486/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 486 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 486/2010
Legislator headnote
AI generated486/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 486 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 486/2010
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 486 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 486/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σταθάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Βαζάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Οκτωβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίουντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 526/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 184/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 20-10-2008 αίτησης αναίρεσης την απόρριψη του δεύτερου και την μερική αναίρεση της υπ' αριθ. 184/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς κατά τα εις το σκεπτικό. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1 και 2 και 2 και 3 του ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 § 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 § 2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε, εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως. Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση. Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση. Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού. Από αυτά παρέπεται, ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σ' αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό (ΑΠ 1550/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 184/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την έρευνα των λόγων της έφεσης του αναιρεσείοντος: "Με την από 3-10-2003 (αριθ.. εκθ. καταθ. 7941/2003) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η..., θετή μητέρα του, είχε ανοίξει στις 2-6-1997 και διατηρούσε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστεως στον ...κοινό λογαριασμό με την εναγομένη ανηψιά της, στον οποίο λογαριασμό δεν είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932. Ότι στις 22-7-1998 η εναγομένη εκμεταλλευόμενη τα σοβαρά προβλήματα υγείας της θετής μητέρας του προέβη στην ανάληψη όλου του ποσού του λογαριασμού, που ανερχόταν σε 38.963.002 δρχ. Ότι ολόκληρο το παραπάνω ποσό ανήκε στη θετή μητέρα του, που πέθανε στις 18-11-2000 δίχως να αφήσει διαθήκη και άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον ίδιο (ενάγοντα), ο οποίος δυνάμει της υπ'αριθ. 2481/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έλαβε το υπ'αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου. Ότι εάν η εναγομένη δεν είχε προβεί στην ανάληψη του προαναφερόμενου ποσού και αυτό είχε παραμείνει στο λογαριασμό, πράγμα βέβαιο, καθόσον η αποβιώσασα δεν χρειαζόταν άλλα χρήματα εκτός απ'αυτά της σύνταξής της, ο λογαριασμός αυτός με βάση τα κατά καιρούς ισχύοντα επιτόκια της ALPHA BANK και την κράτηση φόρου 15% επί των τόκων, όπως αυτά αναλυτικώς υπολογίζονται και εκτίθενται στην αγωγή, θα ανερχόταν στο ποσό των 138.017,38 Ευρώ. Ότι από τη μη νόμιμη συμπεριφορά της εναγομένης αποτράπηκε η αύξηση του ενεργητικού της αποβιώσασας, αφού από την ημέρα της αναλήψεως του ποσού των 38.963.002 δρχ ο λογαριασμός έπαψε να τοκίζεται, καθόσον εάν δεν είχε γίνει αυτή η ανάληψη το συνολικό καθαρό ποσό των τόκων, έως την κατάθεση της αγωγής, θα ανερχόταν στο ποσό των 8.066,417 δρχ ή 23.672,55 Ευρώ. Ζήτησε δε ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 138.017,38 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο, και αίτημα η αγωγή αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 5638/1932, 1710, 1711, 1813, 491, 493, 346 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένδικη αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) να δικαστεί κατ'ουσίαν η ένδικη αγωγή". Συνεχίζει δε το Εφετείο, δικάζοντας πλέον επί της ουσίας της υποθέσεως ότι: "από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, τη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρα του ενάγοντος στον Ειρηνοδίκη Πειραιά και τις υπ'αριθ. ...και ... ένορκες βεβαιώσεις δύο μαρτύρων της εναγομένης στη σ/φο Πειραιά Γεωργία Βούλγαρη, οι οποίες έχουν ληφθεί νομότυπα κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. τις υπ'αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... αντίστοιχα), τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα καθώς και τα διαμειβόμενα από τους διαδίκους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ..., θετή μητέρα του ενάγοντος, απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 18-11-2000 και άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον ενάγοντα, ο οποίος δυνάμει της υπ'αριθ. 2481/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έλαβε το υπ'αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου. Η παραπάνω αποβιώσασα είχε ανοίξει στις 2-6-1997 και διατηρούσε μετά της εναγομένης ανηψιάς της τον υπ'αριθ. ... κοινό λογαριασμό σύμφωνα με το ν. 5638/1932, στο υποκατάστημα της ALPHA Τράπεζας Πίστεως στον .... Στο εν λόγω κοινό λογαριασμό έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν 5638/1932. Στις 22-7-1998 η εναγομένη προέβη στην ανάληψη όλου του ποσού του λογαριασμού, που ανερχόταν σε 38.963.002 δρχ. Όμως, αφού στον ως άνω κοινό λογαριασμό έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, ο ενάγων ως κληρονόμος της αποβιώσασας θετής μητέρας του αποξενώνεται πλήρως από το ποσό της κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και, περιέρχεται αυτοδίκαια στην επιζώσα εναγομένη-συνδικαιούχο, χωρίς να μπορεί ο ενάγων κληρονόμος να στραφεί κατά της εναγομένης και να αξιώσει δικαιώματα από την εσωτερική σχέση της τελευταίας με την κληρονομούμενη.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω η ένδικη αγωγή, στην οποία σημειωτέον ο ενάγων δεν επικαλείται ότι με την ανάληψη του πιο πάνω ποσού των 38.963.002 δρχ προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις του ως αβάσιμη κατ' ουσία την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων εσφαλμένα εφάρμοσε την εν προκειμένω μη εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 5368/1932, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα από αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του επί της ουσίας ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι: "1) στον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η αναιρεσίβλητη και η μητέρα του αναιρεσείοντος, της οποίας ο τελευταίος είναι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος είχε τεθεί ο όρος του αριθ. 2 του Νόμου 5638/1932 και 2) ότι η αναιρεσίβλητη στις 22-7-1998, και πριν από τον μεταγενέστερα επισυμβάντα στις 18-1-2000 θάνατο της συνδικαιούχου του ίδιου λογαριασμού μητέρας του αναιρεσείοντος, ανέλαβε όλο το ποσό του ιδίου λογαριασμού", δεν αναιρούσαν τη νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος στο να ζητήσει από την αναλαμβάνουσα αναιρεσίβλητη την καταβολή σ' αυτόν ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, που κατά την αγωγή ανήκε στην κληρονομηθείσα από αυτόν μητέρα του συνδικαιούχο, και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή ακυρότητα του πιο πάνω όρου αρθρ. 2, αφού ως εκ του χρόνου της ανάληψης των χρημάτων, δεν έχει νομική επιρροή η ύπαρξή του. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 184/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ