Legislator Case Law & Legislation
488/2008 AI generated

488/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 488/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

488/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσείοντες αρνήθηκαν την αγωγή, προέβαλαν δε - με τις από 26-11-2003 προτάσεις τους - και την περί καταχρήσεως δικαιώματος ένσταση. Συγκεκριμένα ανέφεραν σχετικώς τα ακόλουθα κατά λέξιν: "Ο αντίδικος έχει ήδη ασκήσει εναντίον μου 8 μηνύσεις και 5 αγωγές διεξάγοντας πρωτοφανή δικαστικό αγώνα εναντίον μου...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 488 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 488/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσείοντος:Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2601/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3180/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 11-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα (και, επομένως, παραδεκτή) η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια? εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ (πρβλ.

ΑΠ 886/2004, ΑΠ 1552/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. ΑΠ 395/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος Ψ1, με την από 21-5-2002 αγωγή του, ζητούσε να του επιδικασθεί χρηματικό ποσό 199.956 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτόν από αδικήματα των ήδη αναιρεσειόντων, και δη συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση, τελεσθέντα με απολογητικό αυτών υπόμνημα προς τον Πταισματοδίκη Αθηνών, με δύο "σημειώματα" προς τον Αρειο Πάγο και με τρία υπομνήματα (του πρώτου εξ αυτών) προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.

Οι αναιρεσείοντες αρνήθηκαν την αγωγή, προέβαλαν δε - με τις από 26-11-2003 προτάσεις τους - και την περί καταχρήσεως δικαιώματος ένσταση. Συγκεκριμένα ανέφεραν σχετικώς τα ακόλουθα κατά λέξιν: "Ο αντίδικος έχει ήδη ασκήσει εναντίον μου 8 μηνύσεις και 5 αγωγές διεξάγοντας πρωτοφανή δικαστικό αγώνα εναντίον μου...

Μας έχει "βομβαρδίσει" με σειρά μηνύσεων αλλά και αγωγών αποζημιώσεως... των οποίων τα αιτούμενα προς επιδίκαση ποσά ανέρχονται στο ύψος περίπου των 700.000 ευρώ. Εχοντας εξασφαλίσει λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας την ανέξοδη προσφυγή στην Δικαιοσύνη... έχει ασκήσει και ο ίδιος μηνύσεις και αγωγές εν είδει αλυσίδας, της οποίας οι κρίκοι αυξάνουν συνεχώς και έτσι με την μεθόδευση αυτή...

από ένα και μόνο γεγονός που ήταν εξ αρχής σε πλήρη γνώση του σε όλη του την έκταση "τεμάχισε" τα πραγματικά περιστατικά, ούτως ώστε να "πολλαπλασιάσει" τις αγωγές και τις μηνύσεις του εναντίον μας... ".

'Ετσι όμως διατυπούμενος ο σχετικός ισχυρισμός δεν ήταν επιδεκτικός δικαστικής εκτίμησης, κυρίως διότι δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτόν ούτε το ουσιαστικό περιεχόμενο των άλλων αγωγών (και μηνύσεων) που είχε ασκήσει κατά των αναιρεσειόντων ο αντίδικός τους, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν αυτές αφορούν όντως σε ένα και το αυτό βιοτικό συμβάν που δικαιολογεί μία μόνον απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ούτε η τύχη των προγενέστερων αγωγών, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η σχετική αξίωση του αναιρεσιβλήτου είχε ήδη ικανοποιηθεί. Ενόψει τούτων είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλετται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστη η ρηθείσα ένσταση και ο οποίος συνιστά την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση. Η το πρώτον δε στο Εφετείο προβολή ορισμένης της ίδιας ένστασης δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, αφού δεν έγινε, όπως έπρεπε, επίκληση, ούτε το Εφετείο δέχθηκε συνδρομή μιας των προϋποθέσεων του άρθρου 269 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, και, επομένως, απαραδέκτως προβλήθηκε η ένσταση, έστω και με ορισμένο τρόπο, για πρώτη φορά στο Εφετείο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως έχει ως εξής: "Συναφώς με τον προηγούμενο λόγο και σχετικά με τις καταλυτικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ότι όταν οι ισχυρισμοί διαλαμβάνονται σε διαδοχικά δικόγραφα δεν αποτελούν κατ' εξακολούθηση ενέργεια φρονούμε ότι η απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 καθότι οι αιτιολογίες της περί το αν οι ίδιοι ισχυρισμοί σε διαδοχικά δικόγραφα δεν συνιστούν κατ' εξακολούθηση ενέργεια είναι ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές καθότι η ίδια η απόφαση προ του συμπεράσματος της δέχεται ότι κατ' εξακολούθηση ενέργεια υπάρχει, όταν ο οφειλέτης με ομοιόμορφο εξακολουθητική συμπεριφορά προβαίνει σε πολλές επί μέρους ενέργειες (διάφορα δικόγραφα) που απορρέουν από ενιαία βουλητική στάση του.

Η ενιαία δε βουλητική στάση είναι η προστασία νομίμου δικαιώματός μας με συνεχή με όλα τα δικόγραφά μας προβολή πραγματικών γεγονότων και κρίσεων που πιστεύαμε άνευ δόλου ως αληθών. Επιπλέον η αναιρεσιβαλλομένη πρέπει να αναιρεθεί και κατ' άρθρον 559 παρ. 1 διότι με το να μη δεχθεί ότι η άσκηση συνεχών αγωγών εναντίον μας για την ίδια και ομοιόμορφο αδικοπρακτική, υποτίθεται, συμπεριφορά που λαμβάνει χώρα με πολλές επί μέρους ενέργειες δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος και καταχρηστική άσκηση της αγωγής του αντιδίκου ως μη υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, παρέβει τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη αυτόν του άρθρου 281 ΑΚ".

Με το περιεχόμενο αυτό, ο ρηθείς λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, προεχόντως διότι δεν εκτίθεται σ' αυτόν ποια ήταν η δυσμενής για τους αναιρεσείοντες έννομη συνέπεια των οικείων παραδοχών του Εφετείου και γιατί θα καθιστούσε καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ο χαρακτηρισμός των επιμέρους πράξεων ως εξακολουθητικού αδικήματος.

Περαιτέρω είναι επίσης απορριπτέος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση και υποστηρίζεται ότι το ουσιαστικό δικαστήριο "παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων και δη το δικόγραφο της εφέσεως". Τούτο δε διότι η ρηθείσα πλημμέλεια προϋποθέτει "παραμόρφωση" αποδεικτικού και όχι διαδικαστικού εγγράφου, όπως είναι το έγγραφο της εφέσεως.

Τέλος, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), διότι από την βεβαίωση του Εφετείου, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψιν τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και "όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα υπό των διαδίκων έγγραφα", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεξετίμησε τόσο την κατάθεση του μάρτυρος που είχε εξετασθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη με πρόταση του αναιρεσιβλήτου, όσο και τα έγγραφα που φέρονται από τους αναιρεσείοντες ως αγνοηθέντα, ήτοι την 71.008/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το 970/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την 9424/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (της υπ' αριθμ. 58984/2003 αποφάσεως του ίδιου ποινικού δικαστηρίου, η οποία επίσης φέρεται ως μη ληφθείσα υπόψιν, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση υπό των αναιρεσειόντων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 3180/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ