487/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5304/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2255/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2017 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated487/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Το δικαστήριο, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, που αποτελούν την ιστορική της βάση, προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 487 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 487/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Τριανταφυλλάκη, Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη, που ανακάλεσαν την από 18/5/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Θ., 2) Ο. συζύγου Γ. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Καλλιόπη Μακρίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5304/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2255/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2255/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 5304/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 12-1-2012 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατ' αυτής και άλλων μη διαδίκων στην παρούσα, για καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, και ιδίως της αγωγής, από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προς βεβαίωση λόγου αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Το δικαστήριο, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, που αποτελούν την ιστορική της βάση, προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της.
Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής και τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια.
Τούτο διότι, το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 502/2014). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015). Όταν, όμως, το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που είναι αναγκαία για το, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο του περιεχομένου της και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής, και δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη παρά την αοριστία της, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 661/2015, ΑΠ 935/2014).
Δεν συνιστά όμως το λόγο αυτό η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν στα πλαίσια αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και ακριβέστερου προσδιορισμού των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση αυτής, αν και διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 559/2008, ΑΠ1321/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δέχθηκε, ως προς το περιεχόμενο της ιστορικής βάσης αυτής, τα ακόλουθα: "Η πρώτη των εναγομένων Π. συζ. Ν. Κ., δικηγόρος Θεσσαλονίκης και νομική σύμβουλος των τραπεζών "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", οι οποίες ήδη συγχωνεύθηκαν δι' απορροφήσεως από την τρίτη των εναγομένων "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ενεργώντας παράνομα και υπαίτια κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτήν υπηρεσίας και κατά κατάχρηση αυτής και έχοντας σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, τον Οκτώβριο του 1995 παρέστησε στον πρώτο εξ αυτών (ενάγοντα) εν γνώσει της ψευδώς ότι της είχε ανατεθεί από τις προαναφερθείσες τράπεζες η διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος των ως άνω τραπεζών, κατά το οποίο, καταθέτοντας στην τράπεζα χρήματα, θα λάμβαναν ομόλογα πενταετούς διάρκειας και αντίστοιχου ποσού, με σταθερό επιτόκιο 24% για όλη τη διάρκεια της κατάθεσης, αφορολόγητα και επιδοτούμενα από την ΕΟΚ, επέδειξε μάλιστα σ' αυτόν σχετικά διαφημιστικά έντυπα των δύο τραπεζών.
Περαιτέρω εξέθεταν ότι, έχοντας πεισθεί ο πρώτος εξ αυτών και μέσω αυτού και η δεύτερη ενάγουσα - σύζυγός του από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της ως άνω πρώτης εναγομένης, αποφάσισαν να επενδύσουν από κοινού και κατ' ισομοιρία αρχικά το ποσό των 5.000.000 δρχ., το οποίο ο πρώτος εξ αυτών το παρέδωσε στην τελευταία στις 30-10-1995, για τον εαυτό του ατομικά αλλά και για λογαριασμό και της δεύτερης εξ αυτών, εντός του επί της οδού …..
καταστήματος της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας και υπό τα όματα όλων των υπαλλήλων, λαμβάνοντας από αυτήν έναν τίτλο φέροντα την ονομασία "Γραμμάτιο Είσπραξης Στεγαστικών Ομολόγων ΕΣΤΕ-ΕΤΕ", επ' ονόματι και των δύο (εναγόντων), έκδοσης 30-10-1995 και λήξης 30-1-1996, με αριθμό ... ποσού 5.000.000 δρχ., ο οποίος έφερε σφραγίδες της Στεγαστικής Τράπεζας και υπογραφές υπαλλήλων της, έλαβε δε, παράλληλα από αυτήν, με κατάθεση, τους τόκους τριμήνου εκ δραχμών 300.000.
Ότι στις 23-11-1995 και μετά από σχετική επικοινωνία την προηγούμενη ημέρα της πρώτης εναγομένης με τον πρώτο εξ αυτών, αποφάσισαν αυτοί έχοντας ήδη πεισθεί από τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, να επενδύσουν εκ νέου, από κοινού και κατ' ισομοιρία, ένα νέο ποσό επίσης της τάξης των 5.000.000 δρχ., για το λόγο δε αυτό, ο πρώτος εξ αυτών μετέβη την ως άνω ημέρα στο ίδιο ως άνω κατάστημα της παραπάνω τράπεζας και υπό τα όματα όλων των υπαλλήλων το παρέδωσε στην ως άνω πρώτη εναγομένη, για τον εαυτό του ατομικά αλλά και για λογαριασμό και της δεύτερης ενάγουσας, λαμβάνοντας από την πρώτη εναγομένη έναν τίτλο φέροντα την ονομασία "Γραμμάτιο Είσπραξης Στεγαστικών Ομολόγων ΕΣΤΕ-ΕΤΕ", επ' ονόματι και των δύο συζύγων, έκδοσης 23-11-1995 και λήξης 24-2-1996, με κωδικό αριθμό ..., ποσού 5.300.000 δρχ., δεδομένου ότι αυτή τη φορά αποφάσισαν αυτοί να κεφαλαιοποιήσουν τους τόκους, ο ως άνω δε τίτλος έφερε σφραγίδες της Στεγαστικής Τράπεζας και υπογραφές υπαλλήλων της.
Περαιτέρω εξέθεταν ότι προ της λήξης των ανωτέρω τίτλων και ειδικότερα τον Ιανουάριο του 1996, αποκαλύφθηκε και έλαβαν γνώση και οι ίδιοι ότι τα όσα πιο πάνω τους παρέστησε η ανωτέρω εναγομένη ήταν ψευδή, ότι αυτή, έχοντας τη συνέργεια του δευτέρου εναγομένου, υπαλλήλου της ΕΚΤΕ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στον τομέα των ομολόγων, καθώς και άλλων υπαλλήλων της ΕΚΤΕ, κατά τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή, ουδέποτε κατέθεσε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στα επενδυτικά προγράμματα της τράπεζας, όπως τους διαβεβαίωνε, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και τους χορήγησε πλαστά πιστοποιητικά και τίτλους, που η ίδια είχε καταρτίσει, προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους, το ίδιο δε, έπραξε σε εκατοντάδες άλλα συναλλαχθέντα μ' αυτήν πρόσωπα.
Ειδικότερα, όσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας και κατά κατάχρηση αυτής, ενεργώντας από πρόθεση και με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, παρείχε άμεση συνδρομή στην πρώτη εναγομένη κατά τη διάρκεια και εκτέλεση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, με την ενημέρωσή της σχετικά με τη λειτουργία και ορολογία των ομολόγων, με την παροχή σ' αυτή εντύπων και την υπόδειξη των τρόπων συμπλήρωσής τους ώστε να μοιάζουν με γνήσια, με τη χορήγηση σε κάποιες περιπτώσεις, όπως και στη δική τους, γνήσιων αριθμών ομολόγων, με την παρουσία του αρκετές φορές στο δικηγορικό γραφείο της πρώτης εναγομένης, στο οποίο λάμβαναν χώρα κάποιες από τις επίδικες συναλλαγές, κατά τα λεπτομερέστερα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθώς και ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτή ανώτεροι ή κατώτεροι υπάλληλοι των ανωτέρω τραπεζών παρόλο που όφειλαν και μπορούσαν να αποτρέψουν την εγκληματική δραστηριότητα των ανωτέρω προστηθέντων τους, για τους λόγους και με τους τρόπους που περιγράφονται στην αγωγή και ιδίως με την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, παράνομα και υπαίτια, κατά πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους και κατά παράβαση των επιβαλλόμενων από τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και το καθήκον πρόνοιας της τράπεζας, παρέλειψαν να το πράξουν, συντελώντας με τις παραλείψεις τους στην πρόκληση σ' αυτούς ζημίας.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγομένων, αλλά και των λοιπών υπαλλήλων της τρίτης εναγομένης, για την οποία αυτή ευθύνεται λόγω της μεταξύ τους σχέσης πρόστησης και κυρίως λόγω της σχέσης πρόστησης με το δεύτερο εναγόμενο, υπέστησαν και οι δύο θετική ζημία....".
Ακολούθως, το Εφετείο, έκρινε ότι η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και απορρίπτοντας τον υποβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, έκρινε αυτήν νόμιμη, θεμελιούμενη στα άρθρα 914, 922, 297, 298, 926, 927 και 932 ΑΚ. Με βάση το διαλαμβανόμενο περιεχόμενο της αγωγής, στο δικόγραφο εκτίθενται με πληρότητα τα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, την πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά αυτής ζημίας στους αναιρεσίβλητους, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων, και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας.
Επίσης, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται για την ίδρυση της ευθύνης της προστήσασας τράπεζας ΕΚΤΕ από την αδικοπραξία του προστηθέντος και αναφερόμενου ειδικά υπαλλήλου της ήτοι, η σχέση πρόστησης με βάση την συνδέουσα αυτούς εργασιακή σχέση, η ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, και συνιστάμενη στην παροχή απλής συνδρομής στην ως άνω αδικοπραγήσασα και ότι η ενέργεια αυτή του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής, καθώς και ότι μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα υφίσταται εσωτερική συνάφεια.
Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι κατά το δικόγραφο της αγωγής και η αναφερόμενη Π. Κ. ήταν προστηθείσα των άνω τραπεζών, αλλά περιγράφονται και πράξεις και παραλείψεις άλλων στελεχών αυτών, με τις οποίες θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και εντεύθεν αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας, ως διαδεχθείσας τις προστήσασες όλους τους υπαίτιους της ζημίας, τράπεζες.
Τα εκτιθέμενα στοιχεία αδικοπραξίας του προστηθέντος υπαλλήλου Θ. Π. είναι αρκετά για την ευθύνη του ιδίου σε αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας των εναγόντων, εντεύθεν δε και της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας τράπεζας και κατ' επέκταση της αναιρεσείουσας. Δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αγωγή για τη θεμελίωση της ευθύνης του Θ.
Π. και συνεπώς για το ορισμένο αυτής, ότι επέδειξε συγκεκριμένη συμπεριφορά με την οποία προκάλεσε στους αναιρεσίβλητους την απόφαση να συναλλαγούν με την Π. Κ. και να πεισθούν ότι συναλλάσσονται με την τράπεζα ΕΣΤΕ στην σκοπούμενη επένδυση. Έτσι, στην αγωγή εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης των αναιρεσίβλητων και την ευθύνη της αναιρεσείουσας για την αποκατάσταση της ζημίας τους, ώστε η αγωγή να είναι ορισμένη.
Είναι διαφορετικό το ζήτημα αν θα προκύψει από τις αποδείξεις η βασιμότητα των περιστατικών αυτών, ώστε να κριθεί η αγωγή βάσιμη και κατ' ουσίαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν στο δικόγραφο, εκτός των άλλων, αφενός μεν ότι τα γραμμάτια είσπραξης που παρέδιδε η Π. Κ. στους εξαπατώμενους ήταν πλαστογραφημένα φωτοαντίγραφα γνήσιων εγγράφων της Τράπεζας ΕΣΤΕ που είχε χορηγήσει σ' αυτήν ο Θ.
Π., σαφώς δε κατά το όλο νόημα του περιεχομένου της αγωγής, τέτοιας μορφής ήταν και εκείνα που παραδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους, αναφέρεται δε ειδικά ότι ήταν πλαστοί οι τίτλοι που τους παραδόθηκαν (σελίδα 78 της αγωγής), και εκτίθεται ότι οι κωδικοί αριθμοί οι οποίοι αναγράφονταν στους τίτλους που παραδόθηκαν σ' αυτούς, ήταν υπαρκτοί αριθμοί γνήσιων κωδικών (σελίδα 14 της αγωγής) και ότι τούτους είχε χορηγήσει ο Θ.
Π. στην Π. Κ.. Επίσης, στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται ότι η συναλλαγή με την Π. Κ. έλαβε χώρα εντός της τράπεζας, υπό τα βλέμματα όλων των υπαλλήλων, προς απόκτηση εμπιστοσύνης και ότι αυτοί εντελώς ανυποψίαστοι ουδέποτε μπορούσαν να φανταστούν ότι λάμβαναν πλαστά παραστατικά και ότι τα τελευταία έφεραν σφραγίδες και υπογραφές.
Είναι δε εμφανές, από τη διατύπωση του περιεχομένου ότι ο όλος τρόπος ενέργειας της Π. Κ. και του συνεργού της Θ. Π., ότι εκτίθεται πως εφαρμόστηκε και στην περίπτωση των αναιρεσίβλητων και ότι τα αμέσως προηγουμένως αναφερόμενα στοιχεία πρόκλησης εμπιστοσύνης και σχηματισμού πίστης και ασφάλειας ότι πρόκειται για αληθή συναλλαγή συντρέχουν και στους αναιρεσίβλητους, μάλιστα δε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αναφέρεται ρητά, με τις δηλωτικές φράσεις "όπως και εμείς" "θεωρώντας όλοι μας" (σελίδες 7, 8 και 9 της αγωγής).
Επομένως, το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί που έλαβε υπόψη του και οι οποίοι στήριζαν την δημιουργία της αξίωσης αποζημίωσης, είχαν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους με την αγωγή, ο δε δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η αντίστοιχη πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Αναφορικά δε με το σκέλος της αιτίασης ότι δεν αποδείχθηκαν αυτοί οι ισχυρισμοί, ο λόγος είναι απαράδεκτος καθόσον προσβάλλει την εκτίμηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, για τη θεμελίωση αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις:
α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, β) η πράξη ή η παράλειψη να είναι υπαίτια, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) πρόκληση θετικής ή αποθετικής ζημία, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της ζημίας.
Η τελευταία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική των πραγμάτων πορεία, και επέφερε πράγματι, το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη ήταν ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, δηλαδή αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη, κατά την ανωτέρω έννοια, σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.
Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.
Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.
Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 1325/2007, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003), β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1462/2013, ΑΠ 1396/2011, ΑΠ 331/2010).
Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας, εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον προστηθέντα, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν(ΑΠ 1856/2013, Α.Π. 1888/2013, ΑΠ 337/2010) και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει (ΑΠ 552/2013, ΑΠ 959/2004, ΑΠ 799/2001).
Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 9/2011).
Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα, του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 844/2008). Δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης αυτής αποτελεί το γεγονός, ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και καρπούμενος τα οφέλη της.
Ως εκ τούτου, είναι εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη για τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.
Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 ΑΚ, φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (ΑΠ 555/2000). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 959/2004).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί, για να ενέχεται καθένας από τα περισσότερα πρόσωπα, οι πράξεις ή παραλείψεις των οποίων, επέφεραν σωρευτικώς τη ζημία, εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντα, η ενέργεια καθενός να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 299/2007).
Ούτε απαλλάσσεται κάποιος από αυτούς της ευθύνης εκ του ότι μόνη η ιδική του θετική ή αρνητική ενέργεια, χωρίς τη συνδρομή και των λοιπών, δεν θα επέφερε τη ζημία είτε και εκ του ότι δεν δύναται να εξακριβωθεί τίνος εκ τούτων η πράξη επέφερε τη ζημία (ΑΠ 208/2006). Στην έννοια της "κοινής πράξης" υπάγεται, όχι μόνο η κατά συναυτουργία τέλεση της άδικης πράξης η οποία θεμελιώνει την αδικοπραξία, αλλά κάθε σύμπραξη ή συμμετοχή με οποιαδήποτε μορφή, στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, όπως η ηθική αυτουργία, η άμεση και η απλή συνέργεια, η παραυτουργία (εάν τα περισσότερα πρόσωπα που πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία δεν έχουν μεταξύ τους καμιά συνεννόηση), η αναγκαία αιτιότητα, δηλαδή η περίπτωση που η ζημία προήλθε από τις ενέργειες περισσότερων προσώπων, από τις οποίες, όμως, καθεμιά μόνη της δεν ήταν ικανή να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε.
Σε περίπτωση ευθύνης του προστήσαντος για αποζημίωση τρίτου, που ανέκυψε λόγω της πρόκλησης σ' αυτόν ζημίας, περιουσιακής ή μη, από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ (ΑΠ 530/2014).
Συνεπώς, ο προστήσας, εναγόμενος από το ζημιωθέντα τρίτο για αποκατάσταση της ζημίας του, μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό ότι, εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της και να ζητήσει να μην επιδικαστεί αποζημίωση ή να μειωθεί το ποσό αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση, προβάλλεται υπό μορφή ένστασης (ΑΠ 810/2017, ΑΠ 263/2013).
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση. β) Συμπεριφορά του ζημιούμενου θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. γ) Πταίσμα του ζημιωθέντος από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του (ΑΠ 1630/2010).
Δηλαδή, για να εφαρμοσθεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει, πλην άλλων, ο ζημιωθείς να συνέβαλε με την συμπεριφορά του στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 1673/2013, ΑΠ 766/2007, ΑΠ 945/2002). Αμέλεια του ζημιωθέντος συντρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου (από άποψη μόρφωσης, περιβάλλοντος, ηλικίας, τόπου διαμονής κλπ) της δραστηριότητάς του (ΑΠ 2144/2013, ΑΠ 2252/2013).
Δεν αποτελούν κριτήριο οι ατομικές ιδιότητες των προσώπων, οι ειδικές γνώσεις ή οι εξαιρετικές ικανότητες αυτών. Έτσι, για να διαπιστωθεί αν ο ζημιωθείς επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε, εξετάζεται πρώτα, αν ο, κατά τα άνω, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του, μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και ύστερα, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστης, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να την αποτρέψει (τη ζημία).
Εάν όφειλε να ενεργήσει ή να παραλείψει, πλην όμως, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, είτε γιατί δεν προέβλεψε αδικαιολόγητα την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ανεπίτρεπτα ότι θα το αποφύγει και έτσι παρέλειψε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα που υπάρχουν και συνηθίζονται να παίρνονται, συνεπεία δε αυτής της συμπεριφοράς του δεν αποτρέπει τη ζημία του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1084/2008, ΑΠ 708/2004), υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 686/2013, ΑΠ 368/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διατάξεις (ΑΠ 363/2012). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).
Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Ως ανεπαρκής αιτιολογία είναι και η ενδοιαστική διατύπωση της απόφασης, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη (ΑΠ 915/2010, ΑΠ 2310/2009, ΑΠ 1712/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, και κατά την ενέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη Π.
συζ. Ν. Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με την ιδιότητά της ως δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, παρείχε, από το έτος 1980, νομικές υπηρεσίες στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΚΤΕ), απασχολούμενη αποκλειστικά σε υποθέσεις στεγαστικών δανείων, ήτοι ήταν επιφορτισμένη με έλεγχο τον αιτήσεων για τη χορήγηση των δανείων και των τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων που προσφέρονταν για εγγραφή υποθήκης προς εμπράγματη εξασφάλιση της τράπεζας, αμειβόμενη κάθε φορά κατά φάκελο δανεισμού.
Η συνεργασία της με την ανωτέρω τράπεζα διακόπηκε στις 18-10-1989, μετά από σχετική εισήγηση του τότε Διευθυντή της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Κ. Δ., επειδή προέκυψαν υπόνοιες ότι προέβη σε απόπειρα χρηματισμού του αναπληρωτή προϊσταμένου της υπηρεσίας χορήγησης δανείων της ανωτέρω τράπεζας, μετά, όμως, από σχετική αίτησή της, στις 6-12-1990 εγκρίθηκε η εκ νέου συνεργασία της με την παραπάνω τράπεζα, με απόφαση του τότε Διοικητή της, Α.
Γ.. Η συνεργασία αυτή διήρκεσε τελικώς μέχρι τις 9-11-1992, οπότε η πρώτη εναγομένη εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση, συνεχίστηκε όμως έκτοτε η συνεργασία της με τον ίδιο τρόπο και τις ίδιες αρμοδιότητες, με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδοο ΑΕ" (ΕΣΤΕ), η οποία, αρχικά, συγχωνεύθηκε με την ΕΚΤΕ και στη συνέχεια και οι δύο συγχωνεύθηκαν από την Τρίτη εναγομένη, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (ΕΤΕ), η οποία κατέστη καθολική διάδοχος των παραπάνω τραπεζών και.
υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους, γεγονός που δεν αμφισβητείται. 0 δεύτερος εναγόμενος, Θ. Π., από το έτος 1984 εργαζόταν ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο επί της οδού ... υποκατάστημα της ΕΚΤΕ, στη ….. και ήταν, αρχικά επιφορτισμένος με την έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής- για τους συνεργάτες δικηγόρους της τράπεζας, μεταξύ των οποίων ήταν, όπως προαναφέρθηκε, και η πρώτη εναγόμενη, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την ανάπτυξη μεταξύ τους φιλικών σχέσεων.
Εντός του έτους 1990, ο παραπάνω εναγόμενος, ο οποίος, στο μεταξύ, είχε αποκτήσει την ιδιότητα του προϊστάμενου του τμήματος συναλλαγών του παραπάνω υποκαταστήματος, έχοντας και την ευθύνη του τμήματος ομολόγων, αποκάλυψε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία είχε επιδείξει έντονο ενδιαφέρον σχετικά με τα ομόλογα, ότι διαχειριζόταν χρήματα τρίτων, εκτός της νόμιμης τραπεζικής διαδικασίας, και, συγκεκριμένα, ότι υπέγραφε και παρέδιδε σ'αυτούς αντίγραφα ομολόγων χωρίς τη μεσολάβηση της τράπεζας, με συνέπεια, τόσο εκείνοι, όσο και ο ίδιος, να κερδίζουν περισσότερα χρήματα, λόγω του ότι εισέπρατταν τόκο υψηλότερο του νομίμου.
Τότε, η πρώτη εναγόμενη, η οποία εκείνο το διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις και την εμπειρία του δεύτερου εναγόμενου, ως προς τον τρόπο διενέργειας των σχετικών με τα ομόλογα τραπεζικών συναλλαγών, προκειμένου να αποκομίσουν αμφότεροι παράνομο περιουσιακό όφελος.
Έτσι, εκμεταλλευόμενη τα προσόντα και τις ικανότητές της, δοθέντος ότι ήταν άτομο ιδιαίτερα καλλιεργημένο και ευφυές, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, διέθετε κύρος και πειθώ και είχε έντονη κοινωνική ζωή και ευρύ κοινωνικό κύκλο, συνέλαβε και ξεκίνησε την εκτέλεση σχεδίου προσέλκυσης κεφαλαίων τρίτων και, συνακόλουθα, ιδιοποίησής τους παριστάνοντας σε πρόσωπα τα οποία ενδιαφέρονταν να επενδύσουν τα χρήματά τους σε τραπεζικά προγράμματα με υψηλές αποδόσεις ότι δήθεν ήταν νομικός σύμβουλος τόσο της Εθνικής Κτηματικής και Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας της Ελλάδος, ότι λόγω της ιδιότητάς της αυτής είχε τη δυνατότητα να μεσολαβεί για την προώθηση οποιασδήποτε τραπεζικής συναλλαγής, καθώς και ότι, της είχε ανατεθεί, από τις προαναφερθείσες τράπεζες, η διαχείριση ενός ιδιαίτερα επωφελούς ειδικού επενδυτικού προγράμματος, πενταετούς διάρκειας, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος της παρέδιδε χρήματα, αυτή θα τα επένδυε σε ομόλογα, τα οποία δήθεν θα απέφεραν σταθερό επιτόκιο 24% ετησίως, με δυνατότητα εξόφλησης των τόκων ανά τρίμηνο.
Ειδικότερα, διαβεβαίωνε ψευδώς τους υποψηφίους επενδυτές ότι το χρηματικό ποσό ή το προϊόν ρευστοποίησης τίτλων που της παρέδιδαν το κατέθετε στις ανωτέρω τράπεζες, επενδύοντας το ποσό στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα και εκδίδοντας στο όνομα και για λογαριασμό τους αντίστοιχους τίτλους και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα.
Με τις ως άνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, οι οποίες ήταν ψευδείς, διότι ουδέποτε η παραπάνω διετέλεσε νομική σύμβουλος των ανωτέρω τραπεζών και ουδέποτε της ανατέθηκε η διαχείριση ενός τέτοιου προγράμματος, έπεισε μεγάλο αριθμό προσώπων να της παραδώσουν μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου να συμμετάσχουν, όπως πίστευαν, στο επενδυτικό αυτό πρόγραμμα, τα οποία, όμως, ποσά δεν κατέθετε για λογαριασμό τους στις ανωτέρω τράπεζες, αλλά, αφού τους παρέδιδε πλαστούς τίτλους και παραστατικά, που κατήρτιζε η ίδια με τη συνδρομή του δεύτερου εναγόμενου, Θ.
Π., τα ιδιοποιούνταν, προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, ο παραπάνω εναγόμενος, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του, είχε πρόσβαση σε γνήσια τραπεζικά έγγραφα, κάποια εκ των οποίων χορήγησε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία στη συνέχεια τα αναπαρήγαγε, συμπλήρωνε τα αναγκαία στοιχεία των τραπεζικών εγγράφων, έθετε επ' αυτών κατ' απομίμηση δήθεν υπογραφές υπαλλήλων των ανωτέρω τραπεζών, καθώς και σφραγίδες αυτών που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από τη συνεργασία της με τις τράπεζες και, στη συνέχεια, παρέδιδε τα έγγραφα αυτά στους τρίτους, προκειμένου να τους αποδείξει ότι αυτοί εκτελούσαν νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές και ότι με τα χρήματα που της είχαν παραδώσει συμμετείχαν στα εκάστοτε τραπεζικά επενδυτικά προγράμματα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στη διαδικασία έκδοσης και λειτουργίας των ομολόγων μύησε την πρώτη εναγόμενη ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, της επεξήγησε τον τρόπο συμπλήρωσης των ομολόγων, την ενημέρωσε για τον τρόπο χρησιμοποίησής τους, ώστε να δύναται να αντιμετωπίζει τις ερωτήσεις των υποψηφίων επενδυτών, επιπλέον, δε, της χορήγησε, όπως προαναφέρθηκε, γνήσια τραπεζικά έγγραφα, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της χορήγησε αριθμούς γνησίων ομολόγων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους η πρώτη εναγόμενη έθετε επί των πλαστών ομολόγων προαγοράς τους, εν γνώσει του δεύτερου εναγόμενου περί του τρόπου χρήσης τους.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι αρκετές φορές ο δεύτερος εναγόμενος παρευρισκόταν στο δικηγορικό γραφείο της πρώτης εναγόμενης, στο οποίο αυτή συνήθιζε, μετά τις αρχικές συναντήσεις, να συναντά τους υποψήφιους επενδυτές, προκειμένου δήθεν να τους "εξυπηρετήσει", ώστε να μην αναγκάζονται να προσέρχονται κατά τις πρωινές ώρες στην τράπεζα, καθώς και ότι η πρώτη εναγόμενη προέτρεπε τους "επενδυτές" σε τυχόν επισκέψεις τους στις τράπεζες να απευθύνονται στον δεύτερο εναγόμενο προκειμένου να τους "εξυπηρετήσει", όπως, πράγματι, συνέβη με αρκετούς απ' αυτούς, το γεγονός, δε, αυτό ενθάρρυνε την πρώτη εναγόμενη στην εκτέλεση του σχεδίου της και τη συνέχιση της παράνομης δραστηριότητάς της, καθόσον οποιοδήποτε πρόβλημα τυχόν προέκυπτε θα το αντιμετώπιζε ο δεύτερος εναγόμενος και δεν θα εμπλέκονταν άλλοι της τράπεζας.
Η προπεριγραφείσα παράνομη δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης συνεχίστηκε ως τις αρχές του έτους 1996, οπότε, αποκαλύφθηκε η δραστηριότητά της αυτή και σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε από αστυνομικούς στο δικηγορικό της γραφείο βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πολλά πλαστογραφημένα έντυπα που φέρονταν ως εκδοθέντα από τις ανωτέρω τράπεζες, βιβλιάρια καταθέσεων, δεκάδες πλαστές αποδείξεις προαγοράς τίτλων δημοσίου, καθώς και ένα ασυμπλήρωτο πρωτότυπο έντυπο απόδειξης προαγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχε επισυναφθεί με συνδετήρα μία κάρτα του Θ.
Π., στην πίσω όψη της οποίας αυτός είχε γράψει, απευθυνόμενος στην πρώτη εναγόμενη, "Χρόνια Πολλά - Καλές επιτυχίες", ευχόμενος, προφανώς, επιτυχίες στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα της. 'Ολα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα και, ιδίως, αυτά της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, όπως από τις λαμβανόμενες υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με τις υπ' αριθμ. 940, 941-942, 1074, 1194-1195/2004 αποφάσεις του, έκρινε τελεσίδικα ένοχη την Π.
Κ. για τα αδικήματα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση, και της επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης 15 ετών, ενώ, επίσης, έκρινε τελεσίδικα ένοχο τον Θ. Π., για απλή συνέργεια στα ανωτέρω αδικήματα, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών.
Τα ανωτέρω έγιναν, επίσης, δεκτά ως αποδεδειγμένα από μία σειρά δικαστικών αποφάσεων, πολλές εκ των οποίων ήδη είναι ήδη τελεσίδικες, όπως, ενδεικτικά, από τις υπ' αριθμ. 1300/2013", 1066/2011, 848/2011, 855/2011, 2285/2010, 1656/2009 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τις υπ' αριθμ. 15974/2011, 36997/2010, 9022/2010, 21864/2009, 34529/2007 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος τελούσε σε γνώση των προπεριγραφέντων εγκληματικών σχεδίων της πρώτης εναγόμενης και έχοντας σκοπό να προσκομίσει σ' αυτή και στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ενεργώντας εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, προέβη στις ανωτέρω περιγραφόμενες πράξεις, με τις οποίες παρέσχε σ' αυτή υλική και ψυχική συνδρομή πριν και σε ορισμένες περιπτώσεις και κατά την εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων, γεγονός που, όπως προαναφέρθηκε, θεωρείται ομολογημένο απ' αυτόν.
Αντίθετα, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι την προπεριγραφείσα παράνομη δραστηριότητα των ανωτέρω προσώπων γνώριζαν ή μπορούσαν να γνωρίζουν και άλλοι υπάλληλοι της τρίτης εναγόμενης ούτε, πολύ περισσότερο, αποδείχθηκε ότι κάποιοι εξ αυτών παρείχαν τη συνδρομή τους ή είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή σ' αυτή, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων γνώριζε από παλιά την πρώτη εναγομένη Π. Κ. ως νομική σύμβουλο των τραπεζών Εθνική Κτηματική και Εθνική Στεγαστική, καθόσον λόγω του τότε επαγγέλματος του ως εργολάβου οικοδομών έτυχε να χειριστεί αυτή αρκετές φορές στεγαστικά δάνεια πελατών του.
Στα πλαίσια κάποιας συνάντησής τους για στεγαστικό δάνειο πελάτη του το έτος 1992, η ανωτέρω πρώτη περιγραφόμενες πράξεις, με τις οποίες εναγόμενη του είπε ότι πέρα από νομική σύμβουλος των δύο τραπεζών ήταν και υπεύθυνη διαχειρίστρια ενός ειδικού προγράμματος ομολόγων των δύο τραπεζών σε στεγαστικά ομόλογα, πενταετούς διάρκειας με έναρξη από το 1990, αφορολόγητα, με σταθερό ετήσιο επιτόκιο 24% για όλη τη διάρκεια της πενταετίας, επιδοτούμενα από την ΕΟΚ, του πρότεινε, δε, να συμμετάσχει και αυτός στο ως άνω πρόγραμμα.
Περαιτέρω, δε, του ανέφερε ότι τα ομόλογα αυτά ήταν συγκεκριμένα στον αριθμό και ότι για να επενδύσει αυτός θα έπρεπε να υπάρξει ρευστοποίηση από κάποιο παλαιό επενδυτή. Όλα τα ανωτέρω φάνηκαν αρκετά ενδιαφέροντα τόσο στον πρώτο ενάγοντα, όσο και στη δεύτερη εξ αυτών, σύζυγό του, όταν αυτός της τα μετέφερε, πλην όμως τότε αυτός, λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων, δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια προς επένδυση.
Το έτος 1995, και στα πλαίσια μιας νέας συνάντησης του πρώτου ενάγοντα με την πρώτη εναγόμενη, αυτή του ανέφερε εκ νέου για το ανωτέρω πρόγραμμα λέγοντας του ότι δε θα είναι διαθέσιμο για πολύ ακόμη. Τότε, οι ενάγοντες, αποφάσισαν πλέον να επενδύσουν στο ανωτέρω πρόγραμμα το ποσό των 10.000.000 δρχ., και για το λόγο αυτό ο πρώτος ενάγων ενημέρωσε σχετικά την πρώτη εναγόμενη, η οποία και τον ενημέρωσε ότι εκείνες τις ημέρες δεν υπήρχαν διαθέσιμες μερίδες και ότι θα τον ειδοποιούσε μόλις έβρισκε τις πρώτες διαθέσιμες από επιστροφές.
Πράγματι, μετά από λίγο καιρό αυτή του τηλεφώνησε και του είπε ότι βρέθηκαν άδειες μερίδες αξίας 5.000.000 δρχ. και για το λόγο αυτό του έκλεισε συνάντηση στις 30-10-1995, στο επί της οδού ... κατάστημα της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας. Την ως άνω ημέρα, ο πρώτος ενάγων μετέβη, για λογαριασμό και της δεύτερης ενάγουσας, στο ανωτέρω κατάστημα όπου και βρήκε την πρώτη εναγόμενη σε ένα γραφείο μπαίνοντας αριστερά.
Εκεί, υπό τα βλέμματα όλων των υπαλλήλων της παρέδωσε σε μετρητά το ποσό των 5.000.000δρχ., σε ερώτηση, δε, αυτής εάν επιθυμούσαν αυτοί να προεισπράξουν ή να κεφαλαιοποιήσουν τους τόκους, αυτός της απάντησε ότι θα τους προεισπράξουν. Στη συνέχεια, η πρώτη εναγόμενη, αφού προέβη σε διάφορες ενέργειες εντός της τράπεζας, επέδειξε στον πρώτο ενάγοντα ένα έντυπο, που ήταν εις διπλούν, με τον τίτλο "Γραμμάτιο Εισπράξεως", ποσού 5.000.000 δρχ., το οποίο φερόταν έκδοσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., αφορούσε "στεγαστικό ομόλογο κοινού λογαριασμού τρίμηνης διάρκειας.
Λήξη 30-1-95", με ημερομηνία έκδοσης 30-10-1995, με αριθμό λογαριασμού ... με δικαιούχους από κοινού χους δύο ενάγοντες, το οποίο έφερε σφραγίδες της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας και υπογραφές υπαλλήλων της. Ακολούθως, ο πρώτος ενάγων υπέγραφε εις διπλούν το ανωτέρω γραμμάτιο και ανέλαβε το ένα εξ αυτών, αφού όπως η πρώτη εναγόμενη του εξήγησε, αλλά και όπως αναγραφόταν επί του γραμματίου αυτού "Η τράπεζα εγγυάται την φύλαξη", ταυτόχρονα, δε, του κατέθεσε τους τόκους του τριμήνου, εκ δραχμών 300.000.
Περί τα μέσα Νοεμβρίου 1995, η πρώτη εναγόμενη ειδοποίησε και πάλι τον πρώτο ενάγοντα ότι βρέθηκαν νέες μερίδες αξίας 5.000.000 δρχ., για το λόγο αυτό, δε, μετέβη αυτός στις 23-11-95 και πάλι στο προαναφερόμενο κατάστημα της ΕΣΤΕ, με το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε μετρητά, το οποίο και το παρέδωσε σ' αυτήν, οπότε και ακολουθήθηκε η ίδια ως άνω διαδικασία, με τη διαφορά ότι αυτή την φορά της δήλωσε αυτός ότι θα ήθελαν να κεφαλαιοποιήσουν τους τόκους.
Για το λόγο αυτό, η πρώτη εναγόμενη επέδειξε ομοίως σ' αυτόν ένα έντυπο εις διπλούν, με τον τίτλο "Γραμμάτιο Εισπράξεως", ποσού 5.300.000 δρχ., καθόσον αυτό περιελάμβανε και τους τόκους του τριμήνου, το οποίο φερόταν έκδοσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., αφορούσε "στεγαστικό ομόλογο κοινού λογαριασμού τρίμηνης διάρκειας.
Λήξη 24-2-96", με ημερομηνία έκδοσης 23-11-1995, με αριθμό λογαριασμού ..., με δικαιούχους από κοινού τους δύο ενάγοντες, το οποίο έφερε σφραγίδες της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας και υπογραφές υπαλλήλων της. Ακολούθως, ο πρώτος ενάγων υπέγραψε εις διπλούν το ανωτέρω γραμμάτιο και ανέλαβε ομοίως το ένα εξ αυτών, σύμφωνα με τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι προ της λήξης των ως άνω ομολόγων των εναγόντων, ήτοι εντός του Ιανουαρίου του 1996, έλαβε χώρα η σύλληψη της πρώτης εναγόμενης και η αποκάλυψη της εξαπάτησης των δήθεν επενδυτών με την κατασκευή και παράδοση σ' αυτούς πλαστών ομολόγων, οπότε και οι ενάγοντες, μετά από επίσκεψη του πρώτου απ' αυτούς στην ΕΚΤΕ, στις 29-1-1996, πληροφορήθηκαν ότι και τα εκδοθέντα στο όνομά τους έγγραφα ήταν πλαστογραφημένα και ότι δεν υπήρχε, στην πραγματικότητα, καμία δυνατότητα ρευστοποίησης ομολόγων, ότι η πρώτη εναγόμενη ουδέποτε επένδυσε το χρηματικό ποσό που αυτοί της κατέβαλαν σε κάποιο τραπεζικό προϊόν, αλλά το ιδιοποιήθηκε, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους, μετέπειτα, δε, και κατά την έρευνα που διεξήχθη, πληροφορήθηκαν, ειδικότερα, ότι τα ανωτέρω γραμμάτια είσπραξης ήταν πλαστογραφημένα, φωτοαντίγραφα γνήσιων εγγράφων, που είχε χορηγήσει στην ανωτέρω ο δεύτερος εναγόμενος, γνωρίζοντας ότι θα τα χρησιμοποιήσει για την ως άνω παράνομη δραστηριότητά της, επί των οποίων (φωτοαντιγράφων) η τελευταία είχε θέσει τις σφραγίδες της ανωτέρω τράπεζας και υπογραφές δήθεν υπαλλήλων αυτής, ώστε να μη δημιουργείται στους ενάγοντες καμία αμφιβολία για τη γνησιότητά τους, καθώς και ότι οι κωδικοί αριθμοί των δήθεν εκδοθέντων επ' ονόματί τους ομολόγων ήταν κωδικοί γνησίων ομολόγων, τους οποίους όπως αποδείχθηκε, επίσης, χορηγούσε στην Π.
Κ. ο δεύτερος εναγόμενος. Σχετικά με τον τελευταίο, πέραν των όσων εν γένει αποδείχθηκαν σχετικά με τη συμμετοχή του στην εγκληματική δράση της πρώτης εναγόμενης, για την οποία ήδη καταδικάστηκε από το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσ/νίκης, όπως προαναφέρθηκε, και της αποδειχθείσας, σύμφωνα με ήδη εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσ/νίκης, συνάντησής του με κάποια εκ των "θυμάτων" της πρώτης εναγόμενης και διαβεβαίωσης αυτών για την γνησιότητα των επιδειχθέντων σ' αυτόν τίτλων, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται και στη προκειμένη περίπτωση παρείχε άμεση συνδρομή στην πρώτη εναγόμενη πριν και κατά την εκτέλεση του σχεδίου της σε βάρος των εναγόντων, σχετικά με τους οποίους μετά βεβαιότητας γνώριζε ότι επρόκειτο για μία ακόμα περίπτυξη "θυμάτων" της πρώτης εναγόμενης, γεγονός που συνάγεται από την προφανή χορήγηση στην Π.
Κ. φωτοαντιγράφων των γραμματίων και γνήσιων αριθμών για τα ένδικα ομόλογα, χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου να έχει συναντηθεί και συναλλαχθεί ο ίδιος με τους ενάγοντες, συναλλαγή η οποία, πράγματι, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι οι ενάγοντες ουδόλως γνώριζαν αυτόν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες προέβησαν στις προπεριγραφείσες συναλλαγές έχοντας πλήρη πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την τράπεζα "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος", στην εδραίωση δε της πεποίθησής τους αυτής συνέβαλε το γεγονός ότι η πρώτη συνάντηση τους με την Π.
Κ. έγινε εντός του ανωτέρω καταστήματος της τράπεζας, ενώπιον όλων των υπαλλήλων της, χωρίς καμία προσπάθεια από την ανωτέρω να αποκρύψει κάτι απ'αυτούς, καθώς και το γεγονός ότι τα περιστατικά που τους χορήγησε έφεραν σφραγίδες της άνω τράπεζας και υπογραφές δήθεν υπαλλήλων της και ανέγραφαν επί του σώματος αυτών ότι, πράγματι, τα πρωτότυπα διατηρούνται προς φύλαξη στην τράπεζα, ήταν δε ικανά να παραπλανήσουν ένα μέσο και στερούμενο ειδικών γνώσεων (συναλλασσόμενο, όπως οι ενάγοντες και, όπως συνέβη και με τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό των παθόντων από τη δράση της Π.
Κ.. Πέραν αυτών, ούτε και το επιτόκιο ύψους 24%, που δήλωνε η Π. Κ. ότι προσέφερε το προαναφερθέν επενδυτικό πρόγραμμα, θα μπορούσε να προσκαλέσει οποιαδήποτε υπόνοια στους ενάγοντες, λόγω της μικρής απόκλισής του από τα επιτόκια άλλων τραπεζικών προϊόντων εκείνου του χρονικού διαστήματος, όπως των ομολόγων της ΕΚΤΕ, εκδόσεως 7/1994, που ανήρχετο σε 21,50%.
Κατά συνέπεια, η ένσταση της τρίτης εναγομένης ότι οι ενάγοντες συνέτειναν από αμέλειά τους, ήτοι από οικείο πταίσμα, στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας τους' πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την ίδια αιτιολογία απέρριψε την ως άνω ένσταση της τρίτης εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις αποδείξεις εκτίμησε, ώστε ο όγδοος λόγος της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψή της, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγομένων οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία ίση με την αξία του ποσού που κατέβαλε ο καθένας εξ αυτών στην Π. Κ., ύψους 5.150.000 δρχ. ή 15.113,71 ευρώ και) συνολικά 10.300.000 δρχ. και το οποίο η τελευταία τελικά ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει γνώμη ως προς το ύψος της θετικής αλλά και της αποθετικής ζημίας των εναγόντων έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τους ως άνω πλαστούς τίτλους, κατά το μέρος που αποδεικνύουν της καταβολή των ως άνω ποσών από τους ενάγοντες στην πρώτη εναγομένη.
Και τούτο διότι αυτοί είναι πλαστοί μόνον κατά το μέρος που φέρονται ότι εκδόθηκαν από τις ανωτέρω τράπεζες και όχι ως προς τα ποσά που αναγράφονται σ'αυτά, τα οποία κατέβαλαν πράγματι οι ενάγοντες στην Π. Κ.. Η τρίτη εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει εν προκειμένω τον ισχυρισμό περί πλαστότητας των εγγράφων αυτών που η πρώτη αποδεικτικά των εκ μέρους τους χρηματικών καταβολών, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο αυτήν (πρώτη εναγομένη) και ζήτησε να μην ληφθούν αυτά υπόψη από το Δικαστήριο.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα εν λόγω έγγραφα δεν προσκομίζονται από τους ενάγοντες ως γνήσια, αλλά ως πλαστά, ακριβώς δε, λόγω της επικαλούμενης από αυτούς τέλεσης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης του αδικήματος της πλαστογραφίας θεμελιώνουν κυρίως τις ένδικες αξιώσεις τους στις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση πλαστότητας που προέβαλε η τρίτη εναγομένη και προκειμένου να σχηματίσει γνώμη ως προς το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας των εναγόντων έλαβε υπόψη του τα μνημονευόμενα παραπάνω έγγραφα, τα οποία είναι πλαστά ως τίτλοι, οι οποίοι εκδόθηκαν από τις παραπάνω τράπεζες, όχι όμως και ως προς το ποσό που κατέβαλαν οι εναγομένη χορήγησε στους ενάγοντες, ως ενάγοντες στην Π.
Κ., δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως η τρίτη εναγομένη υποστηρίζει με τον πέμπτο λόγο της έφεσης της, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση αξίωση των εναγόντων για αποζημίωσή τους από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων, συνδέεται με τα εν λόγω πλαστά έγγραφα, τα οποία αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση των αδικημάτων που αποδίδονται σ'αυτούς.
Τα αδικήματα δε αυτά τέλεσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι εις βάρος της περιουσίας των εναγόντων. Για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Θ. Π. ευθύνεται και η προστήσασα αυτόν τράπεζα με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η τρίτη των εναγομένων "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", κατόπιν συγχώνευσης της πρώτης με απορρόφηση από τη δεύτερη, καθώς ο υπάλληλος αυτός ενήργησε επ'ευκαιρία της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, ασχολούμενου με τις συναλλαγές και αντίθετα προς τις εντολές της τράπεζας ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών καθηκόντων.
Μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας από την Π. Κ. και την συνεπεία αυτής ιδιοποίηση από την τελευταία των πιο πάνω χρηματικών ποσών και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του θ. Π. και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πιο πάνω τράπεζα υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος των εναγόντων από την Π.
Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π. ως προστηθέντος της ως άνω τράπεζας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Σ., Ε. Σ., Γ. Γ., Α. Τ., που περιέχονται στην από 27-3-1996 έκθεση των επιθεωρητών της Κτηματικής Τράπεζας, οι οποίοι κατέθεσαν για τη συνδρομή του Θ.
Π. προς την Π. Κ. στις συναλλαγές της με τους παθόντες. Επομένως, η τρίτη εναγομένη νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη αυτή, ως διάδοχος της ανωτέρω τράπεζας, ήτοι της "Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", για τη ζημία που προκάλεσε στους ενάγοντες η Π. Κ., η οποία τέλεσε τις προαναφερθείσες άδικες πράξεις με την άμεση συνέργεια του Θ.
Π., προστηθέντος υπαλλήλου της ΕΚΤΕ ΑΕ. Κατά συνέπεια, οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί της τρίτης εναγομένης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της στην προκειμένη δίκη και ότι δεν ευθύνεται από σχέση πρόστησης του δεύτερου των εναγομένων με την ανωτέρω τράπεζα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε τους ως άνω αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς της τρίτης εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμους, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις αποδείξεις εκτίμησε, ώστε ο τρίτος και ο έκτος λόγοι της έφεσης της, με τους οποίους παραπονείται για την απόρριψή τους, είναι αβάσιμοι.
Όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες υπέστησαν, συνεπεία της ως άνω αδικοπραξίας, θετική ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια των χρημάτων που κατέβαλαν στην Π. Κ. και τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα η τελευταία, που ανέρχεται στο ποσό των 15.113,71 ευρώ για τον καθέναν Εάν αυτοί δεν είχαν καταβάλει το παραπάνω κεφάλαιο στην πρώτη εναγομένη, θα το επένδυαν σε κάποιο άλλο επενδυτικό πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, μετά τη λήξη των οποίων θα κεφαλαιοποιούσαν τους τόκους και θα προέβαιναν σε νέα αγορά, αποκομίζοντας, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κέρδος από τους τόκους που θα απέφερε το εν λόγω κεφάλαιο.
Ειδικότερα, το κέρδος που θα απέφερε στους ενάγοντες το καταβληθέν από καθένα από αυτούς στην πρώτη εναγομένη, κεφάλαιο, για έκαστο των ως άνω δύο ενδίκων γραμματίων από το χρόνο της έκδοσης εκάστου εξ αυτών, ήτοι από τις 30-10-1995, έως το χρόνο σύνταξης της αρχικής αγωγής τους, ήτοι έως 31-3-1999, ανατοκιζόμενο ανά έτος, με βάση το ετήσιο επιτόκιο των Εντόκων Γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.), θα ήταν για κάθε ενάγοντα τα ακόλουθα:....".
Ακολούθως, εκτελώντας τις αναγκαίες μαθηματικές πράξεις για την εξεύρεση της ζημίας των αναιρεσίβλητων, συνιστάμενης αφενός στη θετική ζημία, αφετέρου στην αποθετική, συνιστάμενη στο ποσό των τόκων που θα απέδιδε το χρηματικό ποσό που είχαν παραδώσει στην Π. Κ., εάν τοποθετούσαν τούτο σε Έντοκα Γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, με χρόνο έναρξης για μεν το ποσό του πρώτου τίτλου των 5.000.000 δραχμών την 30-10-1995, για δε το ποσό του δεύτερου τίτλου των 5.300.000 δραχμών από την 23-11-1995, προσδιόρισε την εκ της αιτίας αυτής επιμέρους ζημία κάθε αναιρεσίβλητου.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του, αφενός ως προς το κεφάλαιο της κατάφασης ευθύνης της προστήσασας τον υπάλληλό της, αρχικά δεύτερο εναγόμενο Θ. Π., Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος για την ζημία που προκλήθηκε στους αναιρεσίβλητους με την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος της και, κατ' επέκταση, της αναιρεσείουσας Τράπεζας, καθώς και ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας, αφετέρου ως προς το κεφάλαιο της απόρριψης της προβληθείσας από την τελευταία ένστασης συνυπαιτιότητας αυτών (αναιρεσίβλητων) στην τέλεση της εις βάρος τους αδικοπραξίας, από νόμιμη βάση, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922 και 300 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα: 1) Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλόμενης ο Θ. Π., ήταν υπάλληλος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, με την οποία συνδέονταν με εργασιακή σχέση και συνεπώς με σχέση πρόστησης. Ο ανωτέρω υπάλληλος, παρέδωσε στην Π. Κ. γνήσια έντυπα με τίτλο "Γραμμάτιο Εισπράξεως", εκδόσεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία αφορούσαν στεγαστικό ομόλογο κοινού λογαριασμού, τρίμηνης διάρκειας, καθώς και γνήσιους αριθμούς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.
Η Π. Κ., είχε εκδώσει φωτοτυπικά αντίγραφα των άνω εντύπων του γραμματίου και είχε συμπληρώσει αυτά με το καταβληθέν από τους αναιρεσίβλητους ποσό, στη δεύτερη περίπτωση συναλλαγής με το ποσό των 5.300.000 δραχμών, ενσωματώνοντας και τους τόκους, είχε αναγράψει σ' αυτά γνήσιους κωδικούς αριθμούς ομολόγων και παρέδωσε στους αναιρεσίβλητους κάθε φορά ένα αντίγραφο αυτών, εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος, εντός του καταστήματος της οποίας γινόταν η συναλλαγή με τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Δεχόμενο δε το Εφετείο, ότι ο προστηθείς της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας γνώριζε ότι τα ως άνω γραμμάτια είσπραξης και οι κωδικοί αριθμοί ομολόγων θα χρησιμοποιηθούν από την Π. Κ. για την εξαπάτηση των χρημάτων υποψήφιων επενδυτών που θα ανεύρισκε και την υπεξαίρεση των χρημάτων που θα της παρέδιδαν, καθώς και στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι θα χρησιμοποιούνταν κατά την εκτέλεση του σχεδίου της αυτού σε βάρος των αναιρεσίβλητων, σχημάτισε την κρίση ότι παρείχε με τις πράξεις του αυτές άμεση συνδρομή πριν και κατά την εκτέλεση των αξιόποινων πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας, συμμετέχοντας με τον τρόπο αυτό στην πρόκληση της ζημίας των αναιρεσίβλητων.
Κατέληξε, δε, στο πόρισμα της αντικειμενικής ευθύνης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ως καθολικής διαδόχου της προστήσασας τον ανωτέρω αδικοπραγήσαντα υπάλληλο Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, για την αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσίβλητων, με την παραδοχή ότι ο ως άνω προστηθείς υπάλληλος ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, ασχολούμενου με τις συναλλαγές και αντίθετα προς της εντολές της προστήσασας Τράπεζας ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, καθώς και ότι μεταξύ της τελεσθείσας, σε βάρος των αναιρεσίβλητων, από την Π.
Κ. απάτης και πλαστογραφίας και της συνεπεία αυτών ιδιοποίησης των χρημάτων αυτών, της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την Τράπεζα, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, "αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος των εναγόντων από την Π.
Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π. ως προστηθέντος" της Τράπεζας. Όμως, το εξαχθέν ως άνω πόρισμα περί της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας το Θ. Π. Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, δεν αιτιολογείται επαρκώς. Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογείται ο λόγος διαπίστωσης της εσωτερικής συνάφειας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς που αποδίδεται στον υπάλληλο Θ.
Π. με τη σχέση πρόστησης. Δεν εξειδικεύει τη σύνδεση αυτού με τα παραδοθέντα στην Π. Κ. γραμμάτια είσπραξης και κωδικούς αριθμούς ομολόγων, τα οποία ανήκαν σε άλλη Τράπεζα και όχι στην προστήσασα, επ' ευκαιρία της υπαλληλικής του ιδιότητας ως προστηθέντος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, αφού η κατοχή τους προϋποθέτει πρόσβαση λόγω της ιδιότητάς του αυτής σε έντυπα άλλης τράπεζας.
Δεν διευκρινίζεται εάν αυτά είχαν περιέλθει στην κατοχή του εξαιτίας, ακριβώς, της ειδικής σχέσης του με την προστήσασα Τράπεζα, ή ως μέσα και με ευκαιρία των υπηρεσιακών του καθηκόντων, είτε από το υπηρεσιακό πεδίο δράσης των καθηκόντων του ιδίου ανεξάρτητα από τη χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο βρέθηκαν στην κατοχή του είτε άλλων υπηρεσιών της Τράπεζας, ενόψει και της έλλειψης παραδοχής ότι η συγκεκριμένη Τράπεζα είχε συμμετοχή στο επενδυτικό πρόγραμμα.
Τούτο διότι, για την εφαρμογή του άρθρου 922 ΑΚ, ενδιαφέρει η εσωτερική συνάφεια να υφίσταται μεταξύ της αδικοπραξίας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του, δηλαδή η ζημιογόνα πράξη που αποδίδεται στον προστηθέντα Θ. Π. στη συγκεκριμένη περίπτωση να μη μπορούσε να τελεστεί χωρίς τη σχέση της πρόστησης και όχι αν η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση των χρημάτων των αναιρεσίβλητων από την Π.
Κ., μπορούσε να γίνει χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π., περί της οποίας εκφέρει κρίση η προσβαλλόμενη. Το τελευταίο αφορά μόνο τη συμμετοχή του αδικοπραγήσαντος υπαλλήλου στις αξιόποινες πράξεις της Π. Κ. και την θεμελίωση τέλεσης από αυτόν αδικοπραξίας σε βάρος των αναιρεσίβλητων και δικής του ευθύνης για αποζημίωση και όχι τη σχέση πρόστησης και την αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος.
Εξάλλου, το Εφετείο, δεν συνδέει τη διαπιστωθείσα αδικοπρακτική, με τη μορφή της άμεσης συνέργειας, δραστηριότητα του προστηθέντος Θ. Π. με διεκπεραίωση υποθέσεως που του ανατέθηκε από την προστήσασα Τράπεζα ούτε συνδέει με οποιοδήποτε τρόπο την αδικοπρακτική δραστηριότητά του με τις συνηθισμένες ή χαρακτηριστικές υπηρεσίες της προστήσασας αυτόν Τράπεζας.
Τα ανωτέρω επειδή δεν αρκεί ο αόριστος προσδιορισμός ότι ενήργησε επ' ευκαιρία της πρόστησης, αλλά πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του τέλεση της αδικοπραξίας. Ούτε υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος βρίσκεται σε χρονικό και τοπικό σύνδεσμο με την ανατεθειμένη σ' αυτόν υπηρεσία. 2) Ενώ εκθέτει ότι οι αναιρεσίβλητοι πληροφορήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας που διεξάγονταν μετά την αποκάλυψη των αξιόποινων πράξεων που είχε τελέσει η Π.
Κ. ότι τα γραμμάτια είσπραξης που τους είχε παραδώσει ήταν πλαστογραφημένα φωτοαντίγραφα γνήσιων εγγράφων που της είχε χορηγήσει ο Θ. Π., όπως και τους κωδικούς αριθμούς ομολόγων, ακολούθως, κρίνοντας την αδικοπρακτική δραστηριότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση της πρόκλησης της ζημίας των αναιρεσίβλητων, δέχεται ότι δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση παρείχε άμεση συνδρομή στην Π.
Κ. πριν και κατά την εκτέλεση του σχεδίου της σε βάρος των αναιρεσίβλητων, μολονότι δεν γνώριζε και δεν συναλλάχθηκε με αυτούς και ότι την κρίση της αυτή σχηματίζει από την "προφανή χορήγηση" των φωτοαντιγράφων των γραμματίων είσπραξης και των κωδικών αριθμών ομολόγων. Η ενδοιαστική αυτή διατύπωση, εκφρασθείσα με τη λέξη "προφανή", δεν καθιστά βέβαιο τι δέχθηκε το Εφετείο ως προς την παράδοση από τον προστηθέντα υπάλληλο της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας στην Π.
Κ. των φωτοαντιγράφων των γραμματίων είσπραξης και των κωδικών αριθμών ομολόγων, ώστε το πόρισμα στο οποίο καταλήγει σε σχέση με το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού θεμελιώνει κατά κύριο λόγο της αδικοπρακτική συμπεριφορά του άνω προστηθέντος στην πρόκληση ειδικά της ζημίας των αναιρεσίβλητων, να μην είναι αναμφίβολο. 3) Δεν αιτιολογεί, τη συμμετοχή του προστηθέντος Θ.
Π. στην επέλευση της ζημίας των αναιρεσίβλητων κατά το μέρος των χρημάτων που παραδόθηκαν την πρώτη φορά στις 30-10-1995 από αυτούς στην Π. Κ., ενόψει της παραδοχής ότι η άμεση συνδρομή του ανωτέρω υπαλλήλου εντοπίζεται στην παράδοση των φωτοαντιγράφων των γραμματίων είσπραξης και των κωδικών αριθμών ομολόγων, και αφετέρου της παράδοσης των χρημάτων στην Π.
Κ., πριν από την επίδειξη τέτοιων παραστατικών, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υπάρχει παραδοχή ότι παρείχε άλλη συνδρομή, υλική ή ψυχική, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν τις ενέργειες εκείνου στις περιπτώσεις τρίτων, επίσης παραπλανηθέντων, με τις οποίες παρέσχε τέτοιου είδους συνδρομή και έτσι πείστηκαν περί της πραγματοποίησης νόμιμης συναλλαγής ή ότι εάν δεν επιδεικνύονταν τα γραμμάτια αυτά δεν θα πραγματοποιούσαν τελικά την επένδυση και θα ζητούσαν την επιστροφή των χρημάτων τους. 4) Ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες παρέδωσαν κατά την πρώτη συναλλαγή τους στην Π.
Κ. το ποσό των 5.000.000 δραχμών στις 30-10-1995 και εκείνη τους κατέθεσε ως τόκους τριμήνου το ποσό των 300.000 δραχμών, στη δε δεύτερη συναλλαγή το ποσό των 5.000.000 δραχμών στις 23-11-1995 και εκείνη τους χορήγησε γραμμάτιο είσπραξης ποσού 5.300.000 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου του ποσού των τόκων για ένα τρίμηνο, καθώς ότι η θετική ζημία τους ανέρχεται στο ποσό που κάθε φορά πραγματικά κατέβαλαν, ήτοι εκείνο των 5.000.000 δραχμών και συνολικά σε 10.000.000 δραχμές, στον υπολογισμό της αποθετικής τους ζημίας, ήτοι των τόκων που απώλεσαν από τους χρόνους παράδοσης των χρημάτων σ' αυτή μέχρι την άσκηση της αγωγής, αντιφατικά προς τις ανωτέρω παραδοχές, προσδιορίζει τόκους από το χρόνο παράδοσης κάθε ποσού, χωρίς στην πρώτη περίπτωση να αφαιρεί τους τόκους που είχαν λάβει οι αναιρεσίβλητοι για το πρώτο τρίμηνο, στη δε δεύτερη περίπτωση, τόκους επί του ποσού των 5.300.000 δραχμών, μολονότι δεν είχε καταβληθεί το ποσό τούτο, αλλά μόνο το ποσό των 5.000.000 δραχμών.
Έτσι, όμως, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καταλήγει στην αντικειμενική ευθύνη της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, ως προστήσασας το Θ. Π. για τη ζημία που ο τελευταίος προκάλεσε στους αναιρεσίβλητους, καθώς και την έκταση αυτής, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 922 και 298 ΑΚ.
Εξάλλου, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας νόμιμα από την αναιρεσείουσα εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένστασης, ότι οι αναιρεσίβλητοι με την εκτιθέμενη αμελή συμπεριφορά τους, που θεμελιώνεται σε περισσότερα πραγματικά περιστατικά, συντέλεσαν στην πρόκληση της ζημίας τους, η προσβαλλόμενη, δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στις περιγραφόμενες συναλλαγές με την Π.
Κ. έχοντας πλήρη την πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την Εθνική Στεγαστική Τράπεζα, στην εδραίωση δε της πεποίθησής τους αυτής συνέβαλε το γεγονός της πραγματοποίησης της πρώτης συνάντησής τους και παράδοσης των χρημάτων εντός του καταστήματος της Τράπεζας, ενώπιον όλων των υπαλλήλων της, χωρίς προσπάθεια αυτής να αποκρύψει κάτι από τους αναιρεσίβλητους, καθώς και στο ότι τους χορήγησε τα προαναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης που έφεραν σφραγίδες της Τράπεζας και υπογραφές υπαλλήλων της.
Έκρινε, δε, ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ικανά να παραπλανήσουν "ένα μέσο και στερούμενο ειδικών γνώσεων συναλλασσόμενο, όπως οι ενάγοντες". Όμως δεν εξειδικεύει εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος ενεργούσε κατά τις συναλλαγές και ως εκπρόσωπος της συζύγου του, δεύτερης αναιρεσίβλητης, επέδειξε κατά τις συναλλαγές την επιμέλεια που θα επέδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του προσδιορισθέντος ως άνω κύκλου της δραστηριότητας του.
Έτσι, απαίτησε να έχει ο μέσος συναλλασσόμενος ειδικές γνώσεις, κριτήριο που δεν αξιώνεται κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω. Δεν έκρινε, δε, το Εφετείο, τη συνδρομή ή μη αμέλειας των ζημιωθέντων η οποία να συνέβαλε στη ζημία τους, αξιώνοντας την επίδειξη συμπεριφοράς του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου του κύκλου της δραστηριότητας τούτων και αξιολογώντας προς τούτο τα προταθέντα από την αναιρεσείουσα για τη στήριξή της πραγματικά περιστατικά, ήτοι, εκτός εκείνων για τα οποία διαλαμβάνει αιτιολογία, και το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως εκ του επαγγέλματός του ως εργολάβος οικοδομών ήταν άριστος γνώστης της αγοράς και των νόμιμων τραπεζικών εργασιών, ότι παρά ταύτα παρέδωσε τα χρήματα για την επένδυση στην Π.
Κ., εκτός κάθε τραπεζικής διαδικασίας, ενώ γνώριζε ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται μόνο στο ταμείο της τράπεζας, ότι τους προκατέβαλε η ανωτέρω τόκους τριμήνου, καταθέτοντας αυτούς την πρώτη φορά και ενσωματώνοντας τη δεύτερη στο γραμμάτιο είσπραξης, χωρίς να έχει παρέλθει το διάστημα της επένδυσης, πράγμα που δεν στηρίζεται σε τραπεζική διαδικασία, αλλά και αντίκειται στην κοινή λογική και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την επένδυση, κρίνοντας αν αυτά είναι βάσιμα και αποτελούν συμπεριφορά των αναιρεσειόντων επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις, η οποία εντάσσεται στη συμπεριφορά που όφειλε να επιδείξει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του προσδιορισθέντος ως άνω κύκλου της δραστηριότητας τους.
Συνεπώς, οι τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος, λόγοι αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, υπό τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι ουσιαστικά βάσιμοι. Επομένως, με την παραδοχή των άνω αναιρετικών λόγων που γίνονται δεκτοί, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ως προς την αναιρεσείουσα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2255/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ήτοι μόνο ως προς την αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ