488/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 488 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χρ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 488 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Κωνσταντίνου Βαρδακαστάνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ο. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλη Βάθη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ΕΜ/1180/10-9-2007, 24-7-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την ΕΜ/1682/29-11-2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 628/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 1-2-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα (ν.δ. 86/1969) απαγορεύεται η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας είτε με διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων είτε με πώληση, είτε με οποιαδήποτε άλλη πράξη χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας. Επομένως, χωρίς προηγούμενης άδεια του Υπουργού Γεωργίας είναι άκυρη κάθε πράξη από την οποία προκύπτει κατάτμηση δασικής έκτασης. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη απαγόρευση αφορά την κατάτμηση της δασικής ιδιοκτησίας που επέρχεται με δικαιοπραξία και δεν εκτείνεται και στην κτήση της κυριότητας επί τμήματος δάσους με έκτακτη χρησικτησία, αφού, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ αναγκαίος για την έκτακτη χρησικτησία όρος είναι η επί εικοσαετία με διάνοια κυρίου απέκτησε τη νομή του πράγματος, αδιαφόρως αν ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή δυνάμει δικαιοπραξία (έγκυρης ή άκυρης) ή και χωρίς δικαιοπραξία. Εξ άλλου, έλλειψη νόμιμης βάσεως αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά: Το ακίνητο, στο οποίο αφορά η κρινόμενη αίτηση, έκτασης 30.252 τ.μ, βρίσκεται στη θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... και συνορεύει περιμετρικά βόρεια και δυτικά με ακίνητο συγκυριότητας κληρονόμων της μητέρας του αιτούντος Κ. χήρας Η. Ο., το γένος Δ. και Β. Α. και λοιπών ιδιοκτητών, ανατολικά με σιδηροδρομική γραμμή και πέραν αυτής με ακίνητο συγκυριότητας κληρονόμων της ανωτέρω και λοιπών ιδιοκτητών και νότια με ιδιοκτησία Ε. χήρας Α. Β.. Το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 3.852 στρεμμάτων, η οποία έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτικό δάσος με την υπ' αρ. 18.954/28.5.1941 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με συγκυρίους τους Δ., Β. και Π. Α. κατ' ιδανικό μερίδιο 8/10 εξ αδιαιρέτου και με την υπ' αρ. 106.939/3.418/23.3.1943 απόφαση του αυτού ως άνω Υπουργού στους κληρονόμους της Μ. Ρ. κατά τα υπόλοιπα 2/10 εξ αδιαιρέτου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας και μετά από γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Δασών, έχει αποδοθεί νομότυπα στους αναγνωρισθέντες ως συνιδιοκτήτες αυτής και αποτυπώνεται στο προσκομιζόμενο από το κυρίως παρεμβαίνον σκαρίφημα, που έχει συνταχθεί την 1.4.2008 από τη Δασολόγο Κ. Μ. και ελεγχθεί την ίδια ημέρα από το Διευθυντή Δασών του Νομού Αργολίδας Π. Λ. Δασολόγο Α'. Μάλιστα, για τμήμα της έκτασης αυτής συνολικού εμβαδού 1000 στρεμμάτων το οποίο κρίθηκε κατάλληλο για γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια, λόγω του σχετικά γονιμότερου και επίπεδου εδάφους του σε σχέση με το υπόλοιπο τμήμα και οριοθετείται άνωθεν της υπάρχουσας σιδηροδρομικής γραμμής όπου και το επίδικο ακίνητο, που ήδη φέρει αγροτική μορφή, έχουν χορηγηθεί κατά καιρούς άδειες εκχέρσωσης, κατόπιν αιτήσεως των αναγνωρισθέντων ως ιδιοκτητών αυτού (βλ. σχετικά τις επίσης προσκομιζόμενες από το Ελληνικό Δημόσιο υπ' αρ. πρωτ. 42894/698/1955, 42895/699/1955 και 42896/697/1955 εγκρίσεις προς παροχή αδειών εκχέρσωσης της Γενικής διεύθυνσης Δασών προς τον αρμόδιο Δασάρχη Άργους, που εκδόθηκαν μετά από υποβληθείσα αίτηση των Β., Δ. και Π. Α.), προς απόδοση σε μόνιμη γεωργική και δενδροκομική καλλιέργεια, υπό τους όρους που αναφέρονται στην έκθεση εκχέρσωσης του αρμοδίου Δασάρχη, χωρίς να αναιρείται όμως ο χαρακτήρας του εν λόγω τμήματος, στο οποίο αφορούν οι χορηγηθείσες άδεις εκχέρσωσης, ως δασικής έκτασης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ως προς το σύνολο της έκτασης αυτής, στην οποία περιλαμβάνεται και το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ισχύει η διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του ν. δ/τος 86/1969 (Δασικός Κώδικας) που απαγορεύει την κατάτμησή της, είτε με πώληση, είτε με διανομή μεταξύ των πλειόνων αναγνωρισθέντων συγκυρίων, είτε με άλλη πράξη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας. Επομένως, είναι άκυρη και η υπ' αρ. .../19.11.1980 συμβολαιογραφική πράξη διανομής τμήματος, έκτασης 2.793 στρεμμάτων, του ανωτέρω μείζονος ακινήτου, που έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτικό δάσος, του Σ/φου Άργους Στυλιανού Προκοπίου, η οποία καταρτίσθηκε χωρίς τη χορήγηση προηγουμένως σχετικής άδειας, έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άργους στο τόμο 488, με αυξ. αρ. ... και με την οποία φέρεται να περιέχεται στον αιτούντα κατά συγκυριότητα το ιδανικό μερίδιο των 10% εξ αδιαιρέτου επί τμήματος του διανεμηθέντος ακινήτου, έκτασης 465,5 στρεμμάτων, που περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο, αποτελεί δε τον επικαλούμενο από τον αιτούντα νόμιμο τίτλο, επί του οποίου ο ανωτέρω επιχειρεί να θεμελιώσει τον παράγωγο τρόπο κτήσης του δικαιώματος συγκυριότητάς του στο ακίνητο, που αφορά η αρχική εγγραφή, της οποίας διώκεται η διόρθωση, καθόσον καταρτίσθηκε κατά παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης, που απαγορεύει την δια δικαιοπραξίας κατάτμηση της δασικής ιδιοκτησίας. Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε ότι ο αιτών από του χρόνου κατάρτισης της άκυρης κατά τα προαναφερθέντα διανομής (1980) και έκτοτε νέμεται το ακίνητο που περιήλθε σ' αυτόν από την εν λόγω δικαιοπραξία κατά το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου (10%) συνεχώς και αδιατάρακτα, ασκώντας διάνοια συγκυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και αρμόζουσες στον προορισμό του υλικές, εμφανείς διακατοχικές πράξεις δηλωτικές εξουσίασης και ειδικότερα το έχει περιφράξει καλλιεργεί τα σ' αυτό υπάρχοντα ελαιόδενδρα και τις βερυκοκιές, το ελέγχει, το εποπτεύει και το προστατεύει από επεμβάσεις τρίτων, για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών, με αποτέλεσμα κατά το χρονικό διάστημα κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης (2007) να έχει καταστεί συγκύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία (αριθ. 1045 ΑΚ) όπερ δεν απαγορεύεται καθόσον η απαγόρευση κατάτμησης της δασικής ιδιοκτησίας αφορά μόνο στην κατάτμηση που επέρχεται με δικαιοπραξία και δεν εκτείνεται και στην κτήση κυριότητας επί τμήματος δάσους με έκτακτη χρησικτησία. Η κρίση του Δικαστηρίου για την απόκτηση του δικαιώματος συγκυριότητας του αιτούντος επί του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Κ. Α., ο οποίος επιβεβαιώνει τα παραπάνω καταθέτοντας ότι "το 1980 ο αιτών πήρε ένα τμήμα ( το επίδικο). Αυτό εκαλλιεργείτο με ελιές και βερυκοκιές από το 1940. Ανήκε στον παππού του, που λεγόταν Δ. Α.. Τώρα είναι όλο περιφραγμένο με ελιές και βερυκοκιές", η οποία (κατάθεση) δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τις πρώτες (αρχικές) εγγραφές στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Άργους, το ανωτέρω ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη και το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο του 10% εξ αδιαιρέτου (βλ. σχετ. το προσκομιζόμενο με Αρ. Βπ ΕΚ 3517/30.4.2007 απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Άργους). Επομένως, η εκκαλούμενη που δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αίτηση, κατά την επικουρική βάση της, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει απορριπτομένου του μοναδικού λόγου της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος και να απορριφθεί για τον ίδιο λόγο η τελευταία στο σύνολό της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες αναφορικά με την κτήση συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο με τον τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας λόγω της επί εικοσαετία από το χρόνο διανομής (1980) αυτού άσκησης των ρητά προσδιοριζόμενων διακατοχικών με διάνοια κυρίου πράξεων επ' αυτού ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Πρέπει επομένως ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό ως άνω πόρισμα της κτήσης συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο από τον αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο διατυπώνεται σαφώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια ότι δέχεται τα πράγματα αυτά χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς, ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύει.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της κτήσης συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο με τον τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας από τον αναιρεσίβλητο χωρίς απόδειξη, καθόσον η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Κ. Α. στην οποία κατ' εξοχήν στηρίζει την κρίση του αυτή δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες πράξεις νομής του ιδίου του αναιρεσίβλητου επ' αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, ρητώς βεβαιώνει, ότι τη δικανική του πεποίθηση για το πιο πάνω επίμαχο γεγονός σχημάτισε από τα κατ' είδος μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, τις ένορκες καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων (Α. - Κ. Μ.) και όλα γενικώς τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί η από 27.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αρ. 72/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 22 παρ. 2 ν. 3693/1957) όπως διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2010 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 72/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ