Legislator Case Law & Legislation
486/2018 AI generated

486/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 486/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 486 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

486/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 486 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
property protection under ECHR Turkish nationals rights of ownership previous legal status protection of acquired rights access to property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 486 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 486 / 2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ισραηλιτική Κοινότητα …" που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Νίκο Αλιβιζάτο και Αντώνιο Καραμπάτζο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλη Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-1981 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3387/1983,2698/1984 προδικαστικές, 33723/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3257/2000, 2378/2001, 96/2005 προδικαστικές και 2276/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσίβλητο, με την από 13-10-2005 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 458/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η 658/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2016 αίτησή της και από 4-9-2017 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι καθώς και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1124/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το από 26-12-1920 Β.Δ, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 3 του Ν. 1322/1918, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες του ενάγοντας ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ισραηλιτική Κοινότητα ….", για την αποκατάσταση των πυροπαθών Ισραηλιτών από την πυρκαγιά του έτους 1917, συνολική έκταση 290.927 τετρ. πήχεων, που βρισκόταν στη … και συνόρευε... Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβανόταν και η με αριθμό ΚΠ 26 ιδιοκτησία, με φερόμενο εμβαδό 13.111,50 τμ., που ανήκε στον Ιταλό υπήκοο Ι. Σ. Μ. και συνόρευε... Μετά τη δημοσίευση του εν λόγω ΒΔ, με το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, το ενάγον επελήφθη της νομής της απαλλοτριωθείσας έκτασης, στην οποία διαμόρφωσε τον Ισραηλιτικό συνοικισμό 0151, σύμφωνα με το εγκεκριμένο το έτος 1925 σχέδιο ρυμοτομίας της πόλης της …., βάσει δε του σχεδίου αυτού, τμήμα της υπ' αριθ. 26 ιδιοκτησίας, απετέλεσε, μαζί με τις υπ' αριθ. 22, 23 και 24 ιδιοκτησίες, το 23 ΟΤ, που περικλείεται από τις οδούς..., άλλο τμήμα της καταλήφθηκε από την ... και το υπόλοιπο απετέλεσε μαζί με άλλες ιδιοκτησίες το 25 ΟΤ. Η επίδικη υπ' αριθ. 26 ιδιοκτησία, όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ στο συνημμένο στην από 26-6-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα, έχει συνολικό εμβαδόν 7.332,94 τμ. και από την έκταση αυτή, α) τμήμα εμβαδού 480,84 τμ., καταλαμβάνει η οδός ..., που δημιουργήθηκε σε εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Θεσσαλονίκης, β) τμήμα εμβαδού 1108,67 τμ., καταλαμβάνει η ιδιοκτησία των Ι. Μ. και Β. χας Γ. Β., που αναγνωρίστηκαν αμετάκλητα κύριοι με την υπ' αριθ. 126/1970 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με τις υπ' αριθ. 161/1971 και 870/1973 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, γ) τμήμα εμβαδού 1155,43 τμ., κατατμήθηκε από το ενάγον σε αυτοτελή οικόπεδα τα οποία εκποίησε σε τρίτους μη διαδίκους και δ) η υπόλοιπη έκταση εμβαδού 4.588 τμ., αποτελείται από δυο τμήματα, ήτοι τμήμα εμβαδού 4.170,92 τμ., που περικλείεται μεταξύ των οδών..., στο οποίο υπάρχουν μικρά κτίσματα, λειτουργούν πρατήριο υγρών καυσίμων, πλυντήρια αυτοκινήτων, χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων και τμήμα εμβαδού 417,08 τμ., που περικλείεται μεταξύ των οδών ..., και Ι. Μ. κλπ, στο οποίο έχει ανεγερθεί πολυόροφη οικοδομή. Ο ως άνω κύριος της απαλλοτριωθείσας ΚΠ 26 ιδιοκτησίας, Ιταλός υπήκοος, Ι. Σ. Μ., απεβίωσε στην Ιταλία την 16-11-1943 και κληρονομήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. …88/1940 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Ο. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 62/8-4-1947 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από τα τέκνα του Η. Ε., Α., Α. και Κ. και τις νύφες του Μ. και Τ., Ιταλούς υπηκόους, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα περιστατικά, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, περί παρόδου της τασσόμενης από το νόμο αποσβεστικής προθεσμίας, μέσα στην οποία έπρεπε να ασκηθεί το οποιοδήποτε δικαίωμα του ενάγοντος. Κατά το έτος 1947 και πριν από την ισχύ του α.ν. 1530/1950, δηλαδή πριν από την 9-11-1950 (ΦΕΚ Α' 247/29-10-1950), το επίδικο ως άνω ακίνητο συνολικού εμβαδού 4.588 τμ., τέθηκε υπό τη μεσεγγύηση του Δημοσίου ως εχθρική περιουσία κατά τις διατάξεις του α.ν. 2636/1940, ως ανήκον σε Ιταλούς υπηκόους (ήτοι τους κληρονόμους του Ι. Σ. Μ., Κάρολο, Μ. και Τ.), καθόσον με το β.δ. της 10/10.11.1940, που ίσχυσε αναδρομικά από της 28.10.1940, ορίστηκε ότι μεταξύ των προσώπων που χαρακτηρίζονται ως "εχθρός" κατά τις διατάξεις του παραπάνω α.ν. περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα που έχουν ιθαγένεια ιταλική και ορίστηκαν ως διαχειριστές οι Κ. Α. και Γ. Δ., υπάλληλοι του Γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, οι οποίοι το διαχειρίζονταν έκτοτε και το παρέδωσαν στη συνέχεια την 21-6-1957 κατά το 1/2 στο Δημόσιο (βλ. σχετικό με ημερομηνία 21-6-1957 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής). Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο είχε εκδηλώσει τη βούλησή του να ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ/μα 1138/1949 δικαιώματά του αναφορικά με την περιουσία αυτή, η οποία πριν από την ισχύ αυτού του α.ν. είχε περιέλθει ως μεσεγγυημένη υπό κατοχή των ως άνω υπαλλήλων του ως διαχειριστών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1530/1950, η ισχύς του οποίου με βάση το β. δ/μα της 4/13.5.1955 επεκτάθηκε από τη δημοσίευση του τελευταίου και επί των ιταλικών περιουσιών, που ορίζει "1. Τρίτοι, μη εχθροί διεκδικούντες ίδια, οιασδήποτε φύσεως, δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων, περί ων αι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν.Δ. 1138/1949, δικαιούνται, ως πας έχων έννομον συμφέρον μη εχθρός, αμφισβητών τα κατά τας ως άνω διατάξεις δικαιώματα του Δημοσίου, όπως, εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας, αρχομένης από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, και μη παρεκτεινομένης λόγω αποστάσεως, αιτήσωνται την αναγνώρισιν και ικανοποίησιν του δικαιώματος των δι' αγωγής των απευθυνομένης ενώπιον του υπό των διατάξεων του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου προβλεπομένου δικαστηρίου στρεφομένης κατά του Δημοσίου και κοινοποιουμένης αυτώ εντός οκτώ ημερών από της καταθέσεώς της. Έτσι, προκειμένου να προβάλει το ενάγον - τρίτος, μη εχθρός - δικαιώματα επί του επιδίκου ακινήτου, ήτοι περιουσιακού στοιχείου που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω β.δ/τος της 4/13.5.1955, το οποίο (περιουσιακό στοιχείο) αναφέρεται σε εχθρική περιουσία, για την οποία το Ελληνικό Δημόσιο είχε ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ/μα 1138/1949 δικαιώματά του, δεδομένου ότι αυτή είχε περιέλθει ως μεσεγγυημένη υπό την κατοχή των ως άνω υπαλλήλων του, ως διαχειριστών, έπρεπε να ασκήσει τα επικαλούμενα με την αγωγή δικαιώματά του αυτά με έγερση αναγνωριστικής αγωγής κατά του Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία, που άρχιζε από την έναρξη ισχύος του εν λόγω β.δ/τος, δηλαδή, στις 13-5-1955 και έληξε την 13-8-1955 (άρθρο 2 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950, η οποία δεν εξαιρέθηκε της επέκτασης εφαρμογής από τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 του πιο πάνω β.δ/τος, ενώ για τις περιουσίες που δεν είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση δεν ισχύει ο χρονικός αυτός περιορισμός και η εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών (ΑΠ 832/2007, ΑΠ 458/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 10-2-1981 και κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την 20-2-1981, δηλαδή μετά την πάροδο της παραπάνω αναφερόμενης τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας. Με βάση τα ανωτέρω, το δικαίωμα της ενάγουσας Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, που ασκείται με την ένδικη αγωγή, είχε αποσβεστεί με την παρέλευση της τασσόμενης από το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950 τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, η οποία άρχισε από 13-5-1955 και έληξε την 13-8-1955, με βάση το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 2 του Β.Δ/τος 4/13.5.1955, μέσα στην οποία και μόνο μπορούσε για οποιοδήποτε λόγο να ζητήσει την αναγνώριση και ικανοποίηση του δικαιώματος της με αγωγή της στρεφόμενη κατά του Δημοσίου και απευθυνομένη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Επομένως, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, για παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο αποσβεστικής προθεσμίας, μέσα στην οποία όφειλε να ασκηθεί το δικαίωμα της ενάγουσας Ισραηλιτικής Κοινότητας, ο οποίος κατά την κρίση της ως άνω αναιρετικής απόφασης, θεωρείται επιγενομένως, ότι παραδεκτά προτάθηκε το πρώτον στο Εφετείο με μόνες τις προτάσεις του εκκαλούντος λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 269 § 1 εδάφιο β' και 527 Κ.Πολ.Δ., και ο οποίος κατατείνει όχι στην εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης, αλλά στην απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής λόγω της απόσβεσης του δικαιώματος του ενάγοντος προς άσκησή της με την παρέλευση άπρακτης της προαναφερόμενης τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη". Στη συνέχεια το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το προαναφερόμενο σκέλος της (αναγνωριστικό κυριότητας ακινήτου). Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προσκομιζομένων με επίκληση εγγράφων, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τον ισχυρισμό, τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο της από 7-2-1981 αγωγής της και στις από 7-6-1983, 4-5-1984 και 19-4-1999 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από 28-9-2000, 15-3-2001, 27-9-2004, 17-5-2005 ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, όσο και προς αντίκρουση της προβληθείσας, ως άνω, καταλυτικής της αγωγής, ένστασης, στις ενώπιον του Εφετείου από 23-9-2015 προτάσεις της, ότι με τη συντέλεση της αναφερόμενης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα με την πλήρη καταβολή της καθορισθείσας νομοτύπως αποζημίωσης, για την οποία εκδόθηκε το συναφές υπ' αριθ. 1933/1934 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης και τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης στο ΦΕΚ (τ. 241 Παράρτημα/14-11-1934), μεταβιβάσθηκε σ' εκείνη η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και αποσβέσθηκε έκτοτε (1934) κάθε εμπράγματο επ' αυτού δικαίωμα του προηγουμένου κυρίου Ι. Σ. Μ. και οποιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου και, ως εκ τούτου, η επίδικη περιουσία, ως "μη εχθρική", δεν θα μπορούσε να τεθεί σε μεσεγγύηση, σύμφωνα με τον α.ν. 2636/1940 και να περιέλθει στη συνέχεια στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου. Παρά τη νομότυπη εκ μέρους της αναιρεσείουσας προβολή του προαναφερόμενου και αποτελούντος "πράγμα" κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο.

Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων (κυρίων και προσθέτων) αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 14-10-2016 αναίρεση και τους από 4-9-2017 προσθέτους λόγους της.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 658/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ