487/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated487/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ετσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 487 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 487/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πολυξένη Μπαλτά και Στέργιο Λυμπερδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 20/11/2017 αίτησή της και τους από 21/3/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20.11.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 229/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 110/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.121,45 ευρώ για τις αναφερόμενες σ' αυτή αιτίες. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή έφεση της εναγόμενης ως προς το κεφάλαιο της υπερεργασίας, εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγόμενης για την καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 2.608,16 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚπολΔ).
Kατά τη διάταξη του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 ΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ΝΔ 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ` αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι` αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Ετσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Ειδικότερα, για τον χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στον χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλά απαιτείται εξειδιασμένη εμπειρία και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 464/2014).
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία/ αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος -εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. (AΠ 1148/2017, 1268/2017, ΑΠ 521/2013).
Εξάλλου, αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στο μισθωτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 του Α.Κ.
και 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 1000/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1405/2014).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ελλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1405/2014) Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την αγωγή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι η ως άνω καταγγελία της αναφερομένης σ'αυτή (αγωγή) σύμβασης εργασίας τυγχάνει άκυρη, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να της καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας, το ποσό των 974,69 ευρώ μηνιαίως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας έως την συζήτηση της αγωγής και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές της από τη συζήτηση της αγωγής μέχρι την άρση της υπερημερίας, νομιμοτόκως το κάθε ποσό από το τέλος εκάστου μηνός, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 1.444,51 ευρώ ως διαφορά των αποδοχών της λόγω της άκυρης και παράνομης διαθεσιμότητας, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής, δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσης με την απόφαση που θα εκδοθεί, να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή 300 ευρώ, για κάθε ημέρα που δεν θα αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης το ποσό των 456,18 ευρώ, άλλως το ποσό των 381,48 ευρώ, και να αναγνωρισθεί α) η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει για αμοιβή υπερεργασίας το ποσό των 4.301,21 ευρώ, άλλως το ποσό των 3.586,65 ευρώ και β) η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί ότι η ένδικη καταγγελία υπήρξε έγκυρη, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 5.355,41 ευρώ ως διαφορά αποζημίωσης, νομιμοτόκως από την ημέρα που κατέστη νόμιμη και απαιτητή. Επικουρικότερα δε, ζήτησε, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η ένδικη καταγγελία, να κηρυχθεί άκυρη η αναφερόμενη στην αγωγή διαθεσιμότητα ως παράνομη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 1.444,51 ευρώ ως διαφορά αποδοχών, με το νόμιμο τοκο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγη.
Επι της αγωγής αυτης εκδόθηκε η υπ'αριθμ.110/2014 οριστική απόφαση, με την οποία η αγωγή, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πλην του αιτήματος των τόκων για το κονδύλιο της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, το οποίο κρίθηκε νόμιμο από τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμη και α) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, β) υποχρεώθηκε η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας ως υπαλλήλου στα ίδια καθήκοντα όπως και πριν την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, γ) υποχρεώθηκε η εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (12.358,94 ευρώ + 1.329,08 ευρώ + 433,43 ευρώ =) 14.121,45 ευρώ με το νόμιμο τόκο των κονδυλίων των μισθών υπερημερίας και της διαφοράς μεταξύ των νόμιμων με των καταβαλλόμενων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα της διαθεσιμότητας από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, της δε αποζημίωσης λόγω της παρασχεθείσας παράνομης υπερωριακής απασχόλησης από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, δ) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθό το ποσό των 974,69 ευρώ, μηνιαίως από την 19-9-2014, μέχρι την άρση της υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο κάθε μισθού από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού και ε) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει το ποσό των 4.099,90 ευρώ, ως αμοιβή για την υπερεργασία, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, και το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και συνολικά 5.099,90 ευρώ.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγόμενης εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή έφεση της εναγόμενης ως προς το κεφάλαιο της υπερεργασίας, εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγόμενης για την καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 2.608,16 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας.
Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: " Η εναγόμενη εταιρία, η οποία εδρεύει στην .. ΒΙΠΕ και έχει ως αντικείμενο, μεταξύ των άλλων, τις πάσης φύσεως εκτυπώσεις επί χάρτου, χαρτονιού ή άλλης πρώτης ύλης για ίδιο λογαριασμό τρίτων (φασόν), συστάθηκε με απόσχιση του κλάδου εκτυπώσεων και κυτιοποιίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", δυνάμει της υπ' αρ.
…6/2012 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου, Δ. Π., που καταχωρήθηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ (14941/2012). Η τελευταία συστάθηκε ύστερα από μετατροπή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και απορρόφησε λόγω συγχώνευσης την εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ". Από την τελευταία δε εταιρία, καθολική διάδοχος της οποίας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της είναι η εναγόμενη εταιρία, προσλήφθηκε η ενάγουσα, την 1-6-1989, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί οκτάωρο ημερησίως και σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, προκειμένου να παρέχει την εργασία της στο ατελιέ, στο τμήμα προεκτύπωσης.
Η ενάγουσα εργάστηκε στην εναγόμενη εταιρεία έως τις 28-5-2013, καθώς η τελευταία, την 23-4-2013 κοινοποίησε στην ενάγουσα εξώδικη δήλωση με την οποία δήλωνε ότι καταγγέλλει την ένδικη σύμβαση εργασίας με προειδοποίηση τεσσάρων μηνών, ήτοι την 25-8-2013, ενώ επιπλέον, την ίδια ημέρα γνωστοποίησε εγγράφως σ' αυτήν ότι την έθετε σε διαθεσιμότητα τριών μηνών, ήτοι για τη χρονική περίοδο από 25-4-2013 έως και την 24-7-2013, λόγω περιορισμού των εργασιών της επιχείρησης, καταβάλλοντας για το διάστημα αυτό το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών της.
Η ενάγουσα από την πρόσληψή της έως τη λήξη της σύμβασης εργασίας απασχολούταν στο ατελιέ, όπου παραλάμβανε τις παραγγελίες των πελατών σε ηλεκτρονική μορφή (τις μακέτες) και καταχωρούσε τα στοιχεία τους, δηλαδή την ονομασία του προϊόντος, τις διαστάσεις, το βάρος του χαρτιού ή του χαρτονιού, την ποιότητά του, τα χρώματα, τα βερνίκια που θα χρησιμοποιηθούν, τις μηχανές που θα χρησιμοποιούνταν κατά την παραγωγική διαδικασία και τυχόν παρατηρήσεις του πελάτη.
Στη συνέχεια, επεξεργαζόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή το αρχείο (τις μακέτες) με το αντίστοιχο πρόγραμμα και το προσάρμοζε, ώστε να αποδοθεί στην εκτύπωση και ενσωμάτωση των χρωμάτων και στην εμφάνιση του κειμένου σύμφωνα με την παραγγελία του πελάτη. Ακολούθως, τύπωνε μια προεκτύπωση από το αρχικό αρχείο που είχαν παραλάβει και ένα φιλμ από το τελικό αρχείο, αυτό δηλαδή που είχε επεξεργαστεί και έλεγχε εάν το τελευταίο αρχείο ανταποκρίνεται στην παραγγελία του πελάτη, ώστε να γίνει το δοκίμιο, δηλαδή η έγχρωμη εκτύπωση σε ειδικό φωτογραφικό χαρτί, ώστε να ελεγχθούν τα χρώματα, οι σκιές, οι διαφάνειες και τα ντεγκραντέ.
Επιπλέον, εκτός της επεξεργασίας των μακετών, η ενάγουσα απασχολούνταν και με τη μελέτη και τον υπολογισμό για νέες προσφορές, εργασία που απαιτεί καλή γνώση των υλικών και της ποιότητάς του, της αξίας τους και του χειρισμού των μηχανημάτων, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη εξοικονόμηση και η ποιοτικότερη απόδοση του παραγόμενου προϊόντος.
Σημειώνεται ότι στο στάδιο της προεκτύπωσης που ακολουθεί την εργασία στο ατελιέ, απασχολούνταν η μάρτυρας αποδείξεως Μ. Α., η οποία εργαζόταν ως φωτομεταφορέας, δηλαδή η τελευταία ασχολούνταν στο μοντάζ που γίνεται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ήτοι στην τοποθέτηση του τελικού αρχείου που έχει δημιουργηθεί στο ατελιέ στο χαρτί ή χαρτόνι σε πολλές επαναλήψεις, προκειμένου να προχωρήσει στη συνέχεια η εκτύπωση, ενώ η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2007 έως 31-05- 2007 και από 01-01-2010 έως 31-05-2011 εργάσθηκε, στο κομμάτι των τσίγκων και στο CTP, ενώ από τον Ιούνιο του 2011 απασχολούνταν στο ατελιέ, εκτελώντας όσες εργασίες προαναφέρθηκαν.
Απ' όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι στις πιο πάνω περιγραφόμενες επί μέρους εργασίες προέχει το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού και απαιτούνται για την εκτέλεσή τους, τα στοιχεία της πρωτοβουλίας, θεωρητικής κατάρτισης, εξιδιασμένης εμπειρίας και ιδιαίτερης υπευθυνότητας, ώστε προσιδιάζουν αυτές στο χαρακτήρα της εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου και είναι επουσιώδες το ότι σε κάποια συγκεκριμένη επί μέρους εργασία (από το πλέγμα εργασιών που συνδέει το ατελιέ και το μοντάζ) υπήρχε και επίβλεψη άλλου προσώπου, το οποίο κατά περίπτωση έδινε εντολές και καθοδηγούσε την ενάγουσα, εν προκειμένω της Θ.
Α. ή της Σ. Κ., όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και κατέθεσε ο μάρτυράς της Ε. Α.. Αποδείχθηκε δε ότι για την εκτέλεση των εργασιών αυτών απαιτείται εξιδιασμένη εμπειρία και γνώση της λειτουργίας και δράσης των χρησιμοποιουμένων υλικών εκτύπωσης, ένταση της προσοχής και πρωτοβουλία για την εκτέλεση διορθωτικών παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης, καθώς και ιδιάζουσα ευθύνη για το έργο που τελικά παράγεται.
Είναι δηλαδή η εργασία αυτή κατά κύριο λόγο μη σωματική και συνεπάγεται την καταβολή πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας και για το λόγο αυτό, έχει το χαρακτήρα εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου και όχι εργάτη, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 του ν. 2655/1953. Η κρίση του Δικαστηρίου για τις ειδικότερες παραμέτρους της εργασίας της ενάγουσας στηρίζεται στις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις της μάρτυρος αποδείξεως Μ.
Α. που από το 1984 εργάζονταν και αυτή στην επιχείρηση, στο ατελιέ, ως μοντέρ και έχει συνεπώς άμεση και προσωπική αντίληψη για το είδος της εργασίας της ενάγουσας. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τα ακόλουθα έγγραφα: 1) το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εκτυπώσεων στο οποίο αναγράφεται ως υπεύθυνη ατελιέ η ενάγουσα, 2) το οργανόγραμμα της εναγόμενης εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα φέρεται ως απασχολούμενη στην ομάδα ποιότητας και HACCP με υπεύθυνη διαχείρισης του συστήματος και συντονίστρια της ομάδας την Θ.
Α., καθώς επίσης και ως απασχολούμενη στο τμήμα ατελιέ μαζί με την Σ. Κ. και την Μ. Α., η οποία επίσης φέρεται ότι απασχολείται και στο τμήμα τσίγγων, 3)την κατάσταση ΟΕΣ της εναγομένης του έτους 2005, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα φέρεται ως χειρίστρια του BAR CODE READER και του Ντενσιτόμετρου, 4) την από 20-4-2002 βεβαίωση του Προγράμματος Επιμόρφωσης Στελεχών Επιχειρήσεων, στην οποία αναγράφεται ότι η ενάγουσα παρακολούθησε το σεμινάριο Management Εργοδηγών Παραγωγής και αποθήκης ως "στέλεχος" της επιχείρησης της εναγομένης, 5) την από 16-10-2012 βεβαίωση της Ε.
Π. Συμβούλου Επιχειρήσεων, στην οποία αναφέρεται ότι μεταξύ και άλλων, η ενάγουσα εκπαιδεύτηκε στις αρχές των προτύπων ISO 9001:2008 και ISO 22000:2005 στα πλαίσια της προετοιμασίας του Συστήματος διαχείρισης ποιότητας και ασφάλειας τροφίμων της εταιρίας για πιστοποίηση, 6)το από 28-10-1990 πτυχίο της ενάγουσας του ΤΕΙ Τμήματος Εμπορίας και Διαφήμισης, 7) Φαξ και επιστολές ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορικά με διάφορες παραγγελίες προς την εναγομένη που αποστέλλονταν από την ενάγουσα, καθώς και δελτία εργασίας ατελιέ-τσίγκων και 8)το από 21-12-2005 έγγραφο της εταιρίας "...", από το οποίο προκύπτει ότι η ενάγουσα αξιολογήθηκε στην γνώση της αγγλικής γλώσσας.
Η ενάγουσα, παρόλο που κρίσιμο στοιχείο για τα καθήκοντα ενός τεχνίτη στην εκτυπωτική διαδικασία, δεν είναι η κατοχή πτυχίου, αλλά η πρακτική εμπειρία και εξιδιασμένη γνώση, είναι κάτοχος πτυχίου ΤΕ τμήματος εμπειρίας και διαφήμισης ήδη από 21-6-1988, στοιχείο που γνωστοποίησε στην εναγομένη κατά την πρόσληψη της από την τελευταία, γεγονός που βεβαιώνει ενόρκως και η μάρτυρας της ενάγουσας Μ.
Π..
Συνεπώς, η εργασία που παρείχε η ενάγουσα είναι κατά κύριο λόγο μη σωματική και συνεπάγεται την καταβολή πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας και ενέργειας και για τον λόγο αυτό, έχει τον χαρακτήρα εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν 3514/1928, όπως ισχύει. Ενόψει τούτων, η εναγομένη όφειλε να της καταβάλει αποδοχές τεχνίτη και όχι βοηθού τεχνίτη, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, όπως έκρινε και η υπ'αριθμ.63/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε επί της από 27-12-2012 αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης για αναγνώριση της εργασίας του τεχνίτη και όχι βοηθού τεχνίτη και της καταβολής της διαφοράς αποδοχών, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της.
Ομοίως κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων........ Οι όροι εργασίας και αμοιβής της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως και 31-1-2013 καθορίζονταν από την Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Εργαζομένων στην Εκτυπωτική Βιομηχανία στα Λιθογραφία, στα Εργοστάσια και Επιχειρήσεις Γραφικών Τεχνών όλης της χώρας.
Η εναγομένη καθ'ολο το χρονικό διάστημα της εργασίας της σ' αυτή, την πλήρωνε ως βοηθό τεχνίτη και όχι ως τεχνίτη της σχετικής ΣΣΕ, ειδικότητα στην οποία υπάγονται μεταξύ άλλων οι εργαζόμενοι στο ατελιέ και αντιστοιχεί στα καθήκοντα και την εργασία την οποία πρόσφερε επί σειρά ετών στην εναγομένη. Επιπλέον τον Αύγουστο του 2012 η εναγομένη προέβη σε μονομερή μείωση των αποδοχών της ενάγουσας, υπολογίζοντας την αμοιβή της με ημερομίσθιο ποσού 50,85 ευρώ, αντί του ποσού των 68,52 ευρώ με το οποίο υπολόγιζε μέχρι τότε την αμοιβή της, δηλαδή προέβη περίπου σε μείωση της τάξεως του 25%,επικαλούμενη τη λήξη ισχύος της ΣΣΕ.
Τότε η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι η εναγομένη χρησιμοποίησε ως βάση υπολογισμού ημερομίσθιο που δεν ανταποκρίνεται στην ειδικότητά της και ότι μετά τις 22-8-2012 είχε δικαίωμα μονομερώς να μη της καταβάλει μόνον το επίδομα γάμου, από κοινού με άλλους εργαζόμενους, τον Οκτώβριο του 2012 απέστειλε στην εναγομένη εταιρία, την από 15-10-2012 εξώδικη διαμαρτυρία με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη μείωση των αποδοχών της που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2012.
Επιπλέον, την ίδια ημέρα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενη για την επιχειρούμενη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και δη για τη μείωση των αποδοχών της και αιτούμενη την επαναφορά αυτών στην προτέρα κατάσταση. Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την ως άνω από 27-12-2012 αγωγή της κατά της εναγόμενης εταιρίας με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της υπαλληλικής ιδιότητάς της, και την καταβολή της διαφοράς επί των δεδουλευμένων αποδοχών της, καθότι καθ' όλο το διάστημα της εργασιακής της σχέσης αμειβόταν ως βοηθός τεχνίτη και όχι ως τεχνίτρια.
Η ενάγουσα, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρές της, ήταν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της επιμελής και αποδοτική, διέθετε προσόντα και πολυετή εμπειρία, δεδομένου ότι εργαζόταν αδιαλείπτως από την πρόσληψή της στο τμήμα του ατελιέ και γνώριζε καλά το αντικείμενο των εργασιών της. Παρά το γεγονός, ότι οι γνώσεις της περιορίζονταν στο στάδιο μόνο του ατελιέ, ενώ οι γνώσεις της στα άλλα στάδια της παραγωγής ήταν περιορισμένες, η εναγομένη εταιρία το Φεβρουάριο του 2013, προκειμένου να την εξαναγκάσει σε οικειοθελή παραίτηση, επιχείρησε να τη μεταθέσει σε άλλο τμήμα και δη αυτό της φωτομεταφορείας, το αντικείμενο του οποίου η ενάγουσα δεν γνώριζε και ήταν δύσκολο να ανταποκριθεί στα νέα καθήκοντα το ίδιο καλά, όπως στο τμήμα που εργαζόταν ήδη, χωρίς να μεριμνήσει πρώτα για την εκπαίδευσή της.
Στην ανάθεση δε των νέων καθηκόντων της η ενάγουσα είχε επισημάνει στην εργοδότρια εταιρεία την αδυναμία εκτέλεσης αυτών, λόγω έλλειψης γνώσης της. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η πρόταση προς την ενάγουσα να μετατεθεί στο τμήμα του φωτομεταφορείου έλαβε χώρα προκειμένου να διατηρήσει η τελευταία τη θέση εργασία της στην εταιρία, καθώς το τμήμα του ατελιέ θα έπαυε να λειτουργεί.
Ισχυρίζεται δε ότι η απόλυσή της οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα στη μείωση του κύκλου των εργασιών της που παρουσίασε από τα τέλη του 2012 και στην κατάργηση του τμήματος του ατελιέ. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε μείωση του κύκλου των εργασιών της εναγόμενης εταιρίας, ούτε, όμως, κατάργηση του ατελιέ, όπως η τελευταία διατείνεται.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη επιχείρησε να μεταθέσει την ενάγουσα στο τμήμα του φωτομεταφορείου προκειμένου να την εξαναγκάσει με τον τρόπο αυτό σε παραίτηση, καθώς δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα νέα καθήκοντα της, λόγω έλλειψης γνώσης του αντικειμένου αυτού. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται κυρίως από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας Μ.
Α., (η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, εργαζόταν και αυτή στην επιχείρηση της εναγομένης και έχει προσωπική αντίληψη και γνώση περί όσων καταθέτει), η οποία κατέθεσε ότι το τμήμα του ατελιέ εντός του 2013 εξακολουθούσε να λειτουργεί και ότι προσελήφθησαν για να εργαστούν σ' αυτό δύο νέοι υπάλληλοι, ο Κ. Λ. και η Ε.
Γ., τους οποίους ανέλαβε να εκπαιδεύσει η ενάγουσα. Εξάλλου, επιβεβαιώνονται από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Ν., ο οποίος εργάστηκε στην εναγομένη έως το Μάιο του 2014 και ανέφερε και αυτός ότι το 2013 προσελήφθησαν από την εναγομένη οι προαναφερόμενοι για να εργαστούν στο ατελιέ, καθώς και την κατάθεση της μάρτυρος Μ.
Π., η οποία εργάστηκε στην εναγομένη έως το Απρίλιο του 2013. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την αόριστη κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης Ε. Α., ο οποίος ναι μεν κατέθεσε ότι το τμήμα του ατελιέ καταργήθηκε εντός του 2013, λόγω μείωσης του κύκλου των εργασιών της εταιρείας, και ότι έκτοτε η εναγομένη συνεργάζεται για την εκτέλεση της προεργασίας με εξωτερικό συνεργάτη, πλην όμως δεν κατονόμασε το συνεργάτη αυτόν, εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αρ.
…46/31-12-2012 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου, Δ. Π., όχι μόνο δεν υπήρξε μείωση των εργασιών της εναγομένης στον κλάδο της εκτυπωτικής διαδικασίας, αλλά αντιθέτως, συστάθηκε αυτή με την ως άνω πράξη κατόπιν απόσχισης του κλάδου των εκτυπώσεων και κυτιοποιίας από την εταιρεία με την επωνυμία "...", ενώ σε σχετική διαφήμιση της εναγόμενης, η τελευταία παρουσιάζεται ως μία δυναμική επιχείρηση με ανοδική πορεία.
Πλέον αυτών η ενάγουσα προσκομίζει καταχώρηση της εναγομένης στο internet με ημερομηνία 17-9-2014,σύμφωνα με την οποία εξακολουθεί και σήμερα να υφίσταται κλάδος προεκτύπωσης ατελιέ, καθώς και διαφημιστικά της σποτ στο youtube, στα οποία τονίζει τον Μάιο του 2013 την ανοδική της οικονομικά πορεία. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, λόγω της διεκδίκησης εκ μέρους της των νόμιμων αποδοχών της, ενώ ο επικαλούμενος από την εναγόμενη λόγος ότι η εν λόγω καταγγελία έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους προβάλλεται προσχηματικά.
Ως εκ τούτου η ανωτέρω καταγγελία υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός του σχετικού δικαιώματος της εναγόμενης και συνεπώς, είναι καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 ΑΚ και άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ...... Περαιτέρω η εναγόμενη την 23.04.2013 κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 28.03.2013 εξώδικη δήλωση της με την οποία της γνωστοποιούσε ότι λόγω περιορισμού των κύκλων των εργασιών της επιχείρησης τίθεται από την 25.04.2013 έως την 24.07.2013 σε διαθεσιμότητα.
Η δήλωση αυτή ωστόσο ήταν μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη, καθόσον βασική προυπόθεση για να θέσει ο εργοδότης τους μισθωτούς σε διαθεσιμότητα είναι να υπάρχει περιορισμός των εργασιών του..... Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης της εναγόμενης εταιρίας, αφού δεν προσκομίζεται προς τούτο κανένα αποδεικτικό στοιχείο, επιπλέον η επιλογή της ενάγουσας έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό της επειδή αυτή διεκδικούσε μεγαλύτερες από τις καταβαλλόμενες αποδοχές.....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία με την ως άνω άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της επειδή διεκδίκησε τις νόμιμες αποδοχές της, με τις συγκεκριμένες ως άνω συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας διότι εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική υπόστασή της.
Δικαιούται, συνεπώς, η ενάγουσα να αξιώσει από την εναγόμενη εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος και το μέγεθος της υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης καθώς και τις συγκεκριμένες, ως άνω, συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, να επιδικαστεί το ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο από το Δικαστήριο.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε...." Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαλληλικής ιδιότητας της ενάγουσας.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την άσκηση υπαλληλικών καθηκόντων (ως τεχνίτη) εκ μέρους της ενάγουσας.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απασχολούνταν στο ατελιέ (λήψη παραγγελιών σε ηλεκτρονική μορφή, επεξεργασία στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κ.λ.π.) και ότι στις εκτελούμενες από αυτήν στις ως άνω επιμέρους εργασίες προέχει το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού και απαιτούνται για την εκτέλεσή τους, τα στοιχεία της πρωτοβουλίας, θεωρητικής κατάρτισης, εξιδιασμένης εμπειρίας και ιδιαίτερης υπευθυνότητας, είναι δε επουσιώδες το ότι σε κάποια συγκεκριμένη επί μέρους εργασία (από το πλέγμα εργασιών που συνδέει το ατελιέ και το μοντάζ) υπήρχε και επίβλεψη άλλου προσώπου, το οποίο κατά περίπτωση έδινε εντολές και καθοδηγούσε την ενάγουσα.
Είναι δηλαδή η εργασία αυτή κατά κύριο λόγο μη σωματική και συνεπάγεται την καταβολή πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας και για το λόγο αυτό, έχει το χαρακτήρα εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου και όχι εργάτη, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 του ν. 2655/1953.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρεσης και με τον δεύτερο πρόσθετο αυτής λόγο επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα κατά παράβαση της από 15.05.2007 Σ.Σ.Ε, που έχει κηρυχθεί εκτελεστή με την ΥΑ 12311/9.7.2007 και την και την ΔΑ 33/2009 δέχθηκε ότι η ενάγουσα λόγω της υπαλληλικής ιδιότητας απέκτησε την ιδιότητα ως τεχνίτη. Ο λόγος αυτός πέραν της αοριστίας αφού δεν διαλαμβάνονται επαρκή πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη, λαμβανομένου μάλιστα ότι δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της απόφασης κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος γιατί από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ασκούσε τα περιγραφόμενα αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση καθήκοντα, που προσιδιαζαν στα καθήκοντα του τεχνίτη κατά την ως άνω ΣΕ και ως άνω ΔΑ ( κατηγ.Εα /μοντερ, ρετουσέρ, ένθεση, ηλεκτρονική ένθεση- σελιδοποίηση, γραφίστριες) και όχι ότι η ενάγουσα λόγω της υπαλληλικής της ιδιότητας υπήρξε τεχνίτης.
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας και την επέλευση ηθικής βλάβης.
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο ως προς την πρόκληση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Και αυτό διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά της ενάγουσας που να μειώνουν αυτή ως άτομο και εργαζόμενη και που να έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης.
Το γεγονός και μόνο της καταγγελίας από την εναγόμενη της σύμβασης εργασίας για λόγους εκδίκησης δεν επιφέρει άνευ άλλου τινός και προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, εάν δεν συνοδεύεται από περιστατικά που να θίγουν αυτή στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ τριτος λόγος είναι βάσιμος Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 1 άλλως 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (281 ΑΚ) και έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταχρηστικής καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας.
Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά, ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα δε η παραπάνω καταγγελία έγινε από λόγους εκδικητικότητας στο πρόσωπό της, επειδή είχε προηγηθεί η άσκηση νομίμων δικαιωμάτων της ως τεχνίτη και δη η ενεργός αντίδρασή της στις μειωμένες αποδοχές της ως εργαζομένης, και η δικαστική διεκδίκηση σε προγενέστερο χρόνο μισθολογικών αξιώσεών της.
Επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 1173/2016 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων, λόγω της μερικής ήττας αυτής (άρθ. 178 και 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 229/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών), κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 12 Μαρτίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 3 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ