Legislator Case Law & Legislation
486/2022 AI generated

486/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 486/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

486/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 486 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 486/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Β. και 2) Β. Κ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-10-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ..., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γλυκερία Μπόντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2012 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και την από 4-7-2014 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10070/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ. αριθμ. 10.143/12-3-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Χ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 6/2/2020 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, εφόσον κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού θεωρηθεί ότι αυτή αντιπροσωπεύεται από την παρασταθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, την συνδέει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας ( άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β` ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.

β` περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1104/2020).

Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1104/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 § 1β` ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους (ΑΠ 1674/2013), η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001,ΑΠ 1104/2020,ΑΠ 965/2017). Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών, που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ύπαρξη απαίτησης κατά του πρώτου αναιρεσείοντος από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό- αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία σύναψε με τρίτη μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο πρώτος αναιρεσείων, άσκησε κατά των αναιρεσειόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 28/2/2012 αγωγή της, με την οποία ζήτησε την διάρρηξη ως καταδολιευτικής της απαλλοτρίωσης του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος, το οποίο μεταβίβασε κατά κυριότητα αυτός στις 8/4/2008 στον δεύτερο αναιρεσείοντα υιό του με συμβόλαιο γονικής παροχής, γιατί η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της.

Στην συνέχεια η δεύτερη αναιρεσίβλητη άσκησε στο ανωτέρω δικαστήριο την από 14/7/2014 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων, με την οποία εξέθεσε ότι μετά την άσκηση της αγωγής, στις 27/3/2013, κατέστη κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, ειδική διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης στην επίδικη έννομη σχέση (σύμβαση πίστωσης με την εγγύηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου) και συνεπώς μοναδική δικαιούχος του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος και ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή.

Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ. αριθμ. 10070/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και δέχθηκε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατέστη ειδική διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην αγωγή και συνεπώς υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής από την ένδικη σύμβαση, έκανε δεκτή την αγωγή και απήγγειλε την διάρρηξη της γονικής παροχής ως καταδολιευτικής.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 12/9/2015 έφεσή τους επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5/3-1-2020 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης - ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης- και ορίστηκε σχετικό παράβολο ερημοδικίας.

Οι εφεσίβλητες - ήδη αναιρεσίβλητες - ανώνυμες εταιρείες, όπως προαναφέρθηκε, συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ` άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί εκτείνεται και στις δύο. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από ή στην ερήμην δικασθείσα πρώτη αναιρεσίβλητη αναγκαίο ομόδικο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους διαδίκους, αλλά αντιθέτως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στην αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επιδοθεί.

Επίσης δεν προκύπτει ούτε και γίνεται επίκληση για το αν η εν λόγω αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν προκύπτει η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη για αμφότερες τις αναιρεσίβλητες, καθόσον ασκείται κατ` απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλες τι αναιρεσίβλητες αναγκαίους ομοδίκους. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6/2/2020 αίτηση των Γ. Κ. και Β. Κ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 5/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ