486/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated486/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σελ. 2α αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 28-9-2016 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015,που ισχύει από 1-1-2016).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 486 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 486/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ") και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2013 αίτηση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-4-2019 (αρ. κατ. 60/2019) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, στρέφεται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης, αιτούσας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και κατά των λοιπών 2ης έως 4ης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, παραδεκτά, ως αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΑΠ ολ. 15/1996) και προσβάλλει την υπ' αρ. 149/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 σε συνδ. 739 επ.
ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 3ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (αρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε 3ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ και ήδη 3η αναιρεσίβλητη, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
σελ. 2α αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 28-9-2016 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015,που ισχύει από 1-1-2016).
Πλην, όμως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (κατ' αρ. 553 παρ.1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και ως προς την ανωτέρω 3η αναιρεσίβλητη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτήν.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ.2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.
Εξάλλου, από τις υπ' αρ. 5893/15-7-2019 και 5554Β και 5542Β /9-7-2019 εκθέσεις επίδοσης των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Ναυπλίου και του Εφετείου Αθηνών, Γ. Σ. και Δ. Π. αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Μαρίας Γεωργιάδη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 126 παρ.1 και 129 παρ.1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, στην 1η αναιρεσίβλητη - αιτούσα την υπαγωγή της στον Ν. 3869/2010 και στην 3η και στην 4η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν η 1η αναιρεσίβλητη -αιτούσα την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, καθώς και η 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον ΤΠΔ και η 2η αναιρεσίβλητη, πιστώτρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE.
Επομένως, αφού η 1η,, η 3η και η 4η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.
Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή, κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη 1η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 17-9-2013 (αρ. κατ. 19-9-2013) αίτηση, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης και αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση, με σκοπό την απαλλαγή της από τα χρέη της.
Συγχρόνως, ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση η περιγραφόμενη κύρια δυνητική κατοικία της και ειδικότερα, μια κατοικία πρώτου ορόφου οικοδομής, επιφάνειας 114 Μ2, που βρίσκεται στην …, επί της οδού ..., καθώς επίσης, να εξαιρεθοεί από τη ρευστοποίηση το περιγραφόμενο στην αίτηση ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας αυτής.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 104/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, με μηνιαίες καταβολές ποσού 400 ευρώ επί μια πενταετία, ποσό που επιμερίστηκε συμμετρικά μεταξύ των πιστωτριών τραπεζών, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Επίσης, εξαίρεσε από την εκποίηση το ΙΧΕ αυτοκίνητο και τη δυνητική κύρια κατοικία της αιτούσας υποχρεώνοντας συγχρόνως αυτήν, για τη διάσωσή της, να καταβάλει ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ανωτέρω ακινήτου και ειδικότερα το ποσό των 62845,56 ευρώ με μηνιαίες δόσεις 374,08 ευρώ επί 14 έτη (168 ισόποσες μηνιαίες δόσεις).
Στη συνέχεια, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε την από 9-3-2013 (αρ. κατ. 4/30-3-2016) έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών του, δέχτηκε ότι η αιτούσα την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, τότε 1η εφεσίβλητη, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, συνολικού ποσού 214676,96 ευρώ δεν είχε πτωχευτική ικανότητα και ότι είχε περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της, απορρίπτοντας τους 1ο, 2ο και 3ο λόγους της έφεσης του ΝΠΔΔ, με τους οποίους το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον είχε επαναφέρει τους πρωτόδικους ισχυρισμούς του (δηλαδή την ένσταση αοριστίας της αίτησης και της δόλιας περιέλευσης της οφειλέτιδος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής).
Επίσης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τον 4ο λόγο της έφεσης, που σημειωτέον αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, με τον οποίο το εκκαλούν ΝΠΔΔ - αναιρεσείον ισχυρίστηκε, ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010 και εξαιρέθηκε από τη ρευστοποίηση η κύρια δυνητική κατοικία της αιτούσας- 1ης αναιρεσίβλητης, διότι ο σύζυγός της διέθετε ακίνητο κατάλληλο για οικογενειακή στέγη, στοιχείο, που απέκλειε την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας δυνητικής κατοικίας της αιτούσας οφειλέτριας.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε και τον 5ο λόγο της έφεσής του εκκαλούντος, που έπληττε το ύψος των μηνιαίων καταβολών. Κατόπιν τούτου, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επικύρωσε κατά τα λοιπά την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, η οποία, ας επισημανθεί, έχει εκδοθεί υπό την ισχύ του Ν. 4161/2013,ο οποίος τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 (δηλ.
την αρχική έκδοση του νόμου αυτού). Πιο συγκεκριμένα, για το νομικό αυτό ζήτημα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2020, σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι ...<<2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο...>>.... Με το άρθρο 17 παρ.1 του Ν.4161/2013,που ισχύει από 14-6-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2) ΦΕΚ Α 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι....<< 2.
Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας." ...Επίσης, με το ίδιο άρθρο 17 παρ.2 του Ν.4161/2013 αντικαταστάθηκε το έβδομο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.3869/2010 (που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη) και ορίζεται ότι ...<< Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ` εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του.
Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.>>.....
Δηλαδή, με την διάταξη αυτή ορίζεται ως αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 ο σύζυγος του οφειλέτη να μην διαθέτει ακίνητο, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.
Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015 (3η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010), που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α -94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2,όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν.4161/2013 (2η έκδοση). Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με τον Ν.4346/2015 ( 4η έκδοση), που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α- 152/1-1-2016).
Ο τελευταίος αυτός νόμος (που είναι ευνοϊκότερος για τον οφειλέτη), με το άρθρο 14 παρ.10 αυτού ορίζει, ότι ...<< στο εδάφιο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Ν.3869/2010 οι λέξεις ..<< και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία >> διαγράφονται, ενώ η φράση ..<<θα χρησιμοποιηθεί ως κατοικία>> αντικαθίσταται με τη φράση ...<<θα χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία>>..
Η ισχύς της 4ης ως άνω έκδοσης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.11 του Ν.4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015. Περαιτέρω, από τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010,όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού (αυστηρότερη),που σύμφωνα με το Ν.4161/2013 (ισχύς από 14-6-2013) αφορά την ένδικη υπόθεση, δεδομένου ότι η αίτηση περί υπαγωγής στον Ν.3869/2010 ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 19-9-2013 και συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 18-6-2015, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν.4161/2013, ενώ η έφεση του αναιρεσείοντος ΤΠΔ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και συνεπώς επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση και συνακόλουθα, το Εφετείο δεν μπορούσε να εφαρμόσει τον νεότερο ευμενέστερο νόμο (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρυμένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.
Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης . Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.
Συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Σημειώνεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση δυνατό να αφορά και άλλα ακίνητα του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας αυτού.
Τέλος, η έννοια της κατοικίας παρέχεται από το άρθρο 51 ΑΚ. Στοιχείο απαραίτητο για τη συγκρότηση της κατοικίας είναι η ύπαρξη κτίσματος, αφού μόνο έτσι εξασφαλίζεται η σταθερότητα της διαμονής. Αν υπάρξει αμφισβήτηση τότε ο χαρακτηρισμός της κατοικίας ως κύριας αποτελεί αντικείμενο απόδειξης. Ο νόμος όμως επιτρέπει τη διάσωση και της δυνητικής κατοικίας, παρότι δεν χρησιμοποιείται πράγματι για κάποιους σοβαρούς λόγους, αλλά μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί, αρκεί να αποτελεί το μοναδικό του ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία (ΑΠ 632/2019).
Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες . Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες .
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς,και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε .
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ -ΤΠΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει τον 4ο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο τούτο είχε ισχυριστεί, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την δυνητική κύρια κατοικία της αιτούσας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ήδη 1ης αναιρεσίβλητη, εφόσον ο σύζυγος αυτής διέθετε ακίνητο, που ήταν κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί ως οικογενειακή στέγη, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε τότε, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία για την εφαρμογή της από όσα ο νόμος απαιτεί.
Επίσης με τον 2ο συναφή λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον ΤΠΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο τον 4ο λόγο της έφεσης κρίνοντας α) ότι πρέπει να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η δυνητική κύρια κατοικία της 1ης αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας, της οποίας δεν γινόταν χρήση για σοβαρούς λόγους και συγκεκριμμένα, διότι σ' αυτήν κατοικούσε η υπερήλικη μητέρα της, καθώς επίσης β) ότι η 1η αναιρεσίβλητη διαμένει σε ακίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της, που χρησιμοποιείται ως οικογενειακή στέγη, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό της διάταξης του άρ. 9 παρ.2 Ν.3869/2010 όπως ίσχυε, την οποία παραβίασε και εκ πλαγίου με εσφαλμένη υπαγωγή και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων συναφών λόγων αναίρεσης (για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010,όπως ίσχυε υπό την 2η έκδοση, υπό την ισχύ του Ν.4161/2013) προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα της εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας της αιτούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:... "Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της πρώτης εφεσιβλήτου απεδείχθηκε ότι έχει κατά πλήρη κυριότητα μια κατοικία α' ορόφου οικοδομής, κτισμένης σε οικόπεδο, έκτασης 342,00 τμ. που βρίσκεται στην …, επί της οδού ... (συνοικισμός …), η οποία κατοικία έχει εμβαδό 114,00 τ.μ., έχει κτισθεί το έτος 1989 και αποτελεί τη δυνητική κύρια κατοικία της καθώς και της οικογένειας της, αφού αυτή τη στιγμή κατοικείται από την υπερήλικη μητέρα της και η αντικειμενική της αξία ανέρχεται στο ποσό των 78.556,96 ευρώ (βλ. προσκομισθέν πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ έτους 2014). Η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για φορολογούμενο, όπως ισχυρίζεται η πρώτη εφεσίβλητη, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση (άρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010).
Συνεπώς, το αίτημα της για την εξαίρεση της από την εκποίηση είναι νόμιμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. δ' Ν. 3869/2010, παρότι δεν διαμένει στην οικία αυτή, καθόσον στην εξαίρεση υπόκειται η κύρια κατοικία του οφειλέτη, έστω και αν κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο, αρκεί να αποτελεί το μοναδικό του ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία (δυνητική κατοικία). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην εξαίρεση από τη ρευστοποίηση πρέπει να συμπεριληφθεί και η δυνητική κύρια κατοικία, δηλαδή αυτή της οποίας δεν γίνεται χρήση ένεκα σοβαρών λόγων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου διαμένει η μητέρα της πρώτης εφεσίβλητου, αλλά δύναται να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου σχετικός τέταρτος λόγος εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Επίσης, η πρώτη εφεσίβλητη έχει κατά πλήρη κυριότητα ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI ATOS, 1.000 κ.ε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2001, εμπορικής αξίας 400,00 ευρώ, το οποίο πρέπει να εξαιρεθεί από τη διαδικασία ρευστοποίησης λόγω της χαμηλής εμπορικής του αξίας, της παλαιότητας του και διότι δεν πρόκειται να προκαλέσει κανένα αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.).
Με βάση τα προαναφερθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο της πρώτης εφεσίβλητου οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το νόμο 4161/2013 και ειδικότερα σε αυτή του άρθρου 8 παρ. 2. Έτσι, η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με τον ορισμό μηνιαίων καταβολών απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματα της επί πενταετία, που θα αρχίσουν αμέσως με την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης, από τις οποίες οι πιστωτές της θα ικανοποιηθούν συμμέτρως.
Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, όπως προαναφέρθηκε, το εισόδημα της πρώτης εφεσίβλητου, η οποία διαμένει με την οικογένεια της σε ακίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της και, επομένως, δεν καταβάλει μίσθωμα, ανέρχεται στο ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως, χωρίς να αναμένεται περαιτέρω βελτίωση του, στις δε οικογενειακές της δαπάνες περιλαμβάνονται αυτές που απαιτούντα;
προς ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών της ίδιας και της οικογένειάς της (διατροφής, ένδυσης, θέρμανσης, καταβολής λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας και λοιπών γενικών εξόδων), συνυπολογιζομένης και της υποχρέωσης συμμετοχής στις οικογενειακές δαπάνες του συζύγου της με βάση τα εισοδήματα του, ποσού 550,00 ευρώ μηνιαίως.
Ενόψει αυτών και λαμβανομένου υπόψη του υποχρεωτικού ορισμού καταβολών για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας της πρώτης εφεσιβλήτου ποσού μέχρι το 80% της αντικειμενικής της αξίας, καθώς και του μηνιαίου οικογενειακού της εισοδήματος ύψους 1.800 ευρώ, το οποίο είναι ήδη πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναφέρεται στην αίτηση (1.317,00 ευρώ), το προς διάθεση στους πιστωτές της ποσό πρέπει να ορισθεί σε 400,00 ευρώ το μήνα, το οποίο εντάσσεται στις οικονομικές της δυνατότητες.
Το συνολικό ποσό των οφειλών της πρώτης εφεσίβλητου ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, σε 214.676,96 ευρώ. Από το προς διάθεση στους πιστωτές ποσό των 400,00 ευρώ. το οποίο θα καταβάλλεται μηνιαίως για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, συμμέτρως διανεμόμενο ανάλογα με το ύψος των δανειακών της συμβάσεων συνολικού ποσού 214.676,96 ευρώ, αναλογεί προς:
Α) την δεύτερη εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.": 1) για απαίτηση ύψους 55.953,58 ευρώ το ποσό των 104,25 ευρώ (400,00 : 214.676,96 Χ 55.953,58), 2) για απαίτηση ύψους 49.772,07 ευρώ το ποσό των 92,73 ευρώ (400,00 : 214.676,96 Χ 49.772,07) και 3) για απαίτηση ύψους 18.290,50 ευρώ το ποσό των 34,08 ευρώ (400,00 : 214.676,96 Χ 18:290,50), Β) την τρίτη εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α Ε." (πρώην ΑΤΕ BANK Α.Ε.): 1) για απαίτηση ύψους 36.609,92 ευρώ το ποσό των 68,22 ευρώ (400,00 : 214.676,96 Χ 36.609,92) και 2) για απαίτηση ύψους 40.356,11 ευρώ το ποσό των 75,19 ευρώ (400,00 : 214.676,96 Χ 40.356,11), Γ) το εκκαλούν "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑ! ΔΑΝΕΙΩΝ" για απαίτηση ύψους 9.614,16 ευρώ το ποσό των 17,92 ευρώ (400,00: 214.676,96 Χ 9.614,16) και Δ) την τέταρτη εφεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α Ε." για απαίτηση ύψους 4.080,62 ευρώ το ποσό των 7,61 ευρώ (400,00: 214.676,96 Χ 4.080,92).
Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της πενταετίας, ήτοι μετά την παρέλευση εξήντα (60) μηνών, η πρώτη εφεσίβλητη θα έχε! καταβάλει το συνολικό ποσό των 24.000 ευρώ (400,00 ευρώ Χ 60 μήνες) και θα έχει απομείνει ως υπόλοιπο οφειλής το ποσό των 190.676,96 (214.676,96 - 24.000,00) ευρώ και ειδικότερα κάθε πιστώτρια θα έχει λάβει τα εξής ποσά:
Α) η δεύτερη εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.": 1) για την πρώτη απαίτηση τα ποσό των 6.255,00 ευρώ και θα οφείλεται ακόμα το ποσό των 49.698,58 (55.953,58 - 6.255,00) ευρώ, 2) για την δεύτερη απαίτηση το ποσό των 5.563,80 ευρώ και θα οφείλεται ακόμα το ποσό των 44.208,27 (49.772,07 - 5.563,80) ευρώ και 3) για την τρίτη απαίτηση το ποσό των 2.044,80 ευρώ και θα οφείλεται ακόμα το ποσό των 16.245,70 (18.290,50 - 2.044,80) ευρώ, Β) η τρίτη εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (πρώην ΑΤΕ BANK Α.Ε.): 1) για την πρώτη απαίτηση το ποσό των 4.093,20 ευρώ και θα οφείλεται ακόμα το ποσό των 32.516,72 (36.609,92 - 4.093,20) ευρώ και 2) για την δεύτερη απαίτηση το ποσό των 4.511,40 ευρώ και θα οφείλεται ακόμα το ποσό των 35.844,71 (40.356,11 - 4.511,40) ευρώ, Γ) το εκκαλούν "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑ! ΔΑΝΕΙΩΝ" το ποσό των 1.075,20 ευρώ και θα οφείλεται ακόμα το ποσό των 8.538,96 ευρώ (9.614,16 - 1,075,20) και Δ) η τέταρτη εφεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." το ποσό των 456,60 ευρώ και θα οφείλεται ακόμα το ποσό των 3.624,02 (4.080,62 - 456760) ευρώ.
Δηλαδή, θα οφείλεται ακόμα στην δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 110.152,55 ευρώ, στη τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 68.361,43 ευρώ, στο εκκαλούν το ποσό των 8.538,96 ευρώ και στην τέταρτη εφεσίβλητη το ποσό των 3.624,02 ευρώ και συνολικά το ποσό των 190.676,96 (214.676,96 - 24.000,00) ευρώ. Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της πρώτης εφεσίβλητης και υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της δυνητικής κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο.
Στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου αυτού (9 παρ. 2), θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές, το ποσό των οποίων, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 (βλ. Βενιέρη-Κατσά, ό.π., σελ. 464-465, ΕιρΠατρ 407/2013 ό.π.), ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της δυνητικής κύριας κατοικίας της πρώτης εφεσίβλητης;
Με βάση λοιπόν, τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών της πρώτης εφεσίβλητης μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της δυνητικής κύριας κατοικίας της, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντας της πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών της αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80% και με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο των χρεών της.
Έτσι, η πρώτη εφεσίβλητη θα πρέπει να καταβάλει από το ποσό των 78.556,96 ευρώ της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της το 80%, ήτοι το ποσό των 62.845,56 ευρώ (78.556,96 Χ 80%) που αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση της για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας της. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει πέντε έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στην πρώτη εφεσίβλητη περίοδος χάριτος διάρκειας πέντε (5) ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών της πενταετίας, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της και να εκπέσει των ρυθμίσεων, ο χρόνος δε εξόφλησης του πρέπει να ορισθεί σε δεκατέσσερα (14) έτη.
Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 374,08 ευρώ, ήτοι 62.845,56 ευρώ : 168 μήνες (14 έτη Χ 12 μήνες) και η καταβολή του θα ξεκινήσει μετά Τη λήξη της ως άνω περιόδου χάριτος, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών της πρώτης εφεσίβλητης με την τήρηση της ρύθμισης. Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Αϊτό τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας, θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις της πρώτης μετέχουσας πιστώτριας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." από τις συμβάσεις δανείου που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης και μέχρι του ποσού των 62.845,56 ευρώ, στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωση της πρώτης εφεσίβλητης.
Το υπόλοιπο των απαιτήσεων αυτών και των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, διότι δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην πρώτη εφεσίβλητη. Σημειώνεται, επίσης, ότι από τα ανωτέρω ποσά θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που η πρώτη εφεσίβλητη κατέβαλε στους πιστωτές της στα πλαίσια της από 21-11-2013 χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προκύπτει ότι ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και προέβη στη ρύθμιση των οφειλών της πρώτης εφεσιβλήτου ως ανωτέρω εκτίθεται, και πρέπει, απορριπτομένου και του σχετικού πέμπτου λόγου εφέσεως, ως ουσία αβασίμου, το δικαστήριο να απορρίψει την έφεση καθ' ολοκληρίαν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό"...
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία, την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010 όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της βασικής αίτησης της 1ης αναιρεσίβλητης, στις 19-9-2013, για την υπαγωγή της στο Νόμο αυτό, διότι από τις παραδοχές του δεν καθίσταται σαφές, εάν τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν ή όχι, για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, την οποία το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, ότι η 1η αναιρεσίβλητη -οφειλέτρια έχει κατά πλήρη κυριότητα μια κατοικία, επιφάνειας 114 Μ2 του Α' ορόφου οικοδομής,που είναι κτισμένη σε οικόπεδο επιφάνειας 342 Μ2 και βρίσκεται στην … επί της οδού ... - συνοικισμός … , ότι αποτελεί τη δυνητική κύρια κατοικία αυτής και της οικογένειάς της, την οποία δεν χρησιμοποιεί για σοβαρούς λόγους και ειδικότερα, διότι σ' αυτήν κατοικεί η υπερήλικη μητέρα της και ότι η κατοικία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον ως κύρια κατοικία.
Με τις ανωτέρω παραδοχές όμως η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως ερεύνησε το ζήτημα, εάν η 1η αναιρεσίβλητη διαμένει σε ακίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της, που είναι κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία της οικογένειας και αποτελούσε ουσιαστική αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2, όπως ίσχυε τότε.
Πρέπει να επισημανθεί, ότι στο εισαγωγικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελίδα 1α αυτής) η 1η αναιρεσίβλητη φέρεται κάτοικος …, θέση …,οδός ..., ενώ στη σελίδα 3β η προσβαλλόμενη αναφέρει ότι η 1η αναιρεσίβλητη εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στο … μέχρι την συνταξιοδότησή της. Η κατοικία αυτή, όπως το αναιρεσείον ισχυρίζεται (ισχυρισμός που συνιστούσε και τον 4ο λόγο της έφεσής του) ανήκει στην πλήρη κυριότητα του συζύγου της και αποτελεί την κύρια κατοικία και οικογενειακή στέγη εντός του οποίου διαμένουν μέχρι και σήμερα.
Επίσης, η προσβαλλόμενη στη σελίδα 6β της απόφασής της δέχεται, ότι η αιτούσα οφειλέτης διαμένει με την οικογένειά της σε ακίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της. Όμως από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει με σαφήνεια, εάν η κατοικία, στην οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι διαμένει η 1η αναιρεσίβλητη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στις 28-9-2016 (οπότε ίσχυε ο ευμενέστερος Ν.4346/20150-4η έκδοση του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010), και ανήκει στην ιδιοκτησία του συζύγου της, είναι εκείνη, που η αιτούσα δηλώνει ως κατοικία αυτής στο … και στην οποία αυτή διέμενε κατά την άσκηση της αίτησής της (19-9-2013) για την υπαγωγή της στο Ν.3869/2010, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, με δεδομένο, ότι εφαρμόζεται ο Ν.4161/2013, ή εάν η κατοικία, που βρίσκεται στο … είναι μισθωμένη.
Εκτός τούτου, από τις παραδοχές δεν προκύπτει με σαφήνεια, εάν η κατοικία του συζύγου της 1ης αναιρεσίβλητης είναι κατάλληλη, για να χρησιμοποιηθεί ως οικογενειακή στέγη και ειδικότερα, εάν καλύπτει ή όχι τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας, ζήτημα ουσιώδες για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010, όπως ίσχυε υπό την ισχύ του Ν.4161/2013, με δεδομένο ότι ο νόμος δεν αρκείται μόνο στην ύπαρξη ακινήτου του συζύγου, αλλά απαιτεί, επί πλέον, τούτο να είναι κατάλληλο και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.
Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το αίτημα περί εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας της 1ης αναιρεσίβλητης ήταν ουσιαστικά βάσιμο, χωρίς όμως συγχρόνως να ερευνήσει και να αξιολογήσει τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ΤΠΔ, που αποτελούσε ουσιαστική αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν 3869/2010, υπό την ισχύ του Ν.4161/2013, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της αίτησης (19-9-2013) για την υπαγωγή στο Ν.3869/2010, εφόσον η ευμενέστερη τροποποίηση αρχίζει από 1-1-2016, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης και ειδικότερα, τον ισχυρισμό περί του εάν η αιτούσα -1η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησής της, διέμενε ή όχι σε ακίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της, που είναι κατάλληλο και μπορούσε να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας, διέλαβε ελλιπή και ασαφή αιτιολογία, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, όπως ίσχυε τότε, την οποία επομένως το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή.
Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής από την προσβαλλόμενη απόφαση του μεταγενέστερου και ευμενέστερου Ν.4346/2015, εφόσον απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν και συνεπώς, όπως προκύπει εξ αντιδιαστολής των άρθρων 533 παρ.2 και 535 ΚΠολΔ, το Εφετείο δεν μπορούσε να εφαρμόσει τον ευμενέστερο νόμο, που ίσχυε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Συνακόλουθα, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, που αφορά την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας της 1ης αναιρεσίβλητης-αιτούσας την υπαγωγή της στο Ν.3869/2010. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης, καθίσταται αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 1ου αναιρετικού λόγου για την ευθεία παραβίαση του άρθρου 9 παρ.2 Ν.3869/2010,που επίσης πλήττει το ίδιο κεφάλαιο και αποβλέπει στην παραδοχή της αναίρεσης.
Συμπερασματικά κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση, διότι το αναιρεσείον ως ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' αρ. 28 παρ.4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 897/2020, ΑΠ 1150/2019).
Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010),διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 εδ.
β του Ν.3869/2010, κατά την οποία ...<<δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ...>> και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017,ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 149/2017 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά το μέρος της υπόθεσης, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ