Legislator Case Law & Legislation
488/2011 AI generated

488/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 488/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 488 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 488/2011

Legislator headnote

AI generated

488/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 488 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 488/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 488 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 488/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Δ. συζύγου Μ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαίρης Διακολιού και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μαίρης Διακολιού του Μιχαήλ, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε." (πρώην "Q TELECOMMUNICATIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" κατόπιν συγχωνεύσεως και απορροφήσεως από την "WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στεφανογιάννη Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1943/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18/1/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 31/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι αναιρεσείουσες ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ορίζεται από μεν το άρθρο 552 ΚΠολΔ ότι με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων καθώς και των εφετείων από δε το επόμενο άρθρο 553 ΚΠολΔ ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά την έννοια των άνω διατάξεων αντιμολία των διαδίκων απόφαση του μονομελούς σε πρώτο βαθμό πρωτοδικείου καθίσταται τελεσίδικη και επομένως είναι δεκτική προσβολής με αναίρεση, όταν παρήλθε, μετά την επίδοσή της, η προθεσμία για την άσκηση κατ' αυτής εφέσεως και η οποία προθεσμία προκειμένου περί διαφορών του αρθ. 647 επ. ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με το άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, δέκα πέντε ημέρες, πράγμα που δηλώνει σιωπηρή παραίτηση του νομιμοποιούμενου να ασκήσει κατ' αυτής έφεση. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 18.1.2010 αίτηση που κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 19.1.2010 όπως προκύπτει από την πράξη καταθέσεως προσβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η 1943/ 2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών του άρθρου 647 επ.. Η άνω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως από τις αναιρεσείουσες προσκομιζόμενα κεκυρωμένα αντίγραφα αυτής επιδόθηκε σε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες, σύμφωνα με την επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή,την 21-12-2009. Η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση εφέσεως άρχισε την 22-12-2009 και έληξε την 5.1.2010. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα την 19.1.2010 και στρεφόμενη εμπροθέσμως κατά ήδη τελεσίδικης αποφάσεως είναι παραδεκτή.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν μονομελές πρωτοδικείο δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά που το οδήγησαν στην κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειουσών: "Δυνάμει του από 21-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγουσες εκμίσθωσαν στην εναγομένη το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή μίσθιο, ήτοι επιφάνεια 3,5 τ.μ. περίπου, που αποτελεί τμήμα της απόληξης του δώματος, καθώς και τμήμα του δώματος, επιφάνειας 22,8 τ.μ. οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ... στο ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την εναγομένη για την εγκατάσταση και λειτουργία κεραίας κινητής τηλεφωνίας, για εννέα έτη, ήτοι για χρονικό διάστημα από 21-3-2005 μέχρι 20-3-2014, με μηνιαίο μίσθωμα αρχικά 1.200 ευρώ, προκαταβαλλόμενο μέχρι την 7η ημέρα εκάστου μήνα. Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και συγκεκριμένα σύμφωνα με τον 16° όρο αυτού προβλέφθηκε ότι: "Η μισθώτρια έχει δικαίωμα να καταγγείλει την παρούσα μίσθωση οποτεδήποτε και χωρίς καμία υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως προς την εκμισθώτρια για σπουδαίο λόγο, για επέλευση στο πρόσωπο της μισθώτριας καταστάσεως ανωτέρας βίας (όπως ενδεικτικά σεισμών, φωτιάς, υπέρμετρων κοινωνικών αναταραχών και αντιδράσεων, πράξεων αρμοδίων διοικητικών αρχών κ.ο.κ.), καθώς και σε περίπτωση που δεν επιτύχει να λάβει από τις αρμόδιες υπηρεσίες όλες τις σχετικές άδειες που τυχόν απαιτούνται προκειμένου να προβεί σε κατασκευές, εγκαταστάσεις κλπ. πάνω στο μίσθιο ή απαγορευθεί για οποιοδήποτε λόγο συμπεριλαμβανομένης και δικαστικής απόφασης η λειτουργία των προηγούμενα περιγραφόμενων εγκαταστάσεων στο μίσθιο ή σε περίπτωση ανύψωσης σκελετών σκυροδέματος γειτονικών εφαπτόμενων κτιρίων πέραν του υψομέτρου των κατασκευών της μισθώτριας ή σε περίπτωση που καταστεί τεχνικά αδύνατη ή πλημμελής η λειτουργία των προηγούμενα περιγραφόμενων εγκαταστάσεων στο μίσθιο. Επίσης, η μισθώτρια έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την παρούσα μίσθωση οποτεδήποτε και χωρίς καμία υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως προς την εκμισθώτρια και σε περίπτωση που ανακληθεί, ανασταλεί ή τυχόν τροποποιηθεί η Ειδική Άδεια της Ε.Ε.Τ.Τ.. Η λύση της σύμβασης μισθώσεως θα επέρχεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της σχετικής καταγγελίας. Στις παραπάνω περιπτώσεις η εκμισθώτρια δεν θα έχει δικαίωμα, άλλως παραιτείται δια του παρόντος του δικαιώματός της να αναζητήσει την καταβολή των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων". Μετά τη συμπλήρωση διετίας της επίδικης μίσθωσης και συγκεκριμένα στις 20-11-2007 η εναγομένη επέδωσε στις ενάγουσες εκμισθώτριες εξώδικη δήλωση, σύμφωνα με την οποία, επικαλούμενη τον προαναφερόμενο 16° όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, αναφέρει ότι: "Επειδή, όπως γνωρίζετε, δεν έχει καταστεί τεχνικά δυνατή η κατασκευή και λειτουργία του σταθμού μας, ούτε η έκδοση των απαιτούμενων αδειών από τις αρμόδιες αρχές" καταγγέλλει την παρούσα μίσθωση. Εξάλλου, από την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων που περιέχονται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, κατ' άρθρα 361, 173 και 200 ΑΚ, καθίσταται σαφές ότι κατά την έναρξη της μίσθωσης η μισθώτρια δεν είχε λάβει την απαιτούμενη κατά τον τότε ισχύοντα Ν. 2867/2000 άδεια λειτουργίας της. Για το λόγο αυτό προβλέφθηκε ειδικά στο μισθωτήριο συμβόλαιο όρος που υπέγραψαν οι εκμισθώτριες, περί καταγγελίας της μίσθωσης από τη μισθώτρια χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης της εκμισθώτριας, σχετικός με την αδυναμία της μισθώτριας να λάβει τις σχετικές άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας ή ακόμη και ανάκλησης, αναστολής ή τυχόν τροποποίησης της ειδικής άδειας της Ε.Ε.Τ.Τ., την οποία τελικώς, απέτυχε να λάβει και μετά την ισχύ του Ν. 3431/2006, ο οποίος θέσπισε αυστηρότερα όρια για την αδειοδότηση των εγκαταστάσεων κεραιών κινητής τηλεφωνίας σε κατοικημένες περιοχές.

Συνεπώς, απορριπτέο τυγχάνει το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στις ενάγουσες των προβλεπομένων από το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 ποσών, διότι, αποδείχθηκε ότι δεν επρόκειτο για πρόωρη και αιφνίδια καταγγελία εκ μέρους της μισθώτριας, αλλά, αντίθετα, ότι στα πλαίσια ελευθερίας των συμβάσεων οι εκμισθώτριες είχαν υπογράψει την μετά διετία αζήμια καταγγελία "της σύμβασης από τη μισθώτρια για τον συγκεκριμένο ειδικά προβλεπόμενο όρο και όχι για λόγους μεταμέλειας στη συνέχιση της μίσθωσης που προβλέπονται στο άρθρο 43 του π.δ. 34/1395, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την βάση της αγωγής και πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών κατά της αναιρεσίβλητης μισθώτριας γιατί η τελευταία δυνάμει του αναφερόμενου όρου του μισθωτηρίου συμβολαίου είχε δικαίωμα να προβεί σε καταγγελία της μισθώσεως σε περίπτωση αδυναμίας λήψεως αδείας εγκαταστάσεως και λειτουργίας κινητής τηλεφωνίας διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως είναι αβάσιμα και απορριπτέα όσα αντίθετα διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υπό τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαβαίνει υπόψη του, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσαν στο Πρωτοδικείο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ότι η καταγγελία της μισθώσεως από την αναιρεσίβλητη ήταν προσχηματική: α) το μεταγενέστερο της ένδικης μισθώσεως μισθωτήριο με το οποίο η εταιρία κινητής τηλεφωνίας VODAFONE εμίσθωσε από τις ενάγουσες τον ίδιο ακριβώς χώρο και τις φωτογραφίες της ήδη εγκατεστημένης κεραίας, β) εξώδικη δήλωση των εναγουσών προς την εναγόμενη με την οποία της ζητούσαν να τους γνωστοποιήσει το έγγραφο με το οποίο η Διοίκηση αρνήθηκε τη χορήγηση της αδείας και γ) την κατάθεση του μάρτυρος των εναγουσών Μ. Δ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Ρητή διαβεβαίωση της αποφάσεως υπάρχει και για την κατάθεση του άνω μάρτυρα. Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το πρωτοδικείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Επομένως είναι αβάσιμα και απορριπτέα όσα αντίθετα προβάλλονται με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

IV. ''Πράγματα'' που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη-αναιρεσίβλητη προέβαλε κατ' ένσταση ότι συντρέχει εν προκειμένω η συνδρομή όρου του άρθρου 16 του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, σύμφωνα με τον οποίο η τελευταία κατήγγειλε τη μίσθωση επειδή δεν μπόρεσε να λάβει από τις αρμόδιες υπηρεσίες όλες τις σχετικές άδειες για την εγκατάσταση και λειτουργία στο μίσθιο κεραιών κινητής τηλεφωνίας. Επομένως, ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο πιο πάνω δικαστήριο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες ισχυρισμό ότι η μη χορήγηση της άδειας λειτουργίας της κεραίας κινητής τηλεφωνίας δεν οφείλεται σε αντικειμενική αδυναμία της μισθώτριας, αλλά σε δική της υπαιτιότητα, είναι απαράδεκτος, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και κατά συνέπεια ''πράγμα'' με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της ως άνω ενστάσεως. V. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί αυτή παρανόμως, ήτοι χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια απέτυχε να λάβει άδεια εγκαταστάσεως και λειτουργίας κεραίας κινητής τηλεφωνίας προς εγκατάσταση στο μίσθιο χώρα. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και από τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση από τις ενάγουσες έγγραφα. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση των Σ. Δ. συζ. Μ. και Μ. Δ. του Μ., για αναίρεση της 1943/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ