Legislator Case Law & Legislation
487/2010 AI generated

487/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 487/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2213/2007 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και 1570/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

487/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο κατά τη διάταξη του άρθ. 331 του Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται εκ των υστέρων μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στην δίκη που προηγήθηκε έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 386/2000).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 487 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 487/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ατομικά, ως εξ αρχής διαδίκου (εναγομένου), και ως κληρονόμου, εξ αδιθέτου, του αποβιώσαντος, την 13-5-2005, αρχικώς εναγομένου (συνεναγομένου) Ψ2, κατοίκου εν ζωή ...και 2. α)Ψ1 και β)... συζ. Ψ1, κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και, ως εκ τούτου, νομίμων εκπροσώπων της ανήλικης θυγατέρας τους ..., κατοίκου ομοίως, ως κληρονόμου εκ διαθήκης, του αποβιώσαντος, ως άνω, αρχικώς εναγομένου Ψ2, κατοίκου εν ζωή ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπότση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2213/2007 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και 1570/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, την απόρριψη του δευτέρου και την αναίρεση της υπ' αριθ. 1570/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί επί της ουσίας μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.

Στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο κατά τη διάταξη του άρθ. 331 του Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται εκ των υστέρων μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στην δίκη που προηγήθηκε έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 386/2000).

Το δεδικασμένο όμως εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο με την έννοια της διάταξης του άρθρου 322 § 1β Κ.Πολ.Δ νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Εξάλλου, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ιδιαίτερα λόγω αοριστίας δεν λύει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια τελεσίδικα διαγνωσθείσα δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης που τελεσίδικα επισημάνθηκε με την προηγηθείσα δικανική κρίση δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (ΑΠ 190/2008). Εξάλλου, ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του διαφορετικό αίτημα στην ίδια ή και σε διάφορη ιστορική αιτία.

Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση. Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης.

Προκειμένου επομένως να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, νέου αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης. (Ολ.

ΑΠ 15/1998). Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν κρίνει επί λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, επισκοπεί με την έννοια του άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ ως διαδικαστικά (και όχι ως αποδεικτικά) έγγραφα τις αγωγές και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις δίκες (προγενέστερες και μεταγενέστερες) μεταξύ των οποίων προβάλλεται η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων, που δικαιολογούν τη συνδρομή ή όχι δεδικασμένου.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση αυτή των πιο κάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη κατά χρονολογική σειρά άσκησης από 15-3-1995 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 και του εν συνεχεία αποβιώσαντος Ψ2, που κληρονομήθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανήλικη που εκπροσωπείται στη δίκη από τους γονείς της, απορρίφθηκε ως αόριστη με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 1841/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις ακόλουθες παραδοχές εκείνης της απόφασης καθόσον αφορά την εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό και με τα αιτήματά της και το περιεχόμενό της: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει του από 1-4-1970 καταστατικού, συστήθηκε μεταξύ αυτού και του α' εναγομένου ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΦΟΙ Ψ1 Ι ΟΕ", στην οποία αυτός (ενάγων) μετείχε για φορολογικούς λόγους εικονικά κατά ποσοστό 33%, ο α' εναγόμενος κατά 34% και ο Ψ3 κατά ποσοστό 33%, ενώ η πραγματική και ουσιαστική συμμετοχή στην εταιρεία ήταν από 50% αυτού (ενάγοντος) και του πρώτου εναγομένου.

Ότι στις 3-2-1972 το παραπάνω καταστατικό τροποποιήθηκε, αποχώρησε από την εταιρία ο Ψ3 και εισήλθε στη θέση του ως εικονικός εταίρος, η Κ. Ότι δυνάμει του από 25-4-1973 τροποποιητικού, η Κ μεταβίβασε σ' αυτόν (ενάγοντα) ποσοστό 9% από την εταιρική της μερίδα, όπως και στον πρώτο εναγόμενο άλλα 9%, με αποτέλεσμα ή συμμετοχή τους στην εταιρία να ανέρχεται, για μεν τον ενάγοντα σε 42%, για τον α' εναγόμενο σε 43% και για την Κσε 15%.

Ότι δυνάμει του από 28-1-83 νέου τροποποιητικού αποχώρησε από την εταιρία η Κκαι στη θέση της με το ποσοστό που κατείχε (15%) εισήλθε ο· δεύτερος εναγόμενος Ψ1. Ότι δυνάμει του από 15-10-1984 τροποποιητικού, το οποίο υπέγραψε ο α' εναγόμενος, κάνοντας χρήση ανύπαρκτης εντολής αυτού (ενάγοντος), εγκατέστησε τον εαυτό του μόνο διαχειριστή της εταιρίας και εν συνεχεία μεταβίβασε αντί αγοραστικής αξίας τον Δεκέμβριο του 1985 8.000.000 δρχ.

και 18.000.000 δρχ. σήμερα, ένα διαμέρισμα υπό στοιχεία Δ-2 που βρίσκεται επί της οδού ... στην ... θυγ. Ψ3, προκειμένου να κάμψει τις αντιδράσεις της Κ, η οποία ανακάλυψε ότι έθετε την υπογραφή της σε τροποποιήσεις του καταστατικού και σε άλλα έγγραφα χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Ότι δυνάμει του από 12-5-89 τροποποιητικού που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου, ο α' εναγόμενος, προφασιζόμενος κατεπείγουσα ανάγκη του για να μην απωλέσει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από την πολιτεία του...

εάν εμφανιζόταν με επαρκή περιουσιακά στοιχεία, μεταβίβασε εσπευσμένως προς τον δεύτερο εναγόμενο εκ του μέχρι τότε ποσοστού του 40% που κατείχε στην εταιρία, ποσοστό 35%, με συνέπεια ο μεν πρώτος εναγόμενος να έχει ποσοστό 5%, αυτός (ενάγων) 40% και ο δεύτερος εναγόμενος 55%. Επικαλούμενος τέλος άρνηση των εναγομένων να του μεταβιβάσουν το 10% του ποσοστού της εταιρίας, το οποίο με διάφορα τεχνάσματα το παρακρατούν, μολονότι του υποσχέθηκαν ότι δοθείσης ευκαιρίας θα ελάμβανε και τυπικά το 50% της πραγματικής μερίδας του ως και 9.000.000 δρχ.

από την εκποίηση του περιουσιακού στοιχείου της εταιρίας (διαμέρισμα) στην ... ζητά ν' αναγνωρισθεί ότι το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΦΟΙ Ψ1 ΟΕ", ανέρχεται στο ποσοστό 50%, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του μεταβιβάσουν ποσοστό 5% ο καθένας από την μέχρι σήμερα μερίδα τους δια της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως ώστε να αποκτήσει επί πλέον του ποσοστού των 40% που κατέχει και ποσοστό 10% και ν' ανέλθει η μερίδα του στο ποσοστό των 50%, να επιτραπεί σ' αυτόν σε περίπτωση αρνήσεως των εναγομένων να συμπράξουν να προβεί στην τροποποίηση του καταστατικού, την ανακατανομή των ποσοστών, άλλως την απόσπασή του ποσοστού των 10%, από την μερίδα του δεύτερου, να προβεί στην σύνταξη, υπογραφή και δημοσίευσηc της τροποποιήσεως.

Άλλως ν' αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας 9.000.000 δρχ. ως συμμετοχή του και αντίστοιχη αξίωση από την εκποίηση περιουσιακού στοιχείου της εταιρίας προς την ... θυγ. Ψ3, ποσό, το οποίο εισέπραξαν οι εναγόμενοι, άλλως κατά το οποίο εμείωσαν την εταιρική του μερίδα, άλλως επικουρικώτερα ν' αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν να του αποδώσουν το ανωτέρω ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού".

Συνεχίζει δε το Δικαστήριο εκείνο ότι: "Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι παντελώς αόριστη και συνεπώς ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης καθόσον, μολονότι ισχυρίζεται στην αγωγή του ο ενάγων ότι δικαιούται να λάβει από τους εναγομένους 10% ώστε η συμμετοχή του στην εταιρία να ανέλθει στο ποσοστό του 50%, δεν αναφέρεται σ'αυτή (αγωγή) ότι σε κάποιο χρονικό σημείο κατείχε το 50% των εταιρικών μεριδίων, μέρος του οποίου σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο απώλεσε, αφού κατ' αρχήν κατείχε το 33% των εταιρικών μεριδίων, και μεταγενέστερα το 42%.

Επί πλέον ενώ αναφέρει στην αγωγή του ότι οι εναγόμενοι μετά από τροποποιήσεις του, καταστατικού μετείχαν στην εταιρία ο μεν πρώτος κατά ποσοστό 43%, ο δεύτερος κατά ποσοστό 15%, στην συνέχεια εκθέτει ότι συνεπεία μεταβιβάσεως από τον πρώτο εναγόμενο στο δεύτερο εκ του μέχρι τότε ποσοστού του 40%, ποσοστό 35%, τα ποσοστά των ανήλθαν για μεν αυτόν (ενάγοντα) σε ποσοστό 40%, για τον πρώτο εναγόμενο σε ποσοστό 5% και για τον δεύτερο εναγόμενο σε ποσοστό 55%.

Τέλος, μολονότι αναφέρει στην αγωγή του ο, ενάγων ότι οι εναγόμενοι μετέχουν στην εταιρία κατά ποσοστό 5% ο πρώτος εναγόμενος και κατά ποσοστό 55% ο δεύτερος εναγόμενος, ζητά ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι εις ολόκληρο ο καθένας να του καταβάλουν το ποσό των 9.000.000 δρχ., που είναι η συμμετοχή του και η αντίστοιχη αξίωσή του από την εκποίηση περιουσιακού στοιχείου της εταιρίας προς την ...

θυγ. Ψ3. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον η κρινομένη αγωγή κρίνεται στο σύνολό της αόριστη αφού το αίτημα της καταβολής του ποσού των 9.000.000 δραχμών στον ενάγοντα, ανεξαρτήτως της προαναφερομένης αοριστίας του, δεν μπορεί να εκτιμηθεί και λόγω του ότι συνέχεται άμεσα με το αίτημα περί αναγνωρίσεως ότι το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος στην εταιρία ανέρχεται σε 50%, το οποίο κρίθηκε ως αόριστο, θα πρέπει, σύμφωνα μετ' αναγραφόμενα στη μείζονα σκέψη η υπό κρίση αγωγή ν' απορριφθεί".

Στη συνέχεια, η δεύτερη κατά χρονολογική σειρά άσκησης από 24-4-1996 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των ίδιων εναγομένων, απορρίφθηκε ως αόριστη με την τελεσίδικη υπ' αριθ. 837/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις ακόλουθες παραδοχές εκείνης της απόφασης, καθόσον αφορά την εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό και με τα αιτήματά της και το περιεχόμενό της. "Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενό της ορθώς εκτιμάται από το δικαστήριο, αφού εκθέτει ότι δυνάμει του από 1-4-70 συμφωνητικού (καταστατικού) που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών συστήθηκε μεταξύ αυτού και του πρώτου των εναγομένων ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "Τεχνική Εταιρία Aφοί Ψ1 Ο.Ε." ότι στην εταιρία "εμφανιζόταν εικονικά ως εταίρος'' ο αδερφός αυτών Ψ3, ότι το ποσοστό του (ενάγοντος) ήταν 33% του δευτέρου των εναγομένων 34%, ενώ του προαναφερθέντος αδερφού αυτών 33%, ότι δυνάμει του από 3-2-72 τροποποιητικού εγγράφου του καταστατικού της εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα αποχώρησε απ' αυτήν ο Ψ3 και στη θέση του εισήλθε. "ως εικονικός εταίρος" η σύζυγός του Κ, ότι δυνάμει του από 25-4-73 τροποποιητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η τελευταία μεταβίβασε το 18% σε αυτόν και τον πρώτο των εναγομένων (9% στον καθένα) και έτσι τα ποσοστά συμμετοχής τους στην εταιρία διαμορφώθηκαν σε 42% γι' αυτόν (ενάγοντα), σε 43% για τον πρώτο των εναγομένων και σε 15% για τη Κ, ότι δυνάμει του από 28-1-83 τροποποιητικού του καταστατικού της εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η τελευταία αποχώρησε από αυτήν και στη θέση της εισήλθε, με ποσοστό 20%,ο δεύτερος των εναγομένων, υιός του πρώτου εξ αυτών δοθέντος ότι αυτός και ο πρώτος των εναγομένων του μεταβίβασαν ποσοστό 2% και 3% αντιστοίχως, ότι με τον τρόπο αυτό τα ποσοστά συμμετοχής τους στην εταιρία διαμορφώθηκαν σε 40% γι' αυτόν, σε 40% για τον πρώτο των εναγομένων και σε 20% για το δεύτερο, ότι λόγω του στενού οικογενειακού δεσμού, συνήνεσε στην τροποποίηση αυτή του καταστατικού, ενώ η κατανομή των κερδών και των ζημιών εξακολούθησε να γίνεται μεταξύ αυτού και του πρώτου των εναγομένων, κατ' ίσα μέρη, ότι δυνάμει του από 15-10-84 νεοτέρου τροποποιητικού που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ανατέθηκε στον πρώτο των εναγομένων η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, στα πλαίσια της οποίας μεταβίβασε την 9-12-85 προς την ...

θυγ. Ψ3, ένα (1) διαμέρισμα της εταιρίας και την 23-1-86 ένα (1) κατάστημα και μία (1) αποθήκη, που περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή, ότι δυνάμει του από 12-5-89 τροποποιητικού το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα, ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε στον δεύτερο εξ αυτών ποσοστό 35%, με συνέπεια τα ποσοστά συμμετοχής να διαμορφωθούν σε 40% γι' αυτόν, σε 5% για το δεύτερο των εναγομένων και σε 55% για τον τρίτο, ότι συνήνεσε στη μεταβίβαση αυτή, δοθέντος ότι οι εναγόμενοι του υποσχέθηκαν ότι "δοθείσης ευκαιρίας" θα γινόταν τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας, προκειμένου να αποκτήσει ποσοστό 50%, ότι με το πιο πάνω τροποποιητικό, ανατέθηκε η διαχείριση της εταιρίας σ' αυτόν και τον πρώτο των εναγομένων και ότι με την από 19-3-91 εξώδικη δήλωσή τους, οι εναγόμενοι ανακάλεσαν την απόφασή τους περί αναθέσεως σ' αυτόν καθηκόντων συνδιαχειριστή, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, ζητεί:

α) να αναγνωριστεί ότι το ποσοστό συμμετοχής του στην προαναφερθείσα εταιρία ανέρχεται σε 50% από της συστάσεως αυτής, άλλως από την 28-1-93 όταν απεχώρησε η τότε εταίρος Κ και επικουρικά από 9-12-85, ημέρα κατά την οποία μεταβιβάσθηκε προς αυτήν το παραπάνω διαμέρισμα της εταιρίας, β) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι σε δήλωση βουλήσεως προκειμένου να του μεταβιβάσουν ποσοστό 5% ο καθένας και συνολικά 10%, γ)να του επιτραπεί, όπως σε περίπτωση αρνήσεως των εναγομένων να συμπράξουν, να προβεί στην τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας προς το σκοπό της κατά τα προεκτεθέντα ανακατανομής των ποσοστών της συμμετοχής τους σ' αυτήν, δ) να αναγνωριστεί ότι η ανάκλησή του από τη θέση του συνδιεχειριστή της εταιρίας είναι άκυρη, δοθέντος ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος προς τούτο και επικουρικά-να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλλουν ποσό 9.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στην αξία του ποσοστού 10% και το οποίο, επικουρικά, του οφείλεται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού".

Συνεχίζει δε το Δικαστήριο εκείνο ότι με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή του ως προς το υπό στοιχ. α' αίτημα αυτής είναι αόριστη, αντιφατική και ως εκ τούτου, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα στο δικόγραφό της και μετά τις αναφερόμενες σ' αυτό διαδοχικές τροποποιήσεις του καταστατικού της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρίας το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σ' αυτήν ανέρχεται σε 40% και όχι σε 50%, ενόψει μάλιστα και του ότι όπως ήδη αναφέρθηκε συνήνεσε ο ίδιος στη διαμόρφωση του ως άνω ποσοστού συμμετοχής του 40%.

Επομένως, η αγωγή κατά το σημείο τούτο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της και τούτο ανεξαρτήτως του ότι δεν συγχωρείται η έγερση αναγνωριστικής αγωγής για η βεβαίωση απλού πραγματικού γεγονότος όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για τον ίδιο εξάλλου λόγο και επειδή συνέχονται άμεσα με το υπό στοιχ.

α' αίτημα αυτής πρέπει να απορριφθούν τα επικουρικά αιτήματα περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως των εναγομένων περί καταβολής του ποσού των 9.000.000 δραχμών". Ήδη στην από 8-12-2003, αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ο αναιρεσείων εκθέτει, όπως προκύπτει από το Ειασγωγικό αυτό δικόγραφο, αλλά δέχθηκε και το Εφετείο, ότι, δυνάμει του από 1-4-1970 καταστατικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, συστήθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Αφοί Ψ1ι Ο.Ε.", της οποίας ως ιδρυτές και εταίροι κατά το πιο πάνω καταστατικό φέρονται ο ίδιος, ο αρχικώς πρώτος, εναγόμενος Ψ2, στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι κληρονόμοι του, και ο Ψ3.

Το ποσοστό της συμμετοχής των εταίρων στα κέρδη και τις ζημιές ορίσθηκε σε 33% για τον ενάγοντα, σε 34% για τον Ψ2 και σε 33% για τον Ψ3. Η συμμετοχή του Ψ3 ήταν εικονική και είχε συμφωνηθεί για φορολογικούς λόγους, ενώ η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων ήταν να συσταθεί εταιρεία μεταξύ μόνον του ενάγοντα και του αρχικώς εναγομένου Ψ2, με ποσοστό συμμετοχής του καθενός 50%.

Στις 3-2-1972 το καταστατικό της ως άνω εταιρείας τροποποιήθηκε, αποχώρησε δε απ' αυτήν ο Ψ3 και στη θέση του εισήλθε ως εικονικός εταίρος η σύζυγός του Κ. Δυνάμει του από 25-4-1973 τροποποιητικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, το ποσοστό συμμετοχής ορίσθηκε για τον ενάγοντα σε 42%, για τον Ψ2 σε 43% και για τη Κ σε 15%.

Δυνάμει του από 28-1-1983 νέου τροποποιητικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, αποχώρησε από την εταιρεία η Κ και στη θέση της, κατά το ποσοστό που αυτή είχε (15%) εισήλθε, ως εικονικός εταίρος, ο δεύτερος εναγόμενος. Δυνάμει του από 15-10-1984 τροποποιητικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, και το οποίο υπέγραψε ο Ψ2 κάνοντας χρήση ανύπαρκτης εντολής του ενάγοντα, εγκατέστησε τον εαυτό του μόνο διαχειριστή της εταιρείας και στη συνέχεια μεταβίβασε, το Δεκέμβριο του 1985, αντί χρηματικού ανταλλάγματος 8.000.000 δρχ., ένα διαμέρισμα, υπό στοιχεία Δ-2, που βρίσκεται επί της οδού ..., στη ...

θυγατέρα Ψ3, προκειμένου να κάμψει τις αντιδράσεις της ανωτέρω Κ, η οποία ανακάλυψε ότι ο Ψ2 έθετε την υπογραφή της σε τροποποιήσεις του καταστατικού και σε άλλα έγγραφα, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Επίσης, μεταβίβασε το Η-4 κατάστημα και την Υ-2 αποθήκη της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ...η. Δυνάμει του από 12-5-1989 τροποποιητικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ο Ψ2, προφασιζόμενος κατεπείγουσα ανάγκη του για να μην απωλέσει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από την Πολιτεία του ..., μεταβίβασε εσπευσμένως προς τον δεύτερο εναγόμενο, εκ του μέχρι τότε ποσοστού του 40% που κατείχε στην εταιρεία, ποσοστό 35%, με συνέπεια ο αρχικώς εναγόμενος Ψ2 να έχει ποσοστό 5%, ο ενάγων 40% και ο δεύτερος εναγόμενος 55%.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσείων ζητεί: α) Να αναγνωρισθούν μερικώς άκυρα, λόγω εικονικότητας, τόσο το αρχικό καταστατικό όσο και τα επακολουθήσαντα συμφωνητικά για τροποποίηση του καταστατικού της "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Αφοί Ψ1ι Ο.Ε.", β) να αναγνωρισθούν ως άκυρες λόγω εικονικότητας όλες οι αναφερόμενες στο ιστορικό δηλώσεις βουλήσεως και συμφωνίες, γ) να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συμμετέχει στην ως άνω εταιρεία με ποσοστό 50%, δ) να αναγνωρισθεί ότι μοναδικοί αληθινοί εταίροι της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας είναι ο ενάγων και ο Ψ2, με ποσοστό 50% έκαστος, ε) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να συμπράξουν στην κατάρτιση τροποποιητικού συμφωνητικού, με το οποίο θα αναγνωρίσουν τον δεύτερο εναγόμενο ως εικονικό εταίρο, άλλως να αποκαταστήσουν τον ενάγοντα στο πραγματικό ποσοστό συμμετοχής του στην εν λόγω εταιρεία (50%), άλλως να αναγνωρίσουν τους εναγομένους συνεταίρους κατά ποσοστό 50% και τους δύο μαζί και στ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να συμπράξουν σε μεταβίβαση από αυτούς προς τον ενάγοντα ποσοστό 10%.

Η τρίτη αυτή κατά χρονολογική σειρά και ένδικη τώρα αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το Πρωτοδικείο και κατ' έφεση (του ενάγοντος) από το Εφετείο λόγω αοριστίας, λόγω δεδικασμένου με τις ακόλουθες παραδοχές: "Με βάση όσα εκτέθηκαν παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι με την κρινόμενη αγωγή ασκείται το ίδιο δικαίωμα που είχε ασκηθεί και με την από 15-3-1995 αγωγή του ενάγοντα (ακύρωση των φερομένων ως εικονικών καταστατικών), μεταξύ των ιδίων προσώπων, για το ίδιο αντικείμενο διαφοράς (ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντα στην ομόρρυθμη εταιρεία), βασιζόμενο στην ίδια νομική και ιστορική αιτία.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεσμεύεται, από το δεδικασμένο που απορρέει από το οριστικώς κριθέν δικονομικό ζήτημα της απόρριψης της αγωγής ως αόριστης κα. δεν μπορεί να επανακρίνει ό,τι έχει ήδη κριθεί (αρθρ. 324, 322 ΚΠολΔ.), δεδομένου ότι ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του δεν συμπλήρωσε την αοριστία, για την οποία απορρίφθηκε η προγενέστερη αγωγή αλλά άσκησε αυτή πάλι, με το ίδιο περιεχόμενο, που είχαν η τελεσιδίκως απορριφθείσα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το δεδικασμένο που απορρέει από τη προαναφερόμενη τελεσίδικη υπ'αρ. 1841/1996 απόφαση ισχύει υπέρ και κατά των διαδόχων των αρχικών διαδίκων (αρθρ. 325 αριθ. 2 Κ. Πολ.Δ.). Δεν ασκεί δε επιρροή στην έκταση του δεδικασμένου το γεγονός ότι με την κρινόμενη αγωγή υποβάλλεται αυτοτελές αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας λόγω εικονικότητας, αφού αυτό περιεχόταν και στο κείμενο τησ προγενέστερης αγωγής και η κρίση για την ακυρότητα του καταστατικού και των τροποποιήσεών του λόγω της επικαλούμενης και στις προγενέστερες αγωγές εικονικότητας αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση του αιτουμένου και τότε ποσοστού 50% συμμετοχής του ενάγοντα στα κέρδη και τις ζημιές της εταιρείας, το οποίο ποσοστό ήταν διαφορετικό από τα αναφερόμενα στο εικονικό, κατά τα εκτιθέμενα και στις αγωγές εκείνες καταστατικό και τις εικονικές τροποποιήσεις του (Κ.Πολ.Δ.331)".

Συνεχίζει δε το Εφετείο τις παραδοχές του ως εξής: "Ο ενάγων έχει ασκήσει και την από 24-4-1996 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ιδίων εναγομένων με την ίδια ιστορική και νομική βάση με την από 15-3-1995 αγωγή και τη κρινόμενη αγωγή, με τα ίδια αιτήματα με αυτά της από 15-3-1995 και της κρινόμενης αγωγής, και, επί πλέον με αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανάκλησή του από τη διαχείριση της εταιρείας επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 837/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αναφορικά με τα αιτήματα που στηρίζονται στην εικονικότητα των εν λόγω καταστατικών και την αναγνώριση διαφορετικού ποσοστού συμμετοχής του ενάγοντα στην εταιρεία, απέρριψε αυτή ως "...αόριστη, αντιφατική και ως εκ τούτου, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα στο δικόγραφό της και μετά τις αναφερόμενες σ' αυτό διαδοχικές τροποποιήσεις του καταστατικού της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρείας, το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σ' αυτήν ανέρχεται σε 40% και όχι σε 50% ενόψει μάλιστα και του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνήνεσε ο ίδιος στη διαμόρφωση του ως άνω ποσοστού συμμετοχής του (40%)και διέταξε αποδείξεις αναφορικά με το αίτημα της ακυρότητας της ανάκλησης του ενάγοντος από τη διαχείριση της εταιρείας.

Στην συνέχεια εκδόθηκε η 4811/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την ακυρότητα της ανάκλησης του ενάγοντος από τη διαχείρηση της εταιρείας. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη, όπως και η υπ' αριθ, 837/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς την οριστική της διάταξη περί αοριστίας της αγωγής σχετικά με το αίτημα για την αναγνώριση της συμμετοχής, με ποσοστό 50% του ενάγοντος στην ομόρρυθμη εταιρεία.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την από 15-3-1995 αγωγή, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω αοριστίας που δεν συμπληρώθηκε με την κρινόμενη αγωγή, το Δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο, που απορρέει από την εκδοθείσα επ' αυτής 1841/1996 απόφαση, χωρίς να εξετασθεί αν το προηγούμενο Δικαστήριο έκρινε ορθά ή εσφαλμένα.

Περαιτέρω και σχετικά με την από 24-4-1996 αγωγή, πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον το Δικαστήριο με την 837/1997 απόφαση απέρριψε το αίτημα περί αναγνώρισης διαφορετικού ποσοστού λόγω της εικονικότητας του καταστατικού και των τροποποιητικών συμφωνητικών ως αόριστο, το δεδικασμένο αναφέρεται στο κριθέν αυτό δικονομικό δεδικασμένο, που απορρέει από την προαναφερόμενο υπ' αριθ. 4811/2001 τελεσίδικη απόφαση περί ακυρότητας της ανάκλησης από τη διαχείριση της εταιρείας, που αποτέλεσε και το μόνο πλέον αίτημα της αγωγής που εξετάσθηκε, κατ' ουσίαν, συνδέεται, μόνο με το κριθέν δικαίωμα, στο οποίο αναφερόταν και το αίτημα της αγωγής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω του δικονομικού δεδικασμένου". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν: α) την 6246/2007 έφεση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) που υποστήριζε τα αντίθετα και β) την 6249/2007 έφεση των αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητούσαν να απορριφθεί η από 1-12-2003 αγωγή του εφεσιβλήτου εναντίον τους, λόγω του δημιουργηθέντος ουσιαστικού δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 4811/2001 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών. (Οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν αναίρεση κατά της 1570/2008 απόφασης του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεσή τους, και επομένως η απόφαση αυτή έχει καταστεί κατά το κεφάλαιό της αυτό αμετάκλητη).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε λόγω δικονομικού αποκλειστικά δεδικασμένου την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η ένδικη αγωγή του (αναιρεσείοντος) είχε απορριφθεί ως αόριστη για το λόγο ότι και οι δύο προγενέστερες αγωγές του είχαν απορριφθεί τελεσίδικα επίσης λόγω της ίδιας αοριστίας, κατά παραβίαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 331 του Κ.Πολ.Δ δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου.

Ειδικότερα, ναι μεν και στις δύο προγενέστερες αγωγές του αναιρεσείοντος ο τελευταίος είχε επικαλεστεί ασαφώς τα περιστατικά ότι όλα τα αναφερόμενα στο ιστορικό εκείνων των αγωγών (όπως και στην ένδικη) διαδοχικά καταστατικά μεταξύ αυτού και των αντιδίκων του ήταν εικονικά για φορολογικούς λόγους ως προς το ποσοστό του, που εμφανιζόταν σ' αυτά (40%), ενώ στην πραγματικότητα ανέκαθεν ήταν 50% αντιφατικά όμως στη συνέχεια προσδιόριζε το τελικά κατεχόμενο απ' αυτόν ποσοστό σε 40%, και ζητούσε τη μεταβίβαση σ' αυτόν του υπολοίπου 10% που λόγω της επικαλούμενης εικονικότητας του ανήκει ανέκαθεν, γεγονός που αποτέλεσε και την αιτία απόρριψης και των δύο προγενέστερων αγωγών ως αόριστων, ειδικά λόγω αντιφατικότητας ως προς τα εταιρικά ποσοστά των οποίων στην πραγματικότητα ήταν δικαιούχος ο αναιρεσείων-ενάγων κατά τα εκτιθέμενα εκείνες τις αγωγές, Αυτά δε σε συνδυασμό του με το γεγονός ότι στις δύο προγενέστερες αγωγές δεν περιλαμβανόταν σαφές αίτημα όμως στην ένδικη για την αναγνώριση της εικονικότητας των ίδιων διαδοχικών καταστατικών, ώστε εκ των πραγμάτων δεν υφίσταται αναγκαία ταυτότητα άμεσου αντικειμένου από την άποψη αγωγικού αιτήματος μεταξύ των δύο προγενεστέρων αγωγών και της ένδικης.

Αυτά δε επίσης σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι αφού οι δύο προγενέστερες αγωγές απορρίφθηκαν λόγω αοριστίας - αντιφατικότητας για δικονομικούς και όχι για ουσιαστικούς λόγους, δεν είναι δεκτική εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθ. 331 του Κ.Πολ.Δ για τη θεμελίωση δεδικασμένου από τις προγενέστερες απορριπτικές αποφάσεις και για την αοριστία του αιτήματος για την αναγνώριση της εικονικότητας των ενδίκων καταστατικών, που για πρώτη φορά αμέσως προβάλλεται με την ένδικη αγωγή, αφού στις προγενέστερες δίκες όσο το αντικείμενο τους περιορίστηκε στην απορριπτική αγωγή εκείνων ως αόριστων και αντιφατικών δεν κρίθηκαν από ουσιαστική άποψη τα ένδικα εκεί αγωγικά αιτήματα και αξιώσεις, ώστε να δημιουργείται δεδικασμένο και για τις έννομες σχέσεις που θα αποτελούσαν αναγκαίες προϋποθέσεις τους.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε και ελέγχεται αναιρετικά μόνο ως προς την ύπαρξη δικονομικού δεδικασμένου από τις προηγηθείσες αποφάσεις, το δε οποιοδήποτε τυχόν ουσιαστικό δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 4811/2001 τελεσίδικη απόφαση επί της δεύτερης αγωγής, που είχε σχέση με την ακυρότητα της ανάκλησης του αναιρεσείοντος από τη διαχείριση της εταιρίας δεν στηρίζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται βάσιμα.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε την 6246/2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2213/2007 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την αριθ. 1570/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ