Supreme Court partially allowed appeal regarding procedural invalidity of mitigation circumstance argument and sentencing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment for property damage. The court found the lower court's refusal to consider a specific statutory mitigation circumstance procedurally invalid because the prosecutor's counsel, who drafted the argument, lacked the authority to do so. Consequently, the court declared the appeal admissible regarding the sentencing and the specific mitigation claim, remitting the case for a new hearing on these points while dismissing the remaining grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(A) and 171(d) of the Code of Criminal Procedure; Article 84(2)(g) of the Penal Code: The court established that a prosecutor's counsel lacks the authority to argue for a statutory mitigation circumstance, rendering the lower court's decision on that issue procedurally void and necessitating a remittal for a new hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 487 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 487/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ουρανίας Σταθέα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ζ. του Ν. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 532/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Η. του Ν. , κάτοικο ... , που δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 2-10-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 02-10-2025, αίτηση του κατηγορουμένου Α. Ζ. του Ν. , κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμ. 532/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών (κατ' έφεση), με την οποία καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του, που κατατέθηκε, με αριθμ.
πρωτ. ...2025, στη Γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου ουσίας, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση, στις 16-09-2025, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, με αύξ. αριθμ. 1631/16-09-2025 (άρθρ. 466 παρ. 1α, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2 και 4, 168 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι στην έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 Δ', Ε', και Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠοινΔ).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων αυτής. Σημειώνεται ότι, αν και, ο Γ. Η. του Ν. , που παραστάθηκε, ως υποστηρίζων την κατηγορία, στο δικαστήριο ουσίας (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο), καθώς και ο ορισθείς απ' αυτόν αντίκλητος - δικηγόρος, Αθανάσιος Αμπατζής, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (06-02-2026), όπως προκύπτει από τα από 04-11-2025 αποδεικτικά επίδοσης του αρχ/κα Α.Τ.
… Ι. Σ. , κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δεν παραστάθηκε. Επομένως, αφού, κατά τη σημερινή δικάσιμο, εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠοινΔ).
ΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 381 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "`Οποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών", ενώ κατά την αντίστοιχη επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 378 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, που εφαρμόσθηκε στην προκείμενη περίπτωση, για την ως άνω πράξη, πέραν της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής φυλάκισης έως δύο έτη, απειλείται διαζευκτικά χρηματική ποινή.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, απαιτείται αφενός μεν αλλοτριότητα του φθειρόμενου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αφετέρου δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του.
Το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας αποσκοπεί στην προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι με αυτό (έγκλημα) καταλύεται, ολικώς ή μερικώς το δικαίωμα κυριότητας είτε δια της καταστροφής, είτε δια της βλάβης είτε δι` αχρήστευσης του ξένου εν όλω ή εν μέρει πράγματος, που είναι το αντικείμενό του (ΑΠ 659/2025, ΑΠ 776/2025).
Καταστροφή του πράγματος υπάρχει όταν τούτο καθίσταται εντελώς, διαρκώς άχρηστο για τον προορισμό του, αρκεί δε αυτή να είναι και μερική μόνο, η δε βλάβη συνίσταται είτε στη βλάβη της ουσίας του πράγματος είτε στη μείωση της κατά προορισμό χρησιμότητάς του. Το ανέφικτο της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο χρήσης του πράγματος καλύπτει τις περιπτώσεις που το πράγμα, εκτός από την καταστροφή του ή τη βλάβη του, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον από τον κύριο ή τον κάτοχό του.
Το ποινικό αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που αποβλέπει στην προστασία της ιδιοκτησίας, είναι υπαλλακτικώς μικτό και μπορεί να τελεσθεί με ένα από τους ως άνω τρόπους (ΑΠ 776/2025, ΑΠ 1517/2022). Επομένως, για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται καταστροφή ή βλάβη του ξένου πράγματος ή να καταστεί ανέφικτη η χρήση αυτού, γνώση ότι το πράγμα ήταν ξένο και θέληση ή αποδοχή της ολικής ή μερικής καταστροφής ή βλάβης του πράγματος αυτού, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 776/2025). [2] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 896/2025, ΑΠ 100/2024).
Όσον αφορά στο δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, καθώς και όταν από το νόμο αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου (ΑΠ 659/2025, ΑΠ 776/2025, ΑΠ 1301/2016). [3] Ο υποστηρίζων την κατηγορία, ο οποίος κατ' άρθρο 82 ΚΠοινΔ, είναι διάδικος στη ποινική δίκη, είναι και μάρτυρας κατηγορίας, ανεξαρτήτως του ότι, κατ' επιταγή του άρθρου 221 του ΚΠοινΔ, εξετάζεται χωρίς όρκο, καθόσον διατηρεί απαιτήσεις για αποζημίωση.
Ως εκ τούτου, η κατάθεσή του στο ακροατήριο του δικαστηρίου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, ώστε να απαιτείται να γίνεται στην απόφαση διάκριση της κατάθεσής του, από τις λοιπές καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας (ΑΠ 728/2025, ΑΠ 1005/2011, ΑΠ 2344/2009). Επομένως, όταν στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, έστω και αν μνημονεύονται όλες ως ένορκες, συνάγεται με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη και η (χωρίς όρκο) κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, εφόσον και από τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτει ότι για κάποιον ιδιαίτερο λόγο, δεν λήφθηκε αυτή, υπόψη (ΑΠ 728/2025, ΑΠ 1222/2024). [4] Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 183/2025, ΑΠ ΑΠ 209/2025). [5] Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 664/2025, ΑΠ 773/2024).
ΙΙΙ. [1] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 532/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν (ένορκες καταθέσεις, στο ακροατήριο, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η με αριθμ. 2019/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, αυτολεξεί, πραγματικά περιστατικά: "....Στον ...
στις 20.9.2018 ο εγκαλών και ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Γ. Η. έχοντας εκδώσει τη με αριθμό ...2018 άδεια δόμησης από το Τμήμα Αδειών και Ελέγχου Δόμησης του Δήμου Πατρέων και τη με αριθμό ...2018 έγκριση δόμησης μετέβη, με συνεργείο, σε ακίνητο ιδιοκτησίας του ίδιου και της συζύγου του, στη θέση ...
στον ... , προκειμένου να προβεί στην περίφραξη του ακινήτου αυτού. Σε συνέχεια πολύχρονης αντιδικίας, ο κατηγορούμενος Α. Ζ. μαζί με άλλους ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων προσήλθαν στο σημείο αντιδρώντας στην κατασκευή της περίφραξης ισχυριζόμενοι ότι οι ήδη τοποθετηθέντες σιδηροπάσσαλοι καταλαμβάνουν τμήμα κοινόχρηστου δρόμου που οδηγεί στη θάλασσα και τμήμα της βορειοανατολικής πλευράς οικοπέδου ιδιοκτησίας της συζύγου του κατηγορουμένου Α.
Στη συμπλοκή που ακολούθησε επιτέθηκε ο κατηγορούμενος στον εγκαλούντα χτυπώντας τον με τα χέρια του στο πρόσωπο και τον δεξιό βραχίονα και προκαλώντας του έτσι πολλαπλές διάσπαρτες γραμμοειδείς εκδορές μήκους από 7 έως 11,5 εκ και 3 ημισεληνοειδείς αμυχές μήκους από 0,2 έως 0,35 εκ περίπου στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, ερύθημα μετά συνοδού οιδήματος στην πρόσθια επιφάνεια δεξιού αντιβραχίου και μικρού βαθμού οίδημα κατά τη δεξιά πλάγια ρινική χώρα καθώς και μικρό εκχυμωτικό εντύπωμα διαμέτρου 1,2 εκ περίπου στην περιοχή αυτή, όπως εκτίθεται στην από 24.9.2018 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως της ιατροδικαστή Α. Τ.
Χτυπώντας ο κατηγορούμενος τον εγκαλούντα στο πρόσωπο, όπως αποδεικνύεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις, χτύπησε και τα γυαλιά οράσεως που ο τελευταίος φορούσε προκαλώντας το προαναφερόμενο μικρού βαθμού οίδημα κατά τη δεξιά πλάγια ρινική χώρα του παθόντος, την πτώση των γυαλιών στο έδαφος και τη θραύση τους, η δε αξία της ζημίας που προκάλεσε στον προαναφερόμενο παθόντα ανέρχεται στο ποσό των 250,00 €, καθόσον προκλήθηκε θραύση του σκελετού. Οι φακοί των γυαλιών δεν επηρεάστηκαν, πλην όμως δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν σε άλλο σκελετό και, συνεπώς, η αξία τους συμπεριλαμβάνεται στη συνολική ζημία. Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι προκληθείσες στον παθόντα σωματικές βλάβες ως εντελώς επιφανειακές και ταχέως ιάσιμες σωματικές κακώσεις (....) κρίνεται ότι συνιστούν όλως ελαφρά σωματικές βλάβες. Συνακόλουθα, η πράξη της απλής σωματικής βλάβης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο πρέπει να μετατραπεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη. Το ως άνω αδίκημα της όλως ελαφρός σωματικής βλάβης κατά τον χρόνο τελεσής του, ήτοι 20/9/2018, έφερε πταισματικό χαρακτήρα.....
Συνεπώς, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης ........., ενώ πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας". Στη συνέχεια, το άνω δικαστήριο ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας.
Συγκεκριμένα, το διατακτικό έχει, κατά λέξη, ως εξής:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο ένοχο του αδικήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και ειδικότερα του ότι στον ..., την 20-09-2018, με πρόθεση κατέστρεψε ξένο ολικά πράγμα και, συγκεκριμένα, έθραυσε τα γυαλιά οράσεως του ανωτέρω παθόντα και ήδη παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας Γ. Η. του Ν. , η δε αξία της ζημίας που προκάλεσε στον προαναφερόμενο παθόντα ανέρχεται στο ποσό των 250,00 €". [2] Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου, για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, α) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, β) όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, γ) οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 εδα. , 27 παρ. 1, 51, 53, 79 ΠΚ, 378 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, ενώ από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται κατ` είδος στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, στο σύνολό τους, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, αφού προσδιορίζονται με πληρότητα και ακρίβεια ο τόπος, χρόνος, τρόπος και λοιπές περιστάσεις τέλεσης του ως άνω εγκλήματος από τον κατηγορούμενο, και, ειδικότερα, α) η, κατά τη συμπλοκή που έλαβε χώρα, όταν ο υποστηρίζων την κατηγορία, Γ.
Η. του Ν. , προέβαινε σε περίφραξη ακινήτου, οπότε ο κατηγορούμενος επιτέθηκε, χτυπώντας τον με τα χέρια του στο πρόσωπο και στα γυαλιά όρασης που ο υποστηρίζων την κατηγορία φορούσε, προκαλώντας, εκτός από το μικρού βαθμού οίδημα, κατά τη δεξιά πλάγια ρινική χώρα, μικρό εκχυμωτικό εντύπωμα διαμέτρου 1,2 εκ.
περίπου στην περιοχή αυτή, και καταστροφή των ανωτέρω γυαλιών όρασης, αξίας 250,000 ευρώ, με θραύση του σκελετού αυτών, από το χτύπημα και την πτώση των γυαλιών στο έδαφος, ενώ οι κρύσταλλοι δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν σε άλλο σκελετό, β) ο δόλος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, συνιστάμενος στη γνώση του ότι ο υποστηρίζων φορούσε, για να βλέπει, τα γυαλά του και στη βούλησή του να χτυπήσει αυτόν, επιτιθέμενος με τα χέρια του, στο πρόσωπο και στα γυαλιά του, και είχε τη βούληση, με τη συμπερίληψή τους στο χτύπημα, να καταστρέψει [με θραύση τα γυαλιά του παθόντος].
Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και :1) την ανωμοτί εξέταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, στο σύνολό της, και όχι μόνο τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα περικοπές, αφού από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτει ότι για κάποιον ιδιαίτερο λόγο δεν λήφθηκε αυτή υπόψη, παρόλο που στο σκεπτικό της μνημονεύονται όλες οι καταθέσεις ως ένορκες, αφού, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ο υποστηρίζων την κατηγορία είναι διάδικος στην ποινική δίκη και, συγχρόνως, μάρτυρας κατηγορίας, ο οποίος, κατά το άρθρο 221 περ.
δ ΚΠοινΔ, εξετάζεται χωρίς όρκο, και 2) τη με αριθμ. 2019/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, στο σύνολό της, και όχι μόνο κατά τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα περικοπές, τα οποία αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, όλα και στο σύνολό τους και δεν προέβη το δικαστήριο σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, υποστηρίζοντας τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
IV. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "1. Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο. 2. ...". 3.
Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στον υποστηρίζοντα την κατηγορία δίδεται ο λόγος μόνο επί της ενοχής, όχι δε και επί της ποινής ή επί των ελαφρυντικών που τυχόν ζητηθούν από τον κατηγορούμενο, αφού οι ελαφρυντικές περιστάσεις συνέχονται με την επιμέτρηση της ποινής.
Ο λόγος επί των ελαφρυντικών ισοδυναμεί με εκείνον επί της ποινής, αφού η αναγνώριση ελαφρυντικών επηρεάζει μόνο την ποινή και όχι την ενοχή του κατηγορουμένου. Άλλωστε τούτο προκύπτει και από το ότι η διάταξη του άρθρου 84 του ΠΚ περιλαμβάνεται στο πέμπτο κεφάλαιο του γενικού μέρους του εν λόγω Κώδικα, το οποίο αφορά την επιμέτρηση της ποινής.
Αν παρ' όλα αυτά δοθεί ο λόγος στον υποστηρίζοντα την κατηγορία επί της ποινής ή αυτός έχων τον λόγο επί της ενοχής επεκταθεί στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών περιστάσεων, με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση, επέρχεται η κατά το άρθρο 171 παρ. 3 του ΚΠοινΔ (αυτεπαγγέλτως λαμβανομένη υπ' όψη) απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, για την έκδοση απόφασης επί της ποινής ή επί της συνδρομής ή μη ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 2/2022) και όχι επί της ενοχής, για την οποία νόμιμα έλαβε το λόγο ο υποστηρίζων την κατηγορία, και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α ΚΠοινΔ (ΑΠ 1293/2025, ΑΠ 1012/2025). [2] Σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 ΚΠοινΔ, για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει έννομο συμφέρον. Δηλαδή, αφενός μεν πρέπει να υφίσταται βλάβη, όχι απλώς ηθική (ΟλΑΠ 1244/1986, ΑΠ 712/2024), αφετέρου δε να επιδιώκει ορισμένο όφελος δικονομικό ή ουσιαστικό από την παραδοχή του ενδίκου μέσου, αναμένοντας βελτίωση της θέσης του από την ευδοκίμησή του.
Μάλιστα το έννομο συμφέρον απαιτείται για την προβολή κάθε αναιρετικού λόγου χωριστά. Έτσι, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης του έννομου συμφέροντος, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, εφόσον η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά, κατά τον νόμο, στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έστω και αν είναι αληθής (ο λόγος αναίρεσης) και, συνεπώς, ουδέν όφελος κατά τα άνω αποφέρει στον αναιρεσείοντα (ΑΠ 385/2025, ΑΠ 592/2024).
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση ενδίκου μέσου αποκλείεται όταν το δικαστήριο που θα κρίνει επ' αυτού δεν δύναται εκ του νόμου να εκδώσει διάφορη από την προσβαλλόμενη απόφαση ή εφόσον δεν διαφοροποιείται η ποινική του μεταχείριση. Κρίσιμο για την ύπαρξη ή μη σχετικού εννόμου συμφέροντος είναι το διατακτικό της απόφασης και όχι η αιτιολογία της.
Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για το ένδικο μέσο ή το λόγο αναίρεσης το καθιστά, αντίστοιχα, απαράδεκτο, έστω και αν είναι αληθείς οι λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 86/2025, ΑΠ 145/2025). [3] Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2, στοιχ. γ' ΠΚ θεωρείται, μεταξύ των άλλων, "το ότι ο δράστης στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη".
Για να στοιχειοθετηθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. γ' ΠΚ, απαιτείται η επίκληση περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι προηγήθηκε της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης, ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη και προσβλητική εναντίον του πράξη από τον ίδιο τον παθόντα και όχι από τρίτο πρόσωπο.
Η ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος κατά του δράστη πρέπει να τελεί σε χρονική εγγύτητα (υπηρετική της αιτιώδους σχέσης) και οπωσδήποτε, σε αιτιώδη σχέση με την εγκληματική πράξη του δράστη, δηλαδή να αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν θα δρούσε χωρίς αυτήν (ΑΠ 839/2025, ΑΠ 982/2025). Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει την απόρριψή του (ΑΠ 718/2025, ΑΠ 185/2025). [4] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παρέχουν πλήρη απόδειξη για όσα αναγράφονται σ' αυτά, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά (άρθρ. 141 παρ. 2 ΚΠοινΔ) ούτε διορθώθηκαν κατ' άρθρο 145 παρ. 3 ΚΠοινΔ (ΑΠ 311/2025, ΑΠ 915/2024), προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης αναφέρονται, αυτολεξεί, τα εξής : "Μετά την απαγγελία της παραπάνω αποφάσεως ο συνήγορος υπεράσπισης έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο και ζήτησε να αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπο του καταδικασθέντος κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του αρ. 84 παρ. 2 α' και γ' του ΠΚ και να επιβληθεί το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής.
Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να γίνει δεκτή η συνδρομή στο πρόσωπο του καταδικασθέντος κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ. 2 α' ΠΚ, να απορριφθεί η συνδρομή στο πρόσωπο του καταδικασθέντος κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ. 2 γ' του ΠΚ και να επιβληθεί ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών.
Ο συνήγορος του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο και δήλωσε πως συντάσσεται εν μέρει με την πρόταση της κ. Εισαγγελέως", [ήτοι, έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, και υπέβαλε αίτημα (πρόταση) μόνο ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών προτάσεων]. "Ο συνήγορος του κατηγορουμένου έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο και δήλωσε πως συντάσσεται εν μέρει με την πρόταση της κ.
Εισαγγελέως και ζήτησε την αναγνώριση της συνδρομής και των δύο ελαφρυντικών περιστάσεων αλλά και την επιείκεια του Δικαστηρίου και την επιβολή μόνο χρηματικής ποινής". Μετά τα προεκτεθέντα το Δικαστήριο της ουσίας, και μετά από νόμιμη διάσκεψη, που έλαβε χώρα, και υπό το εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ενιαίο σκεπτικό - αιτιολογικό, αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α του ΠΚ, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. γ του ΠΚ και καταδίκασε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών. Ειδικότερα, το δικαστήριο ουσίας στο ενιαίο σκεπτικό διέλαβε τα εξής : "Διατάξεις που εφαρμόστηκαν στην προκείμενη περίπτωση, ακολούθως νομική σκέψη.....
Στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η προβλεπόμενη από το άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ ελαφρυντική περίσταση η οποία αναγνωρίσθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει όμως να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι συντρέχει στο πρόσωπό του και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 γ', καθόσον από όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται παραπάνω, δεν προέκυψε ότι έλαβε σε βάρος του κατηγορουμένου άδικη πράξη η οποία να του προκάλεσε οργή ή βίαιη θλίψη ή ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, καθόσον αφενός ο κατηγορούμενος προσήλθε στο σημείο όπου βρισκόταν ο εγκαλών, τον προσέγγισε και του επιτέθηκε και αφετέρου ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ωθήθηκε στην πράξη του από το ότι ο εγκαλών περιελάμβανε στην περίφραξη του προαναφερθέντος ακινήτου που κατασκευαζόταν κατά τον χρόνο της επίδικης πράξης και τμήμα ακινήτου της συζύγου του δεν αποτελούσε άδικη πράξη διότι διενεργούταν βάσει οικοδομικής άδειας, όπως προεκτέθηκε, και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούσε αιφνίδιο γεγονός για τον κατηγορούμενο αλλά αποτελούσε απλώς εξέλιξη χρόνιας αντιδικίας μεταξύ τους για την έκταση και τα όρια του ακινήτου του εγκαλούντος, που δρομολογούνταν κατόπιν της εκδόσεως σχετικών δικαστικών αποφάσεων.
Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 γ' ΠΚ. Επομένως, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα της προπεριγραφόμενης πράξης που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του και την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ. 2 α' να επιβληθεί σε βάρος του, η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή φυλάκισης, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του (γι' αυτή), ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη του, η φύση και το είδος της, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, καθώς επίσης και όλες τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την συνδρομή στο πρόσωπο του εκκαλούντος-κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' του Π.Κ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του εκκαλούντος-κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. γ' του Π.Κ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών". Επομένως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον για την επίκληση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας επειδή έλαβε το λόγο ο συνήγορος του υποστηρίζοντος την κατηγορία επί της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, ήτοι κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, διότι ήδη ωφελήθηκε με την αναγνώριση από το δικαστήριο ουσίας της ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης και, ισχύει η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του ασκήσαντος την αναίρεση κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, και συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, ήτοι ως προς την ως άνω ελαφρυντική περίσταση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. 1Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 δ ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος.
Όμως, με το να λάβει το λόγο ο συνήγορος του υποστηρίζοντος την κατηγορία επί της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2γ ΠΚ και αορίστως ως προς την ποινή, ο οποίος συντάχθηκε εν μέρει με την πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας, ήτοι να μην αναγνωριστεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος [και αορίστως ως προς την ποινή], είχε ως συνέπεια να επέλθει απόλυτη ακυρότητα επί της διαδικασίας στο ακροατήριο για την έκδοση απόφασης επί της συνδρομής ή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
γ του ΠΚ στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, ως προς την οποία ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει το σχετικό παραπάνω λόγο αναίρεσης απόλυτης ακυρότητας, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο υποστηρίζων την κατηγορία ή ο συνήγορος αυτού δεν έχει το λόγο επί της ελαφρυντικής ως άνω περίστασης και της ποινής και τελευταίος, και επί της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης (άρθρ. 84 παρ. 2γ ΠΚ) και της ποινής, έλαβε το λόγο ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ενώ, ακριβώς, πριν από το σημείο του χρόνου λήψης του λόγου, ως τελευταίου, επήλθε η προαναφερθείσα απόλυτη ακυρότητα.
Μετά ταύτα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 δ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα που επισυνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο για την έκδοση διάταξης επί της συνδρομής ή μη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2γ ΠΚ στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και επί της καταγνωσθείσας ποινής είναι βάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος περί μη συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 γ ΠΚ και ως προς την καταγνωσθείσα σε αυτόν ποινή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την με αριθμό 532/16-03-2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών (κατ' έφεση) και, συγκεκριμένα, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2γ του ΠΚ, και της καταγνωσθείσας στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρεθέν παραπάνω μέρος, για νέα συζήτηση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών (κατ' έφεση), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 02-10-2025 αίτηση του Α. Ζ. του Ν. για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ