Legislator Case Law & Legislation
487/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against football club's liability for police officers' injuries, upholding lower court's damages award.

Case Number 487/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the football club's appeal against a lower court ruling awarding damages to two police officers injured during a match. The club argued the compensation exceeded legal discretion, but the court found the amounts reasonable given the officers' status and the severity of injuries. Consequently, the appeal was rejected, and the club was ordered to pay the awarded damages plus litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; The court's assessment of damages for moral harm must not exceed the limits of common sense and judicial practice, and the principle of proportionality does not invalidate a decision if it falls within the reasonable discretion of the court.

Keywords

AI generated
tort liability moral damages judicial discretion proportionality principle police officers sports events appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, and 330 of the Civil Code
Article 298, paragraph 2, of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 839/2022
Supreme Court Case 322/2018
Supreme Court Case 9/2015
Supreme Court Case 980/2023
Supreme Court Case 1488/2022
Supreme Court Case 511/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 487 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 487/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α. Ο. Κ. - Π. Π. Α. ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Π. Π.", που εδρεύει στην Τ… Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Μαυρομάτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Α. και 2) Α. Β. του Χ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Χαριστό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου ή ηθική βλάβη αυτού, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 839/2022, ΑΠ 322/2018).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή και πρόσφορη, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 604/2015, Α.Π. 641/2011).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 517/2020, Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 1617/2017, Α.Π. 706/2016).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προστηθείς είναι το πρόσωπο, στο οποίο κάποιο άλλο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει με τη βούλησή του, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης και γενικότερα εξυπηρέτησης των οποιωνδήποτε επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του, εφόσον ο προστηθείς ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος να εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του.

Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις θεμελιώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 Α.Κ., εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του προστηθέντος.

Εκείνος που ζημιώθηκε από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση έναντι του προστήσαντος, πρέπει να επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων ευθύνης αυτού από το άρθρο 922 Α.Κ., δηλαδή α) την ύπαρξη σχέσης πρόστησης, κατά την ανωτέρω έννοια, μεταξύ του ζημιώσαντος αυτόν και του εναγόμενου ως προστήσαντος, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ., και γ) ότι η ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (Α.Π. 1532/2022, Α.Π. 1/2022, Α.Π. 780/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 41Δ §§ 11 και 12 του ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις", όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο (2-3-2016), η παράγραφος 11 προστεθείσα με το άρθρο 4 § 8 ν. 3262/2004 και αντικατασταθείσα με το άρθρο 9 § 2 ν. 4049/2012 και η παράγραφος 12 προστεθείσα με το άρθρο 4 ν. 3708/2008, "11.

α. Οι Α.Α.Ε. [ανώνυμες αθλητικές εταιρίες] ή Τ.Α.Α. [τμήματα αμειβομένων αθλητών] που αγωνίζονται στα εθνικά επαγγελματικά πρωταθλήματα ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης και πετοσφαίρισης υποχρεούνται να προσλαμβάνουν πιστοποιημένες ιδιωτικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφαλείας για την εφαρμογή μέτρων ευταξίας των γηπέδων και για τη συνοδεία των φιλάθλων τους, όπως η λειτουργία τους ορίζεται από το ν. 2518/1997 (Α'164) περί προϋποθέσεων λειτουργίας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. ...

β. Οι ανωτέρω εταιρείες απαιτείται να πιστοποιούνται από τους κατά νόμο αρμόδιους για την πιστοποίηση φορείς και να ειδικεύονται σε ειδικά θέματα παροχής υπηρεσιών ασφαλείας για τη συνοδεία και επιτήρηση οργανωμένων φιλάθλων εντός και εκτός αθλητικών εγκαταστάσεων και τήρησης ευταξίας στους χώρους των εξέδρων των αθλητικών εγκαταστάσεων και στους χώρους στάθμευσης.

Ειδικώς για το άθλημα του ποδοσφαίρου, οι Ιδιωτικές Εταιρείες Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας (Ι.Ε.Π.Υ.Α.) και το προσωπικό τους εκπαιδεύονται και πιστοποιούνται υποχρεωτικώς και από την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, σύμφωνα με τον Κανονισμό Αδειοδότησης Ομάδων της UEFA και τον Κανονισμό Γηπέδων και Ασφαλείας και Προστασίας των Αγώνων της ανωτέρω ομοσπονδίας.

γ. ... δ. ... Τα ειδικότερα καθήκοντα του προσωπικού ασφαλείας σε κάθε συγκεκριμένο αγώνα καθορίζονται από τον υπεύθυνο ασφαλείας αγώνων της παραγράφου 4 και είναι ιδίως: ... γγ) Η τήρηση της ευταξίας και της σειράς προτεραιότητας στις εισόδους των αθλητικών εγκαταστάσεων. ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Πολιτισμού και Τουρισμού ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια της παρουσίας, εμφάνισης και δραστηριότητας του προσωπικού ασφαλείας. 12.

Ο έλεγχος, για λόγους ασφαλείας, των προσερχόμενων φιλάθλων στην αθλητική εγκατάσταση ενόψει αθλητικής εκδήλωσης μπορεί, κατόπιν συναίνεσης του προσερχόμενου φιλάθλου, να γίνει και με σωματική έρευνα από μέλος του προσωπικού ασφαλείας του ίδιου φύλου με τον φίλαθλο. Υποχρεωτικός σωματικός έλεγχος πραγματοποιείται από την Ελληνική Αστυνομία, όργανα της οποίας μπορεί να παρίστανται στις θύρες εισόδου της αθλητικής εγκατάστασης ή να καλούνται ειδικά προς τούτο.

Σε περίπτωση που προσερχόμενος φίλαθλος αρνηθεί το σωματικό έλεγχο, η αστυνομική αρχή ή το προσωπικό ασφαλείας, εφόσον έχει προηγηθεί άρνηση ελέγχου του από την αστυνομική αρχή κατά περίπτωση, δικαιούται να απαγορεύσει την είσοδο του στην αθλητική εγκατάσταση." Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης της παραγράφου 11, εκδόθηκε η 37914/17-8-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. 1120 Β').

Κατά το άρθρο 1 της απόφασης αυτής, "οι Π.Α.Ε. που αγωνίζονται στα εθνικά επαγγελματικά πρωταθλήματα Α' και Β' εθνικής κατηγορίας ποδοσφαίρου και οι Κ.Α.Ε. της Α1 εθνικής κατηγορίας καλαθοσφαίρισης, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν ικανό και εκπαιδευμένο για την ασφάλεια των αγώνων προσωπικό για την εφαρμογή μέτρων ευταξίας κατά τις αθλητικές συναντήσεις, το οποίο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με την άδεια εργασίας που προβλέπεται από το άρθρο 3 του ν. 2518/1997 (ΦΕΚ 164 Α').

Ο αριθμός του διατιθέμενου κατά αθλητική συνάντηση προσωπικού ασφαλείας, καθορίζεται κατά τις συσκέψεις που συγκαλούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 41Δ του ν. 2725/1999, αφού ληφθούν υπόψη ιδίως τα υφιστάμενα σχέδια ασφαλείας, ο βαθμός επικινδυνότητας του αγώνα, καθώς και οι υποδείξεις του εκπροσώπου της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 41Δ του ν. 2725/1999, στα πλαίσια των διαδικασιών λήψης μέτρων αστυνόμευσης των αθλητικών εκδηλώσεων", κατά το άρθρο 5, "για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 1 της παρούσας οι Π.Α.Ε.

και Κ.Α.Ε. συμπληρωματικά προς την πρόσληψη δικού τους μονίμου προσωπικού ασφαλείας, μπορούν να συμβάλλονται με ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας για την διάθεση έκτακτου προσωπικού προς κάλυψη των παραπάνω υποχρεώσεών τους, ανάλογα με τις ανάγκες και τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης αθλητικής εκδήλωσής τους, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των νόμων 2725/1999 και 2518/1997 και της παρούσας απόφασης", και κατά το άρθρο 8 §§ 1 και 2, "1.

Τα καθήκοντα του προσωπικού ασφαλείας σε κάθε συγκεκριμένο αγώνα ή αθλητική εκδήλωση ορίζονται από τον υπεύθυνο ασφαλείας αγώνων της Π.Α.Ε. ή Κ.Α.Ε., που προβλέπεται στο άρθρο 41Δ παράγραφος 4 του ν. 2725/1999, όπως αυτός σήμερα ισχύει, τηρουμένων σε κάθε περίπτωση των υποχρεώσεων που τίθενται από τα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του ν. 2518/1997. 2.

Ειδικότερα τα καθήκοντα του προσωπικού ασφαλείας ιδίως είναι τα ακόλουθα: α) ... β) ... ι) Η έρευνα των χώρων της αθλητικής εγκατάστασης, πριν την είσοδο σε αυτή των φιλάθλων, προς εντοπισμό απαγορευμένων αντικειμένων (βεγγαλικά, καπνογόνα, πυροτεχνήματα κ.λπ.). ... ιβ) Η αποτροπή εισαγωγής στις αθλητικές εγκαταστάσεις μη επιτρεπομένων αντικειμένων από τους φιλάθλους. ...".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Κατά δε το εδ. β' της ίδιας ως άνω διάταξης, λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του ουσιαστικού δικαστηρίου, και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεως ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.

Δηλαδή κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι, όπως προεκτέθηκε, όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Α.Π. 805/2020, Α.Π. 905/2018, Α.Π. 43/2013).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες [αναιρεσίβλητοι] τυγχάνουν αστυνομικοί υπάλληλοι, εργαζόμενοι στην Αστυνομική Διεύθυνση της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα ο πρώτος εξ αυτών ως Ανθυπαστυνόμος στην ΔΑ.Ε.Τ.Ι.Υ.Α.Τ, (πρώην ΜΑΤ) και ο δεύτερος ως Υπαρχιφύλακας στην ίδια υπηρεσία και διμοιρία.

Την ….2016 και ώρα 19:30 στο γήπεδο της Τ Θ, μεταξύ των ποδοσφαιρικών ομάδων ….. [εναγομένης-αναιρεσείουσας] - …... διεξήχθη ποδοσφαιρικός αγώνας στο πλαίσιο της 1ης αγωνιστικής της E' φάσης του κυπέλλου Ελλάδας 2015-2016, τον οποίο παρακολούθησαν περίπου 28.000 φίλαθλοι της εναγομένης, γηπεδούχου ομάδας, δεδομένου ότι, ως προληπτικό μέτρο ασφάλειας, λόγω της επικινδυνότητας του συγκεκριμένου αγώνα, δεν διατέθηκαν εισιτήρια σε φιλάθλους της αντίπαλης ομάδας.

Πριν τη διεξαγωγή του αγώνα αυτού, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του N. 2725/1999, για τη λήψη μέτρων αποφυγής αδικημάτων βίας, πραγματοποιήθηκαν δύο συσκέψεις προετοιμασίας, την 22.2.2016 και την 2.3.2016, με συμμετοχή της Ελληνικής Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, της διοργανώτριας αρχής "superleague", της εναγομένης, της αντίπαλης ομάδας και της Δ.Ε.Α.Β., στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκε η από 29.2.2016 και με αριθ.

πρωτ. 3592/16/400675 Απόφαση του 3ου Τμήματος Γενικής Αστυνόμευσης της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης, με την οποία ορίζονταν τα αναγκαία μέτρα τάξης και ασφάλειας που έπρεπε να ληφθούν, ενόψει του προκείμενου αγώνα. Η εναγομένη, ως υποχρεούνταν, από τη διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 41Δ του άνω N. 2725/1999 και των κατ' εξουσιοδότησή της εκδιδομένων πράξεων, ως ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, προσέλαβε ως πιστοποιημένη ιδιωτική εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, την εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρεία με την επωνυμία "P. F.

S. - Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Μονοπρόσωπη Α.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "….". Στην εταιρεία αυτή, ως προστηθείσα στην υπηρεσία της εναγομένης, είχε ανατεθεί, σύμφωνα με το νόμο, η τήρηση της ευταξίας στο γήπεδο και μεταξύ άλλων, o έλεγχος κατά την είσοδο των φιλάθλων της ομάδας της τελευταίας, προκειμένου να αποφευχθεί η είσοδος στον χώρο του γηπέδου προσώπων, που εμφανώς βρίσκονται υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ή σε κατάσταση μέθης, αλλά και για την αποφυγή μεταφοράς από αυτούς (φιλάθλους) εντός του χώρου του γηπέδου αντικειμένων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση πράξεων βίας....

Το προσωπικό ασφαλείας της παραπάνω εταιρίας, νομιμοποιούνταν ακόμη και να προβεί σε σωματική έρευνα των φιλάθλων, ενώ σε περίπτωση άρνησης αυτών, μπορούσε να αρνηθεί την είσοδό τους, ή να καλέσει προς τούτο το προσωπικό της αστυνομίας, το οποίο βρισκόταν στο γήπεδο, υπεύθυνο για την τήρηση της τάξης, προκειμένου να προβεί αυτό σε υποχρεωτική σωματική έρευνα των εν λόγω φιλάθλων.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ήδη πριν την έναρξη του προκείμενου ποδοσφαιρικού αγώνα, ο οποίος ήταν αυξημένης επικινδυνότητας για τέλεση αδικημάτων βίας, λόγω της υφιστάμενης σφοδρής αντιπαλότητας μεταξύ των δύο ομάδων, άγνωστοι φίλαθλοι της ομάδας της εναγομένης προέβησαν σε τέτοιες πράξεις βίας έξωθεν των θυρών 3 και 4 του γηπέδου, καθώς εξύβρισαν τους αστυνομικούς και εκτόξευσαν εναντίον τους πλήθος αντικειμένων, ήτοι φωτοβολίδες, αυτοσχέδιους εμπρηστικούς μηχανισμούς, γυάλινα μπουκάλια, πέτρες κ.λπ., ενώ δύο εκ των ατόμων αυτών συνελήφθησαν από τους αστυνομικούς.

Επίσης άγνωστοι φίλαθλοι της εναγομένης που βρίσκονταν κυρίως στις κερκίδες της θύρας 4 του εν λόγω γηπέδου, πυροδοτούσαν πλήθος πυρσών, αλλά και καπνογόνα και κροτίδες, εκτοξεύοντας κάποια εξ αυτών στην περίμετρο του αγωνιστικού χώρου. Οι πράξεις αυτές των φιλάθλων της εναγομένης συνεχίστηκαν και καθ' όλη τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα, ενώ λίγα λεπτά πριν τη λήξη του, περίπου πενήντα εξ αυτών, με αφορμή μία απόφαση του διαιτητή, εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο, με αποτέλεσμα την προσωρινή διακοπή του αγώνα.

Μετά από επέμβαση της αστυνομικής δύναμης, οι ως άνω φίλαθλοι επέστρεψαν στις κερκίδες και ο αγώνας συνεχίστηκε. Ωστόσο, στο 89ο λεπτό του αγώνα, περίπου εκατό φίλαθλοι εισήλθαν εκ νέου στον αγωνιστικό χώρο, προκαλώντας έτσι την οριστική διακοπή του αγώνα, ενώ οι αστυνομικές δυνάμεις, που επενέβησαν και πάλι, προκειμένου να επαναφέρουν την τάξη, δέχθηκαν επίθεση από άτομα, ευρισκόμενα στις κερκίδες των θυρών 4, 4Α και 5 του γηπέδου, τα οποία πραγματοποιούσαν ρίψεις πετρών, καθισμάτων, γυάλινων μπουκαλιών, σιδερένιων κιγκλιδωμάτων, ξύλων, φωτοβολίδων και κροτίδων.

Μεταξύ των αστυνομικών που επιχειρούσαν εν προκειμένω ήταν και οι ενάγοντες, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε διατεταγμένη υπηρεσία, προκειμένου να επιβάλουν την τάξη στο χώρο του γηπέδου. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης αυτής, ο πρώτος ενάγων δέχθηκε από άγνωστο φίλαθλο της εναγομένης γυάλινο μπουκάλι στο δεξί του πόδι, το οποίο στη συνέχεια πάτησε, ενώ έτρεχε για ν' αποκρούσει τους φιλάθλους αυτούς, με αποτέλεσμα την απώλεια της ισορροπίας του, την πτώση του στο έδαφος και τον τραυματισμό του.

Κατόπιν αυτού, απομακρύνθηκε από τους συναδέλφους του από τον χώρο και μεταφέρθηκε στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Ομοίως, o δεύτερος ενάγων δέχθηκε από άγνωστο φίλαθλο της εναγομένης αυτοσχέδιο εμπρηστικό μηχανισμό (βόμβα τύπου μολότοφ από γυάλινο μπουκάλι), με αποτέλεσμα την ανάφλεξη της στολής του και τον τραυματισμό των ποδιών του και των δακτύλων του αριστερού του χεριού, ενώ και αυτός μεταφέρθηκε στο παραπάνω νοσοκομείο.

Υπό τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά o τραυματισμός των εναγόντων, οφείλεται στην παράλειψη της προαναφερόμενης προστηθείσας στην υπηρεσία της εναγομένης, μη διαδίκου, ιδιωτικής εταιρίας παροχής ασφάλειας, η οποία δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που επιβαλλόταν, προκειμένου να αποτρέψει τους τραυματισμούς αυτούς, διενεργώντας τον κατάλληλο έλεγχο στους φιλάθλους της ομάδας της εναγομένης κατά την είσοδό τους εντός του γηπέδου της, ώστε να αποφευχθεί η είσοδος επικίνδυνων αντικειμένων, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς για την τέλεση των ως άνω πράξεων βίας.

Αντίθετα, με βάση τα ανωτέρω, και κυρίως από το πλήθος των αντικειμένων αυτών, που βρέθηκαν εντός του γηπέδου, αποδεικνύεται ότι ουδόλως πραγματοποιήθηκε σχετικός έλεγχος, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης ότι έλαβε χώρα ενδελεχής έλεγχος, εξάλλου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι κλήθηκε το αστυνομικό προσωπικό, προκειμένου να προβεί αυτό σε σωματικές έρευνες ατόμων που αρνήθηκαν τέτοιου είδους έλεγχο.

Επίσης o ισχυρισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας ότι η εταιρία ασφαλείας τήρησε τις υποχρεώσεις της όπως οριοθετήθηκαν στην από 29.2.2016 με αριθ. πρωτ. 3592/16/400675 απόφαση του 3ου Τμήματος Γενικής Αστυνόμευσης της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης κατά την οποία απαγορεύτηκε ρητά η είσοδος στο γήπεδο του ιδιωτικού προσωπικού ασφαλείας πριν την ανάπτυξη των αστυνομικών δυνάμεων, ότι οι θύρες του γηπέδου να παραμείνουν ανοικτές και να υπάρχει αναλογία 1/80 προσωπικού ασφαλείας-θεατών, αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον δεν αναιρεί την ως άνω κρίση περί της μη πραγματοποιήσεως ελέγχου των φιλάθλων κατά την είσοδο στο γήπεδο της εναγομένης.

Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός της ενάγουσας ότι όπως προκύπτει από την από το από 3.3.2016 έγγραφο της Αστυνομίας ο τραυματισμός των εναγομένων δεν προκλήθηκε από αντικείμενα ( μπουκάλια) που έφεραν εντός του γηπέδου φίλαθλοι της εναγόμενης αλλά από αντικείμενα που πήραν αυτοί από τις κερκίδες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, Από το ίδιο το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους διαδίκους από 3.3.2016 έγγραφο της Αστυνομίας με θέμα "Αναφορά συμβάντων για τον αγώνα ποδοσφαίρου στα πλαίσια της 1ης αγωνιστικής της Ε' φάσης του κυπέλλου Ελλάδας 2015-2016 μεταξύ των ομάδων, ... o οποίος διεξήχθη την Τετάρτη (...2016) και ώρα 19.30, στο ..." προκύπτει ότι οι φίλαθλοι της εναγομένης εκτόξευσαν εναντίον των αστυνομικών δυνάμεων, μεταξύ των άλλων, έναν αυτοσχέδιο εμπρηστικό-εκρηκτικό μηχανισμό (τύπου μολότοφ) και γυάλινα μπουκάλια.

Από τα ανωτέρω, επομένως, αποδεικνύεται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, με τη μορφή της παράλειψης της αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, καθόσον εάν είχε μεριμνήσει, ως όφειλε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να μην επιτρέψει, μέσω της προστηθείσας στην υπηρεσία της αυτή, την παράνομη είσοδο των πολυάριθμων αυτών επικίνδυνων αντικειμένων εντός του γηπέδου από τους φιλάθλους της ομάδας της, οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν να προβούν στις συγκεκριμένες πράξεις βίας και, τουλάχιστον οι ένδικες σωματικές βλάβες, θα είχαν αποτραπεί, υφισταμένου τοιουτοτρόπως και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ως άνω ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης και της προκληθείσας ζημίας των εναγόντων.

Σημειωτέον ότι η εναγομένη, για την πρόκληση των παραπάνω επεισοδίων εκ μέρους των φιλάθλων της, τιμωρήθηκε από την αρμόδια πειθαρχική επιτροπή της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας με ποινή αποκλεισμού της έδρας της για τρεις αγωνιστικές με διεξαγωγή των αγώνων κεκλεισμένων των θυρών και με επιβολή χρηματικού προστίμου, ύψους 100.000 €.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι o πρώτος ενάγων υπέστη "στροφική κάκωση ΔΕ ΠΔΚ, κάταγμα περόνης-ρήξη συνδέσμωσης και έσω πλαγίου (τύπου maisonneuve). Στις 6.3.2016 υποβλήθηκε σε χειρουργική αποκατάσταση εσωτερικής οστεοσύνθεσης στο Στρατιωτικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης 424 όπου είχε μεταφερθεί και από όπου έλαβε την 11.3.2016, λαμβάνοντας οδηγίες για την αποθεραπεία του εκτός του νοσοκομείου καθώς και για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, ενώ του συνεστήθη αφαίρεση ραμμάτων σε δύο εβδομάδες και επανέλεγχος σε τέσσερις εβδομάδες.

Επιπλέον, λόγω της αδυναμίας του προς μετακίνηση, του χορηγήθηκε δίμηνη αναρρωτική άδεια. Ακολούθως, την 26.5.2016 υποβλήθηκε στο ίδιο νοσοκομείο σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, οπότε και έλαβε εξιτήριο την επομένη (27.5.2016). Λόγω της κατάστασης αυτής της υγείας του έλαβε εκ νέου διαδοχικά αναρρωτικές άδειες έως την 30.3.2017, καθώς κρίθηκε ανίκανος για εργασία.

Εξάλλου, ο ίδιος ενάγων, για την αποκατάσταση της ως άνω σωματικής του βλάβης, υποβλήθηκε στις κάτωθι ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, συνολικού ποσό των 929,67 ευρώ, οι οποίες δεν καλύφθηκαν από το ασφαλιστικό του ταμείο και ως εκ τούτου πρέπει η δαπάνη τους αποκατασταθεί από την εναγομένη. Ειδικότερα, o άνω ενάγων δαπάνησε τα εξής ποσά: ...

Ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, αμέσως μετά τον τραυματισμό του μεταφέρθηκε στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, διαγνώστηκε με εγκαύματα επιπολής μερικού πάχους γαστροκνημίων άμφω και δακτύλων Αρ άκρας χειρός, ενώ έλαβε εξιτήριο την επομένη (3.3.2016) και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια έως την 30.5.2016.

Πέραν της παραπάνω οικονομικής επιβάρυνσης και ανεξάρτητα της ισόποσης περιουσιακής του ζημίας η [ενν.: οποία] αποτελεί αυτοτελή απαίτηση τόσο ο πρώτος ενάγων όσο και o δεύτερος ενάγων υπέστησαν, λόγω του τραυματισμού τους, ηθική και ψυχική ταλαιπωρία. Σταθμίζοντας τις προαναφερόμενες συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η επίμαχη αδικοπραξία, το βαθμό του πταίσματος της προστηθείσας από την εκκαλούσα-εναγομένη, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας των ενάγοντων-εφεσιβλήτων στην σωματική τους βλάβη, την στεναχώρια τους και την σωματική και ψυχική τους ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκαν καθόλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε από τον τραυματισμό τους έως την αποκατάσταση της υγείας τους καθώς και την ηλικία τους (38 ετών o πρώτος ενάγων και της ίδιας περίπου ηλικίας ο δεύτερος), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, η χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης τους πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 12.000 € ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 6.000€ για τον δεύτερο εξ αυτών.

Τα ποσά αυτά, μετά στάθμιση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων, σύμφωνα και με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, κρίνεται [ορθό: κρίνονται] εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ)." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο 929,67 ευρώ για δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και 12.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 922 και 932 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συνέτρεχαν εν προκειμένω, αφού τα εκτιθέμενα στην αγωγή και, ακολούθως, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, καθόσον αφενός μεν καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρίας "P. F.

S. - Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Μονοπρόσωπη Α.Ε.", αφετέρου δε στοιχειοθετούν αδικοπραξία της ως άνω προστηθείσας εταιρείας και δη συμπεριφορά αυτής παράνομη και υπαίτια, υπό της μορφή της αμέλειας, συνισταμένη στην παράλειψη των υπευθύνων οργάνων και του προσωπικού της να προβούν, όπως όφειλαν, στον έλεγχο των εισερχομένων στο γήπεδο της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα αυτοί να εισαγάγουν στο γήπεδο μεγάλη ποσότητα επικίνδυνων αντικειμένων, πρόσφορων για την τέλεση από αυτούς και άλλους θεατές πράξεων βίας, υπό τις προαναφερθείσες δε συνθήκες, η συμπεριφορά αυτή της προστηθείσας ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη να συντελέσει στον τραυματισμό των αναιρεσιβλήτων αστυνομικών, στον οποίο και πράγματι συνετέλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και, ως εκ τούτου, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αυτό αποτέλεσμα, ώστε να θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των αμέσως ζημιωθέντων αναιρεσιβλήτων.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η αναιρεσείουσα ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρία είχε αναθέσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 8 § 2 περ. ιβ' της 37914/2006 υπουργικής απόφασης, στην προαναφερόμενη ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας τον έλεγχο των εισερχομένων θεατών στο χώρο του γηπέδου, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο εισαγωγής από αυτούς επικίνδυνων αντικειμένων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την τέλεση πράξεων βίας, β) η ιδιωτική αυτή επιχείρηση, κατά παράβαση των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί από την αναιρεσείουσα, από αμέλεια των υπευθύνων και του προσωπικού της, δεν ενήργησε έλεγχο των εισερχομένων, με αποτέλεσμα αυτοί να εισαγάγουν στο γήπεδο μεγάλη ποσότητα αντικειμένων επικίνδυνων (φωτοβολίδων, γυάλινων μπουκαλιών, αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών, λίθων, πυρσών, καπνογόνων, κροτίδων, ξύλων κ.λπ.), πρόσφορων για την τέλεση πράξεων βίας, και γ) οι παθόντες αναιρεσίβλητοι επλήγησαν και τραυματίστηκαν από θεατές που έκαναν χρήση τέτοιων αντικειμένων, και συγκεκριμένα ο πρώτος επλήγη με γυάλινο μπουκάλι στο δεξί πόδι και ο δεύτερος με βόμβα μολότωφ, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία περιουσιακή και μη, με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το Εφετείο κατ' ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων συνήγαγε υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αποζημιώσει τους αναιρεσίβλητους, ενόψει και του ότι η νομοθετική πρόβλεψη περί υποχρεωτικού ελέγχου κατά την είσοδο στο γήπεδο, με τη δυνατότητα διενέργειας και σωματικού ελέγχου, για την αποτροπή της εισαγωγής μη επιτρεπόμενων αντικειμένων, αποσκοπεί ακριβώς στην παρεμπόδιση των σοβαρών συμπλοκών, τραυματισμών και φθορών, ήταν δε η ανωτέρω παράλειψη παράνομη και έναντι των αναιρεσιβλήτων αστυνομικών, αφού οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του άρθρου 11 ν. 2725/1999 και της 37914/2006 υπουργικής απόφασης αποβλέπουν στην προστασία όλων ανεξαιρέτως των ευρισκομένων στους χώρους του γηπέδου, χωρίς διάκριση.

Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος, καθό μέρος η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή δέχτηκε ότι η παράλειψη της ιδιωτικής επιχείρησης σχετικά με τον έλεγχο των θεατών, που τελέσθηκε πριν από την έναρξη του ποδοσφαιρικού αγώνα, συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία των αναιρεσιβλήτων, που έλαβε χώρα μετά τη λήξη του, είναι απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη πιο πάνω αιτίαση δεν αφορά παραβίαση διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου αναφορικά με την αιτία της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή με την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 922 και 932 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα ανωτέρω δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί αντικειμενικής ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, λόγω της τελεσθείσας από την προστηθείσα εταιρία αδικοπραξίας.

Ειδικότερα, το Εφετείο με πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος ήταν η παράλειψη της διενέργειας του νομίμου ελέγχου των θεατών κατά την είσοδό τους στους χώρους του γηπέδου εκ μέρους της προστηθείσας από την αναιρεσείουσα ιδιωτικής επιχείρησης παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι με την 3592/16/400675/29-2-2016 απόφαση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης απαγορεύτηκε η είσοδος στο γήπεδο του ιδιωτικού προσωπικού ασφαλείας πριν από την ανάπτυξη των αστυνομικών δυνάμεων και ορίστηκε ότι οι θύρες του γηπέδου θα έπρεπε να παραμείνουν ανοικτές, αφού τα ανωτέρω μέτρα, τα οποία σκόπευαν στην καλύτερη αστυνόμευση και την αποφυγή του κινδύνου εγκλωβισμού των θεατών σε περίπτωση επεισοδίων, δεν αναιρούσαν τη νόμιμη υποχρέωση της ιδιωτικής επιχείρησης για έλεγχο των εισερχομένων και επομένως η τήρησή τους δεν θα ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα τη διευκόλυνση της εισαγωγής επικίνδυνων αντικειμένων, ούτε ασκεί επιρροή αν τα αντικείμενα, που έπληξαν τους αναιρεσίβλητους, έριξαν οι θεατές που είχαν παραμείνει στις κερκίδες ή οι θεατές που εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο και συνεπλάκησαν με τους αστυνομικούς, αφού και στις δύο περιπτώσεις τα αντικείμενα αυτά έπρεπε να είχαν εντοπιστεί και αφαιρεθεί κατά την είσοδο των θεατών στους χώρους του γηπέδου.

Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, καθ' όσον με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το εύλογο του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου, ήτοι της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ.

Με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική κατοχύρωση η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, αλλά και σε αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες τα δικαιώματα προσιδιάζουν. Οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (Ολ.Α.Π. 9/2015, Α.Π. 980/2023, Α.Π. 1488/2022, Α.Π. 511/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ των αναιρεσιβλήτων στα ποσά των 12.000 ευρώ για τον πρώτο και 6.000 ευρώ για τον δεύτερο, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς τα αντίστοιχα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, χωρίς να υπερβαίνουν τα όρια που διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, όπως αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη δικαστηριακή πρακτική, και δεν είναι ανώτερα, και μάλιστα καταφανώς, από τα ποσά που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επίσης, το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν από τον τραυματισμό τους ταλαιπωρία και ηθική βλάβη, έλαβε υπόψη του, για τον υπολογισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης τις εν γένει συνθήκες της αδικοπραξίας, επομένως και την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων ως αστυνομικών, το βαθμό της υπαιτιότητας της προστηθείσας, την έλλειψη συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση της υγείας τους, την ηλικία τους και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, διαλαμβάνοντας επαρκή αιτιολογία, παρόλο που δεν αναφέρει επακριβώς το χρονικό διάστημα, που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση της υγείας των παθόντων, αφού αυτό σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τη διάρκεια των αναρρωτικών αδειών τους, που αναφέρεται στην απόφαση.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-5-2022 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Π. Α. Ό. Κ. - Π..Α..Ο..Κ.. Π..Α..Ε.." για αναίρεση της 150/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ