486/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated486/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 3899/2010 ( ΦΕΚ Α 212/17.12.2010) "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" , στο τέλος του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α' 65/06.05.2010) "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο", προστέθηκε-μεταξύ των άλλων- η παράγραφος 17 που έχει ως εξής: "17.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 486 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 486 / 2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσης ανώνυμου εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... Α.Ε.)" που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από α)τον Υπουργό Οικονομικών και β)την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ...", νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως ειδικής διαχειρίστριας του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσης ... ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/8/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2022/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 7/3/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 07.03.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 270/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε (...-ΑΕ)", νομίμως εκπροσωπουμένου α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την Ανώνυμη Εταιρείας με την επωνυμία "...
Ορκωτοι Ελεγκτές Λογιστές Ανώνυμη Εταιρεία, ως ειδική διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης ...-ΑΕ, που μεταβιβάστηκαν στη Δημόσιο, κατά της 2022/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ειδικότερα: α) υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος 20.000 ευρώ και β) αναγνωρίσθηκε ότι αυτό υποχρεούται να καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσό των 16.000 ευρώ.
Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Με το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 3833/2010 οι πάσης φύσεως αποδοχές των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και των εργαζομένων στους ανωτέρω φορείς με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μειώθηκαν κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 3899/2010 ( ΦΕΚ Α 212/17.12.2010) "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" , στο τέλος του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α' 65/06.05.2010) "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο", προστέθηκε-μεταξύ των άλλων- η παράγραφος 17 που έχει ως εξής: "17.
Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, απαγορεύεται από 1.1.2011 να υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
Για την εφαρμογή του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές ή αποζημιώσεις, όπως διαμορφώνονται μετά την εφαρμογή των επόμενων παραγράφων.
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 εφαρμόζεται αναλόγως και για τον υπολογισμό του ορίου της παρούσας παραγράφου.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού, μετά από εισήγηση της Ειδικής Γραμματείας Δ.Ε.Κ.Ο. επιτρέπεται υπέρβαση του ορίου που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο, ανάλογα με τα ειδικά προσόντα ή τις ειδικές συνθήκες απασχόλησης και τη θέση ιδιαίτερης ευθύνης στην οποία υπηρετούν, σε στελέχη των ανωτέρω φορέων και μέχρι του ορίου της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α). Για το ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων παροχών του Προέδρου ή Διοικητή ή Διευθύνοντος Συμβούλου των φορέων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010" Εξάλλου, κατά το άρθρο 31 παρ.4 -5 του Ν. 4024/2011(ΦΕΚ Α 226/27.10.2011), "4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. "Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%.
" 5. Για τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τις εταιρείες της υποπαραγράφου 1β, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 65% του μέσου κατά κεφαλήν αντίστοιχου κόστους της επιχείρησης, του οργανισμού ή της εταιρείας, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά τη ν 31.12.2009.Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, μικρότερο των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ κατά μήνα, ισχύει ως όριο το όριο των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ κατά μήνα." Από τις διατάξεις αυτές του Ν.4024/2011, που ισχύει από 27.10.2011 (ΦΕΚ Α 226/27.10.2011) σαφώς προκύπτει ότι η έννοια του ανώτατου ορίου του μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού, πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά δεν συμπίπτει με το ανώτατο όριο μηνιαίων αποδοχών.
Είναι πρόδηλο ότι το μέσο κατά κεφαλή κόστος διαμορφώνεται από διαφορετικά κόστη ανώτερα ή κατώτερα, τα οποία αθροιζόμενα και εν συνεχεία διαιρούμενα διαμορφώνουν το μέσο κατά κεφαλή κόστος (ΑΠ 113/2017) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά το ν. 2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση κατέστη απαιτητή.
Με τη διάταξη αυτή θεσπίσθηκε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 280 ΑΚ, άσκησης του δικαιώματος του μισθωτού που απολύθηκε για καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης. Η αξίωση αποζημίωσης γεννάται και είναι απαιτητή από την ημέρα της απόλυσης (ΟλΑΠ 16/1994, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 277/2006).
Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ. όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008).
Η καθιερουμένη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρων 144 § 1 και 145 § 2 ΚΠολΔ) αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμον εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 572/2018, ΑΠ 172/2018, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, ΑΠ 1938/2007).
Εξάλλου, η αποσβεστική αυτή προθεσμία αποσκοπεί στην ανάγκη ταχείας άρσης κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη.
Όταν δε παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του ως άνω δικαιώματος (ΑΠ 572/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1159/2018).
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017, ΑΠ 1159/2018).
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 26.08.2011 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι κατά την 01.03.1998 προσλήφθηκε από την αρχικά εναγόμενη ... Α.Ε." δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που κατ' επίφαση ονομάστηκε ορισμένου χρόνου, ενώ ήταν αορίστου χρόνου, και απασχολήθηκε με διαδοχικές ανανεώσεις αυτής, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, μέχρι την 28.02.2011, οπότε η τελευταία κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απολύσεως.
Eνόψει αυτών, ζήτησε, κατ' επιτρεπτό περιορισμό αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη, και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος αυτής, να του καταβάλει 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει 30.897,70 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσής του δεδομένου ότι ο τελευταίος μισθός του ανερχόταν σε 4.847,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την απόλυσή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, με βάση τη σύμβαση εργασίας άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2022/2015 απόφαση, με την οποία αυτή κρίθηκε νόμιμη μόνο για το ποσό των 36.000 ευρώ συνολικά, κατά τον ν. 3845/2010 (άρθρο 3) και έγινε εν μέρει δεκτή κατ'ουσίαν, υποχρεώθηκε δε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα 20.000 ευρώ και αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να του καταβάλει 16.000 ευρώ, με επιτόκιο 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής.
Κατόπιν ασκήσεως έφεσης από τους : α) το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικό διάδοχο της αρχικής εναγόμενης και β) την εταιρεία με την επωνυμία "... Ορκωτοί Λογιστές Ανώνυμη Εταιρεία", με την ιδιότητά της ως Ειδικής Διαχειρίστριας του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της αρχικής εναγόμενης ...
ΑΕ, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Το Μονομελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: " Με την από 1-3-1998 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικά εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και του ενάγοντος, ο τελευταίος προσλήφθηκε προκειμένου να προσφέρει την εργασία του σ' αυτήν σε θέση Ειδικού Συμβούλου του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της επί οικονομικών θεμάτων.
Με τη σύμβαση ορίσθηκε η λήξη της στις 28-2-1999 γι'αυτό και ονομάστηκε ορισμένου χρόνου. Ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, οπότε η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε από 1-3-2000 έως 29-2-2001 και στη συνέχεια διαδοχικά από 1-3-2001 έως 28-2-2002, από 5-3-2002 έως 4-3- 2003, από 5-3-2003 έως 4-3-2004, από 10-3-2004 έως 9-3-2005, από 10-3-2005 έως 9-3-2006, από 10-3-2006 έως 9-3-2007, από 10-3-2007 έως 9-3-2008, από 10-3-2008 έως 28-2-2009, από 1-3- 2009 έως 28-2-2010.
Με τη λήξη της τελευταίας ανανέωσης ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη μέχρι την 1-7-2010, οπότε καταρτίστηκε η 12η κατά σειρά σύμβαση ανανέωσης. Ο ενάγων από την πρόσληψή του μέχρι τον Φεβρουάριο 2002 απασχολήθηκε σε θέση Ειδικού Συμβούλου του Προέδρου επί Οικονομικών θεμάτων, ειδικότερα όσον αφορά τον εξορθολογισμό των οικονομικών μεγεθών της εναγόμενης εταιρείας, την εξοικονόμηση πόρων με τη συγχώνευση Διευθύνσεων, την ενοποιημένη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, ενώ ήταν υπεύθυνος για την εφαρμογή των δράσεων του επιχειρηματικού σχεδίου παρακολουθώντας αυστηρά τον προϋπολογισμό, ώστε να επιτευχθεί η λειτουργική αναδιοργάνωση και οικονομική εξυγίανση της εταιρείας.
Στη συνέχεια και από τις 5-3-2002 μέχρι και τις 28-2-2011 αυτός ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Διεύθυνση Marketing και Διαφήμισης της Γενικής Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας, θέση η οποία υπαγόταν στο προσωπικό ειδικών θέσεων, έχοντας, βάσει του Οργανογράμματος της εναγομένης ... ΑΕ την αποκλειστική ευθύνη δύο Τμημάτων, που αφορούσαν την πώληση και προώθηση του διαφημιστικού χρόνου της ΕΡΑ.
Έτσι είχε την εποπτεία επτά (7) ραδιοφωνικών σταθμών της Δημόσιας Ραδιοφωνίας (NET, Δεύτερο, Τρίτο, ΕΡΑΣΠΟΡ, ΚΟΣΜΟΣ, ΑΠΟΔΗΜΟΥ, ΦΙΛΙΑ), ήταν δε υπεύθυνος για την σχεδίαση και κατάρτιση της εμπορικής και τιμολογιακής πολιτικής των Διαφημίσεων και χορηγιών των ραδιοφώνων της ΕΡΑ καθώς και υπεύθυνος για την πώληση και υλοποίηση των διαφημιστικών και χορηγικών πακέτων όλων των μεγάλων αθλητικών και καλλιτεχνικών γεγονότων κάλυψης της ΕΡΑ (Ολυμπιακοί Αγώνες, Μουντιάλ, Eurovision), τέλος δε ήταν υπεύθυνος προωθητικών ραδιοφωνικών σταθμών, έχοντας την τελική ευθύνη για τα έσοδα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.
Η επιλογή του ενάγοντος, τόσο για την πρόσληψή του, όσο και για την τοποθέτησή του στις παραπάνω θέσεις ευθύνης έγινε λόγω των τυπικών και ουσιαστικών του προσόντων καθόσον είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της …..ενώ διέθετε εξειδικευμένη εμπειρία. Η εναγόμενη είχε ανάγκη για την κάλυψη των παραπάνω θέσεων σε μόνιμη και διαρκή βάση, γι'αυτό άλλωστε και ανανέωνε αδιαλείπτως την αρχική σύμβαση του ενάγοντος, ο οποίος λόγω των προσόντων του ήταν κατάλληλος γι' αυτές.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης προκύπτει και από το ότι η εναγόμενη αμέσως μετά την λήξη και της τελευταίας ως άνω σύμβασής του τοποθέτησε άλλο πρόσωπο στις θέσεις που τον απασχολούσε. Σε κάθε περίπτωση άλλωστε οι ανάγκες της στη θέση Διεύθυνσης Marketing και Διαφήμισης της Γενικής Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας, δεν ήταν έκτακτες ούτε απρόβλεπτες αλλά ήταν συνήθεις, τρέχουσες, τακτικές, προβλέψιμες και υπάρχουσες, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής, καθόσον οι διαφημίσεις αποτελούσαν την κύρια πηγή του εισοδήματος της.
Επομένως.... με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εκ μέρους της εναγόμενης ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από το σκοπό και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας της ενάγουσας, τις ανάγκες της άνω υπηρεσίας της εναγομένης και τις λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων ως ανωτέρω δόθηκε με προφανή σκοπό την καταστρατήγηση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920.
Συνεπώς, κατόπιν αυτών, οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 αλλά και πριν από την έναρξη ισχύος της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001) και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), μπορούσαν δε οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να προσλάβουν το χαρακτήρα αυτό (ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος (άρθρο 103 παρ. 7 και 8) και της Κοινοτικής Οδηγίας (1999/70/ΕΚ), καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος άρχισε πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών και δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση παρότι η σχέση εργασίας του συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους.
Την 1-3-2011 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αφού μετά τη λήξη της τελευταίας ανανέωσης, κατά τα άνω, δεν αποδεχόταν την εργασία του. Όμως, δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο και δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, η οποία δεδομένου ότι ο ενάγων είχε συμπληρώσει 13 έτη συνεχούς απασχόλησης και σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920 και του ν. 3198/1955 ανέρχεται στο ποσό των 36.000 ευρώ [4.000 ευρώ μην.
μισθός - σύμφωνα με τον περιορισμό του άρθρου 3 του ν. 3845/2010, όπως ισχύει - X 9 μήνες). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ως άνω και επιδίκασε στον ενάγοντα το ίδιο ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες (το Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικός διάδοχος και η δεύτερη εκκαλούσα ως ειδική διαχειρίστρια της καταργηθείσας αρχικής εναγόμενης ...
ΑΕ), που νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη που άνοιξε με την ένδικη αγωγή, με τους λόγους της έφεσής τους, ενιαία κρινόμενους, είναι αβάσιμα και οι λόγοι αυτοί απορριπτέοι" Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης επικαλούμενο πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 και 1 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι το Εφετείο:
α) δεν έλαβε υπόψη του τον τρίτο λόγο εφέσεως και β) παραβίασε το άρθρο 31 του Ν.4024/2011 και προσδιόρισε για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 4.000 ευρώ ενώ έπρεπε να καθορίσει αυτόν στο ποσό των 1900 ευρώ, που αποτελούσε ανώτατο όριο αμοιβών του προσωπικού για την κατηγορία του ενάγοντος.
Κατά τα εκτεθέντα όμως παραπάνω, ορθά το Εφετείο δεν εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 4024/2011, αφού κατά το χρόνο που λύθηκε η σύμβαση εργασίας (01.03.2011) είχε εφαρμογή το άρθρο 3 παρ.17 του Ν.3845/2010, με βάση το οποίο προσδιόρισε για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 4000 ευρώ.
Συνεπώς, το Εφετείο ορθά απέρριψε κατ' ουσίαν τον σχετικό 3ο λόγο εφέσεως (απορρίπτοντά τον ενιαίως με τους λοιπούς λόγους εφέσεως) τον οποίο έλαβε υπόψη του. Κατ' ακολουθία αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 και αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι Το Εφετείο :
α) δεν έλαβε υπόψη του τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης τέταρτο λόγο της έφεσης που αναφέρεται ειδικότερα στον ισχυρισμό περί απόσβεσης του δικαιώματος αποζημιώσεως του ενάγοντος λόγω συμπληρώσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας β) εσφαλμένα δεν εφήρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.3198/1955.
Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, όπως προκύπτει σαφώς από την προεκτεθείσα διατύπωση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τον τέταρτο λόγο εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και κατ' ακολουθία ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος) από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε στην ... μέχρι την 28.02.2011 ασκώντας "καθήκοντα Προϊσταμένου της Διεύθυνση Marketing και Διαφήμισης της Γενικής Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας, θέση η οποία υπαγόταν στο προσωπικό ειδικών θέσεων, έχοντας, βάσει του Οργανογράμματος της εναγομένης της ...
ΑΕ την αποκλειστική ευθύνη δύο Τμημάτων, που αφορούσαν την πώληση και προώθηση του διαφημιστικού χρόνου της ΕΡΑ....." Από τα διαδικαστικά έγγραφα τα δίκης προκύπτει ότι ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά την 29.08.2011 (βλ. την ….04/29.08.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Α. Κ.). Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία άρχισε κατά την 01.03.2011 και συμπληρώθηκε κατά την 01.09.2011.
Κατ' ακολουθία αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος) από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07.03.2018 αίτηση για αναίρεση της 270/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος)
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 12 Φεβρουαρίου 2019
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 3 Μαΐου 2019
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ