488/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 488 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2010
Legislator headnote
AI generated488/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 488 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2010
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 488 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 488/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... του Π1, κατοίκου ...Η.Π.Α και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιανουαρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29873/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1023/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Ιουλίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου (κατά το ένα μέρος του) πέμπτου, έκτου, εβδόμου, ογδόου (κατά το ένα μέρος του) και ενάτου (κατά ένα μέρος του) λόγων της από 11-7-2008 αίτησης αναίρεσης την απόρριψη των λοιπών, και την αναίρεση της υπ' αριθ. 1023/2008 απόφασης του εφετείου Θεσσαλονίκης..
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 338 και 559 αριθ. 1 και γ του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνο που προβάλλεται από τους διαδίκους δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, ώστε δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εφόσον το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα παρά των διαδίκων προταθέντα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της το διατακτικό της, οπότε το Εφετείο ή ο Αρειος Πάγος μπορούν να τις συμπληρώσουν σύμφωνα με τα άρθρα 534 και 578 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1468/2005, 195/2002, 1261/1993, 1199/1979) Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού.
Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Όσον αφορά την πρόθεση δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003).
Κριτήριο περί του αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά ενέχει αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, αποτελεί το κατά τον κρίσιμο χρόνο και τον αντίστοιχο χώρο, κοινό για την επιβαλλομένη συμπεριφορά, συναίσθημα, το εκφραζόμενο στις σχετικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, Προκειμένου δε να κριθή αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφορά υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την ανωτέρω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, συνεκτιμώνται τα κίνητρα.
Για την κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ πληρότητα όμως της σχετικής αγωγής πρέπει αυτή να περιέχει, κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά γεγονότα τα οποία καλύπτουν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καταφάσκουν προς το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 2-11-1997 αγωγή του, επισκοπούμενη κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, για τη βασιμότητα των εδώ κρινομένων αναιρετικών λόγων, ο αναιρεσείων ιστορούσε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, τα ακόλουθα: "Ότι κατ' εντολή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, άσκησε αγωγή για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας κατά της ήδη πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρίας ΞΥΛΟΠΑΝ, στην οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του.
Ότι η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 67/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την 3481/1987 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν απορρίψεως της κατά της τελευταίας αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως με την 218/1989 απόφαση του Αρείου Πάγου Ότι, από το επιδικασθέν στον πρώτο αναιρεσίβλητο ποσό με την άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης παρεκράτησε για την αμοιβή του και τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε, το συνολικό ποσόν των 505.000 δρχ., και επί πλέον το ποσόν των 135.000 δρχ., για την αμοιβή και τις δαπάνες του σε σχέση με άλλη υπόθεση του πρώτου αναιρεσίβλητου που χειρίσθηκε, κατ' εντολή του, και του απέδωσε το υπόλοιπο.
Ότι, κατόπιν αυτού, ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την αριθ. καταθ. 37415/ΕΡ-ΑΜ/167/9-12-1991 αγωγή που έστρεψε εναντίον του και τις προτάσεις που συνέταξε και υπέγραψε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δικηγόρος Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκε βάρος του ότι, εκτός από το ποσόν των 46.921 δρχ., το υπόλοιπο ποσό δεν εδικαιούτο να κρατήσει για την αμοιβή και τις δαπάνες του, και επομένως το υπεξήρεσε.
Ότι, από ολιγωρία δεν άσκησε την προεκτεθείσα αγωγή για τους μισθούς υπερημερίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη του. Ότι δεν του ανακοίνωσε ότι η αγωγή, σε σχέση με τους εν λόγω μισθούς, είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και, χωρίς να τον ενημέρωσει, άσκησε έφεση και αναίρεση κατά της 67/1987 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της 3481/1987 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, προκειμένου να ενεργήσει από υστεροβουλία συμψηφισμό με τις μη νόμιμες αξιώσεις του, σε σχέση με τα ποσά που παρεκράτησε πέραν αυτών που εδικαιούτο.
Ότι, σε παρόμοια περίπτωση άλλος δικηγόρος "θα εδίσταζεν εξ αισχίνης να αντικρούσει τον εντολέα του και συνεχόμενος εκ του συναισθήματος της αιδούς, θα ηρυθρία αντικρύζων αυτόν". Ότι, το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων που χειρίσθηκε κατ εντολήν του πρώτου των αναιρεσιβλήτων διεξήγαγε ανεπιτυχώς και με δυσμενές γι αυτόν αποτέλεσμα, ενώ ο φάκελλος της πτώχευσης της ΞΥΛΟΠΑΝ βρίθει δικογράφων που συνέταξε ο αναιρεσείων τα οποία έχουν απορριφθεί ως άσκοπα, απαράδεκτα και αναληθή.
Και τέλος, ότι ο αναιρεσείων είχε εκμυστηρευθεί κατά το παρελθόν στον πρώτο ότι οι πρόσοδοί του από τη δικηγορία είναι πενιχρές και ότι είχε επιδιώξει να προσληφθεί ως υπάλληλος στο Δικηγορικό Σύλλογο για να παράσχει τις υπηρεσίες του στην επιλογή της δημοσιευτέας ύλης στο νομικό περιοδικό ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ.
Ότι όλα τα άνω αναφερόμενα στην προεκτεθείσα αγωγή ήταν ψευδή και εξέθεταν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον του ενώ μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, πράγμα που επιδίωκαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση του ψεύδους, και ως εκ τούτου διέπραξαν σε βάρος του συκοφαντική δυσφήμηση και προσέβαλαν βάναυσα την προσωπικότητά του με συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη γι' αυτό ζήτησε: 1) να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι προσέβαλαν την προσωπικότητά του με τον ανωτέρω τρόπο, 2) να υποχρεωθούν να άρουν την προσβολή και να παραλείψουν αυτήν στο μέλλον, απαγγελομένης σε βάρος τους χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως, σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς τους και 3) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία που τέλεσαν σε βάρος του, να υποχρεωθούν, σε ολόκληρο έκαστος, να του πληρώσουν το χρηματικόν.
ποσόν των !2.500.000 δρχ., και επί πλέον να προβούν σε σχετική έγγραφη δήλωση ή οτιδήποτε άλλο κριθεί πρόσφορο από το Δικαστήριο. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κρίθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 του ΠΚ.
Ειδικά καθόσον αφορά τη διάταξη του άρθρ. 914 ΑΚ αυτή δεν είχε μεν προταθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην εκκληθείσα απόφασή του, στην οποία όμως είχαν παρατηθεί μόνο οι διατάξεις των άρθρων 57, 59, 920 και 932, ΑΚ, το δε Εφετείο κρίνοντας επί αντιστοίχου λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, ότι και η διάταξη του άρθρου 91Α ΑΚ δικαιολογούσε βάση των ουσιαστικών παραδοχών της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης την παράθεση της σ' αυτήν, την συμπλήρωση σε εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 534 του Κ.Πολ.Δ, πριν από την επί της ουσίας έρευνα των λοιπών λόγων των εφέσεων των αντίδικων μερών.
Στη συνέχεια δε το Εφετείο, κατά την έρευνα των επί της ουσίας λόγων των εφέσεων και με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασής του, όπως εκτίθενται σε επόμενη παράγραφο της παρούσας, ερεύνησε το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος συνολικά, όσο στηριζόταν και στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, για να καταλήξει στο τελικό απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμά της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 8,9 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 534 του Κ.Πολ.Δ παρέλειψε να ερευνήσει τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του, αλλά και τις αντίστοιχες αγωγικές βάσεις του από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ, που μνημονεύονται, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου κρίνονται αβάσιμα γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, αλλά και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 8,9 και 19 του Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μη μνημονεύσει σ' αυτήν και τη διάταξη του άρθρ. 919 ΑΚ που είχε παραθέσει στην αγωγή του, παρέλειψε να ερευνήσει την αντίστοιχη αγωγική βάση του κρίνονται απαράδεκτοι, αφού μέσω αυτών, προσβάλλεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου, ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της αγωγής στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό(πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθεντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού.
λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ: "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη1, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920.ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο.
Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.
Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.
Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του που προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων.
Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών, Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει, γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.
Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για, την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 408/2007).Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενοες από το το άρθρο 367 παρ. 1 Π.
Κ. περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεις. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν - αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. (ΑΠ 1897/2006).
Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου.
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Ειδικότερα ο νομίμως διωρισμένος δικηγόρος έχει υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής (άρ. 39 ν.δ. 3026/54 -περί του Κώδικα Δικηγόρων).
Κατά την άσκηση του λειτουργήματός του οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς (άρ. 46 παρ. 1). Ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες ενέργειες (άρ. 48 ιδίου ν.δ). Επίσης ο δικηγόρος υποχρεούται να μη υπογράφει δικόγραφα που δεν συνετάγησαν από αυτόν ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε προηγουμένως με το συντάκτη τους (αρθρ. 51 του ίδιου ν.δ).
Εντεύθεν έπεται ότι ο δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις ή οι φράσεις του, να επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα όσες φορές επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντιδίκου δικηγόρου. Η χρήση φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενέργειας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα.
Το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή της άσκησης νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του. (ΑΠ 2172/2002, 543/2002, 878/1998, 1395/1996, 1201/1988, 761/1988, 23/1988 ποινικές).
Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζημίας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, γνωρίσθηκε με τον ήδη αποβιώσαντα, την 6-11-1992, πατέρα του πρώτου των εναγομένων, Π1, κατά το έτος 1984. Ο τελευταίος, ομοίως, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, με μακρόχρονη θητεία και μεγάλο κύκλο εργασιών, εξετίμησε τις ικανότητες και την επιστημονική κατάρτιση του ενάγοντος και σταδιακά του εμπιστεύθηκε το χειρισμό υποθέσεων που του είχαν αναθέσει οι πελάτες του, λόγω του ότι ήταν υπέργηρος και ασθενής [καρδιοπαθής], και είχε ανάγκη βοηθείας.
Στη συνέχεια, επ' ευκαιρία της συνεργασίας του ανέθεσε στον ενάγοντα και την παρακολούθηση των υποθέσεων του υιού του, πρώτου εναγομένου, ο οποίος με την ιδιότητα του διπλωματούχου μηχανολόγου μηχανικού εργαζόταν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπεύθυνος των μηχανολογικών εγκαταστάσεων της εταιρίας, με την επωνυμία "Βιομηχανία Ξύλου ΞΥΛΟΠΑΝ Α.Ε.", όπου ασκούσε παράλληλα και καθήκοντα γενικού διευθυντή, ενώ είχε εκλεγεί και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας.
Στην εταιρία αυτή κατόπιν συστάσεων του πρώτου των εναγομένων προσελήφθη ως νομικός σύμβουλος και ο ενάγων. Με την 992/18-7-1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εταιρία αυτή κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ο ορισθείς τότε οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως κοινοποίησε, την 5-12-1985, στον πρώτο εναγόμενο την από 3-12-1985 εξώδικη δήλωση, με την οποία του ανακοίνωσε ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την εταιρία ήταν σύμβαση έμμισθης εντολής και ως εκ τούτου λύθηκε με την κήρυξη της πτωχεύσεως και έκτοτε δεν εδικαιούτο αμοιβής.
Κατόπιν αυτού και, εφόσον ο οριστικός σύνδικος δεν αποδεχόταν πλέον τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, ο πρώτος των εναγομένων ανεχώρησε, το έτος 1986, για την Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όπου από τότε διαμένει μόνιμα με την οικογένεια του. Όλες δε τις υποθέσεις του ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο πατέρας του, χωρίς οποιαδήποτε ανάμιξη και συμμετοχή του, λόγω του ότι του είχε εμπιστοσύνη, εφόσον ήταν δικηγόρος με πολυετή θητεία και μεγάλη εμπειρία.
Έτσι, στα πλαίσια διευθέτησης της εργατικής διαφοράς που ανέκυψε με το σύνδικο της πτωχεύσεως, κοινοποιήθηκε, την 21-1-1986, στον τελευταίο η από 20-1-1986 εξώδικη απάντηση που συνέταξε ο ενάγων επ' ονόματι του πρώτου των εναγομένων και ετέθη υπόψη του πατρός του, με την οποία εκαλείτο ο σύνδικος να καταβάλει τις από την κήρυξη της πτωχεύσεως νόμιμες αποδοχές του πρώτου των εναγομένων, διότι η με την πτωχεύσασα εταιρία σύμβαση δεν ήταν σύμβαση έμμισθης εντολής και, αν επιθυμούσε την απόλυσή του, έπρεπε να προβεί σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που πράγματι τον συνέδεε με την πτωχεύσασα εταιρία.
Στη συνέχεια και, εφόσον ο σύνδικος δε συμμορφώθηκε προς την άνω πρόσκληση του πρώτου των εναγομένων, ο ενάγων συνέταξε και άσκησε επ' ονόματί του την από 28-7-1986 αγωγή που επέδωσε στο σύνδικο την 5-8-1986, με την οποία ζητούσε την καταβολή στον πρώτο εναγόμενο των νομίμων αποδοχών του, πλέον επιδομάτων, από τον Αύγουστο του έτους 1985 έως και τον Ιούνιο του έτους 1986, συνολικού ύψους 1.820.993 δρχ.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 67/1987 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε αυτή δεκτή μόνο για τις δεδουλευμένες αποδοχές του μέχρι την 5-12-1986, ενώ για τους μετά την 5-12-1986 μισθούς υπερημερίας η αγωγή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 από την άνω από 5-12-1986 εξώδικη δήλωση του συνδίκου, η οποία κρίθηκε ότι συνιστούσε σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που συνέδεε πράγματι τον πρώτο εναγόμενο με την πτωχεύσασα εταιρία.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε επ' ονόματι του πρώτου των εναγομένων την από 22-5-1987 [και με αριθ. καταθ. 870/1987] έφεση, για το λόγο ότι, εφόσον ο οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως δεν αναγνώριζε ότι υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του πρώτου των εναγομένων και της πτωχεύσασας εταιρίας αλλά σύμβαση έμμισθης εντολής, δεν μπορούσε η από 5-12-1985 εξώδικη δήλωσή του περί λύσεως της τελευταίας να θεωρηθεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας, και επομένως η τελευταία δεν είχε λυθεί.
Ο άνω λόγος της έφεσης και η έφεση στο σύνολό της απορρίφθηκε με την 3481/1987 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την ίδια αιτιολογία που περί ελήφθη και στην εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Στη συνέχεια δε, με τις αυτές παραδοχές, απορρίφθηκε και η από 20-6-1988 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο ενάγων κατά της 3481/1987 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την 218/1989 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Μετά την περάτωση ίων δικών επί της εργατικής διαφοράς μεταξύ του συνδίκου της πτώχευσης και του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων του απέστειλε στην κατοικία του, στη ...των ΗΠΑ, την από 26-9-1990 επιστολή, με συνημμένες σ' αυτήν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και αναλυτικές καταστάσεις των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε, για την εν λόγω υπόθεση και μία άλλη αναφερομένη στην επιστολή υπόθεση του ΟΥΘ, ενημερώνοντάς τον ότι από το συνολικό ποσόν των 1.720.000 δρχ.
που εισέπραξε από το σύνδικο της πτωχεύσεως, ως επιδικασθέν στον πρώτο εναγόμενο με την 67/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το ποσόν των 1.080.000 δρχ. κατέθεσε σε λογαριασμό ταμιευτηρίου του τελευταίου στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης, ενώ το υπόλοιπο εκ δρχ. 640.000, παρεκράτησε για την αμοιβή και τις δαπάνες του προς διεξαγωγή των ανωτέρω υποθέσεων.
Για την αμοιβή του δε αυτή, σε σχέση με την υπόθεση της εργατικής διαφοράς, αναφέρει στη δεύτερη σελίδα της επιστολής επί λέξει και τα εξής: "Σημειώ νυν μόνον τούτο, ότι η αμοιβή των 344.000 δραχμών δια την επί τριετίαν και πλέον επιμέλειαν της κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως ΞΥΛΟΠΑΝ απαιτήσεως από της εξωδίκου προς αυτόν απαντήσεως μέχρι και της ενώπιον του Αρείου Πάγου συζητήσεως υπολείπεται κατά πολύ της αξίας της επιστημονικής μου εργασίας και του δαπανηθέντος χρόνου, τυγχάνει δε πολλώ ήσσων της κατά δικαίαν κρίσιν υφ' υμών οφειλομένης τοσούτω μάλλον καθ' όσον, δι' ους λόγους άριστα γνωρίζετε και ους προς το παρόν σιωπώ, το επιδικασθέν ποσόν αποτελεί ουσιαστικώς δώρον μου προς υμάς".
Την επιστολή αυτή ο πρώτος εναγόμενος, μετά την παραλαβή της, την απέστειλε στον πατέρα του, Π1, ο οποίος στη συνέχεια προχώρησε στην σύνταξη επ' ονόματι του υιού του της επίμαχης από 15-11-1991 [και με αριθ. καταθ. 37415/ΕΡ-ΑΜ/167/9-12-1991] αγωγής κατά του ενάγοντος και, για τη συζήτηση της υπόθεσης, στη σύνταξη των από 19-3-1992 προτάσεων που υπέγραψε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο δεύτερος εναγόμενος, δικηγόρος Θεσσαλονίκης.
Στην αγωγή, με την οποία, κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού της αιτήματος με τις προτάσεις, ζητείται να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για το χειρισμό των ανωτέρω υποθέσεων μόνον το ποσόν των 166.476 δρχ., [ήτοι 46.921 δρχ., για την εργατική διαφορά και 119.555 δρχ., για την υπόθεση του ΟΥΘ], περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και οι εξής ισχυρισμοί:
α]ότι ο ενάγων υπεξήρεσε το υπόλοιπο ποσόν των 473.500 δρχ. από το ποσόν των 640.000 δρχ. που παρεκράτησε ως άνω για την αμοιβή και τις δαπάνες του προς διεξαγωγή των υποθέσεων αυτών, β]ότι, ενώ δόθηκε στον ενάγοντα η εντολή να επιδιώξει δικαστικώς κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως τους δεδουλευμένους μισθούς και τους μισθούς υπερημερίας του πρώτου εναγομένου ήδη από την 20-1-1986 [σημειωτέον ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του την από 20-1-1986 εξώδικη απάντηση προς το σύνδικο, την άνω από 30-6-1990 επιστολή του ενάγοντος προς τον πρώτο εναγόμενο και τη συνημμένη σ' αυτήν κατάσταση δαπανών όπου χρεώνει ο ενάγων ως πρώτο κονδύλια, τις δαπάνες του για την καθαρογραφή και επίδοση της άνω εξώδικης απάντησης που συνέταξε], αυτός παραμέλησε την εκτέλεση της εντολής και από ολιγωρία άσκησε την αγωγή κατά του συνδίκου μετά έξι μήνες και οκτώ ημέρες, όταν είχε αποσβεσθεί τόσο η αξίωση του πρώτου εναγομένου από τους μισθούς υπερημερίας όσο και η αξίωση αυτού για αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως του εργασίας.
και γ] ότι ουδέν ποσόν οφείλεται στον ενάγοντα για την άσκοπη άσκηση των ανωτέρω καταδήλως αβασίμων εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Εφετείου, χωρίς μάλιστα να ενημερωθεί ο πρώτος εναγόμενος και να συναινέσει προς τούτο. Περαιτέρω, στις προτάσεις περιλαμβάνονται.
μεταξύ άλλων, και οι εξής ισχυρισμοί: α]ότι μετά την έκδοση της 67/1987 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του απέκρυψε ότι η αγωγή του είχε απορριφθεί, ως προς τους μισθούς υπερημερίας, και του ανακοίνωσε απλώς ότι ο σύνδικος της πτωχεύσεως άσκησε έφεση κατ' αυτής, β]ότι άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής και στη συνέχεια αναίρεση κατά της αποφάσεως του Εφετείου, χωρίς εντολή του πρώτου εναγομένου και από υστεροβουλία για να ενεργήσει συμψηφισμό με μη νόμιμες αξιώσεις του στο ποσόν που εισέπραξε για λογαριασμό του τελευταίου, γ] ότι σε παρόμοια περίπτωση οποιοσδήποτε άλλος δικηγόρος "θα εδίσταζε εξ αισχίνης να αντικρύσει τον εντολέα του και, συνεχόμενος εκ του αισθήματος της αιδούς, θα ηρυθρία αντικρύζων αυτόν", δ] ότι προ του συνδέσμου του ενάγοντος με τον πατέρα του πρώτου εναγομένου και τον ίδιο, είχε εκμυστηρευθεί στον τελευταίο ότι οι πρόσοδοι του από τη δικηγορία ήταν πενιχρές και γι αυτό είχε επιδιώξει να προσληφθεί ως υπάλληλος και στο Δικηγορικό Σύλλογο προς παροχή των υπηρεσιών του στην επιλογή της δημοσιευτέας ύλης στο νομικό περιοδικό ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, ε] ότι χειρίσθηκε ο ενάγων τις περισσότερες από τις υποθέσεις του πρώτου των εναγομένων, ως υπαλλήλου και ως του ετέρου των εκπροσώπων της ΞΥΛΟΠΑΝ, ανεπιτυχώς και με λίαν δυσμενές γι' αυτόν αποτέλεσμα και στ] ότι ο φάκελλος της πτωχεύσεως ΞΥΛΟΠΑΝ βρίθει δικογράφων, που συνέταξε ο ενάγων, τα οποία απορρίφθηκαν ως άσκοπα, απαράδεκτα και αναληθή.
Επί της αγωγής αυτής του πρώτου των εναγομένων και ανταγωγής που άσκησε ο ενάγων, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για αμοιβές του από τον χειρισμό άλλων υποθέσεων του πρώτου εναγόμενου, εκδόθηκε η 244/1992 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε:
α] ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε δώσει εντολή στον ενάγοντα για να ασκήσει την ανωτέρω αγωγή του κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως πριν από τον Ιούλιο του έτους 1986, για λόγους που αφορούσαν τον πρώτο εναγόμενο και τις σχέσεις του με τους μετόχους της πτωχεύσασας εταιρίας, την οποία μέχρι να πτωχεύσει εκπροσωπούσε, β] ότι ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι δεν είχε ενημερωθεί για το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης και δεν έδωσε τη συναίνεση του για την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής δεν ήταν πειστικός, διότι ο ενάγων διακρίνεται για την τυπική και επιμελή εκτέλεση των αναγκαίων για την εκτέλεση της εντολής ενεργειών και θα ενημέρωνε τον πρώτο εναγόμενο και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο τελευταίος, αν και όχι νομικός, διέθετε υψηλή πανεπιστημιακή μόρφωση, ο δε πατέρας του, Π1 [μέσω του οποίου ο ενάγων κατέστη νομικός σύμβουλός του αλλά και της εταιρίας "ΞΥΛΟΠΑΝ Α.Ε."] παλαιός δικηγόρος Θεσσαλονίκης και επίτιμος Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, γ] ότι οι διάδικοι δεν είχαν συνάψει ειδική συμφωνία περί της αμοιβής του ενάγοντος [δεδομένου ότι αυτός υποστήριζε ότι η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί στο 50% του εισπραχθησομένου ποσού, άλλως έπρεπε να καθορισθεί στο 20% του εν λόγω ποσού], δ] ότι ο πρώτος εναγόμενος όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα για τις υποθέσεις που διαλαμβάνονται στην αγωγή [ήτοι την εργατική διαφορά και την υπόθεση του ΟΥΘ], το ποσόν των 516.415 δρχ., από το οποίο το ποσόν των 220.000 δρχ., ως αμοιβή του, και ε]ότι ο πρώτος εναγόμενος ως αντεναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αντενάγοντα, για τις υποθέσεις που διαλαμβάνονται στην ανταγωγή το ποσόν των 179.600 δρχ.
Έτσι, κρίθηκε , με την ανωτέρω απόφαση, ότι ο ενάγων, από το συνολικό ποσόν των 640.000 δρχ. που παρακράτησε, εδικαιούτο το ποσόν των 516.415 δρχ., από τα οποία το ποσόν των 220.000 δρχ., ως αμοιβή του, αντί του ποσού των 344.000 δρχ. που παρ εκράτησε για την αιτία αυτή. Με την αγωγή του, για την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία κατατέθηκε την 2-1-1997 και στρέφεται κατά του φερομένου ως ενάγοντος, πρώτου των εναγομένων, στην άνω από 15-11-1991 αγωγή, καθώς και κατά του υπογράφοντος και καταθέσαντος την αγωγή και τις προτάσεις δευτέρου των εναγομένων, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι αναλυτικά παρατεθέντες ως άνω ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στα εν λόγω δικόγραφα, ήταν ψευδείς και εξέθεταν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον του, ενώ μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, πράγμα που επιδίωκαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση της αναληθείας τους, και ως εκ τούτου διέπραξαν σε βάρος του το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και προσέβαλαν βάναυσα την προσωπικότητα του, παρανόμως και υπαιτίως.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται α]ο πρώτος, ότι αγνοούσε το περιεχόμενο της επίμαχης από 15-11-1991 αγωγής, κατά την άσκησή της, διότι διέμενε μονίμως στην Αμερική, από το έτος 1986, και τις υποθέσεις του χειριζόταν, με δική του πρωτοβουλία και χωρίς μεταξύ τους συνεννόηση, ο πατέρας του, Π1, ως διαπρεπής δικηγόρος, ο οποίος τη συνέταξε, χωρίς δική του εντολή και οποιαδήποτε ανάμιξη ή συμμετοχή του, και β] ο δεύτερος, ότι η συμμετοχή του στην όλη υπόθεση εξαντλείται στην τυπική υπογραφή και κατάθεση της επίμαχης αγωγής και των προτάσεων, καθώς και την, επίσης, τυπική παράστασή του κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, ύστερα από παράκληση του συναδέλφου του Π1, ο οποίος ήταν ασθενής και δέχθηκε να τον εξυπηρετήσει, χωρίς να τον βαρύνει καμιά υπαιτιότητα για όσα διαλαμβάνονται στα ανωτέρω δικόγραφα, τα οποία δεν ήταν προσωπικό του έργο αλλά συνετάγησαν από τον άνω συνάδελφο του.
Εν σχέσει με τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου, όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα από 26-9-1990 επιστολή που του απέστειλε ο ενάγων, με την οποία τον ενημέρωνε για την παρακρατηθείσα αμοιβή του, καθώς και από το ίδιο το δικόγραφο της επίμαχης αγωγής, αυτός πράγματι διέμενε στη ...των ΗΠΑ. Από τις από 11-3-1992 δε προτάσεις που είχε καταθέσει ο ενάγων, κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι, ήταν σ' αυτόν γνωστό ότι το δικόγραφο της αγωγής είχε συντάξει ο πατέρας του πρώτου εναγομένου, Π1, διότι γίνεται στις προτάσεις αυτές επανειλημμένη αναφορά, στην 1η σελίδα του 1ου φύλλου, στη 2η σελίδα του 1ου φύλλου, στην 1η σελίδα του 5ου φύλλου και στη 2η σελίδα του 8ου φύλλου, ότι συντάξας το δικόγραφο της αγωγής ήταν ο πατέρας του πρώτου εναγομένου.
Εξάλλου, από το όλο περιεχόμενο και των προτάσεων που φέρονται επ' ονόματι του πρώτου εναγομένου, οι οποίες κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της επίμαχης αγωγής και, επίσης, από τον τρόπο σύνταξης και το ύφος που προσομοιάζει με αυτό της αγωγής, προκύπτει, ομοίως, ότι συντάκτης και αυτών ήταν ο Π1. Το γεγονός δε ότι ο πρώτος εναγόμενος αγνοούσε το περιεχόμενο της εν λόγω αγωγής, το οποίο είχε συντάξει αυτοβούλως και χωρίς εντολή του ο πατέρας του, προκύπτει από την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρος, ..., στενού οικογενειακού φίλου του πρώτου των εναγομένων, σε συνδυασμό με τη μετ' επικλήσεως από αυτόν προσκομιζόμενη από 23-1-1992 επιστολή που του έπεστειλε ο ενάγων, στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα εξής "Τη 10η Ιανουαρίου 1992 μοι επεδόθη η εσώκλειστος αγωγή, ασκηθείσα εφ' υμετέρω ονόματι κατ' εμού.
Εάν επιθυμείτε να αποκηρύξητε ταύτην, δέον όπως μοι γνωρίσητε τούτο δι' υμετέρας επιστολής και επιστροφής του εσωκλείστου αντιγράφου της αγωγής μετά σημειώσεως επί του περιθωρίου εκάστης σελίδος αυτού της φράσεως "αποκυρήσσω την αγωγήν ως ψευδή" κεχρονολογημένης και υπογεγραμμένης υφ' υμών. Επιστολή και σημειωθέν ως άνω αντίγραφον της αγωγής δέον όπως περιελθώσιν εις εμέ το αργότερον μέχρι της 23ης Φεβρουαρίου 1992.
Μετά την ημερομηνίαν ταύτην και εν μη λήψει παρ' υμών απαντήσεως κατά τα ανωτέρω θέλω θεωρήσει την περί ης αγωγήν ως πράγματι υφ' υμών προερχομένη". Ως εκ τούτου, από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής προκύπτει ότι, καίτοι στην επίμάχη αγωγή φέρεται ως ενάγων ο πρώτος εναγόμενος, ο νυν ενάγων, γνωρίζοντας ότι δεν προέρχεται από αυτόν του την κοινοποίησε για να λάβει γνώση, προκειμένου να την αποκηρύξει.
Κατ' ακολουθίαν, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος φέρεται ως ενάγων στην παραπάνω αγωγή που συνέταξε ο πατέρας του, εν αγνοία του περιεχομένου της και χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του, δεν ευθύνεται έναντι του νυν ενάγοντος για όσα διαλαμβάνονται σ' αυτήν, και ως εκ τούτου ως προς αυτόν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.
Περαιτέρω, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του δευτέρου εναγομένου, όπως ήδη εκτέθηκε, πράγματι αυτός δεν ήταν ο συντάξας το δικόγραφο της επίμαχης αγωγής και των προτάσεων που κατατέθηκαν επ' ονόματι του πρώτου εναγομένου κατά τη συζήτηση αυτής. Κατά την παράστασή του δε στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την 244/1992 απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της 11-3-1992 που συζητήθηκε η επίμαχη αγωγή, αυτός, σε αντίθεση με τον νυν ενάγοντα που εξήτασε δύο μάρτυρες, δεν πρότεινε όπως εξετασθούν μάρτυρες και, επίσης, δεν προέβαλε την ένσταση παραγραφής των ανταγωγικώς ασκηθείσων απαιτήσεων του ενάγοντος, οι οποίες είχαν γεννηθεί κατά τα έτη 1985, 1986 και 1987.
Έτσι, η συμμετοχή του στη διαδικασία φαίνεται ότι δεν ήταν ουσιαστική. Όταν δε, κατά την εξέταση του δευτέρου μάρτυρα του τότε εναγομένου και νυν ενάγοντος, ..., ο τελευταίος ανέφερε ότι "η έκφραση περί υπεξαιρέσεως ποσού τίνος εκ μέρους του εναγομένου αποτελεί προσβλητικόν υπαινιγμόν, όπως και η εκζήτηση προσωπικής κράτησης του, είναι αντιδεολογική η συμπεριφορά του συντάξαντος δικηγόρου", κατόπιν παρεμβάσεως του νυν ενάγοντος ο μάρτυρας στη συνέχεια δήλωσε ότι "πληροφορούμαι από τον εναγόμενο [νυν ενάγοντα] ότι ο συντάξας το δικόγραφο δεν είναι ο δικηγόρος που υπέγραψε την αγωγή".
Πέραν τούτων, από τις ανωτέρω αποδείξεις δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε ούτε ότι μπορούσε να εξακριβώσει την αλήθεια ή όχι των ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της επίμαχης αγωγής, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε συμμετοχή του στη διαδικασία της άνω εργατικής διαφοράς, από την οποία δημιουργήθηκε η αντιδικία μεταξύ του ενάγοντος και του Π1.
Εξάλλου, τα περιστατικά που στοιχειοθετούν τους φερομένους ως συκοφαντικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της επίμαχης αγωγής και τις προτάσεις που τη συνοδεύουν, αναφέρονται στις διαπροσωπικές σχέσεις του Π1. και του ενάγοντος. Έτσι, ο δεύτερος εναγόμενος δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ποια ήταν πράγματι η συμφωνία τους περί της αμοιβής του ενάγοντος, ούτε αν ο τελευταίος είχε λάβει εντολή να ασκήσει εκπρόθεσμη αγωγή για τους μισθούς υπερημερίας, αν είχε αποκρύψει το αποτέλεσμα της πρωτοβάθμιας δίκης ή αν εκ προθέσεως άσκησε άσκοπα ένδικα μέσα χωρίς ενημέρωση του εντολέως του.
Επίσης, δεν μπορούσε να γνωρίζει αν ο ενάγων σε ανύποπτο χρόνο κατά το παρελθόν είχε εκμυστηρευτεί στον πρώτο εναγόμενο ότι οι πρόσοδοί του από τη δικηγορία ήταν πενιχρές και ότι επιδίωξε να προληφθεί ως υπάλληλος στο Δικηγορικό Σύλλογο. Τέλος, όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι ο ενάγων χειρίσθηκε τις περισσότερες υποθέσεις του πρώτου εναγομένου ανεπιτυχώς και ότι ο φάκελλος της πτώχευσης ΞΥΛΟΠΑΝ βρίθει δικογράφων που είχε συντάξει ο ενάγων και απορρίφθηκαν ως άσκοπα, απαράδεκτα και αναληθή, είναι εντελώς αόριστοι, διότι αναφέρονται σε υποθέσεις και δικογραφίες γενικώς που δεν προσδιορίζονται, και ως εκ τούτου δεν είναι δεκτικοί αποδείξεως.
Σε κάθε δε περίπτωση, λόγω της αοριστίας τους, η αλήθεια ή μη τούτων δεν ήταν δυνατόν να εξακριβωθεί από το δεύτερο εναγόμενο. Έτσι, αυτός καλόπιστα πίστευε ότι όσα ανέφερε ο διακεκριμένος συνάδελφός του στο δικόγραφο της αγωγής και των προτάσεων ήταν αληθή. Επίσης, πίστευε ότι με την υπογραφή και την κατάθεση των άνω δικογράφων συμβάλλει στην ενάσκηση εκ μέρους του Π1 νομίμων αξιώσεων του υιού του και τη καταγωγή τους σε δίκη για τη δικαστική επίλυση της διαφοράς που είχε ανακύψει με τον ενάγοντα και οπωσδήποτε δεν επεδίωκε να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτων βλαπτικά για την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου περιστατικά.
Και τούτο, ενόψει και του γεγονότος ότι, στα πλαίσια της δικηγορικής πρακτικής, ο ρόλος του περιοριζόταν στην τυπική διεκπεραίωση της υπόθεσης προς εξυπηρέτηση του συναδέλφου του και δεν μπορούσε να παρέμβει στο δικόγραφο και να επιφέρει αλλαγές. Άλλωστε, δεν προέκυψε αν είχε καν αναγνώσει τα ανωτέρω δικόγραφα.
Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι οι περιλαμβανόμενοι στα δικόγραφα αυτά ισχυρισμοί, οι οποίοι αναφέρονται στη διάπραξη εκ μέρους του ενάγοντος υπεξαίρεσης, στον εκ μέρους του άσκοπο και ανεπιτυχή χειρισμό υποθέσεων ασχέτων με την τότε επίδικη και στην επαγγελματική του δυσπραξία, δεν ήταν αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων του πρώτου εναγομένου που είχαν καταχθεί σε δίκη, και διατυπώθηκε με σκοπό προσβολής της τιμής και της υπόληψής του, δηλαδή με σκοπό εξύβρισης.
Το ίδιο ισχύει και για την αμιγώς εξυβριστική πρόταση ότι "θα εδίσταζε εξ αισχίνης να αντικρύση τον εντολέα του και, συνεχόμενος εκ του συναισθήματος της αιδούς, θα ηρύθρα, αντικρύζων αυτόν". Όμως, πρόκειται για στοχασμούς που δεν προέρχονται από το δεύτερο εναγόμενο αλλά και τον συντάξαντα τα επίδικα δικόγραφα, Π1 που έτρεφε μένος προς το πρόσωπο του ενάγοντος για τους λόγους που αναφέρονται στα δικόγραφα αυτά, και επομένως δεν αποδίδουν προθέσεις του ίδιου του δεύτερου εναγομένου, κατευθυνόμενες σε προσβολή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας.
Συνεπώς, εφόσον δεν στοιχειοθετείται παράνομη πράξη υπαιτίως τελεσθείσα από το δεύτερο εναγόμενο που να συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος είτε με συκοφαντική δυσφήμηση είτε με εξύβριση, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις ευθύνης του εκ του άρθρου 920 ΑΚ, έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και ως προς τον εν λόγω εναγόμενο.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όμως, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως ουσία βάσιμη, ως προς αμφότερους τους εναγομένους, και επομένως έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων". Το Εφετείο με τις παραδοχές αυτές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του με τις οποίες δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείντος και απορρίφθηκε η έφεσή του και ακολούθως και η αγωγή του παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 362, 363, 367 παρ. 1 του ΠΚ με αιτιολογίες ελλιπείς και ανεπαρκείς που δεν δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, και την απόρριψη κατ' ουσίαν της αγωγής του αναιρεσείοντος αλλά και δεν καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι ίδιες πιο πάνω διατάξεις Ειδικότερα, καθόσον αφορά την αγωγική ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ η απορριπτική κρίση του Εφετείου αιτιολογείται μεμονωμένα ειδικά:
Α) στην άγνοια εκ μέρους του του περιεχομένου της επίμαχης αγωγής που συνέταξε ο πατέρας εκείνου, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του και παράλληλα, αντιφατικά β) δέχεται ότι ο αναιρεσείων με επιστολή του προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην οποία εσωκλείστως περιέλαβε και αντίγραφο της ίδιας αγωγής, γνωστοποίησε σ' εκείνον το περιεχόμενο της αγωγής και τον κάλεσε να την "αποκηρύξει" έγκαιρα και πριν από την συζήτησή της στο ακροατήριο, στη συνέχεια το Εφετείο κατέληξε στη συνολική απορριπτική του κρίση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο χωρίς να αξιολογήσει ειδικά στις αιτιολογίες του από τη άποψη προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, την προκύπτουσα εντεύθεν αντικειμενικά συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στο να στέρξει τελικά ανεπιφύλακτα, και ανεξάρτητα από την απουσία του στο εξωτερικό στη συζήτηση της ίδιας αγωγής του στο ακροατήριο, δια του δευτέρου αναιρεσίβλητου ως πληρεξούσιου Δικηγόρου του, σε χρόνο που γνώριζε το περιεχόμενο της, αλλά και τις δυσμενείς συνέπειες που επήλθαν στην προσωπικότητας του αναιρεσείοντος από τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της ίδιας αγωγής, κατά τη συζήτηση της δημόσια στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Παράλληλα δε το Εφετείο, με την πιο πάνω ελλιπή κρίση του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη με την έννοια του "πράγματος" τους πιο πάνω μη ερευνηθέντες πραγματικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που στήριζαν επίσης την παραδοχή του αγωγικού αιτήματος για την προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την υποστήριξη στο ακροατήριο της επίμαχης αγωγής του κατά την προφορική συζήτηση της μέσω του δευτέρου αναιρεσίβλητου πληρεξούσιου δικηγόρου του.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά τη αγωγική ευθύνη του δευτέρου αναιρεσίβλητου ως προς την απορριπτική κρίση του Εφετείου που αφορά το μέρος που αναφέρεται: 1) στη διάπραξη εκ μέρους του αναιρεσείοντος υπεξαίρεσης σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου, 2) στον άσκοπο και ανεπιτυχή χειρισμό υποθέσεων άσχετων με τη επίδικη και 3) στην επαγγελματική του δυσπραξία, δηλαδή για γεγονότα αντικειμενικά, αλλά όπως και το Εφετείο δέχεται δυσφημιστικά και εξυβριστικά του προσώπου του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχεται ότι:
Α) ο δεύτερος αναιρεσίβλητος τελούσε σε καλή πίστη ως προς το εάν τα αντίστοιχα περιστατικά ήταν αληθή, Β) ότι πρόκειται για χαρακτηρισμούς που και κατ' αντικειμενική κρίση δεν ήταν αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων του πρώτου αναιρεσίβλητου, που είχαν καταχθεί τότε σε δίκη και ότι το ίδιο ισχύει και για την αμιγώς εξυβριστική πρόταση ότι "θα εδίσταζε εξαισχίνης να αντικρύσει τον εντολέα του και, συνεχόμενος εκ του συναισθήματος της αιδούς θα ηρύρθα αντικρύζων αυτόν" και Γ)ότι οι ίδιοι χαρακτηρισμοί διατυπώθηκαν εκ μέρους του συντάκτης της επίμαχης αγωγής και των προτάσεων πατέρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου με σκοπό την προσβολή της τιμής και υπόληψης του αναιρεσείοντος.
Ενώ όμως το Εφετείο τελικά οδηγήθηκε στο συνολική απορριπτική του κρίση και ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο δικηγόρο, για τον οποίο δέχθηκε ανυπαρξία σκοπού δυσφήμισης ή εξύβρισης του αναιρεσείοντος, δεν αξιολόγησε ειδικά από την άποψη προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, στο πλαίσιο εφαρμογής και των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 39, 46 παρ. 1, 48 και 51 του ν.δ 3026/195 Α, την προκύπτουσα εντεύθεν αντικειμενικά συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου: 1) από την υπογραφή εκ μέρους του αποκλειστικά (και όχι της προσυπογραφής) των επίμαχων δικογράφων (αγωγής και προτάσεων) με τα οποία κατέστη δυνατή η προβολή των πιο πάνω δυσφημιστικών και προσβλητικών ισχυρισμών της προσωπικότητάς του αναιρεσείοντος, που χωρίς την υπογραφή αυτή δεν θα μπορούσαν να λάβουν νόμιμη υπόσταση, αλλά και οι οποίοι κατ' αντικειμενική κρίση δεν ήταν αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων του πρώτου αναιρεσιβλήτου και 2) από την προσωπική παράστασή του κατά τη συζήτηση της επίμαχης αγωγής στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, η οποία καίτοι χαρακτηρίζεται από το Εφετείο ως τυπική, αποτέλεσε, το κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου, το μέσο αποκλειστικά με το οποίο κατέστη δυνατή η προβολή των ίδιων πιο πάνω άσχετων προς την δικαζόμενη υπόθεση δυσφημιστικών και εξυβριστικών γεγονότων σε βάρος του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση εκείνη, εφόσον παράλληλα το Εφετείο δεν δέχεται ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου αγνοούσε το περιεχόμενο της δικαζόμενης τότε αγωγής, ενώ δέχεται ότι μέρος της ήταν άσχετο με τη προστασία των δικαιωμάτων του εντολέως του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Παράλληλα δε το Εφετείο με την πιο πάνω ελλειπή κρίση του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, με την έννοια του "πράγματος", τους πιο πάνω μη ερευνηθέντες πραγματικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που στήριζαν επίσης την παραδοχή του αγωγικού αιτήματος για την προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την υποστήριξη στο ακροατήριο της επίμαχης αγωγής του κατά την προφορική της συζήτηση μέσω του δευτέρου αναιρεσιβλήτου πληρεξούσιου δικηγόρου αυτού (πρώτου αναιρεσιβλήτου).
Επομένως τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τέταρτο κατά το ένα μέρος του, πέμπτο, έκτο έβδομο, όγδοο κατά το ένα μέρος του και ένατο κατά το ένα μέρος του λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (όχι δε και του αριθμού 9 που αλυσιτελώς μνημονεύεται στο αναιρετήριο), 8 και 19 του αρθρ. 559 του Κ,.Πολ.Δ, κρίνονται βάσιμοι όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Μετά τα παραπάνω, και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 1023/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουάριου 2010 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ