487/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated487/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που καθορίζει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος η οποία καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 487 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 487/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1) .... και 2) .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 85/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Νοεμβρίου 2004, δύο, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2098/2004.
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθμ. 85/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ασκήθηκαν δια δηλώσεως κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, οι από 22-11-2004 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων .... και .... . Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν παραδεκτώς εντός της νόμιμης προθεσμίας και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2 και 321 παρ. 1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει.
Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που καθορίζει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος η οποία καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος μπορεί να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης και να επικαλεσθεί την ανωτέρω ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, μόλις εμφανισθεί και μέχρι την έναρξη της συζήτησης (εκδίκασης) της υποθέσεώς του, διαφορετικά καλύπτεται η ακυρότητα και δεν μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
Μετά την έναρξη της εκδίκασης της υποθέσεως, που συντελείται με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης από τον Εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα και μάλιστα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα.
Αν δεν καλυφθεί η ως άνω ακυρότητα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ. Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 85/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης κατά της υπ' αριθμ. 1553/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι για το έγκλημα της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία, οι τελευταίοι δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου εις τον οποίο επετράπη η εκπροσώπηση του απόντος δευτέρου των κατηγορουμένων, προέβαλαν μετά την ανάπτυξη της εφέσεως του ως άνω Εισαγγελέως από τον Εισαγγελέα της έδρας του δικαστηρίου την ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω του ότι το επιδοθέν σ' αυτούς κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει κανένα άρθρο του ποινικού νόμου που να περιγράφει το αδίκημα και την ποινή αυτού και εντεύθεν είναι απολύτως άκυρο.
Το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως αβάσιμη λόγω του ότι στο επιδοθέν «στον κατηγορούμενο» κλητήριο θέσπισμα, περιγράφεται λεπτομερώς το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται αυτός (οι κατηγορούμενοι) και μνημονεύονται οι ποινικές διατάξεις που προβλέπουν αυτό και την απειλούμενη ποινή. Εξ άλλου ως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του εν λόγω λόγου αναιρέσεως, ως άνω 1553/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας τούτο είχεν απορρίψει την ίδια ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, που προέβαλαν οι παρόντες τότε κατηγορούμενοι δια του συνηγόρου τους, με το αιτιολογικό «ότι τυχόν ακυρότητα από μη αναγραφή στο κλητήριο θέσπισμα του Ν. 1165/1918 καλύφθηκε γιατί δεν προτάθηκε στην προηγούμενη δικάσιμο (3-12-2002) που άρχισε η αποδεικτική διαδικασία, εφόσον το δικαστήριο τότε ανέγνωσε έγγραφα και μετά εξέδωσε την αναβλητική απόφασή του».
Επομένως με το ν' απορρίψει το Εφετείο την ως άνω ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος δεν παρεβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, πολύ περισσότερο διότι η ως άνω ακυρότητα δεν προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας κατά τα ως άνω, καλύφθηκε δε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ήδη από τον πρώτο βαθμό με την απορριπτική κρίση χωρίς παράπονο εφέσεως.
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ (και όχι εκ του στοιχ. Α ως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες), με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ «με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα), ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' αυτόν που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Ο Εισαγγελέας μπορεί να δηλώσει την άσκηση του ενδίκου μέσου και τηλεγραφικά οπότε το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε με την κατάθεση του τηλεγραφήματος.
Αν η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα ή στο Δ/ντή των Φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση». Στη προκειμένη περίπτωση στην υπ' αριθμ. 56/2003 «Έκθεση εφέσεως Εισαγγελέως Εφετών» που υπάρχει στη δικογραφία και παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως αναφέρονται τ' ακόλουθα:
Στη Λάρισα σήμερα στις 9-10-2003, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9,30 π.μ. και στο γραφείο του Αντεισαγγελέως Εφετών Λάρισας Αναστασίου Καραγιάννη, όπου μετέβην κληθείσα υπ' αυτού για να συντάξω την παρούσα και δήλωσε σε μένα τη Γραμματέα Ευγενία Κρεμαστά ότι εκκαλεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας την υπ' αριθμ. 1933/30-9-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι της κατηγορίας λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία οι κατηγορούμενοι 1)….
και 2) .... κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των από την αποδεικτική διαδικασία προκυψάντων πραγματικών περιστατικών……Αφού συντάχθηκε η παρούσα διαβάσθηκε, βεβαιώθηκε και υπογράφεται.
Ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αναστάσιος Καραγιάννης και η Γραμματέας Ευγενία Κρεμαστά».
Πρέπει να αναφερθεί ότι επί της ως άνω Εκθέσεως Εφέσεως υπάρχει χειρόγραφη σημείωση « Αριθμός Βιβλίου Εφέσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας: 114/17-10-2003». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι συντάχθηκε η ως άνω έκθεση εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1553/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας που εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην συνταχθείσα έκθεση ως 1933/2003, ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Λαρίσης, ως συνομολογούν δι' αμφότερα οι αναιρεσείοντες, η οποία εστάλη στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 114/17-10-2003 εκθέσεως στο βιβλίο Εφέσεων αυτού.
Υπό τα ως άνω εκτεθέντα, παραδεκτώς ασκήθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 56/2003 έφεση από τον Αντεισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, ο οποίος έχει νόμιμη κατοικία στη Λάρισα (τόπος της έδρας του), με δήλωσή του στο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαρίσης, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ κατ' εκτίμηση αυτού, σχετικός δεύτερος λόγος και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με την αιτίαση ότι η ασκηθείσα έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Λαρίσης, έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, λόγω μη νομίμου τρόπου ασκήσεώς της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν. 1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικος» όπως αντικ. με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939, «Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εις τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά του ωρισμένου παρ' αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσε να στερήσει το δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον».
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην «πάσα οιαδήποτε ενέργεια» του δράστη περιλαμβάνονται και όλα τα τεχνάσματα τα οποία η ανθρώπινη εφευρετικότητα ήθελε επινοήσει με σκοπό να αποφευχθεί η προς το Ελληνικό Δημόσιο πληρωμή για τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα των οφειλομένων εισαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών δικαιωμάτων.
Το έγκλημα αυτό συντελείται στη μεν μία περίπτωση α' με την εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εκτός τούτων εξαγωγή εμπορεύματος που υπόκειται σε τέλος, εισαγωγικό δασμό, φόρο ή άλλα δικαιώματα, χωρίς να δηλωθεί, κατά την εισαγωγή ή εξαγωγή, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή για να εκδώσει την άδεια εισαγωγής ή εξαγωγής του ή με τη χρησιμοποίηση σημείου και χρόνου εισόδου από τα σύνορα του Κράτους ή εξόδου του από αυτά άλλου από εκείνο που για το σκοπό αυτό έχει καθορισθεί από την Τελωνειακή Αρχή, στη δε περίπτωση β' με τη χρησιμοποίηση οποιωνδήποτε τεχνασμάτων, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται και όλες οι προπαρασκευαστικές της λαθρεμπορίας πράξεις που αποβλέπουν στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα τέλη, τους δασμούς, τους φόρους και τα λοιπά δικαιώματά του στα οποία υπόκεινται κατά νόμο τα εμπορεύματα που εισήχθησαν στο Κράτος ή εξήχθησαν από αυτό.
Περαιτέρω οι περί λαθρεμπορίας διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Ν. 1165/1918 που ίσχυσαν μέχρι 31-12-2001 και υπό την ισχύ των οποίων τελέσθηκε η αφορώσα στην προκειμένη υπόθεση πράξη, σκοπούσαν στην προστασίαν των εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου από την εισαγωγή στο έδαφος της χώρας, ή την εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων, ενώ οι διατάξεις των άρθρων 155 επ.
του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 2960/2001) που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 και δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σκοπούν στην προστασία των εσόδων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συνεπώς και επί ενεργειών που έγιναν προ της 1-1-2002 και στόχευαν στην αποφυγή της καταβολής, έστω μόνον των δασμών εισαγωγής των εμπορευμάτων που εισήχθησαν στο έδαφος της Χώρας από άλλη χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι όταν υφίσταται δόλος του κατηγορουμένου αποκλείεται η εφαρμογή των άρθρων 212α, 220 και 233 παρ. 1 περ.
γ' του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, όπως το πρώτο τούτων έχει προστεθεί με το άρθρο 1 παρ. 16 του Κανονισμού 82/1997 και αντικ. με άρθρο 1 παρ. 14 του Κανονισμού 2700/2000, σύμφωνα με τα οποία α) όταν χορηγήθηκε ατέλεια εισαγωγικών δασμών σε εμπορεύματα στο πλαίσιο προτιμησιακών συμφωνιών, η ατέλεια αυτή ισχύει και σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής αυτών, β) αποκλείεται η εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών για εμπορεύματα υπό προτιμησιακό καθεστώς, αν αποδειχθεί ανακριβές το πιστοποιητικό κυκλοφορίας τους, που εκδόθηκε από τις αρχές τρίτης χώρας βάσει θεσπισμένου συστήματος διοικητικής συνεργασίας με αυτή και γ) η τελωνειακή οφειλή, που γεννήθηκε με την αποδοχή διασαφήσεως εισαγωγής αποσβέσθηκε με την ακύρωση αυτής δεδομένου ότι η εν λόγω διατάξεις προϋποθέτουν συμπεριφορά του υποχρέου αμέτοχη δολίων χειρισμών, ως επίσης και η διάταξη του άρθρ. 27 παρ. 1 και 2 του ν. 2960/2001, σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγωγής των εμπορευμάτων τρίτων χωρών.
Εξ άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε έφεση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι στην Καρδίτσα από κοινού και εκ συμφώνου ενεργώντες με κοινό δόλο και με κοινή θέληση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 27-4-1999 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος που προέβησαν σε πάσα οποιαδήποτε ενέργεια αποσκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής, δηλαδή συνιστώσα το αδίκημα της λαθρεμπορίας.
Συγκεκριμένα από κοινού ενεργούντες και έχοντες κοινό δόλο κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενώ διατηρούσαν στην ... και στην οδό .... επιχείρηση εμφιάλωσης στο όνομα του πρώτου κατηγορουμένου μετά από συναπόφαση προμηθεύτηκαν από άγνωστους δράστες έναντι τιμήματος, που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς κατά την προανάκριση, ποσότητα λαθραίου καθαρού οινοπνεύματος υποκειμένου σε δασμούς, εισαγωγικούς φόρους ή τέλη, το οποίο είχε εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους άνευ γραπτής αδείας της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς τα νόμιμα παραστατικά έγγραφα της σχετικής συναλλαγής, στερώντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων τελών, δασμών και φόρων που ανέρχονται σε σημαντικό ποσό.
Ειδικότερα αγόρασαν και προμηθεύτηκαν ένυδρο άγνωστης προέλευσης λαθραίου αφορολόγητου καθαρού οινοπνεύματος 95 βαθμών ήτοι 21.710,0 χιλιόγραμμα κατά το έτος 1997 και 17.594,7 χιλιόγραμμα κατά τα έτη 1998 και 1999 και αφού το εμφιάλωσαν, το διέθεσαν περαιτέρω στην εγχώρια αγορά και κατανάλωση. Έτσι στέρησαν το Ελληνικό Δημόσιο από τους αναλογούντες σ' αυτήν την ποσότητα δασμούς και λοιπούς φόρους ύψους 96.436.545 δραχμών για το έτος 1997 και 39.156.248 δραχμών για τα έτη 1998 και 1999 και συνολικά 174.592.793 δραχμών που αποτελεί σημαντικό ποσό.
Εκ των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι (α) είχαν γνώση για τη λαθρεμπορική προέλευση του καθαρού οινοπνεύματος γι' αυτό δεν εκδόθηκαν τιμολόγια από τον άγνωστο εισαγωγέα-προμηθευτή, ούτε τηρήθηκε η διαδικασία διάθεσης-κατανάλωσης-εμφιάλωσης του καθαρού οινοπνεύματος που προβλέπει το άρθρο 2 παρ. 5 της Α.Υ.Ο. 25732/1995, αλλά και η θέλησή τους να αποστερήσουν από το Δημόσιον τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα (β) οι αναλογούντες δασμοί και φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται συνολικά στο σημαντικό ποσό των 174.952.793 δραχμών (βλ.
ιδιαίτερα την έκθεση υπολογισμού διαφυγόντων δασμών και φόρων) και (γ) για την εκτέλεση της πράξης της λαθρεμπορίας μεταχειρίσθηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα (δεν έλαβαν τιμολόγια, ώστε να μην αποκαλυφθεί η εισαγωγή από μη κοινοτική χώρα, χρησιμοποίηση για την αποθήκευσή του παράνομης αποθήκης, δεν τηρούσε φορολογικά και εμπορικά βιβλία).
Ο ισχυρισμός του 1ου κατηγορουμένου ότι δεν είχε καμμία σχέση και ότι δεν εργάζονταν στην επιχείρηση είναι αβάσιμος και δεν αποδεικνύονται από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η επιχείρηση λειτουργεί επ' ονόματι αυτού του ιδίου. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός ότι τα παραστατικά έγγραφα που δικαιολογούν την κατοχή οινοπνεύματος καταστράφηκαν σε εκδηλωθείσα πυρκαϊά.
Άλλωστε ο παρών κατηγορούμενος κατά την επ' ακροατηρίου συνεδρίαση επί της ουσίας της κατηγορίας ουδέν αντέτεινε.
Κατ' ακολουθίαν, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α΄ (δια τον πρώτο) και 2ε΄ (δια τον δεύτερο), λόγω του ότι ο πρώτος μέχρι την τέλεση της πράξεως έζησε έντιμη κοινωνική και οικογενειακή ζωή και ο δεύτερος επί μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως επέδειξε καλή διαγωγή. Με βάση τις παραδοχές και σκέψεις αυτές, το Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους λαθρεμπορίας των άρθρων 100 παρ. 1, 102 παρ. 1β' περ. γ', 105, 107, 122 Ν. 1165/1918, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με άρθρο 67 Ν. 2127/1993 και τους επέβαλε φυλάκιση 18 μηνών στον καθένα κατηγορούμενο και σε χρηματική ποινή ίση με την αξία CIF 38.304.7 kg οινοπνεύματος στον καθένα, την πρώτη των οποίων (φυλάκιση) για μεν τον πρώτο κατηγορούμενο ανέστειλε επί τριετία, για δε τον δεύτερο κατηγορούμενο μετέτρεψε προς 4.40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 εδ. β', 102 παρ. 1β περ. γ', 105, 107, 122 του Ν. 1165/1918, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, και κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες της πράξεως της λαθρεμπορίας για την οποία κατηγορούνται. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων α) ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και δή των άρθρων 100, 102, 105, 107 και 122 του ν. 1165/1918 τα οποία ρητώς είχαν καταργηθεί με τον ν. 2960/2001, β) ότι αυτοί κατεδικάσθηκαν από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 89 και 100 του Ν. 1165/1918 εκ των οποίων όμως ουδόλως στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση και γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει διαλάβει στο σκεπτικό της ειδική σκέψη και αιτιολογία ότι η επίδικος ποσότητα οινοπνεύματος είχε εισαχθεί στην Ελλάδα από χώρα εκτός «ΕΟΚ», διότι άλλως η πράξη δεν είναι αξιόποινος, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες γιατί σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη οι διατάξεις των άρθρων 155 επ.
του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, που σκοπεί στην προστασία των εσόδων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση καθόσον οι ενέργειες που έγιναν προ της ισχύος του ανωτέρω νόμου (1-1-2002) και στόχευαν στην αποφυγή της καταβολής δασμών εισαγωγής ποσότητος οινοπνεύματος στο έδαφος της χώρας από άλλη χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως σαφώς τούτο μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση («αλλοδαπή» και «μη κοινοτική χώρα»), στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντίθετοι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ευθέως ή εκ πλαγίου και για έλλειψη αιτιολογίας πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του ΚΠΔ στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις από 22 Νοεμβρίου 2004 αιτήσεις των .... και .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 85/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ δι' έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2005. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 24 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ