Legislator Case Law & Legislation
486/2023 AI generated

486/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 486/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

486/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση τα προαναφερθέντα, ο τρίτος μπορεί να προτείνει, με την κατά το άρθ. 985 ΚΠολΔ δήλωσή του, καθώς και μεταγενέστερα, κατά τη δίκη της ανακοπής, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, συμψηφισμό της κατά του καθ' ου η εκτέλεση ανταπαίτησής του, αν αυτή γεννήθηκε ή αποκτήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη μέχρι την επίδοση στον ίδιο (τρίτο) του κατασχετηρίου (άρθρα 449 ΑΚ και 984 § 2ΚΠολΔ,ΑΠ 435/2015).

Keywords

AI generated
objection to debt enforcement application for enforcement - Decision bank charges consumer credit revocation satisfaction of claim credit mandate
AI generated
1694/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
125/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1127/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
1119/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1470/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 486 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 486/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Λευκοθέα Βασιλοπούλου και Φωτεινή - Μαρία Μαυρομάτη.

Των αναιρεσιβλήτων: Ε. Β. του Ε., 2) Γ. Β. του Ε. και 3) Α. Β. του Ε., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία - Παναγιώτα Λιμνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2898/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1063/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ`αρθμ.1063/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την υπ` αριθμ. 2898/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχτηκε την ανακοπή τους ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής.

Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 624/2021,ΑΠ 1261/2019). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).

Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012, ΑΠ 256/2011).

Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαιτήσεως, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017). Σε περίπτωση, όμως, που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξή της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, η δήλωση του τρίτου συνιστά υποχρέωσή του, που καθιερώνεται από το νόμο, προς ειλικρινή απάντηση έναντι του κατασχόντος για τη διασφάλιση της έννομης τάξης, η δε υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει ορισμένη, σαφή και ειλικρινή αναφορά των σχέσεων του τρίτου με τον καθ` ου η εκτέλεση.

Δηλαδή, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια εάν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση και τη δικαιογόνο σχέση, τις ενστάσεις ή λόγους αδυναμίας καταβολής αυτής, καθώς και την ανταπαίτησή που τυχόν έχει κατά του καθ` ου η εκτέλεση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, από ποιόν και για ποιό χρόνο.

Εάν η οφειλή του τρίτου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης έχει αποσβεστεί ή έπαψε να υπάρχει έναντι του καθ` ου η εκτέλεση ως δανειστή ή έναντι του ίδιου του δηλούντος ως οφειλέτη, έχει υποχρέωση να αναφέρει στη δήλωσή του περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή την κατάργηση της ενοχής. Η δε ανακριβής δήλωση εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση του τρίτου.

Αν δε, λόγω της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των συναλλαγών του με τον οφειλέτη καθ` ου η κατάσχεση, αδυνατεί προς το παρόν να εξάγει συμπεράσματα, ο τρίτος οφείλει να εκθέσει τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αδυναμία του, άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ανακριβής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 § 2 ΚΠολΔ απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεθείσας απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεθέντος, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983 ΚΠολΔ, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμη σ' εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 449 ΑΚ, αν η απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο τρίτος δικαιούται να προτείνει προς συμψηφισμό και μετά την κατάσχεση ανταπαίτησή του, η οποία ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου και, επομένως, προγενέστερη της κατασχέσεως (ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 354/2010). Κρίσιμος χρόνος προκειμένου να κριθεί αν η απαίτηση που προβάλλεται προς συμψηφισμό προηγείται της κατασχέσεως, είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, δηλαδή το ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως (ΑΠ 663/2017).

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να γίνει πριν από την κατάσχεση της απαιτήσεως, οπότε ο τρίτος παύει να είναι οφειλέτης προ της κατασχέσεως, ενώ η κατάσχεση δεν θα έχει αντικείμενο, αφού η απαίτηση θα έχει αποσβεσθεί με τον συμψηφισμό, οπότε ο τρίτος θα προβεί σε αρνητική δήλωση κατά την ΚΠολΔ 985, και μετά την κατάσχεση, οπότε ο τρίτος οφείλει να μνημονεύσει στην αρνητική δήλωσή του της ΚΠολΔ 985 το είδος και το ποσό της ανταπαιτήσεώς του και το συμψηφισμό σαν λόγο αποσβέσεως της οφειλής του.

Σύμφωνα δε με τις ίδιες διατάξεις, ο τρίτος δεν δεσμεύεται από τη δήλωσή του και δύναται να προτείνει ένσταση συμψηφισμού μετά την κατάσχεση της ανταπαίτησής της, εφόσον η τελευταία ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου, με αναδρομική απόσβεση των απαιτήσεων αυτών από τότε που συνυπήρξαν, μη δεσμευόμενος για την προβολή της ενστάσεως εκ των ορίων της δηλώσεώς του και χωρίς να επέρχεται έκπτωση αυτού από την δυνατότητα του να προτείνει αυτή (ΑΠ 354/2010).

Η έλλειψη πληρότητας της δήλωσης του τρίτου γεννά αποζημιωτική ευθύνη εξαιτίας της ανακρίβειας της δηλώσεώς κατ' άρθρο 985 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επίσης, η ΚΠολΔ 984 παρ. 1 απαγορεύει στον οφειλέτη την διάθεση της απαιτήσεως που κατασχέθηκε, μετά την επίδοση τού κατασχετηρίου εγγράφου και επομένως αφαιρεί από αυτόν και τη δυνατότητα προτάσεως σε συμψηφισμό της απαιτήσεως αυτής με ανταπαίτηση του τρίτου.

Εάν παρά την απαγόρευση αυτή γίνει τέτοιος συμψηφισμός, τότε αυτός είναι άκυρος μεν έναντι του κατασχόντος δανειστή, ενώ έχει αποτελέσματα μεταξύ οφειλέτη και τρίτου. Επομένως, εφόσον ο οφειλέτης στερείται της εξουσίας διαθέσεως της οφειλής του η ως άνω δήλωση συμψηφισμού του τρίτου θα γίνει προς τον κατασχόντα, αφού άλλως θα στερείτο νοήματος η διάταξη του άρθρου 984 § 2 ΚΠολΔ ορίζουσα ότι απαγορεύεται ο συμψηφισμός του τρίτου με μεταγενέστερη απαίτηση του και εξ αντιδιαστολής ότι επιτρέπεται ο συμψηφισμός του τρίτου με προγενέστερη απαίτηση του τελευταίου, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, μπορεί να λάβει χώρα επιγενόμενα της κατασχέσεως.

Με βάση τα προαναφερθέντα, ο τρίτος μπορεί να προτείνει, με την κατά το άρθ. 985 ΚΠολΔ δήλωσή του, καθώς και μεταγενέστερα, κατά τη δίκη της ανακοπής, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, συμψηφισμό της κατά του καθ' ου η εκτέλεση ανταπαίτησής του, αν αυτή γεννήθηκε ή αποκτήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη μέχρι την επίδοση στον ίδιο (τρίτο) του κατασχετηρίου (άρθρα 449 ΑΚ και 984 § 2ΚΠολΔ,ΑΠ 435/2015).

Ωστόσο, κατ' εξαίρεση, επιτρεπτός είναι ο συμψηφισμός της ανταπαίτησης τρίτου όταν πρόκειται για συμβατικό (εκούσιο) συμψηφισμό (πρβλ.ΑΠ 1914/2011). Ειδικότερα, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται, κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός από αυτά, (η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο,ούτε απαιτεί πανηγυρικές εκφράσεις,αρκεί μόνο να προκύπτει σαφώς απ'αυτή η επίκληση της απαίτησης αυτού που κάνει τη δήλωση συμψηφισμού προς την απαίτηση του άλλου και δεν υπόκειται σε ανάκληση), δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών.

Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μίας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 31/2017, ΑΠ 1914/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923" περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 1049/2020,ΑΠ 248/2014, ΑΠ 1352/2011).

Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από τη μία (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός) (ΑΠ 1049/2020,ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 715/2009).

Πάντως, όμως, η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων μερών αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση ως αλληλόχρεος λογαριασμός. Έτσι, αν δεν συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση, μόνη η συμφωνία των συμβαλλομένων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση τον εν λόγω νομικό χαρακτήρα.

Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 79/1995, ΑΠ 1524/1991). Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ),χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.

Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.

Τον χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 1049/2020,ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).

Η εκδοθείσα κατά νομοθετική εξουσιοδότηση (άρθρο 8 §6 του ν. 1083/1980) απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής 289/30.10.1980 εισάγουσα εξαίρεση από τις δεσμευτικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 110, 111 §2 ΕισΝΑΚ, οι οποίες απαγορεύουν τον ανατοκισμό, επιτρέπει κατ'εξαίρεση τον ανατοκισμό τόκων και για μικρότερα του έτους χρονικά διαστήματα, αρκεί να έχει τούτο συμφωνηθεί από την Τράπεζα και τον πελάτη, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για αλληλόχρεο λογαριασμό ή για τοκοχρεωλυτικό δάνειο (ΟλΑΠ 8/1998,ΑΠ 1049/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δηλαδή εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια Τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά το ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως εκ της φύσεως τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητά της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται.

Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός, είναι παράνομη, αφού γίνεται με πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η Τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέχονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό. Και ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 67 του ν.δ/τος της 17-7/13.8.23 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", κάθε απλό χρεωλυτικό ενυπόθηκο δάνειο μπορεί να τραπεί σε "επ ανοικτώ λογαριασμώ και τανάπαλιν", με απλή συμβολαιογραφική πράξη μεταξύ δανείστριας και οφειλέτη, πλην όμως στη λογική του νόμου ενυπάρχει η αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ίδιος ανοικτός λογαριασμός έχει τηρηθεί και για τη δανειακή σύμβαση, κατά το άρθρο 50 του ίδιου ν.δ/τος, είναι δε και φύσει δυνατή η τήρηση ενός τέτοιου λογαριασμού.

Όταν δεν είναι δυνατό οι μεταξύ των μερών κύριες συμβάσεις και δοσοληψίες να εξυπηρετηθούν μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, τότε η τήρησή του δεν είναι επιτρεπτή και αυτό ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινής συμφωνίας, η οποία, ως αντίθετη στη φύση και λειτουργία και στα αποτελέσματά του, κρίνεται ως μη σύννομη.

Συνακόλουθα δεν υπάρχει δυνατότητα αποστολών από την πλευρά του ενός διαδίκου (ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 543/1998). Επίσης δεν συντρέχει περίπτωση αλληλόχρεου λογαριασμού όταν η συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πίστωσης αλλά κοινός δανεισμός, όταν δηλαδή η μεν δανείστρια τράπεζα καταβάλλει το δάνεισμα στον οφειλέτη ή με βάση - σύμβαση υπόσχεσης δανείου εφάπαξ ή τμηματικά ο δε δανειζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέφει εφάπαξ ή τμηματικά όπως στην περίπτωση τοκοχρεωλυτικού δανείου που αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει σε τακτές προσυμφωνημένες τοκοχρεολυτικές δόσεις(ΑΠ 1049/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2006).Οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου στην απόφαση ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1132/2019,ΑΠ2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα,δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 822/2017). 3.Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...

Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι) έχουν έναντι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", μη διάδικο εν προκειμένω, απαίτηση απορρέουσα από το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανιών Κωνσταντίνας Μετζιδάκη-Γιαζιτζίδου, ανερχόμενη κατά κεφάλαιο στο ποσό των 82.000 ευρώ. Με την από ...

επιταγή προς εκτέλεση (πληρωμή), συνταχθείσα κάτωθι αντιγράφου πρώτου απογράφου εκτελεστού του ανωτέρω συμβολαιογραφικού εγγράφου, που επιδόθηκε με επιμέλεια των ανακόπτοντων στην ως άνω οφειλέτιδά τους εταιρεία στις 30.09.2013...., η τελευταία επιτάχθηκε να καταβάλει σε αυτούς για κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων εκτέλεσης το συνολικό ποσό των 126.731,14 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, πλην του κονδυλίου των τόκων, από την επίδοση της επιταγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Η οφειλέτιδα εταιρεία ουδέν κατέβαλε στους ανακόπτοντες, οπότε αυτοί δυνάμει του από 20.01.2014 κατασχετηρίου, που επιδόθηκε στην καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα) στις 23.01.2014 και στην καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτιδα αυτών στις 27.01.2014 ..., επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση κατά της ως άνω οφειλέτιδας τους εταιρίας και εις χείρας της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας ως τρίτης, της απαίτησης που η καθ' ης η κατάσχεση είχε έναντι της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας από καταθέσεις που διατηρούσε σε αυτήν σε λογαριασμούς όψεως...

και μέχρι του ποσού των 126.731,14 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων και επέταξαν αυτήν, ως τρίτη, να μην καταβάλει το ποσό αυτό στην οφειλέτιδά τους αλλά σε αυτούς. Η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα μετά την σε αυτή κοινοποίηση του κατασχετηρίου, προέβη εμπροθέσμως στις 31.01.2014 στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ...

σχετική έκθεση, με την οποία δήλωσε ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." διατηρεί σε αυτήν (καθ' ης η ανακοπή) τους εξής λογαριασμούς α) τον με αριθμό ... λογαριασμό όψεως εταιρειών..., ο οποίος κατά την ημέρα της επίδοσης σε αυτήν του κατασχετηρίου εγγράφου είχε υπόλοιπο 116.290,12 ευρώ, β) τον με αριθμό ...

λογαριασμό όψεως εταιρειών ... με υπόλοιπο κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία 225,81 ευρώ, το οποίο εγγράφηκε ως αποδοτέο στη σχετική στήλη και γ) τον με αριθμό ... λογαριασμό όψεως εταιρειών ... με υπόλοιπο μηδέν. Με την ίδια δήλωση η καθ' ης η ανακοπή αρνήθηκε την καταβολή στους ανακόπτοντες του ποσού των 116.290,12 ευρώ, που βρέθηκε ως υπόλοιπο στον πρώτο κατά σειρά αναφοράς λογαριασμό με αριθμό ...

κατά την επιβολή της εις χείρας της κατάσχεσης, σημειώνοντας στη στήλη για το "αποδοτέο ποσό" μηδέν (0,00) ευρώ, ενώ στην στήλη "Παρατηρήσεις" αναγράφηκε κατά λέξη κατά την προφορική δήλωσή της "δέσμευση ποσού 116.515,93 ευρώ για εξόφληση τόκων από σύμβαση δανείου με αριθμό ... στις 27/1/2014". Επίσης δήλωσε ότι δεν έχουν επιβληθεί εις χείρας της άλλες προηγούμενες κατασχέσεις κατά της καθ' ης η κατάσχεση εταιρείας εκτός από όσες αναφέρονται στους ανωτέρω πίνακες στη στήλη "Παρατηρήσεις".

Περαιτέρω ... αποδείχθηκε ότι με τη με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις η Τράπεζα ..., ειδική διάδοχος της οποίας στη συγκεκριμένη έννομη σχέση κατέστη η καθ' ης η ανακοπή στις 26.03.2013, είχε χορηγήσει μέχρι την 1.08.2011 στην οφειλέτιδα των ανακοπτόντων - καθ' ης η κατάσχεση εταιρεία με την επωνυμία "..." πίστωση μέχρι του ποσού των 21.184.500 ευρώ για να χρησιμοποιηθεί ως κεφάλαιο κίνησης.

Με τον υπ' αριθ. 4 όρο της από 17.07.2009 σύμβασης πίστωσης συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση εξυπηρετείται με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ της πιστούχου και της τράπεζας και ότι θα γίνεται χρήση αυτής είτε με αποδείξεις λήψης χρημάτων απ' ευθείας από την πιστούχο, είτε με επιταγές, είτε με έγγραφη εντολή της πιστούχου για καταβολή σε τρίτους που θα δίδεται με επιστολή, είτε λόγω ανοίγματος ενέγγυας πίστωσης, ότι η τράπεζα δικαιούται σε κάθε στιγμή, μονομερώς και σύμφωνα με τις ανάγκες της λογιστικής της τάξης, να διαχωρίζει το λογαριασμό σε περισσότερους ή να συνενώνει σε έναν περισσότερους λογαριασμούς που τηρούνται σε αυτήν με βάση την εν λόγω με αριθμό ...

σύμβαση ή και άλλες συμβάσεις, ότι σε περίπτωση κλεισίματος της πίστωσης θα κλείνουν οριστικά οι με βάση αυτήν τηρούμενοι ένας ή περισσότεροι λογαριασμοί, ενώ η τράπεζα δικαιούται πάντοτε να συνενώνει σε έναν ενιαίο λογαριασμό, αθροίζοντας ή κατ' άλλο τρόπο συμψηφίζοντας τα υπόλοιπα αυτών. Επίσης με τον ίδιο ως άνω όρο συμφωνήθηκε ότι, ανεξάρτητα από την ως άνω συνένωση, σε περίπτωση αναγκαστικής εκ μέρους της τράπεζας εκτέλεσης θα κοινοποιείται στην πιστούχο μία ενιαία επιταγή μαζί με απόσπασμα, που θα εμφανίζει την από την τελευταία αναγνώριση από την πιστούχο και εφεξής κίνηση, το χρεωστικό υπόλοιπο του ή των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της πίστωσης, το από το άθροισμα ή συμψηφισμό των υπολοίπων τελικό και ολοκληρωτικό υπόλοιπο, ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο οφειλής της εν λόγω πίστωσης, που ασφαλίζεται με όλες για τη διασφάλισή της προσωπικές και εμπράγματες ασφάλειες.

Τέλος με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε ότι η πιστούχος υποχρεούται να αποδίδει στην τράπεζα τα ποσά που θα αναλαμβάνει από την πίστωση αυτή ή που θα οφείλει σύμφωνα με την ανωτέρω συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης μετά από την, καθοριζόμενη με τη σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις αυτής ή από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, προθεσμία.

Με τις πρόσθετες της αρχικής σύμβασης πίστωσης πράξεις που υπογράφηκαν μεταξύ της καθ' ης η κατάσχεση και της Τράπεζας ... μέχρι και την 27.09.2011 συμφωνήθηκαν, πέραν των σταδιακών αυξήσεων της πίστωσης μέχρι του ποσού των 21.184.500 ευρώ, ζητήματα σχετικά με το επιτόκιο της ως άνω σύμβασης και με τις ασφάλειες της τράπεζας τις εκάστοτε χρηματοδοτήσεις.

Σημειώνεται ότι με την από 24.12.2014 πρόσθετη πράξη της ανωτέρω σύμβασης, που συνήφθη (μετά την, κατά την 27.2.2014, επίδοση της ανακοπής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη) μεταξύ πλέον της διαδόχου της Τράπεζας ..., ήτοι της καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας ..., και της ως άνω πιστούχου εταιρείας και ήδη καθ' ης η κατάσχεση και τις λοιπές πρόσθετες πράξεις μέχρι την 28.09.2016 το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε από 21.184.500 ευρώ σε 27.000.000 ευρώ.

Εν προκειμένω, ..., εφόσον η δήλωση συμψηφισμού έγινε πριν ή με τη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ και εφόσον είναι αρνητική πρέπει να μνημονεύονται σε αυτήν όλα τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία και κυρίως ο χρόνος που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη ενόψει της ρύθμισης του άρθρου του άρθρου 449 ΑΚ σύμφωνα με την οποία εάν η απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση.

Τα ανωτέρω στοιχεία, παρότι έπρεπε να αναφέρονται στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, δεν μνημονεύονται σε αυτήν, πλην της αίτιας δέσμευσης του ποσού στο λογαριασμό όψεως της καθ' ης η κατάσχεση ("για εξόφληση τόκων από σύμβαση δανείου με αριθμό.... "), ανεξαρτήτως του εάν ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια. Ειδικότερα η καθ' ης η ανακοπή δεν προσδιορίζει στη δήλωσή της το ύψος της ανταπαίτησής της, τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη, ούτε προσδιορίζει σαφώς υπέρ ποίου δέσμευσε ως τράπεζα το ποσό του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού όψεως της καθ' ης η κατάσχεση, και ειδικότερα ότι το δέσμευσε υπέρ αυτής της ίδιας ώστε να συνάγεται εμμέσως ως λόγος άρνησης εκ μέρους της απόδοσης της κατασχεμένης απαίτησης ο συμψηφισμός, με συνέπεια η δήλωσή της αυτή να είναι ανακριβής. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι η ρητή αναφορά στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ της καθ' ης η ανακοπή της λέξης "δέσμευση" δεν παραπέμπει εν προκειμένω προφανώς σε συμψηφισμό ανταπαίτησης της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία και τούτο καθόσον στη δήλωση δεν αναφέρεται υπέρ ποίου προσώπου έγινε η δέσμευση του ευρεθέντος στο λογαριασμό όψεως της καθ' ης η κατάσχεση ποσού και ειδικότερα ότι η δέσμευση έγινε υπέρ αυτής της (καθ' ης η ανακοπή) ώστε να συνάγεται σαφώς ότι πρόκειται για συμψηφισμό αμοιβαίων απαιτήσεων μεταξύ τους.

Η καθ' ης η ανακοπή ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το ως άνω ποσό των 116.290,12 ευρώ δεν ήταν αποδοτέο, διότι με τη δήλωσή της εκ του άρθρου 985 ΚΠολΔ συμψήφισε προγενέστερες της επιβολής της κατάσχεσης ληξιπρόθεσμες ανταπαιτήσεις της έναντι της καθ' ης η κατάσχεση για εξόφληση τόκων, που απέρρεαν από τη με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, προς την απαίτηση της καθ' ης η κατάσχεση έναντι αυτής από τον ως άνω τηρούμενο σε αυτήν με αριθμό ... λογαριασμό κατάθεσης όψεως. Προσκόμισε δε μετά νομίμου επικλήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από ... βεβαίωση οφειλών, εκδοθείσα από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Πιστοδοτήσεων αυτής (καθ' ης η ανακοπή), στην οποία βεβαιώνεται ότι στην καθ' ης η κατάσχεση είχε χορηγηθεί πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό δυνάμει της υπ' αριθ. ...

σύμβασης, ότι το ύψος των δανειακών οφειλών της καθ' ης η κατάσχεση έναντι αυτής (καθ' ης η ανακοπή) από την εν λόγω σύμβαση ανερχόταν στις 23.01.2014 στο συνολικό ποσό των 8.783.513,02 ευρώ, πλέον δεδουλευμένων τόκων, εκ των οποίων το ποσό των 8.383.513,02 ευρώ αφορούσε σε οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά το χρονικό διάστημα 31.03.2013 έως 31.12.2013.

Κατ' αρχήν ενώ στη δήλωσή της εκ του άρθρου 985 ΚΠολΔ η καθ' ης η ανακοπή δήλωσε δέσμευση του χρηματικού ποσού του με αριθμό ... λογαριασμού κατάθεσης όψεως για απαίτησή της απορρέουσα από σύμβαση δανείου με αριθμό ..., στην από ... βεβαίωσή της ουδεμία μνεία γίνεται στην αναφερομένη στη δήλωσή της του άρθρου 985 ΚΠολΔ σύμβαση δανείου με αριθμό ...

και στη σχέση της ή μη με την υπ' αριθ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που αναφέρεται σε αυτήν (βεβαίωση), παρότι η καθ' ης η ανακοπή με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίσθηκε ότι ο αναφερόμενος στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ αριθμός είναι ο κωδικός που έχει λάβει η πίστωση στα συστήματα της τράπεζας.

Περαιτέρω παρότι στην ως άνω βεβαίωση βεβαιώνεται ότι η έννομη σχέση που συνέδεε την καθ' ης η κατάσχεση με την καθ' ης η ανακοπή ως διαδόχου της Τράπεζα ..., είναι η με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παρόλα αυτά εν συνεχεία γίνεται αναφορά σε ύπαρξη "δανειακών οφειλών" της καθ' ης η κατάσχεση από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 8.783.513,02 ευρώ και όχι σε οφειλή της από το χρεωστικό σε βάρος της και υπέρ της καθ' ης η ανακοπή υπόλοιπο, επιπλέον, δε, αναφέρεται ότι μέρος των οφειλών αυτών και δη οφειλές 8.383.513,02 ευρώ, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, χωρίς όμως η καθ' ης η ανακοπή να προσδιορίζει πώς και πότε κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στο πλαίσιο του τηρούμενου για τη σύμβαση πίστωσης τρεχούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού και χωρίς να προσκομίζει αντίγραφο του εν λόγω αλληλόχρεου λογαριασμού ή των τυχόν περισσότερων τηρηθέντων για την εξυπηρέτησή της λογαριασμών, από το οποίο ή τα οποία να αποδεικνύεται η κίνηση και το οριστικό κλείσιμό του ή κλείσιμό τους, ούτε προσκομίζει καταγγελία της με αριθμό ...

σύμβασης πίστωσης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί το ληξιπρόθεσμο της προταθείσας σε συμψηφισμό μετά την κατάσχεση εις χείρας της ανταπαίτησής της έναντι της καθ' ης η κατάσχεση με απαίτηση της τελευταίας από την κατάθεση στον ανωτέρω αναφερόμενο λογαριασμό όψεως. Εξάλλου, η καθ' ης η ανακοπή δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει, για την περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη στην με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης δεν τήρησαν την ως άνω συμφωνία τους για την εξυπηρέτηση της πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, αντίγραφο κίνησης άλλου δανειακού λογαριασμού και δη του λογαριασμού του δανείου που αναφέρει στη δήλωσή της, στον οποίον να έχουν αποτυπωθεί οι έναντι συγκεκριμένης χρηματοδότησης καταβολές εκ μέρους της καθ' ης η κατάσχεση και από τον οποίο να προκύπτει το επικαλούμενο από την καθ' ης η ανακοπή ως συνολικό ληξιπρόθεσμο ποσό των 8.383.515,93 ευρώ, το εκάστοτε οφειλόμενο από 31.03.2013 μέχρι 31.12.2013 κεφάλαιο του δανείου και οι αντιστοιχούντες στο εκάστοτε ληξιπρόθεσμο ποσό κεφαλαίου τόκοι μέχρι την επιβολή της κατάσχεσης εις χείρας της καθ' ης η ανακοπή (ήτοι μέχρι την 23.01.2014 που κοινοποιήθηκε στην καθ' ης η ανακοπή ως τρίτη, το κατασχετήριο) και τούτο δεδομένου ότι σύμφωνα με την ως άνω βεβαίωση της καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 8.383.515,93 ευρώ των δανειακών οφειλών κατέστη ληξιπρόθεσμο σταδιακά και δη από την 31 Μαρτίου 2013 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013.

Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται από κανέναν όρο της από 17.07.2009 σύμβασης πίστωσης ούτε από τις πρόσθετες πράξεις αυτής μέχρι την 31.01.2014 προκύπτει ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι κάποιες χρηματοδοτήσεις της με αριθμό ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 21.184.500 ευρώ θα αντιμετωπίζονταν και θα εξοφλούνταν ως δάνεια ή ότι η εξόφληση μέρους υφιστάμενου υπολοίπου του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού θα γίνεται με δανειακούς όρους, οπότε σε αυτήν την περίπτωση οι καταβολές της καθ' ης η κατάσχεση δεν θα καταχωρούνταν στον ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που τηρείτο στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης πίστωσης αλλά σε λογαριασμό δανείου όπου θα εμφαίνονταν το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο και οι εκάστοτε παραχθέντες και οφειλόμενοι τόκοι καθώς και το ενήμερο ή ληξιπρόθεσμο της οφειλών αυτών.

Αντίθετα για πρώτη φορά αναφέρεται αυτό στην από 24.12.2014 πρόσθετη πράξη της αρχικής σύμβασης πίστωσης που συνήφθη (μετά την, κατά την 27.2.2014, άσκηση της ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση) μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας ... και της καθ' ης η κατάσχεση και με σκοπό να καλύψει την από 31.01.2014 δήλωσή της προς τους κατασχόντες περί μη δυνατότητας απόδοσης της κατασχεμένης εις χείρας της απαίτησής τους κατά της καθ' ης η κατάσχεση λόγω συμψηφισμού.

Ενόψει των ανωτέρω η από ... βεβαίωση ης καθ' ης η ανακοπή είναι ασαφής και αντιφατική και δεν αρκεί από μόνη της χωρίς την προσκομιδή των αντιγράφων κίνησης του ή των λογαριασμών που τηρήθηκαν στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης από το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο λειτουργίας της με αριθμό ...

σύμβασης πίστωσης και το ληξιπρόθεσμο των οφειλών της καθ' ης η κατάσχεση έναντι της καθ' ης η ανακοπή κατά τον χρόνο της επιβολής της εις χείρας της κατάσχεσης (23.01.2014), που αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό προς την απαίτηση της καθ' ης η κατάσχεση από τον προαναφερόμενο λογαριασμό κατάθεσης όψεως. Το μόνο αντίγραφο που προσκομίζεται από την καθ' ης η ανακοπή είναι το αντίγραφο κίνησης του με αριθμό ...

λογαριασμού κατάθεσης όψεως εταιρειών της καθ' ης η κατάσχεση εταιρεία για την χρονική περίοδο από 17.01.2014 έως 31.01.2014. Από το αντίγραφο αυτό προκύπτει ότι στις 22.01.2014 μεταφέρθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό χρεωπιστώσεων της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας στην στήλη "Υπόλοιπο" το ποσό των 116.290.12 ευρώ (ως "116.290,12ΠΙ"), με τη μνεία "μτφ σε λογ.

ένδειξη: ..." χωρίς μνεία για το σε ποια έννομη σχέση αφορά το ποσό αυτό, ενώ στις 27.01.2014 έλαβαν χώρα δύο λογιστικές εγγραφές στον ίδιο λογαριασμό κατάθεσης όψεως στη στήλη των "χρεώσεων" και συγκεκριμένα α) μία εγγραφή για το ποσό των 18.574,47 ευρώ με τη μνεία "μεταφορά σε λογαριασμό για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων ΑΑΛ" χωρίς να προκύπτει οι εν λόγω ανοικτοί αλληλόχρεοι λογαριασμοί αφορούν στην με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης ή εάν αφορούν σε άλλες συμβάσεις και β) μια εγγραφή για το ποσό των 97.715,65 ευρώ με τη μνεία "μεταφορά σε λογαριασμό έναντι ληξιπρόθεσμων μ/π δανείου με κωδικό ...", χωρίς όμως να προκύπτει εάν τα ποσά αυτά, που προστιθέμενα αθροίζονται σε 116.290,12 ευρώ, αφορούν σε εξόφληση οφειλών και δη τόκων από τη με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ή εάν απορρέουν από άλλα τραπεζικά προϊόντα. Η καθ' ης η ανακοπή προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ένσταση απόσβεσης της οφειλής της έναντι των ανακοπτόντων, αναφορικά με την κατασχεμένη εις χείρας της απαίτηση της οφειλέτιδάς τους λόγω συμβατικού συμψηφισμού δυνάμει του όρου 25 με αριθμό ...

σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Επί της ένστασης αυτής λεκτέα τα εξής: Σύμφωνα με τον όρο 25 της αμέσως ανωτέρω αναφερόμενης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό "Ο πιστούχος και οι εγγυητές αναγνωρίζουν στην τράπεζα το δικαίωμα να παρακρατεί και να συμψηφίζει οποτεδήποτε κατά την ιδία αυτής κρίση και βούληση, προς την οφειλή του πιστούχου από την παρούσα πίστωση κάθε οποιαδήποτε ανταπαίτησή τους (της πιστούχου και των εγγυητών) και από οποιαδήποτε αιτία και εάν απορρέει και οποτεδήποτε και εάν γεννήθηκε, έστω και μήπω ληξιπρόθεσμη, σε οποιαδήποτε νόμισμα και εάν συνίσταται ...".

Πέραν του ότι η ένσταση προβάλλεται αλυσιτελώς καθόσον η δήλωση είναι ανακριβής για τους προεκτιθέμενους λόγους, από τον αναφερόμενο με αριθμό 25 όρο συνάγεται ότι η Τράπεζα ... και εν συνεχεία η διάδοχος αυτής καθ' ης η ανακοπή τράπεζα είχε το δικαίωμα να συμψηφίζει προς απαιτήσεις της καθ' ης η κατάσχεση έστω και μήπω ληξιπρόθεσμες από οποιαδήποτε αιτία επομένως και προς απαίτησή της από την κατάθεση στον τηρούμενο σε αυτήν (καθ' ης η ανακοπή) με αριθμό ...

λογαριασμό όψεως, την ανταπαίτησή της από την οφειλή της πιστούχου από τη με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, εννοώντας προφανώς την ανταπαίτησή της από το οριστικό κατάλοιπο του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο μόνο αυτό στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό είναι απαιτητό και ληξιπρόθεσμο και ως τέτοιο μπορεί εγκύρως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ουσιαστικού δίκαιου, να προταθεί σε συμψηφισμό.

Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή εγκύρως προέβη σε συμψηφισμό προγενέστερης ληξιπρόθεσμης ανταπαίτησής της και από ποια συγκεκριμένα σύμβαση πίστωσης (δάνειου) με την της καθ'ης η κατάσχεση έναντι αυτής από την χρηματική κατάθεση στον ως άνω λογαριασμό όψεως (ανώμαλη παρακαταθήκη) ώστε να αποσβεσθούν αναδρομικά οι εκατέρωθεν αμοιβαίες απαιτήσεις από τότε που συνυπήρξαν και καθ' ο μέρος αλληλοκαλύπτονται και συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε ότι αποσβέσθηκε αναδρομικά και δεν υφίσταται εκ του λόγου αυτού η κατασχεμένη απαίτηση, η με αριθμό ...

δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ της καθ' ης η ανακοπή, ως τρίτης, είναι ανακριβής....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ανακοπή τους κατ' ουσίαν, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχτηκε την ανακοπή τους κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους το ποσό 116.290,12 ευρώ, κατά το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του 1/3 καθενός εξ αυτών. 4.Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η κατ' άρθρο 985 ΚΠολΔ ένδικη αρνητική δήλωση της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως του εάν ανταποκρινόταν ή όχι στην αλήθεια ο προβληθείς από αυτή ισχυρισμός περί υπάρξεως λόγου που εμπόδιζε την ικανοποίηση της κατασχεθείσας απαιτήσεως, ήταν ανακριβής, αφού δεν προσδιόριζε το ύψος της ανταπαίτησής της και το χρόνο κατά τον οποίο κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη, ούτε και υπέρ ποίου δέσμευσε ως τράπεζα το ποσό του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού όψεως της καθ' ης η κατάσχεση, και ειδικότερα αν το δέσμευσε υπέρ αυτής της ίδιας ώστε να συνάγεται εμμέσως ως λόγος άρνησης εκ μέρους της απόδοσης της κατασχεμένης απαίτησης ο συμψηφισμός, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 984 και 985 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 440 επ.

του ΑΚ, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία, από όσα οι ανωτέρω διατάξεις απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον από την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση δήλωση της αναιρεσείουσας "δέσμευση ποσού 116.515,93 ευρώ για εξόφληση τόκων από σύμβαση δανείου με αριθμό ... στις 27/1/2014" σαφώς προέκυπτε ότι αυτή, μη αμφισβητώντας την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης της καθής η κατάσχεση εταιρείας, επικαλέστηκε απόσβεση αυτής διά συμψηφισμού με ανταπαίτησή της κατ' αυτής, ποσού 116.515,93 ευρώ, που αφορούσε τόκους από σύμβαση δανείου, προσδιορίζοντας συγκεκριμένο αριθμό της εν λόγω σύμβασης και, συνεπώς, επικαλέστηκε σαφώς το λόγο που εμπόδιζε την ικανοποίηση της κατασχεθείσας απαίτησης, επικαλούμενη και τα περιστατικά που θεμελίωναν την ανταπαίτησή της και την κατάργηση της συγκεκριμένης ενοχής, τα οποία ήταν ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τους κατασχόντες, δεν ήταν δε αναγκαίο για την ακρίβεια της δήλωσης η πανηγυρική επίκληση του συμψηφισμού και δη αν επρόκειτο για μονομερή ή συμβατικό συμψηφισμό, ούτε και η αναφορά περί ληξιπροθέσμου της ανταπαιτήσεως της αναιρεσείουσας, αφού, σε περίπτωσης αμφισβήτησης της δήλωσης, τα στοιχεία αυτά μπορούσαν να προκύψουν από τις αποδείξεις, δεδομένου μάλιστα ότι ο συμβατικός συμψηφισμός επέρχεται, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω αιτίαση, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,είναι βάσιμος. 5.Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας ότι η δήλωση της αναιρεσείουσας είναι ανακριβής, με την επάλληλη αιτιολογία, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή προέβη εγκύρως σε συμψηφισμό προγενέστερης ληξιπρόθεσμης ανταπαίτησής της και από ποια, συγκεκριμένα, σύμβαση πίστωσης (δανείου) με την καθ'ης η κατάσχεση προς την απαίτηση της τελευταίας από την χρηματική κατάθεση στον ως άνω λογαριασμό όψεως, ώστε να αποσβεσθούν αναδρομικά οι εκατέρωθεν αμοιβαίες απαιτήσεις από τότε που συνυπήρξαν και καθ' ο μέρος αλληλοκαλύπτονται και συνακόλουθα ότι δεν αποδείχθηκε ότι αποσβέσθηκε αναδρομικά και δεν υφίσταται εκ του λόγου αυτού η κατασχεμένη απαίτηση, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της αναδρομικής απόσβεσης της κατασχεμένης απαίτησης λόγω συμψηφισμού αυτής με ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας και της εντεύθεν ειλικρινούς απάντησης αυτής ως τρίτης έναντι των κατασχόντων-αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 984 και 985 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 και 440 επ.του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, α) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (που επανέφερε και στο δευτεροβάθμιο), διευκρίνησε ότι ο αναφερόμενος στην ένδικη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ αριθμός είναι ο κωδικός που έχει λάβει η πίστωση στα συστήματα της τράπεζας και συγκεκριμένα ο λογαριασμός παρακολούθησης της ως άνω σύμβασης πίστωσης και, επίσης, δέχεται ότι στην εκδοθείσα από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Πιστοδοτήσεων της αναιρεσείουσας από ...

βεβαίωση οφειλών βεβαιώνεται ότι η έννομη σχέση που συνέδεε την καθής η κατάσχεση με την αναιρεσείουσα είναι η με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παρ' όλα αυτά κρίνει, με ανεπαρκή αιτιολογία, ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα στη δήλωση και στη βεβαίωση και ότι ο αναφερόμενος στη δήλωση με αριθμό ...

λογαριασμός δεν σχετίζεται με την υπ' αριθ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, χωρίς να διαλαμβάνει ουδεμία παραδοχή περί της βασιμότητας ή μη του ανωτέρω προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού, δηλαδή αν πράγματι ο αναφερόμενος στη δήλωση κωδικός αντιστοιχούσε ή όχι στη συγκεκριμένη σύμβαση πίστωσης και, σε καταφατική περίπτωση, αν σύμφωνα με τον υπ'αριθμ.4 όρο της σύμβασης πίστωσης ή και ανεξάρτητα από αυτόν, είχε γίνει, πράγματι, χρήση της πίστωσης με τη χορήγηση δανείου ή, γενικά, αν στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης τηρήθηκε και κινήθηκε και δανειακός λογαριασμός στον οποίο καταχωρούντο τα εκταμιευθέντα ποσά της πίστωσης, χωρίς την τροπή της σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού ή άλλης μορφής δανείου, β) ενώ δέχεται ότι από το αντίγραφο κίνησης του με αριθμό ...

λογαριασμού κατάθεσης όψεως της καθ' ης η κατάσχεση εταιρείας για την χρονική περίοδο από 17.01.2014 έως 31.01.2014, από τον οποίο δεσμεύτηκε το αναφερόμενο στη δήλωση ποσό των 116.290,12 ευρώ, προκύπτει ότι στις 22.01.2014 μεταφέρθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό χρεωπιστώσεων της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας στην στήλη "Υπόλοιπο" το ποσό των 116.290.12 ευρώ, και ότι στις 27.01.2014 έλαβαν χώρα δύο λογιστικές εγγραφές στον ίδιο λογαριασμό κατάθεσης όψεως στη στήλη των "χρεώσεων", ποσού 18.574,47 ευρώ και 97.715,65 ευρώ, που προστιθέμενα αθροίζονται σε 116.290,12 ευρώ, παρ' όλα αυτά δέχεται ότι το εν λόγω δεσμευθέν ποσό, δεν προκύπτει αν αφορά εξόφληση οφειλών "και δη τόκων από τη με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ή εάν απορρέουν από άλλα τραπεζικά προϊόντα", παρότι στη δεύτερη ως άνω μεταφορά γίνεται ρητή μνεία για "μεταφορά σε λογαριασμό έναντι ληξιπρόθεσμων μ/π δανείου με κωδικό ...", που είναι ο ίδιος κωδικός, με τον οποίο προσδιορίστηκε στην αρνητική δήλωση η σύμβαση, από την οποία προερχόταν η ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας, γ) ενώ δέχεται 1) ότι η αναιρεσείουσα παραδεκτά ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ως εφεσίβλητη με τις εφετειακές προτάσεις της, ότι το δικαίωμα συμψηφισμού της τράπεζας είχε προβλεφθεί και συμβατικά, 2) ότι πράγματι με τον όρο 25 της υπ'αριθ. ...

σύμβασης πίστωσης ορίστηκε "Ο πιστούχος και οι εγγυητές αναγνωρίζουν στην τράπεζα το δικαίωμα να παρακρατεί και να συμψηφίζει οποτεδήποτε κατά την ιδία αυτής κρίση και βούληση, προς την οφειλή του πιστούχου από την παρούσα πίστωση κάθε οποιαδήποτε ανταπαίτησή τους (της πιστούχου και των εγγυητών) και από οποιαδήποτε αιτία και εάν απορρέει και οποτεδήποτε και εάν γεννήθηκε, έστω και μήπω ληξιπρόθεσμη, σε οποιαδήποτε νόμισμα και εάν συνίσταται αυτή,καθώς και επίσης και κάθε τέτοια που θα γεννηθεί...", και 3) ότι "από τον αναφερόμενο με αριθμό 25 όρο συνάγεται ότι η Τράπεζα ...

είχε το δικαίωμα να συμψηφίζει προς απαιτήσεις της καθ' ης η κατάσχεση έστω και μήπω ληξιπρόθεσμες από οποιαδήποτε αιτία, επομένως και προς απαίτησή της από την κατάθεση στον τηρούμενο σε αυτήν (καθ' ης η ανακοπή) με αριθμό ... λογαριασμό όψεως, την ανταπαίτησή της από την οφειλή της πιστούχου από τη με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό", παρ' όλα αυτά δέχεται με ελλιπή και όλως ασαφή αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε ανταπαίτηση προς συμψηφισμό και συγκεκριμένα ότι ο ανωτέρω όρος 25 της επίδικης σύμβασης "εννοεί προφανώς την ανταπαίτησή της από το οριστικό κλείσιμο του ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού, το οποίο μόνο αυτό στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό είναι απαιτητό και ληξιπρόθεσμο και ως τέτοιο μπορεί εγκύρως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου, να προταθεί σε συμψηφισμό", χωρίς να διαλαμβάνει σαφή παραδοχή, αν με βάση τον ανωτέρω όρο μπορούσε ή όχι η τράπεζα να προβεί σε συμψηφισμό ασκώντας το σχετικό εκ της ως άνω σύμβασης πίστωσης δικαίωμά της, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του μονομερούς συμψηφισμού, όπως εκείνη του ομοειδούς ή του ληξιπρόθεσμου των απαιτήσεων και μάλιστα χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, και σε καταφατική περίπτωση, γιατί δεν μπορούσε η αναιρεσείουσα να συμψηφίσει προς την απαίτηση της καθής η κατάσχεση τους οφειλόμενους από αυτή, πριν την κατάσχεση τόκους, ενόψει μάλιστα της έτερης παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι σύμφωνα με την προαναφερόμενη από ...

βεβαίωση οφειλών, το ύψος των δανειακών οφειλών της καθ' ης η κατάσχεση προς την αναιρεσείουσα "ανερχόταν στις 23.01.2014 στο συνολικό ποσό των 8.783.513,02 ευρώ, πλέον δεδουλευμένων τόκων, εκ των οποίων το ποσό των 8.383.513,02 ευρώ αφορούσε σε οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά το χρονικό διάστημα 31.03.2013 έως 31.12.2013", δηλαδή ότι, ανεξαρτήτως της χρήσης του όρου "ληξιπρόθεσμες", κατά το χρόνο πριν την κατάσχεση ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό, ήτοι χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της καθής η κατάσχεση, και δ) η ανωτέρω ασάφεια επιτείνεται και από την ενδοιαστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο όρος 25 της σύμβασης "εννοεί προφανώς την ανταπαίτησή της από το οριστικό κλείσιμο του ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού", αφού η έκφραση "εννοεί προφανώς" δεν συνδέεται με την αναγκαία πλήρη δικανική πεποίθηση και εμφανίζει ανεπίτρεπτη διστακτικότητα ή αμφιβολία του δικαστηρίου ως προς το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να προβάλει σε συμψηφισμό, δυνάμει του ανωτέρω όρου, ανταπαιτήσεις της από τη σύμβαση πίστωσης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 8 όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

6.Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε` ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1063/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ