487/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1146/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2010 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 841/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 11/3/2014 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated487/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 291/12.11.1997 έκθεση κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 487 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 487/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Χ. του Ο., 2) Α. Χ. του Ο., κατοίκων ..., 3) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 4) Θ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοχάρη Αγγελίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών και εν προκειμένω και από το Προϊστάμενο της Α' ΔΟΥ Κατερίνης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 27/11/2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1146/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2010 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 841/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 11/3/2014 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 12/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός κατά το δεύτερο μέρος του ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1146/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της ίδιας αίτησης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1146/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε την από 10.3.2009 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 25/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες την από 16.2.2007 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά του υπ' αριθ. .../18.1.2007 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Κατερίνης Μ.
Χ., δέχθηκε ακολούθως κατά το αντίστοιχο μέρος την ένδικη ανακοπή και μεταρρυθμίζοντας τον ως άνω πίνακα απέβαλε απ' αυτόν, μεταξύ άλλων, και τους ήδη αναιρεσείοντες και στη θέση των απαιτήσεών τους κατέταξε για επιπλέον ποσό 23.793,42 ευρώ τις απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.ΚΠολΔ).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι αν και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο παραπονέθηκε με το δεύτερο λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη με την απόφαση αυτή του δεύτερου μόνον λόγου της ένδικης ανακοπής του, με τον οποίο αρνήθηκε την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων, που κατατάχθηκαν στον υπ' αριθ. .../2007 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος της συμβολαιογράφου Κατερίνης Μ.
Χ., εντούτοις το Εφετείο ερεύνησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής, που είχε επίσης απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση, με συνέπεια να δεχθεί το λόγο αυτό και αντίστοιχα και την ένδικη ανακοπή και να επιδικάσει έτσι στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο περισσότερα από όσα ζήτησε με την έφεσή του, αφού προς το σκοπό αυτό εσφαλμένα τελικώς έκρινε ότι στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρ. 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας που προέκυψαν μόνο κατά τα τελευταία δύο χρόνια πριν από τον αρχικό πλειστηριασμό και όχι και οι μεταγενέστερες απαιτήσεις μέχρι την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, όπως είναι και οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων που κατατάχθηκαν προνομιακά στον ως άνω πίνακα.
Όμως αντίθετα με όσα παραπάνω υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) ότι ο δεύτερος λόγος της έχει δύο σκέλη που αποτελούν ενιαίο όλο και όχι διαφορετικούς λόγους και ακριβώς το δεύτερο αυτό ενιαίο λόγο επιτρεπτά ερεύνησε στο σύνολό του το Εφετείο στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), όπως αυτό οριοθετήθηκε με το δεύτερο λόγο της.
Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως αρχικά ίσχυε, στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονταν οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον προέκυψαν τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, δηλαδή εφόσον γεννήθηκαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, όχι όμως και όταν στο διάστημα αυτό βεβαιώθηκαν μεν δικαστικά, έχοντας όμως γεννηθεί σε προηγούμενο χρόνο ( ΟλΑΠ 28/2003).
Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε έμμεσα με το άρθρ. 31 του ν. 1545/1985, που όρισε ότι στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονται οι παραπάνω απαιτήσεις, όπως και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Με το ίδιο άρθρο ορίσθηκε ακόμη ότι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή, η δε διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρ. 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής. Ακολούθως στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων υπήχθησαν με το άρθρ. 6 παρ.16 του ν. 2497/1997 και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής.
Ήδη με το άρθρ. 56 του ν. 3994/2011 οι παραπάνω ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν με μικρές διαφορές στις διατάξεις του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις ειδικότερα που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από τον χρόνο στον οποίο προέκυψαν, ενώ η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρ. 977 ΚΠολΔ, γίνεται και πάλι μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν κατά την κατάταξη συντρέχουν απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας με απαιτήσεις ειδικών προνομιούχων πιστωτών των άρθρ. 976 και 1007 ΚΠολΔ ή άλλων γενικών προνομιούχων πιστωτών, των οποίων όμως οι απαιτήσεις ανήκουν σε επόμενες τάξεις στη σειρά κατάταξης, ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα οι πρώτες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι έχουσες παρεπόμενο χαρακτήρα απαιτήσεις από τους αντίστοιχους τόκους, εφόσον τόσον οι έχουσες ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίες απαιτήσεις, όσον και οι παρεπόμενες αυτών, προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.
Διευρύνθηκε έτσι με τη συγκεκριμένη πρόβλεψη διπλά το προνόμιο των ως άνω εργασιακών απαιτήσεων, αφού ο μεν χρόνος στον οποίο πρέπει να γεννήθηκαν οι απαιτήσεις αυτές αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο χρόνια, η δε αφετηρία του χρόνου γέννησης των απαιτήσεων αυτών μετατέθηκε από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού στην ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή και της κήρυξης της πτώχευσης κατά το προ του ν. 3994/2011 καθεστώς.
Δηλαδή τα χρονικά αυτά σημεία της αρχικής ημερομηνίας του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης αποτελούν την αφετηρία για τον αναδρομικό υπολογισμό της κρίσιμης διετίας, μέσα στην οποία πρέπει να γεννήθηκαν οι εργασιακές απαιτήσεις για να είναι προνομιούχες, ανεξάρτητα από το εάν βεβαιώθηκαν δικαστικά σε μεταγενέστερο χρόνο.
Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσης του, κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί μετά την επιβολή της κατάσχεσης, ή ακόμη και εάν επισπεύθηκε από άλλο δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 972 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ και ανεξάρτητα αν βασίζεται σε διαφορετική κατασχετήρια έκθεση από εκείνη στην οποία στηρίχθηκε ο αρχικά ορισθείς πλειστηριασμός του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό διετία και όχι και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό και ως την ημέρα που τελικά αυτός διενεργήθηκε, οι οποίες δεν διαλαμβάνονται στην άνω διάταξη ως προνομιούχες.
Αν ο νομοθέτης ήθελε να εξοπλίσει με το ανωτέρω προνόμιο και τις τελευταίες αυτές απαιτήσεις θα όριζε τούτο ρητώς και κατά τρόπο σαφή, όπως έπραξε για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των προνομίων ανεξάρτητα από το χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να κάνει διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της πραγματικής διενέργειάς του.
Με την οριοθέτηση δε βάσει της ημέρας του πρώτου πλειστηριασμού υπό την ανωτέρω έννοια, ο νομοθέτης προδήλως θέλησε και να περιορίσει, κατά το δυνατό, την πιθανότητα της διόγκωσης, φερομένων ως προνομιούχων εικονικών απαιτήσεων από τυχόν κακόπιστο καθού η εκτέλεση που ενεργεί σε συμπαιγνία με τρίτους, κατά το διάστημα μεταξύ της αρχικής ημέρας του πλειστηριασμού και της ημερομηνίας κατά την οποία αυτός θα λάβει πράγματι χώρα, όπως και την πιθανότητα του ολικού ή μερικού αποκλεισμού των προνομίων των πράγματι εργασθέντων κατά την τελευταία διετία πριν από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού λόγω αλλεπάλληλων αναβολών του, που είχε τη δυνατότητα να επιτύχει ο καθού η εκτέλεση. (Ολ.
ΑΠ 22/2000 (με αφορμή την προνομιακή κατάταξη τόκων απαιτήσεων από εργασιακή σχέση), ΑΠ 1819/2011, ΑΠ 1765/2009, ΑΠ 1625/2008, ΑΠ 1513/2006, ΑΠ 1224/2006, ΑΠ 126/2006, ΑΠ 1585/2005, ΑΠ 1501/2003, ΑΠ 1108/2003, ΑΠ 61/2001, ΑΠ 476/1999). Εξάλλου, η εξαίρεση από την προνομιακή κατάταξη των εργατικών απαιτήσεων που προέκυψαν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού μέχρι και τη διενέργεια αυτού, σε αντίθεση με τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου, που προέκυψαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και απολαμβάνουν προνομιακής κατάταξης, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", δεδομένου ότι ως ημέρα πλειστηριασμού στην παρ. 3 του άρθρου αυτού " θεωρείται η ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε αρχικά", δεν αντιβαίνει στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι με την αρχή αυτή δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μη τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο είτε με μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικό κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανεπίτρεπη ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση (Ολ ΑΠ 23/2004, ΑΠ 3/2006, ΑΠ 30/2005, ΑΠ 38/2005).
Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις, αφού η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δεν αναφέρεται σε ουσιωδώς όμοιες κατηγορίες απαιτήσεων, ώστε δικαιολογείται η μεταχείρισή τους κατά τρόπο ανόμοιο, εφόσον επί των απαιτήσεων του Δημοσίου δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες περιστάσεις της δημιουργίας εικονικών προνομιακών απαιτήσεων μετά τη χρονολογία του πρώτου πλειστηριασμού και μέχρι αυτής του τελικού.
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 291/12.11.1997 έκθεση κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν.
Κ. κατασχέθηκε αναγκαστικά με επίσπευση της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." ακίνητη περιουσία της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΙΕΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"... Ο πλειστηριασμός του ακινήτου ορίσθηκε για τις 17.1.1998, όμως αυτός δεν πραγματοποιήθηκε τότε.
Έτσι κατόπιν επανειλημμένων αναβολών, ματαιώσεων και δηλώσεων συνέχισης από διάφορους δανειστές της καθ' ης η εκτέλεση οι πέντε πρώτοι των εφεσιβλήτων (1ος, 2ος, 4ος, 5ος και 6ος των αναιρεσειόντων), στους οποίους επιτράπηκε με την υπ' αριθ. 2086/11.9.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης να επισπεύσουν την εκτέλεση, υπέβαλαν την υπ' αριθ. 11738/22.9.2006 δήλωση συνέχισης της εκτελεστικής διαδικασίας και επέσπευσαν τον πλειστηριασμό βάσει της υπ' αριθ. 175/2.10.2006 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ε.
Μ., το δε ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε τελικώς κατά την ορισθείσα με αυτή την περίληψη ημερομηνία, ήτοι στις 22.11.2006. Με την υπ' αριθ. .../22.11.2006 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού... της συμβολαιογράφου Κατερίνης Μ. Χ. το κατασχεθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." αντί του ποσού των 93.005 ευρώ.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά συνομολογούνται από τους διαδίκους. Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν, προκειμένου να ικανοποιηθούν από το πλειστηρίασμα, μεταξύ άλλων δανειστών, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσίβλητο)... με την από 3.11.2006 αναγγελία του, ως γενικός προνομιούχος πιστωτής, για ληξιπρόθεσμη απαίτηση ποσού 70.998,03 ευρώ, καθώς επίσης και οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) 1) Ν.
Χ. για ποσό 4.426,50 ευρώ, 2) Α. Χ. για ποσό 16.043,40 ευρώ, 3) Θ. Τ. για ποσό 845,53 ευρώ, 4) Γ. Γ. για ποσό 2.157,35 ευρώ, 5) Β. Τ. για ποσό 1.010,77 ευρώ και 6) Π. Π. για ποσό 2.822,48 ευρώ, με την από 30.11.2006 αναγγελία τους, επικαλούμενοι το γενικό προνόμιο του άρθρ. 975 παρ.3 ΚΠολΔ, διότι οι απαιτήσεις τους προέρχονταν από την παροχή εξαρτημένης εργασίας προς την καθ' ης η εκτέλεση.
Η υπάλληλος του πλειστηριασμού, λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος προς ικανοποίηση όλων των αναγγελθεισών απαιτήσεων, συνέταξε τον υπ' αριθ. .../18.1.2007 προσβληθέντα πίνακα κατάταξης δανειστών. Βάσει αυτού προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα τα έξοδα εκτέλεσης, συνολικού ποσού 4.398,57 ευρώ. Το ποσό των 88.606,43 ευρώ που απέμεινε, το διαχώρισε απευθείας σε 1/3, ανερχόμενο σε 29.535,48 ευρώ, και σε 2/3, ανερχόμενα σε 59.070,95 ευρώ, διανέμοντάς το μεταξύ των γενικών προνομιούχων δανειστών και μεταξύ των δανειστών, των οποίων οι απαιτήσεις ήταν εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια αντιστοίχως.
Στο 1/3 των γενικών προνομιούχων συμπεριέλαβε τις απαιτήσεις των εφεσιβλήτων ως εργαζομένων, χωρίς όμως να κατατάξει κατ' αρχήν τα ποσά των αμοιβών τους... και στη συνέχεια να διαιρέσει το εναπομένον πλειστηρίασμα σε 1/3 και 2/3. Έτσι κατέταξε προνομιακώς κατά το άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ και οριστικώς τους εφεσιβλήτους ως εξής: 1) τον Ν.
Χ. για ποσό 3.296,27 ευρώ, 2) τον Α. Χ. για ποσό 14.878,80 ευρώ, 3) το Θ. Τ. για ποσό 560,37 ευρώ, 4) τον Γ. Γ. για ποσό 1.842,91 ευρώ, 5) τον Β. Τ. για ποσό 721,96 ευρώ και 6) τον Π. Π. για ποσό 2.439,11 ευρώ, δηλαδή κατέταξε τους εφεσιβλήτους για συνολικό ποσό 23.793,42 ευρώ. Επίσης κατέταξε οριστικώς και προνομιακώς το Ελληνικό Δημόσιο για ποσό 5.742,06 ευρώ προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του.
Στα υπόλοιπα 2/3 του ποσού των 88.606,43 ευρώ κατέταξε, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στον πίνακα, την Εμπορική Τράπεζα και την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, των οποίων η κατάταξη δεν προσβάλλεται. Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μη εκκληθέν μέρος της, έγινε δεκτή εν μέρει η ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος της το στρεφόμενο κατά της δικαστικής επιμελήτριας Ε.
Μ. και κατά της συμβολαιογράφου Μ. Χ., επαναπροσδιορίσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα προαφαιρούμενα έξοδα της εκτελεστικής διαδικασίας σε 1.796,18 ευρώ συνολικά και στο ποσό που απελευθερώθηκε από τη μείωσή τους, ανερχόμενο σε 2.602,39 ευρώ (4.398,57 - 1796,18€), κατατάχθηκε οριστικώς και προνομιακώς προς μερική ικανοποίηση της απαιτήσεώς του το ανακόπτον, επιπλέον του ποσού για το οποίο είχε καταταγεί αρχικώς στον πίνακα.
Οι εφεσίβλητοι με την από 30.11.2006 αναγγελία τους, η οποία επιδόθηκε την 1.12.2006 στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές αναφέρονται αναλυτικώς παραπάνω, επικαλούμενοι και την έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων... Ειδικότερα οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι επικαλέσθηκαν με την αναγγελία τους...
την υπ' αριθ. 246/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία... επιδικάσθηκαν σ' αυτούς τα ποσά αντιστοίχως των 2.191,48 ευρώ και 9.918, 68 ευρώ, νομιμοτόκως... Οι υπόλοιποι επικαλέσθηκαν με την αναγγελία τους... την υπ' αριθ. 42/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας..., με την οποία επιδικάσθηκαν τελεσίδικα πλέον σ' αυτούς τα ποσά αντίστοιχα των 1.679,30€, 377,62€, 1.279,63€ και 498,46€ νομιμοτόκως...
Όπως αποδεικνύεται όμως από αυτές τις αποφάσεις, στις οποίες στήριξαν την αναγγελία τους οι εφεσίβλητοι..., όλες οι απαιτήσεις τους γεννήθηκαν από εργασία που παρέσχαν στην καθ' ης η εκτέλεση κατά το διάστημα μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2001... μέχρι το τέλος του έτους 2002... Οι απαιτήσεις τους αναφέρονται σε μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές και σε μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και άδειας, σε αυτές δε δεν περιλαμβάνονται αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων δεν γεννήθηκαν, δηλαδή δεν προέκυψαν, μέσα στην τελευταία διετία πριν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού, που ήταν η 17.1.1998, ώστε να καλύπτονται από το προνόμιο του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, αλλά μετά την ημερομηνία αυτή και συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της ένδικης ανακοπής, με τον οποίο το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την ύπαρξη του προνομίου των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων.
Συνακόλουθα το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αυτή απέρριψε τον ως άνω λόγο της ένδικης ανακοπής, κρίνοντας, (το πρωτοδικείο) σε αντίθεση με το Εφετείο, ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων είναι εξοπλισμένες με το ως άνω προνόμιο, δεχόμενο ειδικότερα ότι στο προνόμιο αυτό υπάγονται οι εργατικές απαιτήσεις, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του διενεργηθέντος τελικά πλειστηριασμού και μέχρι την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού κράτησε κατά το αντίστοιχο μέρος και δίκασε την ένδικη ανακοπή, τη δέχθηκε κατά το ίδιο μέρος και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. .../18.1.2007 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Κατερίνης Μ. Χ., από τον οποίο απέβαλε τις απαιτήσεις των αναιρεσειόντων και στη θέση τους κατέταξε για επιπλέον ποσό 23.793,42 ευρώ τις απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, προνομιούχες, κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, είναι μόνο οι απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού, έστω και αν έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσης ή και επίσπευσης του από άλλο δανειστή, κατ' άρθρο 972 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ και όχι και όσες προέκυψαν στη συνέχεια και μέχρι την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, όπως ακριβώς οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το ένα μέρος του και κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου ως άνω διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση ότι η ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού νοείται μόνο όταν ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με βάση την ίδια επιταγή και κατασχετήρια έκθεση και όχι όταν τελικά ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με την επίσπευση τρίτου δανειστή.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων δεν καλύπτονταν από το προνόμιο του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, διότι δεν προέκυψαν ούτε μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία 22-11-2006, που διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, αλλά γεννήθηκαν έτη πριν την ημερομηνία αυτή και συγκεκριμένα από του Σεπτεμβρίου 2001 μέχρι και το τέλος του έτους 2002, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. 246/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι δέχθηκε ότι ο όρος "προέκυψαν" στο άρθρο αυτό ταυτίζεται με τον όρο "γεννήθηκαν" και όχι με τον όρο ότι "βεβαιώθηκαν τελεσιδίκως".
Ο λόγος αυτός, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη για τον προσδιορισμό του προνομιακού χαρακτήρα των εργατικών απαιτήσεων κρίσιμος είναι ο χρόνος που αυτές προέκυψαν, ο οποίος ταυτίζεται, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, με το χρόνο που αυτές γεννήθηκαν και όχι με το χρόνο που βεβαιώθηκαν τελεσίδικα ( Ολ ΑΠ 28/2003), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση σε σχέση με την έννοια του όρου του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ "προέκυψαν".
Τέλος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 61 του ΝΔ 356/1974 " Kώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εισόδων ", ανεπίτρεπτη ενόψει της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κρίνεται αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση αλλά και σε ανυπαρξία συνδρομής ταυτότητας προϋποθέσεων ουσιαστικών γέννησης των συγκρινομένων αξιώσεων.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση από 14-10-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1146/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ