Legislator Case Law & Legislation
486/2017 AI generated

486/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 486/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

486/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Keywords

AI generated
withdrawal of driving license dismissal of traffic proceedings ratification of settlement export refunds reassignment of claim movement certificate
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 486 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 486/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αντώνιο Παπασταυρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουλουρούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 374/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 30-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. έκτος και έβδομος λόγοι της αιτήσεως, κατά το μέρος τους που αφορά την χρηματική ικανοποίηση και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παραστεί στο δικαστήριο εκείνος που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ. ΑΠ 13/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης Αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπομένους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την από 17-11-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 374/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων τις αντίθετες εφέσεις αυτών, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες και απέρριψε. Η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Α.

Κ. Γ., δυνάμει του χορηγηθέντος σ'αυτόν υπ' αριθ. …53/…-04-2015 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου … Ν. Σ., με το οποίο ο αναιρεσείων διορίζει ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο τον άνω δικηγόρο στον οποίο παρέχεται η εντολή και το δικαίωμα να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να παρασταθεί και να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτησή της κατά την αρχική ή άλλη μετ' αναβολή δικάσιμο και να προβαίνει σε κάθε άλλη διαδικαστική πράξη που απαιτείται.

Με την από 23-04-2015 Πράξη της Προέδρου του παρόντος Τμήματος, ορίσθηκε αρχικώς δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως η 14-12-2015, κατά την οποία παραστάθηκαν αμφότεροι οι διάδικοι διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και συγκεκριμένα, ο μεν αναιρεσείων διά του ως άνω δικηγόρου, δυνάμει του προρρηθέντος πληρεξουσίου, ο δε αναιρεσίβλητος διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ι.

Κ., δυνάμει του υπ' αριθ. …94/…-12-2015 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου … Θ. Μ., κατόπιν δε κοινού αιτήματός τους η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (17-10-2016). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, εκπροσωπήθηκε ο αναιρεσίβλητος με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, με δήλωση που κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αντώνιο Παπασταυρόπουλο, χωρίς να προσκομίσει πληρεξούσιο του τελευταίου προς τούτο, ο οποίος και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως πλην όμως το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στην συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος του αναιρεσείοντος Α. Κ. Γ., υπογράφει την αίτηση αναιρέσεως και παραστάθηκε για λογαριασμό του, κατά την προηγούμενη δικάσιμο που είχε αναβληθεί η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο, δυνάμει του προρρηθέντος ειδικού πληρεξουσίου, με το οποίο ο αναιρεσείων διορίζει ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο τον άνω δικηγόρο στον οποίο παρέχεται η εντολή και το δικαίωμα σ'αυτόν να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να παρασταθεί και να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτησή της κατά την αρχική ή άλλη μετ' αναβολή δικάσιμο και να προβαίνει σε καθέ άλλη διαδικαστική πράξη που απαιτείται.

Επομένως, εφόσον ο μη παρασταθείς νομίμως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (17-10-2016) αναιρεσείων, εφόσον είχε παρασταθεί με πληρεξούσιο δικηγόρο που είχε διοριστεί κατά νόμιμο τρόπο κατά τη δικάσιμο που δόθηκε η αναβολή (άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ), η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση αυτού, αφού είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο εκείνη.

Συνεπώς, πρέπει η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει παρά την απουσία του, ερήμην αυτού, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 578 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδ. γ'και δ'και 575 εδ. β'ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.

Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, που ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση, η δε παραίτηση από το δικαίωμα ανακλήσεως είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, και εκείνη του άρθρου 724 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, ενώ αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου συνάγεται ότι, ναι μεν η πληρεξουσιότητα και η τυχόν εντολή που αποκτάται με αυτήν είναι κατ" αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, όμως από το δικαίωμα της ανακλήσεως χωρεί κατ' εξαίρεση παραίτηση, που καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου ή αν αφορά συνάμα το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και του πληρεξουσίου του (αντιπροσώπου) ή τρίτου, οπότε καθίστανται ανέκκλητες.

Εάν η πληρεξουσιότητα (και η εντολή) συμφωνήθηκε ισχυρώς ως αμετάκλητη, τότε η παρά τη σχετική συμφωνία ανάκλησή της είναι άκυρη και δεν επιφέρει παύση της πληρεξουσιότητας, (και της εντολής), εκτός αν συνέτρεξε προς τούτο σπουδαίος λόγος, βάσει της γενικής αρχής η οποία συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 672, 752 και 766 ΑΚ, αναλόγως, εν προκειμένω, εφαρμοζόμενες.

Σπουδαίος δε λόγος προς ανάκληση της ανέκκλητης πληρεξουσιότητα, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, ο οποίος, ως νομική έννοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, υπάρχει όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 288 ΑΚ) να αξιωθεί από τον αντιπροσωπευόμενο να μην προβεί στην ανάκληση.

Στην περίπτωση δε που χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο αντιπροσωπευόμενος προβαίνει στην ανάκληση της εντολής, η οποία κατά τα ανωτέρω συμφωνήθηκε ανέκκλητη, ως αφορώσα αποκλειστικώς το συμφέρον του εντολοδόχου, ο τελευταίος δικαιούται να αξιώσει από τον αντιπροσωπευόμενο την ζημία που υπέστη (θετική και αποθετική).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 ν. 3446/2006: "Αν δημευθεί φορτηγό όχημα δημόσιας χρήσης για οποιονδήποτε λόγο, ο δικαιούχος του δικαιώματος κυκλοφορίας μπορεί να το αντικαταστήσει με άλλο, εντός προθεσμίας δύο ετών από την ημέρα έκδοσης της απόφασης δήμευσης από το πρωτόδικο ποινικό δικαστήριο, εφόσον πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις, προσκομίσει δε τα απαραίτητα δικαιολογητικά και νέο όχημα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τη διενέργεια οδικών εμπορευματικών μεταφορών, προκειμένου να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας φορτηγού οχήματος δημόσιας χρήσης.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και σε περίπτωση δήμευσης επιβατικού Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτου που κατελήφθη να μεταφέρει λαθρομετανάστες". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Η διάταξη αυτή αποτελεί γενική ρήτρα, συμπληρωματική αυτής του άρθρου 914 ΑΚ και διευρύνει το περιεχόμενο της αδικοπρακτικής ευθύνης, ενώ απαιτείται ως απαραίτητη, πλην άλλων, προϋπόθεση, η συμπεριφορά του προσώπου να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 919 ΑΚ, που αποτελούν και στοιχεία του δικογράφου της αγωγής, είναι α) συμπεριφορά κάποιου αντικείμενη στα χρηστά ήθη, στις επιταγές δηλαδή της επικρατούσας κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, β) πρόθεση ζημίας του άλλου, γ) να προκληθεί πράγματι ζημία σε άλλον και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του ζημιώσαντος και της ζημίας.

Η διακρίβωση της αντίθεσης ορισμένης συμπεριφοράς στα χρηστά ήθη γίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από το δικαστήριο, το οποίο εξειδικεύει αυτά, η έννοια των οποίων είναι νομική. Κριτήριο του αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά ενέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη, αποτελεί το, κατά τον κρίσιμο χρόνο και στον αντίστοιχο χώρο, κοινό, για την επιβαλλόμενη συμπεριφορά, συναίσθημα, το εκφραζόμενο στις σχετικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση.

Προκειμένου δε να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την ανωτέρω έννοια, προς τα χρηστά ήθη συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη θεμιτού, τυχόν, σκοπού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.

Επιπλέον, απαιτείται η αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά να συνοδεύεται με πρόθεση ζημίας του άλλου, με την έννοια ότι ο ζημιώσας δεν είναι απαραίτητο να ορμάται από τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον, αλλά αρκεί μόνο να είναι εν γνώσει ότι η συμπεριφορά του είναι δυνατόν να προξενήσει ζημία σε άλλον και παρόλα αυτά να μην απέχει από την πράξη ή την παράλειψη.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 19.12.1996 ο υιός του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) Α. Τ., αυτοκινητιστής στο επάγγελμα, συμφώνησε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) να του χρησιδανείσει ένα αυτοκίνητο όχημα έλξεως (τράκτορα) τύπου VOLVO F12 380 ίππων, με παλαιό αριθμό κυκλοφορίας …86 και νέο αριθμό κυκλοφορίας …70, με αριθμό πλαισίου Φ 12…, για το οποίο είχε εκδοθεί το υπ' αριθ. 85…/12.12.1991 βιβλιάριο κατοχής και κυριότητας αυτοκινήτου, προκειμένου να μεταφέρει άλευρα από την Ιταλία στην Ελλάδα.

Ο εναγόμενος παρέδωσε τον τράκτορα, τον οποίο ο Α. Τ. χρησιμοποίησε για τη μεταφορά ρυμουλκούμενου οχήματος, πλην όμως, λόγω ανευρέσεως στο ρυμουλκούμενο όχημα λαθρομεταναστών, κατασχέθηκαν στην Ιταλία από τις αρμόδιες αρχές το όχημα και ο τράκτορας, παραμένοντας έκτοτε αυτά κατασχεμένα και ακινητοποιημένα σε χώρο φύλαξης στο Μπάρι, στη διάθεση των Ιταλικών Δικαστικών Αρχών.

Ενόψει τούτων, ο ενάγων ως αυτοκινητιστής που είναι, συμφώνησε με τον εναγόμενο την αγορά του συγκεκριμένου οχήματος (τράκτορα) με την άδεια κυκλοφορίας του, η μεταβίβαση του οποίου θα γινόταν όταν θα καθίστατο τούτο νομικά δυνατό. Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 16.000.000 δραχμών (ήτοι 46.995 ευρώ), το οποίο κατέβαλε ο ενάγων στον εναγόμενο περί τα μέσα του έτους 1997 και περιλάμβανε αυτό την αξία του τράκτορα..., καθώς και της άδειας κυκλοφορίας.

Για το σκοπό αυτό, ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθ. …16/...5.1997 πληρεξουσίου πωλήσεως αυτοκινήτου της συμβολαιογράφου … Π. Τ., παρείχε στον ενάγοντα τη ρητή και ανέκκλητη εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να πωλεί σε οποιονδήποτε και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το ως άνω ρυμουλκό ελκυστήρα μετά πλάκας ελκύσεως, συμπεριλαμβανομένης προδήλως, σύμφωνα με το περιεχόμενο του πληρεξουσίου, και της άδειας κυκλοφορίας, η οποία συνοδεύει το όχημα αυτό και ήταν για αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, καθώς και να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια που να σχετίζεται με την πώληση αυτού.

Στο τέλος του άνω πληρεξουσίου αναγράφηκε ρητά ότι "Η εντολή αυτή και πληρεξουσιότητα, επειδή αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του εντολοδόχου και επειδή συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Αστικού Κώδικα, δίνεται ανέκκλητη και δεν παύει ούτε και στις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 του Αστικού Κώδικα...".

Έτσι, αφού είχε λάβει ο εναγόμενος το τίμημα, το πληρεξούσιο δόθηκε για το συμφέρον του ενάγοντος και γι' αυτό η άνω εντολή δόθηκε ανέκκλητη. Εξυπακούεται βέβαια, ότι αν επιτρεπόταν τότε η μεταβίβαση του συγκεκριμένου οχήματος, αυτή θα γινόταν απευθείας στον ενάγοντα μετά την πληρωμή του τιμήματος. Όμως, λόγω της δεσμεύσεως του εν λόγω οχήματος, ο ενάγων δεν μπορούσε να μεταβιβάσει αυτό μετά της αδείας κυκλοφορίας του στον εαυτό του ή σε τρίτον και η υπόθεση παρέμενε σε εκκρεμότητα, ώσπου στις 10.3.2006 δημοσιεύθηκε ο νόμος 3446/2006, ο οποίος προέβλεπε στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5, σε συνδυασμό με την από 17.5.2006 εγκύκλιο του Υπουργείου Μεταφορών, ότι ο δικαιούχος του δικαιώματος κυκλοφορίας δημευμένου φορτηγού οχήματος δημόσιας χρήσης έχει το δικαίωμα να το αντικαταστήσει με άλλο, εφαρμοζομένης της διατάξεως αυτής και στην περίπτωση της από μακρού χρόνου κατασχέσεως και παραμονής φορτηγών στην αλλοδαπή λόγω μεταφοράς με αυτό λαθρομεταναστών προσκομίζοντας τα σχετικά δικαιολογητικά και νέο όχημα μέχρι τις 10.3.2008, δηλαδή μέσα σε μια διετία από τη δημοσίευση του νόμου.

Ο ενάγων κατέθεσε στο Μηχανολογικό Γραφείο … όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και κίνησε όλες τις διαδικασίες προκειμένου να γίνει ο αποχαρακτηρισμός του παλαιού οχήματος και να ανευρεθεί νέο όχημα για την αντικατάσταση του κατασχεθέντος, δεδομένου ότι είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα αφού ο εναγόμενος με το άνω πληρεξούσιο του έδινε την εντολή να τον αντιπροσωπεύει ενώπιον πάσης δημόσιας υπηρεσίας και ενώπιον παντός φυσικού ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

Όμως, ο εναγόμενος στις 9.11-2007 κοινοποίησε στον ενάγοντα και στο Μηχανολογικό Γραφείο … την υπ' αριθ. …13/...11.2007 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου, με την οποία δήλωσε ότι αίρει και ανακαλεί όλες τις γενικές και ειδικές εντολές που έδωσε στον ενάγοντα με το ανωτέρω …16/….5.1997 πληρεξούσιο, το οποίο θεωρεί στο εξής άκυρο και ανίσχυρο και ότι ουδεμία επάγεται για τον εντολοδόχο έννομη συνέπεια.

Κατόπιν τούτου, η όλη διαδικασία στο Μηχανολογικό Γραφείο … ακινητοποιήθηκε... Ακολούθως, η Δ/νση Μεταφορών ζήτησε γνωμοδότηση από τη Νομική Υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας ως προς την εγκυρότητα ή όχι της ανακλήσεως της παρασχεθείσας κατά τα ανωτέρω πληρεξουσιότητας και η Νομική Υπηρεσία απάντησε ότι εφόσον υφίσταται περίπτωση πληρεξουσιότητας που συμφωνήθηκε ως ανέκκλητη επειδή αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου (ενάγοντος), η ανάκληση αυτής της πληρεξουσιότητας μόνο για σπουδαίο λόγο μπορεί να γίνει, τέτοιος δε σπουδαίος λόγος δεν αναφέρεται στη ανακλητική πράξη ούτε καν αναφέρεται γενικώς ότι η συγκεκριμένη ανάκληση γίνεται για σπουδαίο λόγο και, συνεπώς, αυτή ακόμη και αν έγινε, δεν επιφέρει παύση της πληρεξουσιότητας και ο ενάγων διατηρεί την πληρεξουσιότητα που του δόθηκε με το ως άνω …16/1997 πληρεξούσιο.

Παρά ταύτα, ο εναγόμενος κατέθεσε στο Μηχανολογικό Γραφείο … τα ίδια δικαιολογητικά που είχε καταθέσει και ο ενάγων, ζητώντας να ταξινομήσει και αυτός νέο όχημα ως ιδιοκτήτης του παλαιού κατασχεμένου οχήματος. Ενόψει τούτου, η Δ/νση Συγκοινωνιών, κατόπιν της από 21.12.2007 έγγραφης γνωμοδοτήσεως της ως άνω Νομικής Υπηρεσίας, αποφάσισε να απόσχει από οποιαδήποτε μεταβίβαση του οχήματος μέχρι να αποφανθούν τα πολιτικά δικαστήρια, αφού την ταξινόμηση νέου οχήματος σε αντικατάσταση του αποχαρακτηρισθέντος ζητούσαν ταυτόχρονα τόσο ο ιδιοκτήτης εντολέας όσο και ο πληρεξούσιος εντολοδόχος του, χωρίς να καθίσταται σαφές ποιος νομιμοποιούνταν σε τούτο.

Με βάση όσα αναφέρθηκαν, η δυνατότητα αυτοσύμβασης που προβλέφθηκε στο πιο πάνω αναφερόμενο πληρεξούσιο, σε συνδυασμό με τη χορήγηση της ανέκκλητης πληρεξουσιότητας, υποδηλώνουν ότι εξυπηρετούνταν το συμφέρον του αντιπροσώπου-εντολοδόχου, ήτοι του ενάγοντος, καθώς ο αντίδικός του είχε λάβει το τίμημα για το κατασχεμένο αυτοκίνητο με την άδεια κυκλοφορίας του, η τύχη του οποίου ενδιέφερε πλέον τον ενάγοντα που είχε καταβάλει το ανωτέρω ποσό και δεν μπορούσε να μεταβιβάσει ούτε να χρησιμοποιήσει το εν λόγω όχημα.

Όμως, ουδόλως αποδεικνύεται ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος... για να ανακληθεί η ανέκκλητη πληρεξουσιότητα που είχε παράσχει ο εναγόμενος στον ενάγοντα και που, άλλωστε, όχι μόνο ουδόλως αναφέρεται στην προαναφερθείσα ανακλητική πράξη ότι η ανάκληση πληρεξουσιότητας γίνεται για σπουδαίο λόγο, αλλά ούτε καν γίνεται επίκληση τέτοιου σπουδαίου λόγου.

Κατόπιν τούτων, η κατά τα ανωτέρω ανάκληση δεν έλαβε χώρα κατά τρόπο έγκυρο και, συνεπώς, δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα. Η εκ των υστέρων και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα συμπλήρωση της άνω ανακλητικής πράξης (υπ' αριθ. …13/...11.2007) από τον εναγόμενο ως προς το σπουδαίο λόγο, δυνάμει της υπ' αριθ. …04/...7.2008 "πράξης συμπλήρωσης ανάκλησης πληρεξουσίου" της ιδίας συμβολαιογράφου … Π.

Τ., και ειδικότερα κατά το ότι η ανάκληση της πληρεξουσιότητας έγινε για το σπουδαίο λόγο της αποτροπής του αθεμίτου σφετερισμού από τον ενάγοντα των αποκλειστικώς κατ' άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3446/2006 προσωποπαγών και απολύτων δικαιωμάτων του (εναγομένου) επί της αδείας κυκλοφορίας δημόσιας χρήσης προς αντικατάσταση του άνω κατασχεμένου οχήματος με άλλο, δεν καθιστά, βεβαίως, έγκυρη την άνω ανάκληση και επιπλέον, ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι σπουδαίος κατά την έννοια που εκτίθεται στην οικεία νομική σκέψη.

Να σημειωθεί, ότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 21410/23.9.2008 έγγραφο παροχής πληροφοριών της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Ν. Αυτ/σης Αχαΐας, στη συνέχεια η Δ/νση Συγκοινωνιών χορήγησε την άδεια Φ.Δ.Χ. στον εναγόμενο, μη δυνάμενος πλέον ο ενάγων να ταξινομήσει στο όνομά του νέο όχημα, ενώ, έχει καταβάλει το τίμημα για την αγορά του παλαιού οχήματος μετά της αδείας κυκλοφορίας του από το έτος 1997.

Ισχυρίζεται ο εναγόμενος με την κρινόμενη έφεσή του, ότι το ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο περιέχει εντολή και εξουσιοδότηση μόνο προς μεταβίβαση του συγκεκριμένου κατασχεμένου οχήματος (τράκτορα) μετά της αδείας κυκλοφορίας του και ουδενός άλλου οχήματος και ότι δεν περιέχει εντολή και εξουσιοδότηση διεκδίκησης από τον ενάγοντα μελλοντικών, αυστηρώς προσωποπαγών, δικαιωμάτων του εναγομένου, όπως το συγκεκριμένο δικαίωμα προς αντικατάσταση του κατασχεμένου οχήματος.

Ο ισχυρισμός, ωστόσο, αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος και κρίνεται απορριπτέος διότι ο ενάγων σαφώς και προδήλως νομιμοποιούνταν με βάση το συγκεκριμένο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο να ασκήσει το δικαίωμα προς αντικατάσταση του κατασχεμένου τράκτορα, αφού η κατά τα ανωτέρω πληρεξουσιότητα πωλήσεως αυτοκινήτου προς τον αντίδικο του δεν αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το "κουφάρι" του άνω κατασχεμένου και δεσμευμένου στο Μπάρι Ιταλίας ρυμουλκού ελκυστήρα αλλά και την άδεια κυκλοφορίας αυτού, που ήταν δημόσιας χρήσης.

Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 383/76 περί μεταβιβάσεως φορτηγών δημοσίας χρήσεως οποιασδήποτε κατηγορίας, όλα τα φορτηγά δημοσίας χρήσεως (όπως και το επίδικο) επιτρέπεται να μεταβιβάζονται δια πράξεως εν ζωή κατά κυριότητα μετά της αδείας κυκλοφορίας αυτών προς άπασες τις μεταφορικές επιχειρήσεις εθνικών και διεθνών μεταφορών, προς επαγγελματίες αυτοκινητιστές (όπως ο ενάγων) και επαγγελματίες οδηγούς.

Έτσι, ο ενάγων, ο οποίος είχε καταβάλει το ως άνω τίμημα για την αγορά του συγκεκριμένου οχήματος (τράκτορα) με την άδεια κυκλοφορίας του, η μεταβίβαση του οποίου θα γινόταν όταν θα καθίστατο τούτο νομικά δυνατό, μπορούσε αυτός και μόνο να ασκήσει το παρεχόμενο από τις προαναφερθείσες ευεργετικές διατάξεις δικαίωμα προς αντικατάσταση του κατασχεμένου οχήματος με άλλο, διότι αυτός πλέον καθίστατο, σύμφωνα με τη χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα, δικαιούχος του δικαιώματος κυκλοφορίας και όχι ο εναγόμενος, ο οποίος με την άνω πληρεξουσιότητα σαφώς εξέφρασε τη βούλησή του να αποξενωθεί από αυτό....Ενόψει, λοιπόν, των προεκτεθέντων, η συμπεριφορά του εναγομένου να ανακαλέσει το ανωτέρω πληρεξούσιο που είχε χορηγήσει στον ενάγοντα ως ανέκκλητο, χωρίς να υφίσταται, μάλιστα, σπουδαίος λόγος για να ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα, και να πετύχει, στη συνέχεια, να ταξινομήσει νέο όχημα προς όφελός του σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3446/2006, ενώ είχε πωλήσει στον ενάγοντα το επίδικο όχημα (τράκτορα) μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του, αντίκειται προφανώς και αντικειμενικώς στα χρηστά ήθη, συνεκτιμωμένων όλων των άνω περιστάσεων πραγματώσεως της συμπεριφοράς του, καθώς εκμεταλλεύτηκε προς το συμφέρον του την εμπορική αξία της άδειας κυκλοφορίας του φορτηγού δημόσιας χρήσης που είχε πωλήσει στον ενάγοντα από το έτος 1997, ενώ ο τελευταίος είχε εξοφλήσει πλήρως την αξία του οχήματος και το τίμημα της άδειας κυκλοφορίας αυτού (γι' αυτό, άλλωστε, του χορήγησε και το ανέκκλητο πληρεξούσιο), μη δυνάμενος πλέον ο ενάγων να εκμεταλλευτεί την εμπορική αξία της άδειας κυκλοφορίας κάνοντας χρήση του ανωτέρω νόμου.

Και, βεβαίως, η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου έρχεται σε αντίθεση σαφώς και προδήλως προς τις σχετικές αντιλήψεις για την επιβαλλόμενη συμπεριφορά, στον αντίστοιχο συναλλακτικό χώρο, του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση. Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι από την αντικείμενη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου, ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το ως άνω ποσό των ι6.οοο.οοο δραχμών, ήτοι των 46.955 ευρώ, όπως ορθώς δέχθηκε και η εκκαλούμενη, το οποίο αντιστοιχούσε στην αξία του συγκεκριμένου οχήματος φορτηγού δημοσίας χρήσεως μετά της αδείας κυκλοφορίας του το έτος 1997 και το οποίο έχει καταβάλει στον εναγόμενο, χωρίς όμως να έχει λάβει αυτά για τα οποία κατέβαλε το άνω τίμημα αλλά και χωρίς να υπάρχει πλέον δυνατότητα μεταβίβασης αυτών, αφού το όχημα επί τόσα χρόνια παρέμεινε, ως κατασχεμένο, ακινητοποιημένο στην Ιταλία και θα έχει καταστραφεί και ο ίδιος (ενάγων) δεν μπόρεσε να ταξινομήσει άλλο όχημα με βάση την επίδικη άδεια κυκλοφορίας, αφού ο εναγόμενος πέτυχε, κατά τα προαναφερθέντα, να ταξινομήσει αυτός νέο όχημα κάνοντας χρήση της επίδικης άδειας κυκλοφορίας, την οποία είχε πωλήσει στον ενάγοντα.

Αποδεικνύεται επίσης με βάση τα προεκτεθέντα, ότι ο εναγόμενος σαφώς και τελούσε σε γνώση ότι η συμπεριφορά του αυτή είναι δυνατόν να προξενήσει τη συγκεκριμένη ζημία στον αντίδικο του και παρόλα αυτά δεν απείχε, θεμελιουμένης έτσι και της απαιτούμενης, εν προκειμένω, πρόθεσης του εναγομένου να προκαλέσει την άνω ζημία στον ενάγοντα, η οποία τελεί, αδιαμφισβήτητα, σε αιτιώδη συνάφεια προς την προεκτεθείσα συμπεριφορά του, καθώς αυτή αποτελεί πρόσφορη και επαρκή αιτία της συγκεκριμένης ζημίας, διότι, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει....Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε στην κρίση του και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος...

Πρέπει, επομένως, να επιδικαστεί στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει των ανωτέρω περιστάσεων και εκτιμώντας το Δικαστήριο τούτο το μέγεθος της ζημίας του ενάγοντος, καθώς και την οικονομική κατάσταση αυτού αλλά και του αντιδίκου του, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο....Το πρωτόδικο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα αφενός το ποσό των 46.995 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της άνω θετικής ζημίας του τελευταίου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...

και αφετέρου το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως επίσης από την επίδοση της αγωγής... δεν έσφαλε στην κρίση του περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τις δύο αντίθετες εφέσεις κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε, μεταξύ άλλων, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει μερικώς δεκτή την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα συμπεριφορά.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 297, 298, 330 ΑΚ, σε συνδ. και προς εκείνες των άρθρων 218, 713,719, 724, 672, 752, 766 ίδιου Κώδικα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, λόγω της αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του εξαιτίας της οποίας από πρόθεση προκάλεσε στον αναιρεσίβλητο την προρρηθείσα ζημία του με την ανάκληση της εκ μέρους του ανέκκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας που χορήγησε αυτός στον αναιρεσίβλητο, χωρίς να συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι με το επίμαχο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, σε εκτέλεση της προηγηθείσας συμφωνίας των διαδίκων, παρασχέθηκε από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο με την ρητή και ανέκκλητη εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να πωλεί σε οποιοδήποτε και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το ως άνω ρυμουλκό ελκυστήρα, συμπεριλαμβανομένης σύμφωνα με το περιεχόμενο του πληρεξουσίου, και της άδειας κυκλοφορίας του, ότι ο αναιρεσίβλητος νομιμοποιούνταν με βάση το συγκεκριμένο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο να ασκήσει το δικαίωμα προς αντικατάσταση του κατασχεμένου τράκτορα και ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος να ανακαλέσει το ανωτέρω πληρεξούσιο που είχε χορηγήσει στον αναιρεσίβλητο ως ανέκκλητο, χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος, και να πετύχει στη συνέχεια να ταξινομήσει νέο όχημα προς όφελος του, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3446/2006, εκμεταλλευόμενος προς το συμφέρον του την εμπορική αξία της άδειας κυκλοφορίας του φορτηγού δημόσιας χρήσης που είχε πωλήσει στον ενάγοντα από το έτος 1997" ενώ ο τελευταίος είχε εξοφλήσει πλήρως την αξία του οχήματος και το τίμημα της άδειας κυκλοφορίας αυτού, μη δυνάμενος πλέον ο αναιρεσίβλητος να εκμεταλλευτεί την εμπορική αξία της άδειας κυκλοφορίας κάνοντας χρήση του ανωτέρω νόμου, με συνέπεια, από τη συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος, η οποία είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και στην οποία αυτός προέβη εν γνώσει του, ότι κατ' αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να προξενήσει ζημία στον αναιρεσίβλητο, με συνέπεια να ζημιωθεί ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) κατά το ποσό των 46.955 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία του συγκεκριμένου οχήματος φορτηγού δημοσίας χρήσεως μετά της αδείας κυκλοφορίας του το έτος 1997, ποσό το οποίο είχε καταβάλει στον αναιρεσείοντα, χωρίς όμως να έχει λάβει αυτά για τα οποία κατέβαλε το άνω τίμημα, αλλά και χωρίς να υπάρχει πλέον δυνατότητα μεταβίβασης αυτών, αφού το όχημα επί τόσα χρόνια παρέμεινε, ως κατασχεμένο, ακινητοποιημένο στην Ιταλία με αποτέλεσμα να έχει καταστραφεί, ο ίδιος δε δεν μπόρεσε να ταξινομήσει άλλο όχημα με βάση την επίδικη άδεια κυκλοφορίας, αφού ο αναιρεσείων πέτυχε, να ταξινομήσει αυτός νέο όχημα κάνοντας χρήση της επίδικης άδειας κυκλοφορίας, την οποία είχε πωλήσει στον αναιρεσίβλητο.

Εξάλλου, κατά την έννοια των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων, δεν αποτελούσε σπουδαίο λόγο ανάκλησης της επίμαχης ανέκκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας, η επιδίωξη του αναιρεσείοντος να απολαύσει ωφελήματα από την άδεια κυκλοφορίας, την πώληση της οποίας, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, είχε συμφωνήσει με τον αναιρεσίβλητο, εφόσον δεν προηγήθηκε κάποια συμβατική παράβαση του τελευταίου, που κατά τις ίδιες παραδοχές είχε εξοφλήσει το αντίστοιχο τίμημα πώλησης.

Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλομένη, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3446/2006, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο, με βάση το ανέκκλητο πληρεξούσιο να μεταβιβάσει στον εαυτό του ή τρίτο νέο αυτοκίνητο υπό τον αριθμό της άδειας κυκλοφορίας του κατασχεμένου στην Ιταλία οχήματος, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται τέτοια ουσιαστική παραδοχή.

Επομένως, οι, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Εξάλλου, η διαλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αιτίαση ότι η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα, ως μη νόμιμη, άλλως ως αόριστη, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν περιέλαβε στην αγωγή του περιστατικά που να θεμελιώνουν αδικοπρακτική ευθύνη αυτού στην διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, είναι προεχόντως απαράδεκτη, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι έχει προβάλει τέτοιο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, πέραν του ότι, από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα επικαλούμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, όμοια προς αυτά των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, σαφώς θεμελίωναν την ένδικη αγωγή στην άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες τοιαύτες.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, δεχόμενο στοιχειοθέτηση δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου κατά το άρθρο 5 παρ. 8 ν. 3446/2006, με βάση το επίμαχο πληρεξούσιο. Ο λόγος είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στο περιεχόμενο της επίμαχης δικαιοπραξίας (εντολής-πληρεξουσιότητας), ώστε να προβεί σε σχετική ερμηνεία.

Με τον τέταρτο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη άλλως ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως προς το κατά τον αναιρεσείοντα κρίσιμο ζήτημα, σχετικά με το αν γνώριζε κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης με τον αναιρεσίβλητο το ενδεχόμενο της μελλοντικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 5 ν. 3446/2006.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι με πλήρεις , σαφείς και χωρίς αντιφάσις απολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων), με την ανωτέρω πληρεξουσιότητα πωλήσεως αυτοκινήτου προς τον αναιρεσίβλητο, μεταβίβασε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), όχι μόνο το κατεσχημένο στην Ιταλία όχημα, αλλά και την άδεια κυκλοφορίας αυτού, που ήταν δημοσίας χρήσεως, η μεταβίβαση του οποίου θα γινόταν όταν θα καθίστατο τούτο δυνατό, έτσι ώστε μόνον ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να ασκήσει το παρεχόμενο από τις προαναφερθείσες ευεργετικές διατάξεις δικαίωμα προς αντικατάσταση του κατασχεμένου οχήματος με άλλο, διότι αυτός πλέον καθίστατο, σύμφωνα με τη χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα, δικαιούχος του δικαιώματος κυκλοφορίας και όχι ο εναγόμενος, ο οποίος με την άνω πληρεξουσιότητα σαφώς εξέφρασε τη βούλησή του να αποξενωθεί από αυτό.

Ενόψει δε αυτού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, σαφώς και τελούσε ο αναιρεσείων σε γνώση ότι η προρρηθείσα συμπεριφορά του ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και ότι ήταν δυνατόν να προξενήσει τη συγκεκριμένη ζημία στον αναιρεσίβλητο και παρόλα αυτά δεν απείχε, της συμπεριφοράς του αυτής, ώστε να θεμελιώνεται η απαιτούμενη, εν προκειμένω, πρόθεσή του να προκαλέσει την άνω ζημία στον ενάγοντα, η οποία τελεί, αδιαμφισβήτητα, σε αιτιώδη συνάφεια προς την προεκτεθείσα συμπεριφορά του, καθώς αυτή αποτελεί πρόσφορη και επαρκή αιτία της συγκεκριμένης ζημίας.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι περί της βουλήσεώς του κατά την κατάρτιση του πληρεξουσίου και την σχετική σύμβαση, εάν γνώριζε ή ελάμβανε υπόψη την κατά το άρθρο 8 παρ. 5 ν. 3446/2006 μελλοντική ρύθμιση, την οποία εάν διανοείτο ουδέποτε θα παρείχε στον αναιρεσίβλητο το επίμαχο πληρεξούσιο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αλλά άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού αναφορικά με την δήλωση βουλήσεως των διαδίκων κατά την κατάρτιση της προρρηθείσας ανέκκλητης πληρεξουσιότητας- εντολής με την οποία παρείχοντο στον αναιρεσίβλητο τα προεκτεθέντα δικαιώματα, καθώς και επιχείρημα του αναιρεσείοντος αναφορικά με τις παραδοχές του Εφετείου, ως προς τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η αμφισβήτηση της δηλώσεως βουλήσεως των διαδίκων κατά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από την άνω διάταξη, αλλά από εκείνη του αριθμού ι του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, ο λόγος όμως αυτός, προβληθείς από τον αναιρεσείοντα, αντιμετωπίσθηκε ανωτέρω και απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

Τέλος, οι έκτος και έβδομος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους, τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά δεν θεμελίωναν αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα αλλά υπαναχώρηση από την επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο σύμβαση την οποία αρνείται, ώστε ο τελευταίος να μην δικαιούται αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία, είναι απορριπτέοι, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, θεμελίωναν αδικοπραξία του αναιρεσείοντος κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Θ. Κ. για αναίρεση της 374/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ