Legislator Case Law & Legislation
487/2008 AI generated

487/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 487/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

487/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απαλλάσσεται όμως από την ευθύνη ο μεταφορέας, εκτός άλλων, εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω συνθηκών τις οποίες αυτός ή εκείνος που είχε προστηθεί απ' αυτόν δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας.

Keywords

AI generated
international carriage by road products from third countries freight carrier liability import or export procedures free movement of goods freight forwarding contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 487 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 487/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κίμωνα Βορίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δημήτριο Καλαφάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6923/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 9548/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-11- 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 1 παρ. 1, 3, 4, 17 παρ. 1, 2, 18 παρ. 1, 28, 29, 30 παρ. 1 και 34 της από 19 Μαΐου 1956 Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (CMR), που κυρώθηκε με το ν. 559/1977, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το από 5-7-1976 πρωτόκολλο της Γενεύης, που κυρώθηκε με το ν. 1533/1986, προκύπτει ότι επί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων που διεξάγεται οδικώς με οχήματα επ' αμοιβή σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των, εκ των οποίων μία τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα στην πιο πάνω διεθνή Σύμβαση, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια και την βλάβη των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου του παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παραδόσεως των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002).

Η ευθύνη του μεταφορέα είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων, η δε ζημία την οποία υποχρεούται να καταβάλει στο δικαιούχο εκτιμάται αντικειμενικά και υπολογίζεται διαζευκτικώς, με βάση την αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο έγιναν δεκτά προς μεταφορά, σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων ή την τρέχουσα τιμή της αγοράς ή τη συνηθισμένη τιμή εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας.

Απαλλάσσεται όμως από την ευθύνη ο μεταφορέας, εκτός άλλων, εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω συνθηκών τις οποίες αυτός ή εκείνος που είχε προστηθεί απ' αυτόν δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας.

Κατ' εξαίρεση ο μεταφορέας ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της ως άνω Συμβάσεως, αν ο δικαιούχος της αποζημιώσεως ενάγων ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ζημία επήλθε από ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα ή από πταίσμα που, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας, το δικαστήριο της οποίας επιλήφθηκε της υποθέσεως, ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση (ΑΠ 205/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας επί αγωγής του αναιρεσίβλητου προς αποκατάσταση της ζημίας του από βλάβη των εμπορευμάτων του, την μεταφορά των οποίων από Ιταλία στην Ελλάδα είχε αναθέσει στον αναιρεσείοντα, ο οποίος απασχολείται κατ1 επάγγελμα με μεταφορές, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος αγόρασε από την εδρεύουσα στην Ιταλία (48 Km LOCALITE "BINIZA E. ZOSJO" 07047 THIESI - SASSANI SARGENA) εταιρεία "ΜΑΝΝΟΝΙ Filitu Paolo sas" 24907 χιλ/μα τυροκομικών προϊόντων (τυριά FORMAGGIO PECORINO), συνολικής αξίας 268995600 Ιταλικών λιρετών. Στις 16-1-2001 ο αναιρεσίβλητος ανέθεσε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1, που ενεργεί κατ' επάγγελμα διεθνείς μεταφορές αντί κομίστρου 750.000 δρχ, τη μεταφορά των ανωτέρων τυροκομικών προϊόντων από την Ιταλία στην Ελλάδα και ειδικότερα την παράδοση αυτών μέχρι 19-1-2001, στα ψυγεία - αποθήκες της εταιρείας "LEIDER ΑΕ", στον Ασπρόπυργο Αττικής.

Ο ανωτέρω, ανέλαβε την εκτέλεση της μεταφοράς και αφού ήρθε σε συμφωνία με την αλλοδαπή εταιρία "...... L.T.D." με έδρα την Αγγλία, με την οποία συνεργάζεται τα ανωτέρω εμπορεύματα φορτώθηκαν στις 17-1-2001 στο υπ' αριθμ. ....... φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της προαναφερομένης αλλοδαπής εταιρείας, εκδοθείσης αυθημερόν σχετικής διεθνούς φορτωτικής (CMR) που υπογράφεται από την ως άνω πωλήτρια εταιρία και από την ανωτέρω μεταφορική εταιρεία, που σε συνεργασία με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρείοντα διενήργησε τη μεταφορά.

Όμως τα προς μεταφορά εμπορεύματα δεν έφθασαν στον προορισμό τους, γιατί κατά το στάδιο της μεταφοράς τους και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 18.45 έως 20.30 της 19-1-2001, αυτά εκλάπησαν από αγνώστους δράστες, οι οποίοι, όταν ο οδηγός ........ στάθμευσε το αυτοκίνητο σε σημείο της Λεωφόρου ...... δίπλα στην εταιρεία ......

σε χώρο βουλκανιζατέρ προκειμένου να αναζητήσει σε παρακείμενο καφενείο τον ιδιοκτήτη αυτού για να επισκευάσει ένα φθαρμένο ελαστικό του φορτηγού, έκλεψαν το φορτηγό με τα εμπορεύματα και στη συνέχεια το εγκατέλειψαν στο 40 χιλ/τρο της Παλαιάς Εθνικής οδού Κορίνθου, όπου αυτό βρέθηκε περί ώρα 24.00 της ημέρας, χωρίς τα εμπορεύματα.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί ελλείψεως ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής και συγκεκριμένα ότι η ένδικη σύμβαση συνήφθη μεταξύ της Α.Ε. με την επωνυμία LEADER - S.Α. που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής ως δικαιούχου των μεταφερομένων εμπορευμάτων και της "....... LTD", της οποίας αυτός ήταν αντιπρόσωπος, δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις και ιδίως αυτή της μάρτυρος του εναγομένου που κατέθεσε ότι αυτός διατηρεί επιχείρηση διεθνών μεταφορών με έδρα τη ....., όπου απασχολεί την μάρτυρα (.....) το όνομα της οποίας αναφέρεται και στο "ΤΕLΕΡΑΧ - ΜΕSSΑGΕ" που αφορά την ένδικη σύμβαση, κάτω από το όνομα του εν λόγω εναγομένου προς τον οποίο απευθύνεται το "FΑΧ" ως μεταφορέα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έδινε τις παραγγελίες για τη μεταφορά των εμπορευμάτων που αγόραζε από το εξωτερικό, όπως και των ενδίκων, στον αναιρεσείοντα μέσω της εταιρείας "LΕΑDΕR ΑΕ", η οποία έχει αποθηκευτικούς ψυκτικούς χώρους στον Ασπρόπυργο τους οποίους εκμισθώνει σε τρίτους πελάτες της, όπως και στον ενάγοντα (βλ.

κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου της εταιρείας αυτής ...... που εξετάστηκε από τον ενάγοντα) και συγκεκριμένα η ανωτέρω εταιρεία η οποία παρελάμβανε για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου τα μεταφερόμενα εμπορεύματα έστελνε "φαξ" στον αναιρεσείοντα και ο τελευταίος εκτελούσε τις μεταφορές σε συνεργασία με την αλλοδαπή μεταφορική εταιρεία "........L.T.D." εκδίδοντας στο όνομα του αναιρεσίβλητου τις σχετικές διεθνείς φορτωτικές.

Επομένως, η αγωγή αποδεικνύεται βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς τον αναιρεσείοντα κατά ένα μέρος και ο τελευταίος πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει τον αναιρεσίβλητο το ποσό των 70.000 Ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει 68.924,46 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1, 3, 4, 17 παρ. 1, 2, 18 παρ. 1 και 29, της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (CMR), ενώ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς.

Ειδικότερα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει α) αντιφατικές αιτιολογίες, διότι τα ίδια περιστατικά αξιολογούνται ως πλήρη και επαρκή για την θεμελίωση "ηθελημένης κακής διαχείρισης" του αναιρεσείοντος και ανεπαρκή για τη θεμελίωση "ηθελημένης κακής διαχείρισης" για τον οδηγό του αυτοκινήτου και β)ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν βεβαιώνεται εάν η "ηθελημένη κακή διαχείριση" του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στην επιλογή της συγκεκριμένης μεταφορικής εταιρείας ή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, πρέπει να απορριφθούν ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενες, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα μόνο ως προς την βάση της για ευθύνη τούτου κατά τις διατάξεις του Ν. 559/1977 (CMR) και απερρίφθη ως αόριστη ως προς την βάση της για ευθύνη του αναιρεσείοντος κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου λόγω "ηθελημένης κακής διαχείρισης.

Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' άρθρο 32 παρ. 1 της άνω Διεθνούς Συμβάσεως, ο περιοριστικός χρόνος για την έγερση αγωγής συνεπεία μεταφοράς δυνάμει της συμβάσεως αυτής είναι ενός έτους. Σε περίπτωση ηθελημένης κακής διαχείρισης ή τέτοιας αμέλειας, η οποία σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας το δικαστήριο της οποίας επιλήφθηκε της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιστοιχεί με ηθελημένη κακή διαχείριση, το άνω περιοριστικό χρονικό διάστημα θα είναι τρία έτη.

Εξ άλλου, κατά την παρ.3 του άρθρου 32 της Ίδιας Διεθνούς Σύμβασης (CMR) ή διακοπή ή αναστολή της παραγραφής διέπεται από τη νομοθεσία του κράτους του δικαστηρίου που επιλήφθηκε της υποθέσεως, με την επιφύλαξη της παραγρ. 2, που ορίζει ότι η υποβολή έγγραφης απαίτησης που θα συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα, διακόπτει την παραγραφή.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία έχει εφαρμογή και στην αξίωση από τη σύμβαση μεταφοράς κατά τη CMR, συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής και ισόχρονη με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακόπτεται μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Έτσι επί αξιώσεως που έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπόκειται μπορεί να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπάγεται κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, τη διακοπή της παραγραφής θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.

Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου πρέπει να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε διότι ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (ΑΚ 247 επ.) αποτελεί, τη νομοθετική προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσης του και επομένως δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερα.

Γι αυτό ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι κατ' άρθρο 255 ΑΚ το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υπόχρεου. Κοινό δε χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσης του (ΑΠ 852/2001).

Από τις περιπτώσεις αυτές μπορεί να συναχθεί γενικότερη αρχή, κατά την οποία επέρχεται αναστολή της παραγραφής και στην περίπτωση που αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο σε μεταγενέστερη και το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τον αριθμό των υποθέσεων που μπορεί κατά τον οικείο κανονισμό να εγγραφούν στο πινάκιο κάθε δικασίμου, όρισε κατά την κυριαρχική κρίση του, νέα δικάσιμο πέραν του χρόνου της βραχυπρόθεσμης παραγραφής, αφού στο διάστημα αυτό ο δανειστής δεν έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει κάποια διαδικαστική πράξη, η οποία και μόνο θα μπορούσε να επιφέρει διακοπή της παραγραφής.

Έτσι με βάση και τη συνταγματική αρχή της Ισότητας επιβάλλεται η πιο πάνω αρρύθμιστη στο νόμο περίπτωση να αντιμετωπισθεί με τον ίδιο τρόπο, λόγω της ερμηνευτικά συναγόμενης ομοιότητας, προς τις ρυθμιζόμενες στο νόμο (αναλογία δικαίου) περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο και προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων ο αναιρεσείων πρόβαλε με την προσθήκη των προτάσεών του, που υπέβαλε στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εν συνεχεία επανέφερε με την έφεσή του, την ένσταση παραγραφής στη διάρκεια της επιδικίας της ένδικης αξίωσης του αναιρεσίβλητου, επικαλούμενος ότι από την αρχικώς ορισθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάσιμο της 17-4-2002 έως την όμοια μετ' αναβολή εκ του πινακίου της 17-9-2003, κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε, παρήλθε η προβλεπόμενη από το άρθρο 32 παρ. 1 εδ.

α' της CMR ενιαύσιος προθεσμία. Το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι "δεν δύναται να θεωρηθεί ως αδράνεια του δικαιούχου (αναιρεσίβλητου) να ασκήσει την εκ του δικαιώματός του αξίωση (ΑΚ 247) κατά το χρονικό διάστημα της αναβολής συζητήσεως της σχετικής αγωγής του εκ του πινακίου σε χρόνο που καθορίζεται από το δικαστήριο και όχι από τον ίδιο κατόπιν αιτήματος των διαδίκων χωρίς στην προκειμένη περίπτωση ο ενιστάμενος να επικαλείται αντίρρησή του για την αναβολή".

Με τις σκέψεις δε αυτές έκρινε ότι στην περίπτωση αυτή δεν παρήλθε εν επιδικία ή ανωτέρω ενιαύσιος παραγραφή της ένδικης αξίωσης του αναιρεσίβλητου εκ της βραδείας, μετά τη συμπλήρωση αυτής αναβολής της συζητήσεως και συνακόλουθα απέρριψε ως νομικά αβάσιμο την ως άνω ένσταση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, κατά τα προεκτεθέντα, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 255 και 261 ΑΚ και 32 παρ. 1 εδαφ.

α' της CMR και ο δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του) από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Αφού δε η επάλληλη αυτή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναιρεσεως, είναι αλυσιτελής η εξέταση του ίδιου δεύτερου λόγου της αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία η πιο πάνω ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτη, γιατί προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου με την προσθήκη και αντίκρουση, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 237 παρ. 3 του ΚΠολΔικ. και δεν αφορά οψιγενή ισχυρισμό, που θα μπορούσε να προταθεί ακόμη και το πρώτον ενώπιον του κατ' έφεση Δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 6 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9548/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ