά το ως άνω διάστημα, αφού με τις προεκτιθέμενες συμβάσεις .../2003 και ...2003 είχε γίνει επανακαθορισμός των οφειλόμενων ποσών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι ορθά η Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, κατά τη βεβαιωτική διαδικασία του χρέους και τη σύνταξη των ανακοπτόμενων ταμειακών βεβαιώσεων, αρκέσθηκε μόνο στον έλεγχο της πορείας των ένδικων δανείων μετά την κατάρτιση των υπ’ αριθ. .../2003 και ...2003 συμβάσεων, διότι το συμφωνηθέν με αυτές ως οφειλόμενο ποσό αποτέλεσε βάση (κεφάλαιο) νέου δανείου και επομένως επί τη βάσει των ληξιπρόθεσμων δόσεων των νέων δανείων έπρεπε να γίνουν οι ταμειακές βεβαιώσεις, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή το νόμο (άρθρο 2 παρ. 2 και 4 ν. 356/1974), αφού, κατά τις παραδοχές της, η πρώτη ανακόπτουσα, αντί να επιλέξει την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, προέβη (σύμφωνα και με την παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000) στη ρύθμιση των ως άνω χρεών της επί τη βάσει των προϋποθέσεων που έθετε η υπ’ αριθ. 4216/Β/269/07-02-2001 (ΦΕΚ 162/2001) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων για την εξυγίανσή τους που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 128/1975, η δε κατάρτιση των υπ’ αριθ. .../2003 και ...2003 συμβάσεων σε εκτέλεση της ανωτέρω υπαγωγής συνιστά νέο δάνειο με κεφάλαιο το συμφωνηθέν με αυτές (συμβάσεις) ως οφειλόμενο ποσό. Επομένως ήταν αδιάφορες για την ταμειακή βεβαίωση οι αρχικές συμβάσεις δανείου που η πρώτη απ’ αυτούς είχε καταρτίσει με την ... Τράπεζα κατά τα έτη 1991 έως 1998, καθώς και η κίνηση των λογαριασμών, που εξυπηρετούσαν τα δάνεια αυτά, μέχρι το 2003, οπότε έγινε ο επανακαθορισμός της οφειλής τους με την κατάρτιση των υπ’ αριθ. .../2003 και ...2003 συμβάσεων. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται: α) Στην παράγραφο 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό), και 5 του παρόντος άρθρου", β) στην παράγραφο 5: "Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση ... Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο", γ) στην παράγραφο 10 "Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975" και δ) στην παράγραφο 12 "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998... και λοιπές διατάξεις", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, "Κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων...". Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη... Κατ’ εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την ... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος. Τo δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση..." Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001, "Δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου: α) Οφειλές επιχειρήσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές - ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται, β) ...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε με το άρθρο 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2.912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της §12 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο), δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού. Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 §1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την §12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 1433/2015). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα. Η προβλεπόμενη από την 2η παράγραφο του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει. Όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως και γι’ αυτό η 3η παράγραφος του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα "να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω", στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε. Ως εκ τούτου η απαίτηση της Τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ’ αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού). Ο οφειλέτης διατηρεί βέβαια τη δυνατότητα, αν εκδοθεί σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, να ισχυριστεί και να αποδείξει, με ανακοπή του κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ, ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την Τράπεζα, δεν είναι το νόμιμο, δηλαδή εκείνο, που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και περαιτέρω ότι ενόψει των καταβολών που τυχόν επικαλείται δεν οφείλεται κανένα πλέον ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα. Για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου της ανακοπής, που συνιστά ένσταση, δεν αρκεί η αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή (ΑΠ 1095/2014, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 1670/2014). Εξάλλου, οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έναντι των άλλων οφειλετών, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, διότι στην παράγραφο 5 αυτού ορίζεται ότι, εφόσον ο οφειλέτης κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων κ.λπ. με τα πιστωτικά ιδρύματα ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, για τον επανακαθορισμό της οφειλής του από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3 και συγκεκριμένα η βάση του υπολογισμού της οφειλής του από τις δανειακές του συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους του για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτού προς το πιστωτικό ίδρυμα. Ως αγρότες δε, θεωρούνται όχι μόνο τα φυσικά πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998, αλλά και τα νομικά πρόσωπα, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, άρα τόσο οι προσωπικές, όσο και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες ή οι αγροτικοί συνεταιρισμοί κλπ. Επομένως η ως άνω προνομιακή ρύθμιση της παρ. 5 καταλαμβάνει και τα νομικά πρόσωπα - αγρότες (Ολ ΑΠ 4/2014). Ωστόσο, η ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαίρετα τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά μόνο εκείνες "που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Εξαιρέθηκαν δε ρητά από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως ισχύει (και επομένως δεν ισχύει γι’ αυτές η ευνοϊκή ρύθμιση της ανωτέρω παρ. 5) οι ακόλουθες οφειλές αγροτών: Α) Εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται (παρ. 9 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001). Η εξαίρεση αυτή είναι άλλωστε συνεπής προς την παρ. 8 του ίδιου άρθρου κατά την οποία "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη... Κατ’ εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την ... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος. Τo δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση..." Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις (α) να πρόκειται για "επιχείρηση" στην έννοια της οποίας ασφαλώς υπάγονται και οι ατομικές παντός είδους επιχειρήσεις και συνεπώς και οι αγροτικές εφόσον ο νόμος δεν αναφέρεται ρητά σε λειτουργία της επιχείρησης με τη μορφή νομικού προσώπου, (β) να έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των χρεών τους με ειδικούς όρους και (γ) να έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις. Β) Εκείνες, που δεν πληρούν την ακόλουθη χρονική προϋπόθεση, δηλαδή "οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000..." Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 δεν καταλαμβάνει όλους γενικά και ανεξαίρετα τους οφειλέτες αλλά μόνον όσους συγκεντρώνουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης και της καταγγελίας της ή το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της οφειλής (για τους αγρότες) μέχρι το χρονικό διάστημα της 31-12-2000 (ΑΠ 69/2014, ΑΠ 143/2015). Το διάστημα αυτό δεν καθορίσθηκε τυχαία, αλλά μετά από τη στάθμιση των παραγόντων που διαμόρφωσαν μέχρι τότε το πρόβλημα, η αντιμετώπιση του οποίου, άλλωστε, κατέστησε αναγκαία την επέμβαση του νομοθέτη. Η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση υπέρ μίας μόνο μερίδας δανειοληπτών αγροτών, δηλαδή εκείνων που πληρούν την ανωτέρω προϋπόθεση, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 26 του Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα), μολονότι δεν περιλαμβάνει στην εμβέλειά της και τους άλλους ενήμερους οφειλέτες (αγρότες), οι οποίοι είχαν, κατά τον ίδιο χρόνο (31-12-2000), ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους, αλλά ωστόσο δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία και ήταν έτσι συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών (Ολ ΑΠ 2/2016). Τέλος, όσες οφειλές αγροτών εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ειδικότερα εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές - ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, μπορούν να υπαχθούν, αν συντρέχουν βέβαια και οι λοιπές προϋποθέσεις, στη γενική ρύθμιση της παραγράφου 1 διότι ρητά ορίζεται στην παράγραφο 10 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ότι "στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975". Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 30/1998).

Εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίσθηκαν ότι έχουν εξοφλήσει πλήρως τις οφειλές τους από τα ένδικα δάνεια και για το λόγο αυτό οι ανακοπτόμενες ταμειακές βεβαιώσεις με τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους είναι άκυρες. Για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους αυτής επικαλούνται τα ακόλουθα: Ότι η πρώτη εξ αυτών, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν οι λοιποί, ασκεί κατά κύριο επάγγελμα ... δραστηριότητα και για τις ανάγκες της εν λόγω επαγγελματικής της δραστηριότητας είχε λάβει από την ... Τράπεζα κατά τα έτη 1991 έως 1998 διάφορα δάνεια, για τα οποία το 2003 έγινε ρύθμιση και επανακαθορισμός της οφειλής με την κατάρτιση των υπ’ αριθ. .../2003 και ...2003 συμβάσεων επί τη βάσει των προϋποθέσεων που έθετε η υπ’ αριθ. 4216/Β/269/07-02-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών "περί ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων για την εξυγίανσή τους" που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 128/1975. Ότι η οφειλή τους αυτή υπήχθη αυτοδικαίως στις ρυθμίσεις του ανώτατου ορίου των δανείων που προβλέπει το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και μάλιστα στην 5η παράγραφο αυτού που αφορά στα ληξιπρόθεσμα δάνεια των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών και επομένως, για τον επανακαθορισμό της οφειλής τους από τις συμβάσεις αυτές, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3 της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου. Και ότι με βάση αυτά, ενόψει των επικαλούμενων δανειακών κεφαλαίων (μεσο-μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων) που έλαβαν σε συνδυασμό με τις καταβολές, στις οποίες έχουν προβεί, έχουν εξοφλήσει την οφειλή τους όπως κατά τα ανωτέρω επανακαθορίσθηκε από το νόμο. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 39 παρ. 1, 4 και 5 ν. 3259/2004 και 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974, απέρριψε ως αβάσιμο τον προαναφερόμενο τέταρτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους και την εμπεριεχόμενη σ’ αυτόν ένσταση εξοφλήσεως.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί του ζητήματος αυτού το Εφετείο, πέραν των όσων αναφέρονται ως αποδειχθέντα στον αμέσως προηγούμενο λόγο αναιρέσεως, δέχθηκε και τα εξής: "Οι ως άνω οφειλές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, προέκυψαν μετά την εφαρμογή των ρυθμίσεων της ΥΑ 4216/Β269/07-02-2001 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 128/1975, ..... Έτσι, παρότι ίσχυε ο ν. 2789/2000 κατά το χρόνο που ρυθμίσθηκαν οι ως άνω οφειλές με τις προεκτιθέμενες συμβάσεις, οι ανακόπτοντες δεν υπέβαλαν αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου αυτού, αλλά επέλεξαν να υπαχθούν στην ειδική ρύθμιση που προέβλεπε η ως άνω Υπουργική Απόφαση. Μετά την θέσπιση του ν. 3259/2004 δεν υπέβαλαν αίτηση, κατά τους όρους του νόμου αυτού, μέχρι την 31-10-2004, για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του, αλλά παρέμειναν στην διατήρηση της ειδικής ρύθμισης που ίσχυε γι’ αυτούς και μάλιστα κατάρτισαν πρόσθετη πράξη ρύθμισης, ..... σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Υπουργικής Απόφασης. Οι ανακόπτοντες υπέβαλαν αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004 στις 09-01-2009 μετά την διευκρίνιση της παρ. 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 με το άρθρο 8 παρ. 1 ν. 3723/2008 (ΦΕΚ Α 250/09-12-2008) με την οποία ορίζεται ότι .... Υποστηρίζουν δε οι ανακόπτοντες, ότι υπέβαλαν την ως άνω δήλωση περί υπαγωγής στην προεκτιθέμενη ρύθμιση αρ. 39§4 του ν. 3259/2004 μετά την ως άνω ερμηνευτική διάταξη, διότι οι οφειλές τους, λαμβανόμενες υπόψη σωρευτικά υπερέβαιναν τα όρια τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη του άρθρου 39§4 ν. 3259/2004. Όμως, οι ανακόπτοντες δεν δικαιολογούν δικαίωμα υποβολής της ως άνω αίτησης μετά την θέσπιση της ως άνω διάταξης αφού από τη σαφή διατύπωση της §2 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008 και ειδικότερα από τη φράση "οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του 1ου εδαφίου της § 4 αρ. 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν υπαγωγή..." προκύπτει ότι η δυνατότητα που δίδει η ως άνω διάταξη αφορά οφειλέτες που ήδη είχαν επιλέξει την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της § 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, υποβάλλοντας σχετική αίτηση υπαγωγής σε αυτή τη διάταξη και είχαν αποκλεισθεί από την υπαγωγή τους σε αυτή (ως άνω διάταξη) λόγω διαφορετικής ερμηνείας. Οι ανακόπτοντες όμως δεν είχαν υποβάλλει σχετική αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση της προεκτιθέμενης διάταξης μέχρι την 31-10-2004 και επομένως εκπροθέσμως υποβάλλουν την αίτηση τους στις 09-01-2009, αφού μόνο εάν είχαν ήδη υποβάλλει αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση μέχρι την 31-10-2004 και είχαν αποκλεισθεί, τότε θα δικαιούντο να επανέλθουν με την υποβολή της σχετικής αίτησης υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις της διάταξης του άρθρου 39 § 4 ν. 3259/2004. Οι ανακόπτοντες, επομένως, δεν επέλεξαν την ρύθμιση των οφειλών τους κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39§4 ν. 3259/2004 όπως εδικαιούντο σύμφωνα με την §10 του ιδίου άρθρου. Αντίθετα είχαν επιλέξει την υπαγωγή τους στις διατάξεις της ΥΑ 4216/Β. 169/07-02-2001 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 128/1975 για τη ρύθμιση των οφειλών και εντεύθεν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν τίθεται εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 39§4 ν. 3259/2004 για τη ρύθμιση των οφειλών των ανακοπτόντων και επανακαθορισμού των οφειλών αυτών με βάση την τελευταία διάταξη. Επομένως ορθά βεβαιώθηκαν οι προκύπτουσες κατ’ εφαρμογή των συμβάσεων .../2003, ...2003 και προσθέτου πράξεως αυτών ληξιπρόθεσμες οφειλές και δεν τίθεται θέμα επανακαθορισμού αυτών επί τη βάση των διατάξεων του άρθρου 39 § 4 ν. 3259/2004. Ακόμη, ορθά, με βάση τις ως άνω συμβάσεις, βεβαιώθηκαν με τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις τα ποσά τα οποία επιτάσσονται να καταβάλουν οι ανακόπτοντες. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε την πρωτοβαθμίως προβληθείσα και επαναφερθείσα ενώπιόν του ένσταση των αναιρεσειόντων. Ωστόσο, το ανωτέρω αιτιολογικό απορρίψεως της ενστάσεως δεν είναι ορθό. Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η ορθή έννοια των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων είναι ότι: (I) Ο νόμος -3259/2004- ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα. Η προβλεπόμενη από την 2η παράγραφο του άρθρου 39 του ως άνω νόμου υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει. (

ΙΙ) Η προνομιακή ρύθμιση της παραγράφου 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαίρετα τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά μόνο εκείνες "που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Εξαιρέθηκαν δε ρητά από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, οι ακόλουθες οφειλές αγροτών: Α) Εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται (παρ. 9 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001. Β) Εκείνες, που δεν πληρούν την ακόλουθη χρονική προϋπόθεση, δηλαδή "οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000..." Και (

ΙΙΙ) όσες οφειλές αγροτών (φυσικών ή νομικών προσώπων) εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ειδικότερα εκείνες που για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές - ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, μπορούν να υπαχθούν, αν συντρέχουν βέβαια και οι λοιπές προϋποθέσεις, στη γενική ρύθμιση της παραγράφου 1 διότι ρητά ορίζεται στην παράγραφο 10 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ότι "στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975". Έπρεπε, λοιπόν, η προσβαλλόμενη απόφαση να απορρίψει την προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως ως αβάσιμη, διότι με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και την ως άνω ορθή έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας, τα δάνεια της πρώτης αναιρεσείουσας δεν μπορούσαν να υπαχθούν στην προνομιακή για τους αγρότες ρύθμιση της παραγράφου 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 (και επομένως να επανακαθορισθεί αυτοδικαίως η τελική οφειλή τους με βάση τους όρους αυτής ώστε να κριθεί -αν με βάση τις καταβολές που είχε κάνει- απέμεινε ή όχι υπόλοιπο οφειλής), δεδομένου ότι δεν υπάγονταν στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, προϋπόθεση όπως προαναφέρθηκε αναγκαία για την περαιτέρω υπαγωγή τους στην ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές του, η πρώτη ανακόπτουσα, αντί να επιλέξει την υπαγωγή των αρχικών δανείων της στις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, προέβη όπως είχε διαζευκτική ευχέρεια (σύμφωνα και με την παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000) στη ρύθμιση αυτών επί τη βάσει των προϋποθέσεων που έθετε η υπ’ αριθ. 4216/Β/269/07-02-2001 (ΦΕΚ 162/2001) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων για την εξυγίανσή τους που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 128/1975, η δε κατάρτιση (μεταξύ αυτής και της ... Τράπεζας) των υπ’ αριθ. .../2003 και ...2003 συμβάσεων σε εκτέλεση της ανωτέρω υπαγωγής συνιστά πλέον νέο δάνειο με κεφάλαιο το συμφωνηθέν με αυτές (συμβάσεις) ως οφειλόμενο ποσό. Επομένως πληρούνται και οι δύο προαναφερόμενοι λόγοι που την εξαιρούν από την υπαγωγή της στην προνομιακή για τους αγρότες ρύθμιση της παραγράφου 5, αφού η αρχική οφειλή της ρυθμίστηκε στα πλαίσια γενικής υπουργικής απόφασης εκδοθείσας κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 128/1975 με νεότερη ειδική σύμβαση το 2003 και κατά αναγκαία λογική ακολουθία η νέα πίστωση δεν θα μπορούσε να είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μέχρι 31.11.2000. Και ναι μεν η οφειλή των αναιρεσειόντων, παρότι εξαιρείται από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, θα μπορούσε να υπαχθεί, αν συντρέχουν βέβαια και οι λοιπές προϋποθέσεις, στη γενική ρύθμιση της παραγράφου 1 και να υπολογισθεί το απομένον μετά τις καταβολές υπόλοιπο της οφειλής με βάση τη γενική αυτή ρύθμιση, πλην όμως δεν διατυπώθηκε από τους ανακόπτοντες ανάλογη ένσταση. Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της ελεγχόμενης ενστάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους, στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2015 αίτηση των: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Α.Ε.", 2) Κ. Α., 3) Κ. Σ., 4) Κ. Γ. και 5) Κ. Π., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 22/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ